29 Δεκ 2011

ΖΟΗ ΜΕ ΟΜΙΚΡΟΝ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ
Σελ. 222, Ιούνιος 2011

     Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο της συγγραφέως, που μέχρι τώρα είχε ασχοληθεί μόνο με τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του δεν είναι από τα συνηθισμένα, αφού αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικής καταγωγής μετανάστες, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
     Ο Γιούρι, είναι ένας νέος ποντιακής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Αμπχαζία, όπου ζει με τη χήρα μητέρα του και άλλους συγγενείς. Όταν ένας θείος, μετά την έναρξη του πολέμου με τη Γεωργία, αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του, ο Γιούρι τον ακολούθησε μόνος. Η μητέρα του, έμεινε πίσω στην προγονική γη. «Δεν αφήνω τα καντήλια των πεθαμένων μου στα χέρια τους», έλεγε κάθε φορά που προέκυπτε θέμα μετανάστευσής της. Η Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς η «γη της επαγγελίας» και ο τόπος των ονείρων τους. Η μέρα της άφιξής τους στη Θεσσαλονίκη, ήταν η καλύτερη της ζωής τους. «Δε θυμάμαι να σου πω τι ακριβώς άκουγα, μόνο που ένιωθα σα να το ‘χα μέσα μου το μπουζούκι, σαν κάποιος να ‘παιζε, από μέσα τις χορδές. Πάλι με πιάσανε τα κλάματα, αλλά ήταν άλλα κλάματα αυτά. Ελλάδα είναι εκεί που ακούγονται τα ελληνικά. Όλα καλά θα πάνε, είπα».
     Όταν ο Γιούρι αυτονομήθηκε από την οικογένεια του θείου του, στην αρχή δυσκολεύτηκε αρκετά. Όμως τα ελληνικά που μιλούσε τον βοήθησαν. «η Αθηνά, η καλομάνα του, η γιαγιά του δηλαδή, δικαιώθηκε για την επιμονή της να του διαβάζει Καζαντζάκη και Λουντέμη, να του ζητά να γράψει και να μιλήσει τα ελληνικά και να παρακολουθεί τα παρακάθια, τα νυχτέρια με τις ιστορίες που λέγανε οι γριές στους συγγενείς και γείτονες…».
     Μετά την περιπλάνησή του σε διάφορες δουλειές και τη «θητεία» στην μικρο-παραβατικότητα, αποφάσισε να αλλάξει. Έπιασε δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, όπου χάρη στην ευστροφία του ξεχώρισε. Νοίκιασε κι ένα μικρό διαμέρισμα και είδε λίγο-λίγο τη ζωή του να αλλάζει. Βέβαια στην πολυκατοικία αντιμετώπισε τις ίδιες αντιδράσεις που αντιμετώπισε και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αποδοχή από τους λίγους. Μίσος, φόβο, μισαλλοδοξία, και ρατσισμό από τους πολλούς. Αν και ποτέ δεν έδωσε κανένα δικαίωμα. «Δεν έκανε φασαρία, είπαν κάποιοι, δικαίωμα στην πολυκατοικία μας δεν έδωσε ποτέ. Αυτό του ‘λειπε! Γυναίκα δεν είχε εμφανίσει. Πείτε μου εσείς. Είναι φυσιολογικό αυτό; Τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο τα ‘δινε μόλις πατούσε ο μήνας. Που τη βρήκε τη συνέπεια αυτός που δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Και κείνη η ευγένεια, οι καλοσύνες τάχα, τα χαμόγελα, ποια πονηριά ήθελαν να καλύψουν; Δεν είμαι κορόιδο εγώ, τα ξέρω αυτά τα κόλπα. Μόλις έκλεινε η πόρτα πίσω του, μας έφτυνε χολή. Δεν φτάνουν τα προβλήματα που έχει ο τόπος, αυτοί μας λείπανε».
     Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε στωικά και χωρίς να δίνει πολύ σημασία. Μέχρι που ήρθε η ζωή και σ’ ένα γύρισμά της, έφερε τα πάνω κάτω. Ο Γιούρι κλονίστηκε. Λίγο έλειψε να λυγίσει. Όμως αναμετρήθηκε με τον χειρότερο εχθρό του: τον κακό του εαυτό. Και νίκησε!
     Καλογραμμένο μυθιστόρημα, με κινηματογραφικό ρυθμό, σωστά δομημένους χαρακτήρες και μ’ ένα θέμα ρεαλιστικό, σημερινό και θέλω να ελπίζω όχι διαχρονικό. Το βιβλίο, περιλαμβάνει ένα ολιγοσέλιδο, αλλά περιεκτικό σχόλιο, για τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, που υπογράφει ο ιστορικός Βασίλειος Τσενκελίδης.
     Η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Δημοσιογραφία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αθήνα και το Λονδίνο με αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα έντυπα της χώρας ως αρθρογράφος, ενώ την τελευταία διετία, εργάζεται στον ηλεκτρονικό τύπο. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικό διαγωνισμό κι έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό (δε)κατα.

21 Δεκ 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ
Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Σελ. 414, Νοέμβριος 2011

     Το νέο μυθιστόρημα της Τ. Μπάιλα, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες. Είναι εντελώς διαφορετικό θεματικά από το προηγούμενο και υπήρξε τραγικά προφητικό. Επειδή δεν μου αρέσει να χαλάω την απόλαυση του αναγνώστη ν’ ανακαλύπτει λίγο-λίγο το βιβλίο, δεν θέλω να γράψω περισσότερα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ.
     Με το μυθιστόρημα αυτό, η συγγραφέας, μέσω της ηρωίδας της, της Χριστίνας, μας ταξιδεύει στην Ιαπωνία και μας κάνει κοινωνούς της αγάπης της, για τη χώρα του «ανατέλλοντος ηλίου» και του πολιτισμού της, που μας είναι μάλλον άγνωστος. Όσα γνωρίζουμε οι περισσότεροι, τα γνωρίζουμε από ταινίες ή βιβλία, που αφορούν την περίοδο του Β! Παγκοσμίου πολέμου, τα οποία υπερβάλλουν στην προβολή της φιλοπόλεμης πτυχής του ιαπωνικού πολιτισμού που πηγάζει από τον πατριωτισμό, την αίσθηση του καθήκοντος και την τυφλή υπακοή στον αυτοκράτορα και αποσιωπούν τις υπόλοιπες.
     Η Χριστίνα, πιεζόμενη από τους εφιάλτες της και έχοντας βιώσει την τραγική απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, αποφασίζει ξαφνικά να παρατήσει δουλειά, γονείς και σύζυγο και να καταφύγει στην μακρινή Ιαπωνία, χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε Εκεί ζητά τη φιλοξενία του Τοσίο, τον οποίο είχε γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι πριν από ορισμένα χρόνια κι από τότε διατηρούσαν τακτική επαφή. Ο Τοσίο τη δέχτηκε χωρίς να κάνει καμιά ερώτηση για τους λόγους που την οδήγησαν στη χώρα του. Με τον τρόπο του, χωρίς ποτέ να δείξει ότι τη διδάσκει, την εισήγαγε σε έναν άλλο τρόπο ζωής, όπου ο χρόνος κυλά με ρυθμούς διαφορετικούς και κυριαρχούν, η αρμονία, η τάξη αλλά και η ιεραρχία. Όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά στα άνθη μιας κερασιάς, στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι που αχνοφαίνεται μέσα στη βλάστηση που το περιβάλλει. Όπου το να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι είναι ολόκληρη ιεροτελεστία Ένα τρόπο ζωής που θα τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά της.
     Ακόμη, μέσω της ιστορίας της Χιρόκο, μιας νεαρής ανιψιάς του Τοσίο, που εξασκεί την τέχνη της γκέισα, μας δείχνει μια διαφορετική νοοτροπία και αντίληψη από αυτή του δυτικού ανθρώπου, σε ότι αφορά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Και πόσο μάλλον των συγκεκριμένων που στη Δύση θα χαρακτηρίζονταν ως «ελευθερίων ηθών».
     Θέλω να επαναλάβω αυτό που γράφω στον πρόλογο αυτής της παρουσίασης. Οι ιστορίες που αναπτύσσονται στο βιβλίο είναι τόσο συναρπαστικές, που δεν θέλω αποκαλύπτοντας κάποιο «μυστικό» να στερήσω την αναγνωστική απόλαυση, γι’ αυτό διστάζω να γράψω περισσότερα.
Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι, αν και η φυγή της Χριστίνας, χωρίς να αφήσει πίσω της κανένα ίχνος, φαντάζει στα μάτια μου υπερβολική. Αλλά αυτό συμβαίνει λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω του ότι είμαι…άντρας και δεν μπορώ να μπω στους λαβύρινθους του γυναικείου μυαλού. Αυτή την εξήγηση μου έδωσαν κάποιες φίλες και εγώ εκών - άκων την ασπάζομαι.
     Αλλά όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα το ατού είναι η γραφή. Τα όσα έγραψα το Σεπτέμβριο για το «Πορτρέτο Της Σιωπής» εξακολουθούν να ισχύουν γι’ αυτό ας μην τα επαναλάβω και γίνω κουραστικός. Για του λόγου το αληθές, σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που επέλεξα τυχαία ανάμεσα σε πολλά αντίστοιχης ομορφιάς: «Ήταν σούρουπο και ο ήλιος είχε βάψει βιολετί τον σκούρο γαλάζιο ουρανό, μετατρέποντας το τοπίο σε μια μυσταγωγική πανδαισία χρωμάτων. Σαν ένα υπερμέγεθες χρυσάνθεμο να είχε ανοίξει τα πέταλά του στον ουρανό, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο όμορφος. Κατά μήκος του δρόμου, μια σειρά από ροζ χάρτινα φαναράκια είχαν ήδη ανάψει και χόρευαν ρυθμικά στους ρυθμούς που ενορχήστρωνε τρυφερά ο αέρας».
Έχω πει στο παρελθόν, ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ΕΝΑ καλό βιβλίο. Ο αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας όμως, φαίνεται στην πορεία του χρόνου. Και όπως φαίνεται, η Τέσυ Μπάιλα, το στοίχημα με τη «λυδία λίθο» του χρόνου το έχει κερδίσει.

15 Δεκ 2011

Ο ΧΙΤΛΕΡ, ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΙ Η «ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ»
IAN KERSHAW
Μετάφραση: ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 500, Σεπτέμβριος 2011

     Ο Ian Kershaw, καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας, σε όλη τη διάρκεια της ακαδημαϊκής του καριέρας, ασχολείται ιδιαίτερα με το φαινόμενο του Ναζισμού και όλα τα έργα του που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, αναφέρονται σε αυτό το θέμα.
     Στην εξαιρετική και διορατική μελέτη που σας παρουσιάζουμε σήμερα, αναφέρεται στη στάση που τήρησε ο γερμανικός λαός κατά τη διάρκεια της κατάληψης της εξουσίας από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ. Αυτό που κυρίως εξετάζει είναι οι αντιδράσεις των «απλών» ανθρώπων. Εστιάζει μάλιστα τη μελέτη του, στη στάση των Γερμανών, απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και οι οποίες είχαν σαν κατάληξη την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων.
     Οι διώξεις ξεκίνησαν το 1933. «Κρίσιμο σε αυτή την «πορεία προς τη βαρβαρότητα» στάθηκε το γεγονός ότι το 1933 τα προσκόμματα στα εγκεκριμένα από το κράτος μέτρα κατάφωρης σκληρότητας άρθηκαν σχεδόν εν μία νυκτί. Ότι μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητο, ξαφνικά κατέστη εφικτό». Στην αρχή τα μέτρα ήταν κυρίως νομοθετήματα, που είχαν σα σκοπό να θέσουν τους Εβραίους στο περιθώριο της κοινωνίας και εκτός οικονομικής δραστηριότητας. Στη φάση αυτή, σύμφωνα με το συγγραφέα, η πλειονότητα του γερμανικού λαού, δεν έτρεφε έντονα αντιεβραικά αισθήματα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις στις οποίες έγινε χρήση βίας από μέλη του Ναζιστικού κόμματος, αρκετοί Γερμανοί, είτε βοήθησαν, είτε διαμαρτυρήθηκαν.
     Τα πράγματα άλλαξαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο γερμανικός λαός, έχοντας να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, αδιαφόρησε! «Ο δρόμος για το Άουσβιτς μπορεί να φτιάχτηκε από μίσος, αλλά στρώθηκε με αδιαφορία». Ακόμα και όταν έγιναν γνωστές οι πρώτες μαζικές εκτελέσεις-κυρίως στην Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής, όπου είχαν αρχικά μεταφερθεί οι Εβραίοι της Γερμανίας με σκοπό μετά τη νίκη των Γερμανών επί της Σοβιετικής Ένωσης να μεταφερθούν στις εσχατιές της χώρας όπως ήταν το αρχικό «σχέδιο»-οι αντιδράσεις ήταν ανύπαρκτες. Αν και ο Kershaw έχει πολλές αμφιβολίες για το τι γινόταν πραγματικά γνωστό σε ένα καθεστώς που έλεγχε πλήρως εφημερίδες και ραδιόφωνο. «Κανένα τεκμηριωμένο στοιχείο δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα «τι ακριβώς γνώριζαν οι Γερμανοί»; και δεδομένης της γενικά επικρατούσας σιωπής και των δυσκολιών σε επίπεδο ερμηνείας, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε».
     Τα κεφάλαια του εξαιρετικού αυτού βιβλίου που προσφέρει μια σφαιρική εικόνα της στάσης και συμπεριφοράς των απλών Γερμανών ενόσω ο διωγμός των Εβραίων κλιμακωνόταν, χωρίζονται σε τρεις ενότητες: «Ο Χίτλερ και η Τελική Λύση», «Η λαϊκή γνώμη και οι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία» και «Η Τελική Λύση στην ιστοριογραφία», ενώ υπάρχει και μια εισαγωγή κι ένα πολύ ενδιαφέρον επίμετρο σχετικά με τη «Μοναδικότητα του Ναζισμού».
     Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε την εξαιρετική εργασία που έγινε στην ελληνική έκδοση, όσο αφορά τις παραπομπές που κάνει ο συγγραφέας σε άλλα βιβλία, αφού για όσα έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, υπάρχουν πλήρη στοιχεία, ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί εύκολα να τα βρει.
     Ο Ian Kershsaw (γεν. Απρίλιος 1943), είναι καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ. Για την προσφορά του στην ιστοριογραφία του έχουν απονεμηθεί ο γερμανικός Ομοσπονδιακός Σταυρός Αξίας, ο τίτλος του Ιππότη και το μετάλλιο Norton Madlicott της Historical Association. Μερικά από τα κυριότερα έργα του είναι: «Χίτλερ, 1889-1936: Ύβρις» (εκδ. Scripta), «Χίτλερ, 1936-1945: Νέμεσις» (εκδ. Scripta), που τιμήθηκε με τα βραβεία Wolfson Literary Award For History και Bruno Kriesky, «Making Friends With Hitler: Lord Londonderry And The British Road To War» που απέσπασε το Elizabeth Longford Prize For Historical Biography, «Μοιραίες Επιλογές: Δέκα Αποφάσεις Που Άλλαξαν Τον Κόσμο 1940-1941» (εκδ. Πατάκης) και το πιο πρόσφατο «The End: Hitler’s Germany».

8 Δεκ 2011

ΑΘΩΟΣ
ΣΚΟΤ ΤΑΡΟΟΥ
Μετάφραση ΚΛΑΙΡΗ ΛΑΪΝΑ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 456, Ιούνιος 2011

     Ο Σκοτ Τάροου, έγινε γνωστός κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα, όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αθώος Μέχρι Αποδείξεως Του Εναντίου». Τώρα 25 χρόνια κι εφτά βιβλία μετά, μας παρουσιάζει τη «συνέχειά» του.
     Πριν ξεκινήσει τη συγγραφή, το σκέφτηκε αρκετά γιατί όπως λέει: «Ανέκαθεν θεωρούσα πως το να προσπαθεί ένας συγγραφέας να μιμηθεί τον εαυτό του, είναι κάτι που εγγενώς τον περιορίζει και φοβόμουν να προσπαθήσω να ανταγωνιστώ ένα βιβλίο του οποίου η επιτυχία εκείνη την εποχή βασίστηκε εν μέρει στο γεγονός ότι άνοιγε καινούργιους δρόμους».
     Όμως ξεπέρασε τους αρχικούς δισταγμούς και αποφάσισε να γράψει όχι ακριβώς μια συνέχεια, αλλά ένα μυθιστόρημα που έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές με το πρώτο. «Πλησίαζα κι εγώ τα εξήντα και αναλογιζόμουν το παρελθόν και το μέλλον για διάφορους προσωπικούς λόγους. Τώρα αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν είχα δει τότε: ότι ήθελα να επιστρέψω στην αρχή και να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν. Και σ’ εκείνη τη φάση, δεν ανησυχούσα μήπως αυτοπεριοριζόμουν».
     Για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την υπόθεση αυτού του βιβλίου, δεν είναι απαραίτητο να έχει διαβάσει το πρώτο. Οι αναφορές σ’ εκείνο είναι ελάχιστες. Στην ουσία στα χέρια μας έχουμε ένα καινούριο μυθιστόρημα, με μια καινούρια υπόθεση να μας απασχολεί. Ακόμα και οι ήρωες μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι «καινούριοι», αφού από πάνω τους έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια και είναι φορτωμένοι με τις εμπειρίες που τους άφησε μια αντιπαράθεση που τους σημάδεψε, τους άλλαξε και εν πολλοίς καθόρισε τις ζωές τους. Αν και ο συγγραφέας πιστεύει ότι: «Μια από τις βαθύτερες αλήθειες στη ζωή είναι ότι πολλές φορές οι άνθρωποι, για λόγους τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, επαναλαμβάνουν παρορμητικά τα ίδια λάθη».
     Πριν από είκοσι χρόνια, ο Ράστι Σάμπιτς και ο Τόμι Μόλτο, διασταυρώθηκαν σε μια μονομαχία, στην πολύκροτη δίκη του πρώτου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε την ερωμένη του. Μια παλιά ιστορία, που όμως κάποιοι μέσα κι έξω από το δικαστικό μέγαρο του Κιντλ δεν την έχουν ξεχάσει. «Νικητής» τότε αναδείχτηκε ο Σάμπιτς, αφού αθωώθηκε. Τώρα, στα εξήντα του, είναι Πρόεδρος του Εφετείου της Τρίτης Εφετειακής Περιφέρειας και υποψήφιος για το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας. Ως την ημέρα που η γυναίκα του βρίσκεται νεκρή στο κρεβάτι, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ένα θάνατο για τον οποίο ο Σάμπιτς θα ενημερώσει την αστυνομία και τις υπόλοιπες αρχές, αφού περάσουν 24 ώρες από το στιγμή που θα επέλθει! Όλοι υποψιάζονται εγκληματική ενέργεια και Νο 1 ύποπτος είναι ο Σάμπιτς που βρίσκεται πάλι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
     Απέναντί του, στο έδρανο του Δημόσιου Κατήγορου, βρίσκεται ο Τομαζίνο (Τόμι) Μόλτο, ο 3ος προσωρινός Δημόσιος Κατήγορος της κομητείας του Κιντλ.
     Όλοι πιστεύουν ότι τώρα οι δύο άντρες θα παίξουν τη ρεβάνς. Καριέρες, υπολήψεις και μυστικά καλά φυλαγμένα μια ολόκληρη ζωή, όλα θα διακυβευτούν στη δικαστική αίθουσα, από την οποία ένας θα βγει νικητής. Ή μήπως όχι;
     Το βιβλίο δεν είναι απλά ένα δικαστικό θρίλερ, αλλά και ένα ψυχογράφημα των χαρακτήρων που αναγκάζονται να περάσουν για δεύτερη φορά μια παρόμοια περιπέτεια. Επίσης μας δείχνει, πως ένα δικαστικό σύστημα μπορεί να λειτουργεί γρήγορα και δε διστάζει να στέλνει στο εδώλιο ακόμα και «υψηλά ιστάμενους» τιμώντας με αυτό τον τρόπο την αποστολή του και γεμίζοντάς μας θλίψη, για τον τρόπο που λειτουργεί στην Ελλάδα, όπου η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης με διάφορα νομικίστικα τερτίπια, αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας, με ότι αυτό συνεπάγεται.