31 Δεκ 2015

ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ

ΝΤΟΥΛΜΠΕΡΑ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΡΟΥΣΣΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 516, Νοέμβριος 2015

     Μια πολύ ευχάριστη έκπληξη είναι το μυθιστόρημα της πρωτοεμφανιζόμενης Χρ. Ρούσσου με τίτλο «Ντουλμπέρα».
     Ντουλμπέρα έλεγαν οι Βλάχοι (με το Β κεφαλαίο, όπως ήθελε η ντουλμπέρα), «όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν μια γυναίκα έξυπνη, μορφωμένη, όμορφη, δυναμική, αρχοντική… Ήταν ένας χαρακτηρισμός που περιείχε πολλούς άλλους».
     Την ιστορία μια τέτοιας γυναίκας, αφηγείται στο βιβλίο της η συγγραφέας. Είναι η Αορίκα Ζιώππα-Κωνσταντίνου. Παρακολουθούμε την πορεία της ζωής της, μέσα από τα ημερολόγιά της που ενημέρωνε ανελλιπώς και βρήκαν οι απόγονοί της, χρόνια μετά, προσεκτικά φυλαγμένα σε μπαούλα. «Εγώ η Αορίκα Κωνσταντίνου το γένος Ζιώππα, εδώ στη Νέβεσκα γράφω τις τελευταίες μου αράδες. Φτάνει τόσο. Ο Θεός να δώσει ν’ ανταμώσω τ’ αγαπημένα πρόσωπα, να σμίξουμε και πάλι εκεί πάνω. Ζωή καλή, με αγάπη, ζωή χαρισάμενη να έχετε όλη η οικογένεια. Μην κάνετε τα λάθη μας. Να διδαχτείτε από αυτά και μη σας παρασύρουν ποτέ τα υλικά αγαθά, μα μόνο η αγάπη. Να τη δίνετε. Να δίνετε αγάπη, να δίνετε χαρά, να δίνετε σε όποιον έχει ανάγκη. Μόνο έτσι θα είστε γεμάτοι και εσείς».
     Μέσα από τα ημερολόγιά της ξεδιπλώνεται η ιστορία δύο οικογενειών (των Ζιώππα και των Κωνσταντίνου), από τις αρχές του 19ου αιώνα, μέχρι τις αρχές του 21ου. Όταν μέλη των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας, αρχίζουν τις εμπορικές σχέσεις με περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και χάρη στην ποιότητα των προϊόντων, την εργατικότητα και το εμπορικό τους δαιμόνιο, καταφέρνουν να χτίσουν επιχειρηματικές αυτοκρατορίες. Χωρίς ποτέ να ξεχνούν τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη γλώσσα τους, αλλά κυρίως την καταγωγή τους. Αυτό άλλωστε το δείχνουν και τα πάμπολλα κοινωφελή ιδρύματα που δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν χάρη στην γενναιόδωρη χρηματοδότηση των ελλήνων επιχειρηματιών του εξωτερικού. Η διαδρομή των οικογενειών ξεκινά από το βλαχοχώρι Νέβεσκα (το σημερινό Νυμφαίο της Φλώρινας) και εκτείνεται μέχρι την πολυεθνική Θεσσαλονίκη, τη Βιέννη, και την Αλεξάνδρεια.
     Η Χρ. Ρούσσου, κατάφερε σε αυτή την πρώτη της εμφάνιση, να γράψει ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό. Απεικόνισε με τον καλύτερο τρόπο την τοιχογραφία μιας ολόκληρη εποχής. Δημιούργησε χαρακτήρες στέρεους, η πορεία των οποίων μπορεί να αποτελέσει θετικό πρότυπο ακόμη και σήμερα. Εντυπωσιακή είναι η αποτύπωση των πόλεων (Βιέννη, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη) όπως ήταν την εκάστοτε εποχή (οδοί, πλατείες, καταστήματα κλπ). Όπως και η παράθεση με αδρές γραμμές (για τις ανάγκες της οικονομίας του έργου) αλλά με τεκμηριωμένο τρόπο, ιστορικών στοιχείων που είναι έντεχνα ενταγμένα στη δομή του μύθου και που είναι απαραίτητα για την εξέλιξή του, αποτέλεσμα κοπιαστικής έρευνας σε αρχεία,  χάρτες και βιβλιογραφία. Κι όλα αυτά γραμμένα με μια γλώσσα που κάνει το βιβλίο να ρέει και τον αναγνώστη να απολαμβάνει.

     Ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος και ο ιδανικός τρόπος να κλείσουμε το 2015. Καλή χρονιά!

23 Δεκ 2015

Η ΔΡΑΚΟΝΤΙΑ/ ΑΛΛΟΥ, ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ


Η ΔΡΑΚΟΝΤΙΑ                            ΑΛΛΟΥ, ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΨΑΧΕΙΛΗΣ                 ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ
Σελ. 102, Οκτώβριος 2015           Σελ. 94, Νοέμβριος 2015
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ

     Δύο πολύ καλές συλλογές διηγημάτων, κυκλοφόρησαν πριν από ελάχιστες εβδομάδες από τις εκδόσεις Μελάνι. Αν και είναι διαφορετικού ύφους και θεματολογίας, αποφάσισα να τις παρουσιάσω μαζί. Δεν ήθελα να επιλέξω μια από τις δύο, γιατί όποια κι αν επέλεγα, θα αδικούσα την άλλη.
     Η συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, αποτελείται από δώδεκα διηγήματα, κάποια από τα οποία δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ τα υπόλοιπα, βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας. Τα περισσότερα είναι βιωματικά. Περιγράφουν τις αναμνήσεις του συγγραφέα, από τα παιδικά του χρόνια, στα χωριά του Ολύμπου, αλλά και από τις περιοχές στις οποίες υπηρέτησε ως αγροτικός γιατρός. Τον μαγεύει η φύση, τα βουνά και η ζωή εκεί. Εξ’ ου και ο τίτλος της συλλογής. «Η δρακοντιά ή φιδόχορτο είναι μια πολυετής πόα, που φύεται σε σκιερούς και υγρούς τόπους, φράχτες, χαντάκια, χαράδρες ή στις άκρες αγροτικών δρόμων. Έχει έμμισχα μεγάλα φύλλα, λογχοειδή, στιλπνά και βαθυπράσινα, συχνά κατάστικτα από πορφυρές και μαύρες κηλίδες».
     Η εξαιρετική γραφή, χωρίς τις «δήθεν» και λογοτεχνίζουσες φιοριτούρες που χρησιμοποιούν σε καταχρηστικό βαθμό κάποιοι ομότεχνοι του Σ. Κοψαχείλη και η με μοναδικό τρόπο σκιαγράφηση ανθρώπων, χαρακτήρων, συμπεριφορών, τρόπων και τόπων, χαρίζουν στον αναγνώστη στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης και τον κάνουν να επιστρέφει ξανά και ξανά στο βιβλίο.
     Ακριβώς τα ίδια ισχύουν και για τη συλλογή των 12 διηγημάτων με τίτλο «Αλλού, Στο Πουθενά», της Λ. Δέρβη. Κι εδώ η γραφή είναι συναρπαστική. Κι εδώ καταφέρνει η συγγραφέας μέσα στις λίγες γραμμές της μικρής φόρμας, να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο χαρακτήρες και συμπεριφορές. Το μόνο που διαφέρει είναι η θεματολογία. Το τοπίο είναι αστικό. Οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι της πόλης. Αλλά και –εξ ανάγκης- κοσμοπολίτες. Οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να αφήσουν τον τόπο τους, κυρίως λόγω ανέχειας και φτώχειας και προσπαθούν να κάνουν μια καινούρια αρχή, σε νέο τόπο. Να ξεκινήσουν από το «μηδέν» και να πιάσουν από μια νέα άκρη το νήμα της ζωής τους. Όπως και ο χρόνος εξέλιξης των ιστοριών είναι διαφορετικός. Πιο κοντά στη σημερινή εποχή.
     Δύο εξαιρετικές συλλογές, που θα σας κρατήσουν απολαυστική συντροφιά και που θα τοποθετήσετε σε εύκολα προσβάσιμο ράφι της βιβλιοθήκης σας.


15 Δεκ 2015

ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑ

ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑ
ΜΟ ΧΕΪΝΤΕΡ
Μετάφραση ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 436, Ιούνιος 2015

     Ένα πολύ ενδιαφέρον θρίλερ, είναι το βιβλίο της Μ. Χέιντερ, με τίτλο «Το Φονικό Κελάηδισμα».
     Στο συγκεκριμένο βιβλίο, που είναι το πρώτο της και το οποίο κέρδισε σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, ήρωας είναι ο Τζακ Κάφερι. Ο επιθεωρητής Κάφερι, έχει μόλις μετατεθεί στην Ομάδα Β, της μητροπολιτικής αστυνομίας του Λονδίνου. Ένα ξημέρωμα προς το τέλος Μαΐου, δέχεται μια κλήση στο βομβητή του. Στο βόρειο Γκρίνουιτς, μέσα σε μια μάντρα, βρέθηκε το φρικτά παραμορφωμένο πτώμα μιας γυναίκας. «Είναι πτώμα εκείνο το πράγμα; Το είχε περάσει για μονωτικό αφρό, από αυτόν που ψεκάζεις από ένα μεταλλικό κουτί σαν σπρέι: ήταν πρησμένο και κίτρινο και γυαλιστερό. Έπειτα όμως πρόσεξε τα μαλλιά και τα δόντια, και αναγνώρισε το περίγραμμα ενός μπράτσου. Και, με τα πολλά, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι, κατάλαβε τι ήταν αυτό που κοιτούσε».
     Η έρευνα της Σήμανσης στο χώρο, έδωσε φρικιαστικά ευρήματα. Με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού, ανακάλυψαν τέσσερις ακόμα σορούς. Από διάφορα στοιχεία, έφτασαν στο συμπέρασμα ότι οι δολοφονημένες ήταν πόρνες. Το γεγονός ότι θάφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, έκανε την υπόθεση ακόμα πιο περίπλοκη. «…ο Κάφερι ήταν σίγουρος ότι είχαν να κάνουν με τον χειρότερο εφιάλτη της αστυνομίας-έναν σεξομανή καθ’ έξιν δολοφόνο, κάποιον ήδη υπερβολικά άρρωστο για να σταματήσει από μόνος του. Κι αυτό που του είχε σφηνωθεί ακόμα πιο βαθιά στο μυαλό και αρνιόταν να φύγει ήταν τα πέντε μικροσκοπικά αντικείμενα μέσα στο αίμα της λεκάνης». Λόγω της φύσης της εγκληματικής ενέργειας, κι επειδή είναι σίγουρο ότι ο δολοφόνος σύντομα θα «ξαναχτυπήσει», η Ομάδα Β με τη βοήθεια και άλλων τμημάτων της αστυνομίας, πέφτει με τα μούτρα στην προσπάθεια να λύσει την υπόθεση. Όμως τα στοιχεία είναι λιγοστά και αποσπασματικά, κάτι που τους δυσκολεύει πολύ.
     Ο Κάφερι όμως, έχει και άλλες δυσκολίες να αντιμετωπίσει. Η ανάμνηση μιας προσωπικής απώλειας, από τον καιρό που ήταν παιδί ακόμη, τον βασανίζει και του δημιουργεί πρόβλημα στην προσωπική του ζωή. Καμία του σχέση δεν ξεπερνούσε σε διάρκεια τους λίγους μήνες και ήδη η τωρινή του σχέση με τη Βερόνικα παραπαίει.

     Η συγγραφέας επαίρεται ότι το υλικό της, στο μεγαλύτερο μέρος του, είναι 100% αυθεντικό. Το άντλησε από τη συνεργασία της-ως ερευνήτριας-με πολλά αστυνομικά τμήματα της Μ. Βρετανίας κι από την προσωπική της επαφή με εγκληματίες και πόρνες. Το βιβλίο έχει όλα τα στοιχεία ενός καλογραμμένου θρίλερ. Έχει σασπένς που κόβει την ανάσα, ειδικά στις τελευταίες σελίδες. Έχει έξυπνη πλοκή, πειστικούς χαρακτήρες, εξαιρετικούς διαλόγους και ζωντανές περιγραφές. Τόσο ζωντανές που ίσως κάποιοι με πιο ευαίσθητο στομάχι, νιώσουν κάποια ενόχληση όταν οι περιγραφές αφορούν ανατομικές λεπτομέρειες. Όλοι οι υπόλοιποι θα τα απολαύσουν από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.  

13 Δεκ 2015

ΝΙΚΟΣ ΤΑΚΟΛΑΣ

     Πριν λίγες μέρες, βρέθηκα σε πάνελ για την παρουσίαση ενός βιβλίου. Εκεί ένας φίλος μου πρότεινε αυτό που κι εγώ ο ίδιος είχα στο μυαλό μου. Δηλ. τη δημοσίευση συνεντεύξεων με συγγραφείς που θα είχα τη δυνατότητα να συναντήσω. Η πρόταση του φίλου λειτούργησε ως καταλύτης για να προχωρήσω στην υλοποίηση αυτού που σκεφτόμουνα. Έκανα μια σειρά ερωτήσεων, που θα είναι λίγο-πολύ ίδιες για όλους, με τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις όπου αυτό επιβάλλεται και  ξεκινώ σήμερα με τη συνέντευξη του Νίκου Τακόλα, για το βιβλίο του οποίου με τίτλο «Το Πέρασμα Του Αρμένιου», δημοσιεύτηκε παρουσίαση στο blog, στις 23 Νοεμβρίου 2015.
 
ΝΙΚΟΣ ΤΑΚΟΛΑΣ
     O Νίκος I. Τακόλας, γεννήθηκε στη Λάρισα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Κατάγεται από το χωριό Αβδέλλα της Πίνδου. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές σε τεχνικά πεδία και στη Διεθνή Ενεργειακή Οικονομία. Γράφει για πολλά χρόνια κείμενα επιστημονικά, τεχνικά, οικολογικά και λογοτεχνικά. Εργάστηκε στο εξωτερικό συνδυάζοντας δουλειά και ταξίδια. Zει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται επαγγελματικά με Θέματα Ενεργειακά και Τεχνικού Δικαίου. Στο παρελθόν ασχολήθηκε με κινηματογραφική κριτική και πολιτικό δοκίμιο. Βιβλία: «Το Κρυμμένο Αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο» (Εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, 2011), "Το Πέρασμα Του Αρμένιου" (εκδ. Πηγή 2014). Έχει βραβευτεί με το Πρώτο Λογοτεχνικό Βραβείο Διηγήματος, του διαγωνισμού «Ιστορίες της Πόλης μας» Λάρισα, 2014 και το Δεύτερο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Βραβείο, «Δ. Βικέλας », Βέροια 2014. 

  •   Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
 Μιλώντας για ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΙΟΥ θα πω ότι η πηγή έμπνευσης – αιτία, ήταν η οργή για την πολύπλευρη Κρίση που μαστίζει τη χώρα μας. Λογοτεχνικά, στη χειρότερή του εκδοχή, ο περίγυρος της ανεργίας και της έλλειψης προοπτικής αντιστοιχεί στο μυθιστόρημα του Κάρολου Ντίκενς - Τα Δύσκολα Χρόνια και στου Τζον Στάιμπεκ, Τα Σταφύλια της Οργής.
  •       Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο είναι αυτό;
Το μήνυμα είναι η υπαρξιακή τακτοποίηση του ατόμου, δηλαδή η επανενίσχυση του ψυχισμού καθενός. Η εποχή ευτελίζει, ξεφτιλίζει, ενοχοποιεί και αδρανοποιεί το άτομο, μπρος στη δύναμη της εξουσίας και των μηχανισμών. Το άτομο πρέπει να αντιπαλέψει ακριβώς αυτό και να το προβάλει κοινωνικά.
  •        Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
Η περιέργεια για την αποδοχή από τον αναγνώστη, κοντά στη χαρά για την ολοκλήρωση κάποιων προσπαθειών.
  •        Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
Καλή ερώτηση! Αποδρούν στο συλλογικό σύμπαν του φαντασιακού, μαζί με τους ομοίους τους και αναζητούν αναγνώστες να τους αγαπήσουν.
  •        Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
Όσο τα βιβλία μου «ογκώνονται» είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσει κανείς στη φάση της συγγραφής, λόγω των συνεχών διορθώσεων – αλλαγών. Έτσι «εξαπατώ» φίλους με λογοτεχνική «όσφρηση» δίνοντάς τους κομμάτια, ως κείμενα ..τρίτων και παίρνω τη γνώμη τους. Το κακό είναι ότι τώρα το κατάλαβαν.
  •        Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
Ναι και είναι φυσικό. Το σημαντικότερο είναι ότι βιβλίο στο βιβλίο «ολοκληρώνονται» γνώσεις, συναισθηματικές ολότητες, αλλάζεις εσωτερικά, με προσοχή όμως να μην απομακρυνθείς από τον απλό, απτό κόσμο. Τους άξονες αναφοράς σου, τελικά.
  •        Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
Ναι, αρκετές φορές. Κι αυτό είναι η γνώμη του αναγνώστη και των κριτικών. Σε μία περίπτωση συμμετοχής σε διαγωνισμό διηγήματος, που ..βραβεύτηκα μάλιστα, ο κριτικός μου απέδειξε-υπέδειξε ότι είχα λάθος πρωταγωνιστή στη λογική μου, ενώ αυτός ήταν ο δεύτερος ήρωας.
  •        Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
Πάρα πολύ, εξ ου και η τρέχουσα περιοδεία μου. Γράφεις για χρόνια ίσως, όπως 2,5 χρόνια το ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΙΟΥ και περιμένεις την απόκριση του αναγνώστη στα τυφλά, με κάθε είδους συναίσθημα, κυρίως το φόβο της απόρριψης.
  •        Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
Ευτυχώς ..συνεχώς. Έτσι ο τόπος του παραπάνω βιβλίου που είναι η Λάρισα, μου υποδείχτηκε ότι μπορεί να είναι οποιοδήποτε μέρος, λόγω ..Παγκοσμιοποίησης αναιρώντας οποιοδήποτε τοπικισμό.
  •        Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
Διάβαζα από μικρός ..ακατάπαυστα κι αυτό επηρέασε, υποθέτω, τη δόμησή μου. Για χρόνια μετά τις σπουδές μου, το διάβασμα μειώθηκε, λόγω επαγγελματικών ασχολιών (μηχανικός) και έγινε επιλεκτικό. Ο Κούντερα, Ο Κλωντ Ιζζό, ο Ουέλμπεκ, ο Ταμπούκι και ο αρχικός Κουέλιο ήταν σταθεροί στις προτιμήσεις μου. Και οι παλιότεροι σίγουρα άφησαν ίχνη, Βερν, Δουμάς κλπ με σημαντικότερο τον Βίκτωρα Ουγκώ. Από Έλληνες να αναφέρω τις …Ελληνίδες Καρυστιάνη, Σ. Τριανταφύλλου, Ζ. Ζατέλλη στα παλιότερά τους. Σήμερα παρακολουθώ σύγχρονους λογοτέχνες, όπως ο Πίνσον αλλά και χώρους πιο τεχνολογικούς, στη γέφυρα με τον κινηματογράφο και το φανταστικό, π.χ. Γουίλιαμ Γκίμπσον και ανάλογους.
  •        Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
Η συγγραφή είναι μια δύσκολη υπόθεση, όταν το επάγγελμά σου είναι απαιτητικό. Αυτό ζω και έτσι καταφεύγω στη νύχτα, συχνά. Το γράψιμο ωστόσο, είναι για μένα πλούτος ζωής και επικοινωνία με τον κόσμο, άρα ακολουθούν πολλές νύχτες, ξορκίζοντας το πολύχρωμο πουλί της έμπνευσης να κελαηδάει. 


8 Δεκ 2015

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ

ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ
ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 608, Ιούνιος 2014

     Την ιστορία μιας οικογένειας του εκτός της Ελλάδας ελληνισμού, αφηγείται στο πολύ καλό βιβλίο της η Σ. Βρετού.
     Την ιστορία αφηγείται-γράφει η Νένα, απόγονος της οικογένειας με σκοπό να τη μάθει η (αγέννητη ακόμα) κόρη της. Αφορμή παίρνει από ένα ζευγάρι κόκκινα παιδικά παπουτσάκια που βλέπει σε μια βιτρίνα. «Ένα ζευγάρι κόκκινα παιδικά λουστρίνια σε μια βιτρίνα τη γυρίζουν πίσω… Γυρίζει στο παλιό ξύλινο σπίτι της, στην Πόλη, σ’ έναν κόσμο που η κόρη της δεν θα γνωρίσει ποτέ. Θα γράψει γι’ αυτούς αποφασίζει ξαφνικά, και μετά για μένα, για τη μακριά πορεία μας. Σαν μακρινό ταξίδι στο παρελθόν θα ‘ναι το βιβλίο μου, για να κλείσω λογαριασμούς, να γυρίσω σελίδα».
     Όλα ξεκινούν το 1870. Δύο νεαρά αδέρφια, ο Διονύσης και ο Γιάγκος, ταλαιπωρημένα από τη φτώχια και την ορφάνια, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν. Να αφήσουν τη Ζάκυνθο με προορισμό την Οδησσό, για να ασκήσουν εκεί την τέχνη τους: την υποδηματοποιία. «Φύγανε με τον «Άγιο» το πιο μεγάλο καράβι. Θα μένανε μια μέρα στην Πάτρα, μια μέρα στη Σύρα, δύο στον Πειραιά, άλλες δύο στη Θεσσαλονίκη. Στα λιμάνια ο «Άγιος» ξεφόρτωνε, έπαιρνε καινούριο εμπόρευμα κι επιβάτες, και συνέχιζε το ταξίδι του για την Κωνσταντινούπολη». Μετά από στάση αρκετών ημερών στην Πόλη, όπου γνώρισαν αρκετά μέλη της ελληνικής κοινότητας, συνέχισαν για Οδησσό. Μια σχετικά νέα πόλη στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (ιδρύθηκε το 1794 με εντολή της Μεγάλης Αικατερίνης), που γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη. Η πόλη φιλοξενούσε μια ιδιαίτερα ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που ασχολούνταν με το εμπόριο. «Καλύτεροι έμποροι απ’ τους Έλληνες, πού ήταν ήδη εγκατεστημένοι στην περιοχή από πολύ παλιά, δεν υπήρχαν-Έλληνες από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από τον ελληνικό Πόντο, από την Κωνσταντινούπολη. Είχαν πάει εκεί αποφασισμένοι να μείνουν και να στεριώσουν για να γλιτώσουν από τη φτώχεια και την καταπίεση των Τούρκων, γι’ αυτό και δεν δείλιαζαν μπροστά σε κανέναν και σε τίποτα».
     Τα δύο αδέλφια, με σκληρή δουλειά, έξυπνες κινήσεις, αλλά και τη στήριξη των υπόλοιπων Ελλήνων, προόδευσαν. Ο Διονύσης, γλεντζές από πάντα, συχνά ξενυχτάει, χωρίς όμως να παραμελεί τη δουλειά. Ο Γιάγκος πιο συντηρητικός, αποφασίζει ότι δε θέλει να ζει πια μόνος και θέλει να βρει μία σύντροφο. Και θεωρεί ότι ο ιδανικός τόπος για να βρει σύζυγο, είναι η Πόλη, με τη μεγάλη ελληνική κοινότητα. «Δεν συμπαθεί τις Ρωσίδες-τι να μοιραστεί μαζί τους-ούτε τις Ελληνίδες της Οδησσού που τις έβρισκε ψηλομύτες. Δέκα χρόνια πριν, του άρεσε πολύ η Κωνσταντινούπολη και οι Πολίτισσες». Στο σπίτι μιας ξαδέλφης του που είχε στο μεταξύ μεταναστεύσει από τη Ζάκυνθο στην Πόλη, θα γνωρίσει την Ευανθούλα και θα την παντρευτεί. Έτσι ξεκινά η οικογένεια Ξενόπουλου, την ιστορία της οποίας δεκαετίες μετά, αφηγείται η Νένα.

     Καλογραμμένο βιβλίο, με πλήθος χαρακτήρων, που διαβάζεται πολύ ευχάριστα. Δείχνει βαθιά γνώση της ζωής της των Ελλήνων της Πόλης. Οι συνήθειες, τα έθιμα, η κοινωνική τους ζωή, τα πάθη τους, η νοοτροπία τους, περνούν με όμορφο τρόπο μέσα από την αφήγηση. Βιβλίο που θα προσφέρει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης σε όποιον το διαβάσει.