22 Δεκ 2012

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 480, Νοέμβριος 2012

     Η Συρία, είναι μια φιλική προς την Ελλάδα, αλλά όχι και τόσο γνωστή χώρα. «Η Συρία στους παγκόσμιους τουριστικούς οδηγούς, χαρακτηρίζεται ως η γη που όσο την ξεφλουδίζεις, τόσα περισσότερα βρίσκεις κάτω απ’ αυτή. Είναι ο τόπος όπου αναμίχθηκαν πολιτισμοί και θρησκείες, συγκρούστηκαν θεοί, βασιλιάδες και ληστές κι άφησαν τα ίχνη τους καραβάνια εμπόρων, σπαθιά σταυροφόρων και μελάνι περιηγητών. Ένα μωσαϊκό ιστορίας και θρύλων». Τον τελευταίο καιρό αναφέρεται τακτικά στα δελτία ειδήσεων, καθώς μαίνεται ένας εμφύλιος με χιλιάδες νεκρούς και άδηλη-προς το παρόν-κατάληξη. Αυτή η χώρα, την οποία απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, διάλεξε ως «σκηνικό» του πρόσφατου εξαιρετικού μυθιστορήματός της, η Ι. Θεοδώρου.
     Η Τζένη Ράλλη, κόρη διάσημου και καρδιοκατακτητή έλληνα ηθοποιού, από μια αναπάντεχη συγκυρία, βρίσκεται στη Συρία (λίγο πριν από την έναρξη του εμφυλίου). Έχει μόλις βγει, για μια ακόμη φορά, με τραυματικό τρόπο, από μια ακόμη ερωτική σχέση, αυτή τη φορά με παντρεμένο συνάδελφό της. «Είμαι πολύ μόνη. Με παράτησε ο παντρεμένος φίλος μου και ο πατέρας μου δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για μένα. Κάνω λάθη που τρομάζουν τη μάνα μου και οι γκόμενοι λακίζουν μόλις μου βγάλουν το βρακί. Έχω μοναξιά, πολλή μοναξιά». Βλέπει αυτό το ταξίδι-που διοργάνωσε μια ταξιδιωτική πράκτορας, γνωστή της μητέρας της από τα παιδικά τους χρόνια-ως ένα τρόπο να ξεφύγει από ότι ταράζει και αναστατώνει ακόμη περισσότερο, τον ήδη βαριά διαταραγμένο ψυχικό της κόσμο από την απόρριψη του πατέρα της και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά-που κινείται από την αδιαφορία ως την αρρωστημένη προσκόλληση πάνω της-της μητέρας της. Το ταξίδι διοργανώθηκε αρχικά για τη μητέρα της και δύο αγγλίδες φίλες της, οι οποίες θέλησαν να ακολουθήσουν την πορεία της εκκεντρικής αγγλίδας Τζέιν Ντίγκμπι, η οποία «Το 1853, απογοητευμένη από θυελλώδεις έρωτες και τρία διαζύγια, τολμάει και ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή καθ’ οδό προς την Παλμύρα, όπου «ανάμεσα στα χρυσορόδινα ερείπια ή κάτω από μια αστραφτερή πανσέληνο» ερωτεύεται των σεΐχη Ελ Μεζράμπ, τον συνοδό-μεταφραστή της, μυείται στη νομαδική ζωή των Βεδουίνων και μένοντας μαζί του, γίνεται το σύμβολο του αντικομφορμισμού στην εποχή της». Ένα ατύχημα όμως που συνέβη σε μία από τις τρείς κυρίες, τις καθήλωσε στην Αθήνα και για να μην πάει χαμένο το ταξίδι, η Τζένη, που βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που θα πήγαινε οπουδήποτε, άδραξε την ευκαιρία.
     Στη Δαμασκό γνωρίζει τον Ρωμανό Καφαντάρη, γιο της ιδιοκτήτριας του ταξιδιωτικού γραφείου, ο οποίας αναλαμβάνει να την ξεναγήσει και να την συνοδέψει στο ταξίδι της. Οι δύο νέοι, αισθάνονται ερωτική έλξη ο ένας για τον άλλο, αλλά το παρελθόν θα ορθώσει ανυπέρβλητα εμπόδια.
     Όπως γράφω και πιο πάνω, το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικό και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Εκτός από το στήσιμο του μύθου και η περιγραφή των ψυχολογικών μεταπτώσεων και του χείμαρρου των συναισθημάτων που κατακλύζουν τους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι αναλυτικότατη, εύστοχη και συγκλονιστική.
     Εξίσου εξαιρετικό είναι και το «ταξίδι» στο παρελθόν της Συρίας, στο οποίο μας οδηγεί με μοναδικό τρόπο και γραφή η συγγραφέας, μέσα από το κείμενό της, που δείχνει βαθιά γνώση και αγάπη για τη χώρα αυτή. Από τις περιγραφές της όμως, δεν λείπει και το τραγικό παρόν, αφού ο εμφύλιος, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου.
     Τον τελευταίο καιρό, είχα την ευκαιρία και τη χαρά, να διαβάσω ορισμένα πολύ αξιόλογα βιβλία. Το «Η Γεύση Της Ερήμου» είναι ένα από αυτά και το συστήνω ανεπιφύλακτα.


15 Δεκ 2012

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 200, Απρίλιος 2012

     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, στο οποίο η συγγραφέας θίγει πολλά θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι αυτό που θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Τζένη Ιαβέρη, μια γυναίκα που παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται πια στην πρώτη της νεότητα, παραμένει ωραία και γοητευτική και η οποία βρίσκεται για πολλά χρόνια στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας των θεατρικών δρώμενων, κατευθύνεται με την κόρη της, σ’ ένα πολυτελές θέρετρο ανάρρωσης «για λίγους». «Με το βλέμμα της περιηγήθηκε γρήγορα όλη την έκταση και είδε τεράστιους κήπους και γήπεδα και πισίνες και ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια, περιποιημένα, ανεξάρτητα διαμερίσματα. Ήταν ένα μικρό χωριό και ένας ιδανικός τρόπος για να κοροϊδέψει κανείς τον εαυτό του και, αν όχι να ξεχάσει, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει καλύτερα το πρόβλημά του. Με μια πρώτη ματιά λοιπόν, φαινόταν ότι άξιζε τα χρήματα που είχε δώσει, μάλιστα προκαταβολικά». Πριν από λίγο καιρό, είχε διαγνωστεί καρκίνος των λεμφαδένων στη Τζένη και μετά τις θεραπείες στις οποίες χρειάστηκε να υποβληθεί, αποφάσισε να περάσει μερικές εβδομάδες σ’ αυτόν τον ξενώνα για ν’ αναλάβει δυνάμεις.
     Στον ίδιο χώρο, φιλοξενείται και άλλος κόσμος, όλοι φυσικά για τον ίδιο λόγο. Από τις πρώτες μέρες, η Τζένη γίνεται μέλος μιας παρέας που την αποτελούν μια ιστορικός τέχνης και διακοσμήτρια (Βάντα), μια νοικοκυρά (Μαρίκα), μια ιδιωτική υπάλληλος (Ελεονόρα) και μια αγρότισσα (Άννα). Έμμεσα, στην ίδια παρέα «συμμετέχει» κι ένας καθηγητής γενετικής.
     Η Τζένη, χάρη στον αρχηγικό της χαρακτήρα, κατάφερε να πείσει τους ενοίκους του ξενώνα, να ανεβάσουν μια παράσταση. Μετά από αναγνώσεις διάφορων έργων, αποφάσισαν να ανεβάσουν το έργο του Γ. Ξενόπουλου «Το Μυστικό Της Κοντέσας Βαλέραινας», έργο που όπως και τα άλλα που μελέτησαν αναφέρονταν «…στα εσώψυχα της γυναικείας ψυχολογίας, στα οριακά ακραία συναισθήματα στα οποία οδηγείται η γυναίκα απ’ τον απόλυτο, εξοντωτικό έρωτα, από το δυνατό ρόλο της μητρότητας που όπως μπορεί να την απογειώσει συναισθηματικά μπορεί και να την αποστραγγίσει…».
    Στηριζόμενη σε αυτό το μύθο του βιβλίου, η συγγραφέας, έχει την ευκαιρία να ασχοληθεί-όπως γράφω και στην αρχή- με πολλά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα. Θέματα όπως οι σχέσεις μάνας-παιδιού (που στην περίπτωση της κόρης της Τζένης ήταν τουλάχιστον τραυματική), οι σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, τον εγωκεντρισμό που αναπτύσσουν υπό ορισμένες συνθήκες κάποια άτομα, τη γενετική ηθική, το πόσο λάθος ιεραρχούμε τις προτεραιότητες μας, (μέχρι που ένα γύρισμα της μοίρας μας προσγειώνει-συνήθως ανώμαλα), το θέατρο, την επίδραση της τέχνης στη ζωή μας, την οικονομική κρίση και άλλα. Κι όλα αυτά, δοσμένα με όμορφο τρόπο, ενταγμένα στη δομή του μύθου, χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού ή προσπάθεια επίδειξης «σοφίας» και «πνεύματος».
    Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που αξίζει να γίνει γνωστό και να διαβαστεί.


5 Δεκ 2012

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430-1950
ΜΑΡΚ ΜΑΖΑΟΥΕΡ
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 575, Οκτώβριος 2006

     Όσοι διανύουμε την πέμπτη δεκαετία της ζωής μας-και όσοι βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά-διδαχτήκαμε την Ιστορία στα σχολεία μας, με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν παρά ένα εθνικιστικό παραλήρημα, που ελάχιστη σχέση είχε με την προσέγγιση και ανάλυση που απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Οι διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι ήταν συνεχείς. Τα παραδείγματα άπειρα. Εγώ για παράδειγμα, με αληθινή έκπληξη έμαθα πριν από κάποια χρόνια, ότι ο όρος Βυζάντιο και βυζαντινός, είναι νεότατοι. Είναι εφεύρημα κάποιων δυτικών καθολικών διανοούμενων μοναχών, που ασχολούνταν με την Ιστορία και χρησιμοποιήθηκε για να διαχωρίσουν τους «αιρετικούς» (ορθόδοξους) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από τους υπηκόους, της καθολικής Δυτικής. Και επίσης έμαθα, ότι οι βυζαντινοί, άρχοντες και λαός, δεν αυτοαποκαλούνταν ούτε βυζαντινοί, ούτε έλληνες, αλλά…Ρωμαίοι (εξ ου και το Ρωμιός). Πέρα απ’ το γεγονός, ότι «γνώση» της Ιστορίας, σήμαινε αποστήθιση στη «ληξιαρχική» λογική, γεννήθηκε, βασίλεψε, πέθανε (και κάπου ανάμεσα και κανένα πολέμησε).
     Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι αν ο καθένας μας, δεν προσπαθήσει μόνος του ν’ αναζητήσει την ιστορική πραγματικότητα, θα έχει στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της χώρας. Βέβαια, πάντα την Ιστορία την έγραφαν οι νικητές και πάντα εξυπηρετούσε και στήριζε τις επιδιώξεις του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, το κακό… παράγινε.
     Όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», που ξαναδιάβασα τώρα, επηρεασμένος από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1430, χρονιά της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς, ως το 1950. «…ξεκινώ με την άλωση της πόλης από ο σουλτάνο Μουράτ Β! το 1430, περιγράφω την καθημερινή ζωή στα χρόνια των διαδόχων του και ανιχνεύω τη μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύγλωσσο οθωμανικό κόσμο-ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα και οι λούστροι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν έξι-εφτά γλώσσες για τις ανάγκες της δουλειάς τους-στο ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του εικοστού αιώνα, όπου πια το 1950, περισσότερο από το ενενήντα πέντε τις εκατό των κατοίκων ήταν, με βάση οποιοδήποτε κριτήριο, Έλληνες».
     Ο συγγραφέας στο εξαιρετικό του βιβλίο, μας δίνει την εικόνα μιας πόλης πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρεύει τον Θεό στον οποίο πίστευε και στην οποία οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά. Οι προστριβές που υπήρχαν, ήταν λίγες και μικρής σημασίας. Περιγράφει με πολλές και δυσεύρετες λεπτομέρειες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων σε κάθε εποχή και πως τραγικά ιστορικά γεγονότα, (πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, Ολοκαύτωμα), λίγο-λίγο, αποστέρησαν από την πόλη τον πολυφυλετικό της χαρακτήρα, για να φτάσει σήμερα, να είναι μια αμιγώς ελληνική πόλη, με τα σημάδια του πολυφυλετικού παρελθόντας να είναι λίγα.
     Πολύτιμη μελέτη, για τους λάτρεις της Ιστορίας και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα, που παλεύει να μάθει το παρελθόν του και να διδαχτεί από αυτό.