31 Οκτ 2016

MAESTRA

MAESTRA
L.S. HILTON
Μετάφραση ΣΟΦΙΑ ΤΑΠΑ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 399, Ιούνιος 2016

     Το μυθιστόρημα της Λίζα Χίλτον, που θα μας απασχολήσει σήμερα, είναι το πρώτο μιας τριλογίας (της οποίας τα επόμενα μέρη δεν γνωρίζω πότε θα κυκλοφορήσουν). Πριν προχωρήσω στην παρουσίαση του μύθου του βιβλίου, πρέπει να σας πω ότι η συγγραφέας, χρησιμοποιεί «ελεύθερη» γλώσσα, τόσο στις ερωτικές σκηνές, όσο και στις σκηνές ανθρωποκτονιών και οι περιγραφές που κάνει είναι πολύ ρεαλιστικές! Κάτι που μπορεί να ενοχλήσει ορισμένους. Όμως νομίζω ότι η χρήση της συγκεκριμένη γλώσσας και οι ρεαλιστικές περιγραφές, δεν έχουν να κάνουν τόσο με την πρόκληση του αναγνώστη, όσο με το ότι έτσι δείχνει μια ακόμη πτυχή του πολύπλευρου χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας του έργου της, που είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας.
     Η Τζούντιθ Ράσλι, είναι μια νέα γυναίκα, που αφ’ ενός δεν μεγάλωσε σε αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «υγιές περιβάλλον» και αφ’ ετέρου, υπήρξε πολλές φορές θύμα bullying στη διάρκεια των μαθητικών της χρόνων. Μετά από εμπεριστατωμένες σπουδές στην Ιστορία της Τέχνη, έπιασε δουλειά σε έναν από τους σημαντικότερους οίκους δημοπρασιών του Λονδίνου, τον British Pictures. Εκεί εργάζεται ως βοηθός, αλλά παρά τη σκληρή προσπάθεια και τις γνώσεις της, δεν καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή των προϊσταμένων της. Κάτι που θα έφερνε μια προαγωγή και κάποια αύξηση μισθού, που θα τη βοηθούσε να πάψει να φυτοζωεί και να ορθοποδήσει οικονομικά.
     Μια μέρα στο μετρό συναντά μια παλιά της συμμαθήτρια τη Λιάν, που χρησιμοποιεί το Μερσέντες ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κι εργάζεται σε ένα «κλαμπ σαμπάνιας», το οποίο προσφέρει ποτά σε μοναχικούς άντρες με τη συντροφιά (αποκλειστικά και μόνο συντροφιά) όμορφων κοριτσιών. Της προτείνει να ζητήσει δουλειά για να ενισχύσει το εισόδημά της, αφού τα φιλοδωρήματα που κερδίζουν τα κορίτσια είναι αρκετά υψηλά. Η Τζούντιθ δελεάζεται και αποφασίζει να δοκιμάσει. «Η συνέντευξή μου για μια θέση στο Γκστάαντ Κλαμπ εκείνο το βράδυ συνοψίστηκε στη συνάντησή μου με τον Όλι, τον γιγαντιαίο, βαρύθυμο Φιλανδό, που ήταν ιδιοκτήτης, μετρ και μπράβος μαζί και που μ’ έκοψε από πάνω μέχρι κάτω… «Αντέχεις το ποτό;» με ρώτησε. «Απ’ το Λίβερπουλ είναι» χαχάνισε η Μερσέντες κι εκεί τελείωσε το θέμα. Κι έτσι, για τις επόμενες οχτώ εβδομάδες, κάθε Πέμπτη και Παρασκευή βράδυ, δούλευα στο κλαμπ».
     Χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει την κανονική της δουλειά. Την οποία δεν μπόρεσε να κρατήσει για πολύ ακόμα. Όταν ανακάλυψε ότι ο Ρούπερτ, ο προϊστάμενός της, εμπλέκεται στην απάτη της πώλησης ενός πλαστού πίνακα που με τις κατάλληλες «επεμβάσεις» παρουσιάζεται ως γνήσιος, απολύεται πριν προλάβει να αποκαλύψει οτιδήποτε. Η ζωή της αλλάζει δραματικά κι αισθάνεται να βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο. Μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει, δέχεται την πρόταση του πιο ευκατάστατου από τους πελάτες του κλαμπ, για μια ολιγοήμερη «απόδραση» στη Ριβιέρα. Όμως εκεί τα πράγματα παίρνουν μια απρόσμενη τροπή. Και η περιπέτεια αρχίζει…

     Ένα έξυπνο θρίλερ, με δράση, σασπένς, πολύ ζωγραφική, «κινηματογραφική» δομή, ένταση, ανατροπές, του οποίου η γραφή και ο χαρακτήρας της Τζούντιθ, της κεντρικής ηρωίδας, προκάλεσαν συζητήσεις όπου κυκλοφόρησε το βιβλίο.   

26 Οκτ 2016

ΚΙ ΑΛΛΟ

ΚΙ ΑΛΛΟ
ΧΑΚΑΝ ΓΚΙΟΥΝΤΑΪ
Μετάφραση ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 523, Απρίλιος 2016

     Με το τεράστιο και εξαιρετικά επίκαιρο θέμα της διακίνησης μεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας προς την Ελλάδα, ασχολείται στο μυθιστόρημά του «Κι Άλλο» ο τούρκος συγγραφέας Χ. Γκουντάι.
     Ο Γκαζά, είναι ένας 9χρονος ορφανός από μητέρα τούρκος, που ζει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, το Κάνταλι. Σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία, αναγκάζεται να αφήσει το σχολείο-στο οποίο διαπρέπει-για να βοηθήσει τον πατέρα του Αχάντ στη «δουλειά» του. Ο Αχάντ, είναι ιδιοκτήτης και οδηγός ενός ειδικά διαμορφωμένου φορτηγού, που χρησιμοποιείται στην παράνομη διακίνηση μεταναστών. Τους παραλαμβάνει από ένα σημείο στα βουνά και αφού τους κρύψει (από λίγες ώρες μέχρι μερικές ημέρες) στο Κανταλί, τους μεταφέρει στα παράλια απέναντι από τα ελληνικά νησιά. Από εκεί αναλαμβάνουν άλλοι. Θέλει τον Γκαζά να τον βοηθάει. «Ώστε τσιράκι έψαχνε ο πατέρας μου. Ένα τσιράκι που θα του ανήκε ολοκληρωτικά, με τις σάρκες του, τα κόκαλά του, το μεδούλι του. Ήθελε να έχει συνένοχο το γιο του, για να μη μοιραστεί τα κέρδη του με κάποιον άλλο».
     Το κύριο καθήκον του νεαρού είναι να προσφέρει τροφή και νερό στους μετανάστες που κρύβονται σε μια υπόγεια δεξαμενή, για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι να ρυθμιστεί η μεταφορά τους. Μέχρι που λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια ο Γκαζά είναι έφηβος, ένας θάνατος κι ένα περιστατικό θα ξυπνήσει το δυνάστη που ο κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του και περιμένει να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να κάνει την εμφάνισή του. Μόνο που ο δυνάστης από μικρός που ήταν στην αρχή, κάθε μέρα γιγαντώνεται ακόμη περισσότερο. «Είχαμε συνεννοηθεί λοιπόν. Εκείνοι σκέφτονταν ότι ήμουν τέρας, εγώ γινόμουν τέρας. Επιπλέον, δεν χρειάστηκαν να το σκεφτούν πάνω από δέκα λεπτά προτού θυσιάσουν έναν δικό τους για χάρη μου».

     Εξαιρετικό μυθιστόρημα. Καλογραμμένο και επίκαιρο. Ο συγγραφέας με μοναδική μαεστρία συνθέτει το πορτραίτο και την πορεία του κεντρικού χαρακτήρα του μυθιστορήματός του, ενώ παράλληλα δίνει με ανατριχιαστικά ρεαλιστική αφήγηση τις παραμέτρους και τη φρίκη του σύγχρονου δουλεμπορίου που εκτυλίσσεται από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά, εδώ και μερικά χρόνια.

17 Οκτ 2016

ΑΝΑΛΩΜΕΝΟΙ

ΑΝΑΛΩΜΕΝΟΙ
ΝΤΕΗΒΙΝΤ ΚΡΟΝΕΝΜΠΕΡΓΚ
Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΤΣΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 332, Ιούνιος 2016

     Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, είναι ο γνωστός σκηνοθέτης Ν. Κρόνενμπεργκ, του οποίου οι ταινίες χαρακτηρίζονται προκλητικές τόσο ως προς τη θεματολογία, όσο και ως εικαστικό αποτέλεσμα. Όσοι έχετε δει ταινίες του όπως «Η Μύγα», «Γυμνό Γεύμα», «Spider», «Cosmopolis» και άλλες, καταλαβαίνετε τι εννοώ. Έτσι είναι και το πρώτο του μυθιστόρημα. Οπότε θα πω ότι δεν απευθύνεται σε κοινό που δεν είναι εξοικειωμένο με τη θεματολογία του σκηνοθέτη. Όπως άλλωστε λέει και ο Σ. Κινγκ είναι: «Ακατάλληλο για λιπόψυχους, κατάλληλο για όσους απολαμβάνουν ταξίδια σε σκοτεινά βάθη… είναι εξίσου προκλητικό, δαιμονιώδες και συναρπαστικό με τις ταινίες του».
     Είναι η ιστορία της Ναόμι και του Νέιθαν, δύο νέων δημοσιογράφων, που είναι παθιασμένοι, εξαρτημένοι (με την ιατρική έννοια του όρου) με την τεχνολογία (η ανάγκη τους για την απόκτηση κάθε καινούριου gadget είναι ψυχαναγκαστική) και έχουν μια ελεύθερη ερωτική σχέση που βασίζεται περισσότερο στο σεξ. Λόγω της δουλειάς τους σε κάθε άκρη της γης, καταφέρνουν να συναντηθούν μόνο μεταξύ αλλαγής πτήσεων σε δωμάτια ξενοδοχείων σε διάφορα αεροδρόμια.
     Μια είδηση που αφορά το ζεύγος των μαρξιστών καθηγητών φιλοσοφίας Σελεστίν και Αριστίντ Αροστεγκί εξάπτει το ενδιαφέρον της Ναόμι. Η Σελεστίν βρίσκεται νεκρή, κατακρεουργημένη και με σαφείς ενδείξεις κανιβαλισμού στο διαμέρισμα του ζεύγους στο Παρίσι. Ο σύζυγός της που θεωρείται από τους υπόπτους για τη δολοφονία, έχει εξαφανιστεί. Σύμφωνα με την αστυνομία «…έφυγε από τη χώρα για μια περιοδεία διαλέξεων στην Ασία τρεις μέρες πριν ανακαλυφθεί το πτώμα της γυναίκας του. Προς το παρόν δεν έχουμε συγκεκριμένο λόγο να τον θεωρήσουμε ύποπτο εγκλήματος, ωστόσο φυσικά εγείρονται ερωτήματα. Ισχύει πως δεν γνωρίζουμε που ακριβώς βρίσκεται». Η Ναόμι όμως, με τις διασυνδέσεις που έχει, καταφέρνει να ανακαλύψει ότι βρίσκεται στην Ιαπωνία (Τόκιο) και πηγαίνει να τον συναντήσει για μια αποκλειστική και πολύκροτη όπως ελπίζει, συνέντευξη.
     Το ίδιο διάστημα ο Νέιθαν βρίσκεται στη Βουδαπέστη για να φωτογραφήσει το έργο του δρ. Μόλναρ, ενός αμφιλεγόμενου χειρουργού, ο οποίος προσπαθεί να θεραπεύσει τον καρκίνο του μαστού με την εμφύτευση ραδιενεργών σφαιριδίων στην πάσχουσα περιοχή. Εκεί γνωρίζει τη Ντούνια από την Σλοβενία, μία από τις ασθενείς, με την οποία κάνει σεξ και μολύνεται από το αφροδίσιο νόσημα Ρουάφς, του οποίου το τελευταίο γνωστό κρούσμα σημειώθηκε το 1968. Έχοντας ολοκληρώσει το έργο του στη Βουδαπέστη, αποφασίζει να ασχοληθεί με το Ρουάφς και ψάχνει να βρει τον καθηγητή που το περιέγραψε πρώτος. Τα ίχνη τον οδηγούν στον Καναδά. Ο καθηγητής τον καλοδέχεται και συμφωνεί να γράψει ο Νέιθαν όχι άρθρο, αλλά ολόκληρο βιβλίο με τη βοήθειά του. Για να γίνει αυτό, τον καλεί να μείνει στο σπίτι του, μαζί με την κόρη του Τσέις, η παράξενη συμπεριφορά της οποίας κρύβει πολλά μυστικά.

     Όπως γράφω και στην αρχή, το βιβλίο απευθύνεται κυρίως στους φαν του Κρόνενμπεργκ-και όσους τολμούν να δοκιμάσουν καινούριες εμπειρίες στην Τέχνη γενικά και στη λογοτεχνία ειδικότερα. 

11 Οκτ 2016

ΣΠΥΡΟΣ ΓΟΓΟΛΟΣ

ΣΠΥΡΟΣ ΓΟΓΟΛΟΣ
     Ο Σπύρος Γόγολος γεννήθηκε το 1975 στα Ιωάννινα. Είναι φιλόλογος και έχει εργαστεί στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Δίδαξε για 14 χρόνια στο Κέντρο Διδασκαλίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Έχει ασχοληθεί με τη νεότερη και σύγχρονη βαλκανική ιστορία, καθώς και με την τελευταία περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
     Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο: "Στην καρδιά της Αυτοκρατορίας, Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη (1905-1912)" εκδόθηκε το 2011. Διακρίθηκε ως το καλύτερο στην κατηγορία του από τον βιβλιοκριτικό Δ. Κούρτοβικ. Το 2013 μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Τουρκία. Τόσο η ελληνική, όσο και η τουρκική έκδοση απέσπασαν εγκωμιαστικές κριτικές από διακεκριμένους Έλληνες και Τούρκους βιβλιοκριτικούς, καθώς και από τις μεγαλύτερες ελληνικές και τουρκικές εφημερίδες και περιοδικά. Έργα του: «Στην Καρδιά Της Αυτοκρατορίας, Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη (1905-1912)» (Δωδώνη 2011, Επίκεντρο 2013), «Σμύρνη. Μια Ιστορία Που Δεν Γράφτηκε» (Επίκεντρο, 2016)

   Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
            Η πηγή της έμπνευσής μου για το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι κάτι συγκεκριμένο αλλά ένα σύνολο ερεθισμάτων που συγκεντρώθηκε με το χρόνο μέσα μου και κάποια στιγμή μετουσιώθηκε σε βιβλίο. Αν όμως πρέπει να πω κάτι πιο συγκεκριμένο, θα έλεγα ότι είναι η αγάπη μου για τις πόλεις, συμφωνώντας με τον Αριστοτέλη ότι η πόλη, ως τρόπος και τόπος ζωής είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο. Πάντοτε με τραβούσαν οι ζωντανές μεγάλες πόλεις, οι οποίες καταφέρνουν να επιβάλλουν τις ταυτότητές τους στους κατοίκους τους. Η Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Ρώμη σήμερα, η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια, η Σμύρνη τότε. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι γίνεται στο τελευταίο μου βιβλίο. Η πορεία μιας πόλης, εν προκειμένω της Σμύρνης, επηρεάζει καθοριστικά τη ζωή ενός ανθρώπου, του κεντρικού δηλαδή ήρωα.

Το έργο σας περιλαμβάνει πολλά ιστορικά στοιχεία, αλλά και το πως διαμορφώθηκε η πόλη και η ιδιόμορφη θα έλεγα νοοτροπία των κατοίκων στο πέρασμα του χρόνου. Απαιτήθηκε έρευνα και πόσο καιρό διήρκεσε;
     Η έρευνα που απαιτήθηκε για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν χρονοβόρα και κουραστική. Κι αυτό, γιατί δεν περιορίστηκε μόνο σε βιβλία, αρχεία και έγγραφα αλλά επεκτάθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, χάρτες, καρτ-ποστάλ, επαφές με ανθρώπους ειδικούς σε θέματα πολεοδομίας της Σμύρνης πριν την καταστροφή, σε θέματα ενδυματολογίας και εσωτερικής διακόσμησης, ονόματα καταστημάτων, επώνυμα, ονόματα πλοίων, οικογενειών. Θα φέρω ένα παράδειγμα, για να καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ. Για να αποτυπωθεί ο Κεμάλ Ατατούρκ, χρειάστηκε να διαβάσω αρκετές βιογραφίες του αλλά και μία ψυχοβιογραφία του, η οποία ερμηνεύει τις πολιτικές του επιλογές και αποφάσεις με βάση την ψυχολογία του και τα πολλά ψυχολογικά του προβλήματα.
Θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημά σας, ιστορικό;
     Το μυθιστόρημά μου είναι κυρίως ιστορικό. Θα μπορούσα να πω ότι η Ιστορία είναι εμφανής παντού, χωρίς όμως να καταντά βαρετή και να κυριαρχεί ο διδακτισμός. Είναι ένα χαλαρό, ευχάριστο και έμμεσο «μάθημα»  ιστορίας, το οποίο σου δίνει την εντύπωση ότι ζεις μέσα στην εξέλιξη των γεγονότων. Το μήνυμα που θέλω να μεταφέρω είναι ότι η πρόσληψη της Ιστορίας δεν είναι απαραίτητο να γίνεται μόνο μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια αλλά και με πιο ευχάριστα μέσα (μυθιστορήματα, ντοκυμαντέρ), αρκεί αυτά τα μέσα να είναι αξιόπιστα και αντικειμενικά.

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο σας. Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Το πρώτο μου βιβλίο: «Στην Καρδιά της Αυτοκρατορίας, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη 1905-1912», ήταν για μένα ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελα να δοκιμάσω αν θα κατάφερνα να μεταδώσω στον αναγνώστη αυτά τα οποία έζησα, διάβασα, είδα και επισκέφτηκα εγώ κατά την επαφή μου με την Ανατολική Μεσόγειο. Η πορεία του και οι διακρίσεις του στην Ελλάδα και στην Τουρκία τελικά με έκαναν να αισθανθώ ότι μάλλον τα κατάφερα.

Το βιβλίο εκτός από τα ιστορικά, περιλαμβάνει και φανταστικά πρόσωπα. Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
         Το τέλος των φανταστικών ηρώων των βιβλίων μου ποτέ δεν καθορίζεται από εμένα αλλά δημιουργώ τέτοιες συνθήκες, οι οποίες επιτρέπουν στον αναγνώστη να καθορίσει αυτός το τέλος τους.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων μου είμαι πάντα εγώ. Πριν παραδοθεί το τελικό κείμενο στον εκδοτικό οίκο, τα κείμενα διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται, «χτενίζονται» και τα επεξεργάζομαι συνεχώς μέχρι την τελευταία στιγμή. Και φυσικά πάντα βρίσκω λάθη, παραλείψεις, σφάλματα ακόμη και αφού το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει. Αλλά δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος δημιουργός, ο οποίος να θεωρεί τέλειο ένα δημιούργημά του.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Συνήθως ρωτάνε αν ο ήρωας έχει στοιχεία του συγγραφέα. Ή αν γράφοντας ο συγγραφέας παίρνει στοιχεία από τον ήρωα ή τους ήρωες ή το βιβλίο. Νομίζω ότι αυτά τα δύο ισχύουν σε κάθε συγγραφέα και κυρίως συγγραφέα της λογοτεχνίας ή της ποίησης. Η συγγραφή σε επηρεάζει. Στη συγγραφή θα βγουν όλα, πάθη, αδυναμίες, απωθημένα, ανασφάλειες. Είναι αδύνατον ένας άνθρωπος να φτιάχνει ήρωες και να διαμορφώνει ανθρώπινες προσωπικότητες και να μην «βάζει» μέσα στοιχεία του χαρακτήρα του ή στοιχεία που θα ήθελε να είχε ή να μην παίρνει στοιχεία από τους ήρωές του, γιατί από ένα σημείο και μετά η ταύτιση και η αποδοχή του συγγραφέα με τους ήρωες είναι αναπόφευκτη. Γι’ αυτό και κάποιοι καλοτυχίζουν τους συγγραφείς, γιατί ζουν πολλές ζωές, μέσω των ηρώων τους.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Όλη η ιστορία της Σμύρνης, όπως περιγράφεται στο βιβλίο, με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι όλα είναι σχετικά και τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Αν κάποιος έφτανε στο πολύβουο λιμάνι της Σμύρνης πριν την καταστροφή, δε θα μπορούσε με τίποτε να φανταστεί το τέλος αυτής της πόλης και των κατοίκων της. Μια πόλη, η οποία ζούσε την απόλυτη ευδαιμονία, έζησε την απόλυτη καταστροφή. Η μεγαλομανία, η ματαιοδοξία, η τάση των Σμυρνιών για καλοπέραση και ευζωία, σε συνδυασμό με το σενάριο της απόλυτης καταστροφής που ακολούθησε με έκαναν να αναθεωρήσω και να σκεφθώ τη ματαιότητα πολλών πραγμάτων, κυρίως επουσιωδών, για τα οποία αγωνιζόμαστε και βασανιζόμαστε καθημερινά.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Φυσικά και μου αρέσει και μάλιστα τους ακούω ευλαβικά. Το facebook παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σ’ αυτό, γιατί βοηθά στην επικοινωνία μου με πολλούς αναγνώστες, οι οποίοι με ρωτάνε ή κάνουν κριτική. Όλα αυτά για μένα είναι σημαντικά και απαραίτητα για την περαιτέρω εξέλιξή μου αλλά και γιατί μου δίνουν την ευκαιρία να δω τον τρόπο σκέψης πολλών ανθρώπων.

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Τέτοιου είδους υποδείξεις μπορεί να γίνουν ως προς τους ήρωες του βιβλίου και την ψυχογραφία τους. Πάντα υπάρχει αυτή η περίπτωση, γιατί ο κάθε αναγνώστης διαβάζει και βλέπει το βιβλίο από τη δική του οπτική γωνία.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
            Συγγραφέας συγκεκριμένος όχι. Θα μπορούσα να πω ότι μου αρέσει πολύ ο Καραγάτσης. Επηρεάστηκα όμως από συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, οι οποίοι έκαναν αυτό που προσπαθώ να κάνω και εγώ να αυξήσω τη δοσολογία υπέρ της ιστορίας και να αποδώσω όσο πιστότερα γίνεται την εποχή κατά την οποία εκτυλίσσεται η υπόθεση του βιβλίου.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Φυσικά και είναι δύσκολη διαδικασία η συγγραφή, γιατί απαιτεί πνευματικές διεργασίες, φαντασία, γνώση, προσοχή, ευρηματικότητα, παρατηρητικότητα και μια μοναδική ικανότητα να αποτυπώσεις και να μεταφέρεις ψυχισμούς, είτε δικούς σου, είτε άλλων στο χαρτί. Για μένα το γράψιμο είναι χόμπι και υποκατάστατο του ταξιδιού, όταν δε μπορώ να ταξιδέψω πραγματικά, ή να γνωρίσω τους ανθρώπους που θα ήθελα να γνωρίσω αλλά δε μπορώ.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε, ετοιμάζετε κάτι άλλο;
     Προς το παρόν δεν ετοιμάζω κάτι άλλο, γιατί είναι πάρα πολύ νωρίς και απαιτείται πολύς χρόνος για την κατάλληλη προώθηση του δεύτερου αυτού βιβλίου με παρουσιάσεις σε αρκετές πόλεις. Εξάλλου, όλος αυτός ο χρόνος της προώθησης για μένα είναι πολύ παραγωγικός, γιατί έρχομαι σε επαφή και γνωρίζω συνεχώς ανθρώπους. Αυτές οι επαφές είναι σαν το αντίδωρο για τις πολλές ώρες μοναξιάς, που υπάρχουν κατά τη συγγραφή του βιβλίου.                


7 Οκτ 2016

ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
ΣΤΙΟΥΑΡΤ ΝΕΒΙΛ
Μετάφραση ΒΑΣΩ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 396, Μάιος 2016

     Τις σκοτεινές διαδρομές που ακολουθούν νεαρά κορίτσια από τις φτωχότερες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης, για να φτάσουν στον «παράδεισο» της Δύσης, ιχνηλατεί ο ιρλανδός πολυβραβευμένος συγγραφέας, Σ. Νέβιλ.
     Μια νέα γυναίκα η Γκάλια, τρέχει ξυπόλητη στους δρόμους στις παρυφές του Μπέλφαστ. Ήρθε στην Ιρλανδία αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Οι διακινητές, της είχαν υποσχεθεί πολλά. «…της είχε μιλήσει για τη ζωή που θα είχε, για τα μέρη που θα έβλεπε, για τα λεφτά που θα έβγαζε και θα έστελνε στον μικρό της αδερφό, τον Μαξίμ, ώστε να τακτοποιήσει τα χρέη που είχε αφήσει η μάνα. Ο Αλεξάντερ της είχε μιλήσει για την καλή ζωή που θα είχε όταν την πήρε στην αγκαλιά του σε εκείνο το ξενοδοχείο στο Κίεβο. Η Γκάλια ποτέ άλλοτε δεν είχε δει τέτοια πολυτέλεια, τόσο παχιά χαλιά, σεντόνια από μετάξι, φαγητό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να φάει. Όλα αυτά θα γινόταν δικά της, της είπε…».
     Αυτοί που την πλησίασαν στο μικρό ρωσικό χωριό κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία στο οποίο ζούσε, της παρουσίασαν τα πράγματα με τα πιο ρόδινα χρώματα. «Είπε ότι θα μπορούσα να βγάλω τόσα ώστε να ξεπληρώσω τον άντρα που δανείζει λεφτά, για να μας αφήσει ήσυχους, και παραπάνω, για να ζήσω με τον αδερφό μου. Απλώς θα χρειαζόταν να φύγω για λίγο και να ζήσω με μια καλή οικογένεια Ρώσων στο Δουβλίνο και να μάθω τα παιδιά τους να μιλάνε αγγλικά». Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Όταν φτάνει στην Ιρλανδία με πλαστό διαβατήριο, τη βάζουν μαζί με άλλους παράνομους μετανάστες να δουλεύουν σε συνθήκες άθλιες. Μέχρι που η Γκάλια, τραβάει την προσοχή μιας «κυνηγού» όμορφων κοριτσιών που την «αγοράζει» για το λογαριασμό μια συμμορίας, που την κρατάει φυλακισμένη σε διαμέρισμα για να προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες σε πελάτες-άντρες κάθε ηλικίας. Μοναδική της ελπίδα για διαφυγή από αυτή την κόλαση, ένας παράξενος άντρας, που της έδωσε ένα σταυρό και το τηλέφωνό του, λέγοντας ότι μπορεί να τη βοηθήσει. Σ’ αυτόν πηγαίνει τρέχοντας η Γκάλια, όταν ξέφυγε σκοτώνοντας τον φύλακά της. Όμως αυτό το «κυνηγητό», αυτή η αναταραχή, προκαλεί φόνους και τραυματισμούς, που αναγκάζουν τον επιθεωρητή Τζακ Λένον, να ξεχάσει τις ήσυχες χριστουγεννιάτικες διακοπές που ονειρευόταν να περάσει με την κόρη του και ν’ αναγκαστεί να κάνει διπλοβάρδιες για να μπορέσει να βρει τι προκαλεί αυτή την αναστάτωση.

     Ένα καλογραμμένο noir μυθιστόρημα, που διαδραματίζεται στους ομιχλώδεις, μουσκεμένους από τη βροχή, σκοτεινούς και σκεπασμένους με μίσος δρόμους του Μπέλφαστ. Είναι το πρώτο βιβλίο του Σ. Νέβιλ που διάβασα και με παρακίνησε να βρω και να διαβάσω και τα άλλα δύο που έχουν ήδη κυκλοφορήσει στα ελληνικά.