23 Σεπ 2016

Η ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ

Η ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΛΙΟΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 207, Μάρτιος 2016

     Το πρώτο του μυθιστόρημα, μετά από πέντε επιστημονικά συγγράμματα, μας παρουσίασε πριν λίγους μήνες ο Α. Μήλιος.
     Μια 23χρονη ελληνοκύπρια, η Έλλη Κανάκη, που έχει σπουδάσει νοσηλευτική στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βυρηττού, γνωρίζει τυχαία το καλοκαίρι του 1947 στον κήπο ξενοδοχείο “Forest Park” στις Πλάτρες της Κύπρου, μια 40χρονη Αιγύπτια, της Ναχάς πασά. Όταν η αιγύπτια μαθαίνει ότι η Έλλη είναι νοσηλεύτρια, την παροτρύνει να εργασθεί στην Αίγυπτο. «Στην Αλεξάνδρεια. Πριν από λίγο καιρό άρχισε να λειτουργεί εκεί ένα ολοκαίνουριο νοσοκομείο, το οποίο χρειάζεται ειδικευμένο προσωπικό και σίγουρα θα έχει ανάγκη από νοσηλεύτριες. Εάν σας ενδιαφέρει μπορώ να το κανονίσω… τα τυπικά θέματα, όπως βίζα, άδεια εργασίας και διαμονής, μη σας προβληματίζουν. Θα τα φροντίσω εγώ εφόσον το αποφασίσετε».
     Η Έλλη μετά από ένα μικρό δισταγμό δέχεται, παρά το γεγονός ότι έρχεται σε «σύγκρουση» με όσα ισχύουν εκείνη την εποχή-νέα, κοπέλα, μόνη σε ξένη χώρα! Το Νοέμβριος της ίδιας χρονιάς μετακομίζει στην Αλεξάνδρεια. Το «Μουασάντ ελ Φουάντ», το νεόδμητο νοσοκομείο, χτίστηκε για να ικανοποιεί τις ανάγκες της βασιλικής οικογένειας, κρατικών αξιωματούχων, ξένων υψηλά ιστάμενων προσώπων (πρέσβεων, επιχειρηματιών κλπ) και της τοπικής ελίτ. Η Έλλη λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων της, τοποθετείται στον τελευταίο όροφο, που διατίθεται αποκλειστικά για τα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Έτσι θα της δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσει τον βασιλιά Φαρούκ, τη νεαρή βασιλική (δεύτερη) σύζυγο Ναριμάν, τα παιδιά που είχε αποκτήσει ο Φαρούκ από την πρώτη του σύζυγο, την αδελφή του Φαουζία και άλλα μέλη της οικογένειας και να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους. Με τον τρόπο αυτό, έγινε αυτόπτης μάρτυρας πολλών γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία της Αιγύπτου, αλλά και άλλων μικρότερων, που η επίσημη ιστοριογραφία δεν αναφέρει. Ακόμη, είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί –όταν την καλούσαν για «κατ’ οίκον» νοσηλεία-χώρους στους οποίους ελάχιστοι κοινοί θνητοί είχαν πρόσβαση. Μέχρι τον Ιούλιο του 1952, όταν μια ομάδα αξιωματικών ανέτρεψε τον Φαρούκ και λίγο καιρό αργότερα του επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα. Η Έλλη έφυγε από το νοσοκομείο και θεώρησε την ευκαιρία κατάλληλη να κάνει το μεταπτυχιακό που πάντα ήθελε και για το λόγο αυτό ταξίδεψε στην Αμερική.
     Τώρα, ηλικιωμένη κυρία πια, αναπολεί την περιπέτεια της καριέρας και της ζωής της. Μιας ζωής που πολλές γυναίκες θα ήθελαν να ζήσουν, τολμώντας να έρθουν σε σύγκρουση με κατεστημένες νοοτροπίες και συμπεριφορές.

     Αξιόλογο και καλογραμμένο μυθιστόρημα, που εκτός από την ζωή της Έλλης, έχει εξαιρετικές περιγραφές σημαντικών μνημείων και αρχαιολογικών χώρων της Αιγύπτου. 

16 Σεπ 2016

ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΠΡΟΤΟΥ ΧΑΡΑΞΕΙ

ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΠΡΟΤΟΥ ΧΑΡΑΞΕΙ
ΖΙΛ ΒΕΝΣΑΝ
Μετάφραση ΡΙΤΑ ΚΟΛΑΪΤΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 246, Απρίλιος 2016

     Τρία μεγάλα θέματα που προβληματίζουν και απασχολούν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, θίγει μέσα από τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος στο βιβλίο του ο γάλλος συγγραφέας Ζ. Βενσάν: τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης στις ζωές των απλών ανθρώπων, την ισλαμική τρομοκρατία και την παιδεραστία.
     Ένα πρωινό του Δεκεμβρίου, στις τουαλέτες του σιδηροδρομικού σταθμού της Μασσαλίας, ένας ένστολος της Αντιτρομοκρατικής, βρίσκεται δολοφονημένος. «Λοχίας Λικά Μπελβό, 23 ετών. Μόλις είχε τελειώσει την περιπολία του κι ετοιμαζόταν να συναντήσει τους συναδέλφους του σ’ ένα στρατιωτικό όχημα που τον περίμενε, κει κάτω, στην άλλη άκρη του παρκινγκ. Ο δολοφόνος του τον αιφνιδίασε τη στιγμή που κατούραγε. Ακαριαίο χτύπημα. Κοπίδι ή πολύ κοφτερή λάμα. Απ’ το ένα αυτί ως το άλλο. Δουλειά επαγγελματία». Τα στοιχεία που συγκεντρώνουν οι αστυνομικοί, παραπέμπουν σε χτύπημα ισλαμιστή τρομοκράτη.
     Λίγες μέρες πριν, ο παιδόφιλος Ζαν Μαρκ Ντιμπουά του οποίου η υπόθεση πριν μερικά χρόνια είχε συγκλονίσει όχι μόνο τη βελγική, αλλά την παγκόσμια κοινή γνώμη, ανακοινώνει μέσω του δικηγόρου του, ότι θα κάνει αίτηση, ώστε η φυλάκισή του, να μετατραπεί σε κατ’ οίκον περιορισμό. Την ίδια μέρα με το «χτύπημα» στη Μασσαλία, κάπου στο Βέλγιο, ένας φούρναρης, ανακαλύπτει το πτώμα της συνεργάτιδας του Ντιμπουά, Ναντίν Ρισάρ, στον κήπο του μοναστηριού, όπου ζούσε έγκλειστη. «…κατά το συνήθειό της, βγήκε διακριτικά απ’ το μοναστήρι κατά τις έντεκα. Σίγουρα σεργιάνισε για λίγο-κατανοητό, μετά από δεκαέξι χρόνια φυλακή-και μετά, γύρω στα μεσάνυχτα, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή μας, συνάντησε το δολοφόνο της, ο οποίος της κατάφερε απανωτές μαχαιριές. Ύστερα, ο τύπος έσυρε το πτώμα μέχρι τα δέντρα κι έγινε λούης».
     Τέλος, την ίδια μέρα στη Βρετάνη, απάγεται ο επιχειρηματίας στον τομέα των τροφίμων Αρμάν Φου, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη Γαλλία. Λίγες μέρες πριν , είχε αποφασίσει να κλείσει μια πτηνοτροφική μονάδα, αφήνοντας δεκάδες ανθρώπους χωρίς δουλειά. «Το πρόβλημα είναι αυτό που σκοπεύετε να κάνετε, εσύ και οι μέτοχοί σου. Να μεταφέρετε την παραγωγή αλλού και να πετάξετε τον κόσμο έξω, έτσι απλά, απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε μετά από τριάντα χρόνια δουλειά εκεί μέσα;».
     Τρεις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, που όμως τις συνδέει ένα αόρατο νήμα. Ένας κοινός προορισμός. Αυτό το νήμα θα προσπαθήσει να βρει και ν’ ακολουθήσει η αστυνόμος Αϊσά Σαντιά και η ομάδα της για να δώσει τη λύση του δράματος.

     Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, από τον πολυβραβευμένο γάλλο συγγραφέα. 

11 Σεπ 2016

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ
     Κατάγεται από τις Κυκλάδες, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και μετάφραση λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές εκθέσεις της, έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα». Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Έργα της: «Το Πορτραίτο Της Σιωπής» (Ελληνική Πρωτοβουλία, 2009-Έναστρον 2013), «Το Παραμύθι Της Βροχής» (Δοκιμάκης, 2011), «Το Μυστικό Ήταν Η Ζάχαρη» (Ψυχογιός, 2013), «Ουίσκι Μπλε» (Ψυχογιός, 2014), «Άγριες Θάλασσες» (Ψυχογιός, 2016)

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Οι «Άγριες θάλασσες» είναι μια πραγματική στιγμή της Ελληνικής ιστορίας, ένα κομμάτι της Ελληνικής ναυτοσύνης. Το βιβλίο αναφέρεται στη δράση ενός Σαμιώτη καπετάνιου, ο οποίος κατά την περίοδο 1941-1944 εντάχθηκε εθελοντικά στη συμμαχική οργάνωση ΜΙ 9, με σκοπό την ασφαλή διαφυγή και τη διάσωση των Άγγλων συμμάχων και των Ελλήνων αγωνιστών προς τη Μέση Ανατολή.
Έχω την τιμή να γνωρίζω την οικογένεια του Μιλτιάδη Χούμα και έτσι πριν από περίπου τρία χρόνια βρέθηκα σε μια Έκθεση με τα προσωπικά του αντικείμενα και ενθυμήματα της Διαφυγής που έγινε στη Πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά. Εκεί λοιπόν, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον μικρότερο γιο του, τον Γιάννη, και να μυηθώ στην προσωπική ιστορία του καπετάνιου. Η απόφαση να γραφτεί αυτό το μυθιστόρημα πάρθηκε εκείνη τη στιγμή. Ο Γιάννης δεσμεύτηκε να μου παραχωρήσει το προσωπικό αρχείο της οικογένειας, ένα αρχείο αποτελούμενο από στοιχεία και βιβλιογραφία που με προσωπικό κόστος, επί 27 χρόνια, συνέλεξε και διατηρεί ο ίδιος και κάπως έτσι άρχισε η δική μου συγγραφική περιπέτεια.

Θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημά σας, ιστορικό;
     Ναι. Το βιβλίο στηρίζεται σε μια ογκώδη βιβλιογραφία, στο προσωπικό ημερολόγιο του 1943 του ίδιου του Μιλτιάδη Χούμα, στις προσωπικές μαρτυρίες του Μάικλ Πάρις, του βρετανού λοχαγού που μετά τη Μάχη της Κρήτης διέφυγε μέσα σε ένα καΐκι για την Κύπρο, βαριά τραυματισμένος, για να συστήσει την ΜΙ 9, παρακλάδι της οργάνωσης Force A,  στην απομαγνητοφωνημένη μου συνομιλία με την ενενηντάχρονη σήμερα Ελένη Χούμα, τη σύζυγό του Μιλτιάδη, στις ανακαλύψεις του δύτη Κώστα Θωκταρίδη που εντόπισε και προσέγγισε το ναυάγιο του «Περσεύς» ανοιχτά της Κεφαλλονιάς και  σε απόρρητα έγγραφα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που εντάχθηκαν στο μυθιστόρημα και έτσι έρχονται στο φως για πρώτη φορά. Αποτελεί, λοιπόν μια μυθιστορηματική μαρτυρία, μια ιστορική καταγραφή του πάθους που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα της συγκεκριμένης αυτής περιόδου.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με  αυτό και ποιο είναι αυτό;
     Κοιτάξτε, έχω την αίσθηση πως σημασία δεν έχει η ίδια η Ιστορία όσο η καταγραφή των συναισθημάτων που δημιουργεί στους μεταγενέστερους. Ο τρόπος που κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να κοιτάξει κατάματα τα γεγονότα του παρελθόντος και να αντικρίσει μέσα σ’ αυτά τη μοίρα του μέσα στον χρόνο αλλά και το μέλλον του. Άλλωστε οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων γράφουν τις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας. Ο Μιλτιάδης ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως όλοι μας, που όταν η ζωή τον έφερε αντιμέτωπο με την υπέρβαση για την επιβίωση και τη σωτηρία της πατρίδας του εκείνος έκανε τις κατάλληλες επιλογές. Και αν έχει κάποια αξία αυτή η ιστορία είναι να σκεφτούμε ποιες επιλογές καλούμαστε να κάνουμε εμείς στη δική μας εποχή. Αυτό ίσως είναι το μήνυμα που μεταφέρουν οι «Άγριες θάλασσες». Και η συναίσθηση πως γράφοντας για το παρελθόν έγραφα παράλληλα ένα βιβλίο εντελώς σύγχρονο, αφού ο κόσμος, δυστυχώς, δεν άλλαξε, οι θάλασσες παραμένουν άγριες, οι Έλληνες πρόσφυγες του δικού μου βιβλίου διέφευγαν τότε προς τις ακτές της Τουρκίας και σήμερα στα σπίτια τους, στα παράλια της χώρας, φιλοξενούνται οι πρόσφυγες του σύγχρονου κόσμου.

Θα ήθέλα να σας στείλω λίγα χρόνια πίσω και να ρωτήσω ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Ανάμικτα τα συναισθήματα. Συγκίνηση από τη μια και από την άλλη ένιωθα πως το βιβλίο αυτό υπήρχε πάντα στη ζωή μου, ως αντικείμενο εννοώ. Και μια ευθύνη για τη συνέχεια.

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Παραμένουν μαζί μου. Είναι στη σκέψη μου. Οι ήρωες όλων των βιβλίων μου είναι αυτοί με τους οποίους έχω περάσει πολλές, καλές και κακές, δύσκολες στιγμές και είναι σημαντικοί γιατί κατάφερα να ακούσω τις εμμονές τους, να συνθέσω την ιστορία τους, να δημιουργήσω λόγο μέσα από τη δική τους ομορφιά ή ασχήμια και αυτό ικανοποιεί τη δική μου ανάγκη να ξαναδώ τον κόσμο με μια νέα, πιο καθαρή ματιά.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Συνήθως ο άντρας μου διαβάζει τα πρώτα αποσπάσματα. Όταν όμως ολοκληρωθεί το βιβλίο εμπιστεύομαι κάποιους φίλους συγγραφείς για μια πιο ειδική ματιά. Ο Δημήτρης Στεφανάκης, η Κώστια Κοντολέων και η Λότη Πέτροβιτς είναι πάντα πρόθυμοι συνοδοιπόροι.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Τα συναισθήματα που δημιουργούνται στον συγγραφέα κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου είναι πολυποίκιλα. Η γραφή όμως συντελεί στην προσωπική μας ωρίμανση. Μέσα από την αμφιβολία, την ανασφάλεια, την υπομονή, τις ώρες της μοναξιάς και της επιμονής νομίζω πως τελικά καταφέρνω να νιώθω πάντα πιο δυνατή όταν ολοκληρωθεί ένα μου βιβλίο.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Οι πεποιθήσεις είναι για να ανατρέπονται αλλά αυτό συνήθως γίνεται βαθμιαία και ωσμωτικά. Αν άλλαξε κάτι πάντως όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι συστηματικά με τη λογοτεχνία είναι ο τρόπος που βλέπω τον άνθρωπο,  τη χαμένη ή ξανακερδισμένη στις μέρες μας ανθρωπιά, τις αναγκαίες συμβάσεις που κάνουμε στη ζωή μας, όλα όσα καθορίζουν τελικά τις συμπεριφορές μας απέναντι στον συνάνθρωπο.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Μα η λογοτεχνία είναι κυρίως επικοινωνία. Ασφαλώς και με ευχαριστεί κάθε συνομιλία με τους αναγνώστες. Γι’ αυτό το λόγο διατηρώ λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα και νιώθω τυχερή που η δική μου εποχή επιτρέπει μια αμεσότητα στην επικοινωνία, τέτοια που παλαιότεροι συγγραφείς ούτε να διανοηθούν δε θα μπορούσαν.

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Ναι, έχει συμβεί και συγκεκριμένα όταν κυκλοφόρησε το τρίτο μου βιβλίο «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» από τις εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Υπήρξε αναγνώστης που διέκρινε μια εκδοχή της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας που εγώ δεν είχα σκεφτεί, έστω και αν υποσυνείδητα την είχα παρουσιάσει. 

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Υπήρξα πάντα αναγνώστρια έτσι πολλοί είναι εκείνοι οι συγγραφείς που διαδραμάτισαν έναν ουσιαστικό ρόλο στη δική μου πορεία. Εκείνος όμως που άλλαξε εντελώς τη δική μου οπτική για τη ζωή και μορφοποίησε το προσωπικό μου ήθος είναι ο Οδυσσέας Ελύτης. Η ελληνοκεντρική ποιητική και το μεσογειακό φως που υπάρχουν τόσο στο ποιητικό του έργο όσο- και κυρίως-  στα πεζά του και η φιλοσοφική διάσταση τού λόγου του που περικλείει μέσα του την ελληνική και ευρωπαϊκή φιλοσοφία, την Ιστορία και τη λογοτεχνία σημάδεψαν τη σκέψη μου και μου έδειξαν νέες αισθητικές παραμέτρους.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Το γράψιμο είναι μια προσωπική μου ανάγκη. Μια ανάγκη επικοινωνίας και εξωτερίκευσης του εσώτερου εαυτού μου. Δεν είναι εύκολη διαδικασία. Είναι μια επίπονη δουλειά που απαιτεί πειθαρχία, αφοσίωση και πολλές ώρες μοναξιάς και συχνά τη γενναιότητα της αποδόμησης των προσωπικών μου πεποιθήσεων και στερεότυπων. Αλλά όλο αυτό είναι ταυτόχρονα γοητευτικό, επώδυνα ηδονικό.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε, ετοιμάζετε κάτι άλλο;
Μελετώ κάποια πράγματα και σχεδιάζω μια επόμενη δουλειά αλλά είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουμε γι’ αυτήν.

Ευχαριστώ πολύ!

7 Σεπ 2016

ΣΜΥΡΝΗ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΓΡΑΦΤΗΚΕ

ΣΜΥΡΝΗ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΓΡΑΦΤΗΚΕ
ΣΠΥΡΟΣ ΓΟΓΟΛΟΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 390, Μάρτιος 2016

     Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922, τα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), κατάφεραν και υπερκέρασαν τον υποχωρούντα ατάκτως ελληνικό στρατό και εισήλθαν στη Σμύρνη με τα γνωστά αποτελέσματα. Με αφορμή την μεθαυριανή επέτειο, σας παρουσιάζω το αξιολογότατο αυτό βιβλίο. Στο πολύ καλό αυτό ιστορικό μυθιστόρημα, ο Σ. Γόγολος, αφηγείται το πώς οδηγήθηκε η Σμύρνη από «ισχυρότατο οικονομικό και εμπορικό διαμετακομιστικό κέντρο» στην απόλυτη καταστροφή.
     Δύο βρετανοί κυβερνητικοί υπάλληλοι, ο Φίλιπ Πάρκερ και ο Ντέηβιντ Πάλμερ, συναντιούνται υπό «δυσάρεστες» συνθήκες σε μια στρατιωτική φυλακή στη Λευκωσία τον Ιούνιο του 1923, όταν τοποθετήθηκαν στο ίδιο κελί. Ένα μεσημέρι, ενώ κοιμόταν, ο Ντέηβιντ αντιλήφθηκε ότι ο Φίλιπ, βασανίζεται από ένα τρομακτικό εφιάλτη, από τον οποίο δυσκολεύεται να συνέλθει. «Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Φίλιπ άνοιξε τα μάτια και απέκτησε επαφή με το περιβάλλον. Κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του και άρχισε να κλαίει γοερά. “Συγνώμη, συγνώμη! Ακόμη δεν μπορώ να συνέλθω. Ποτέ δεν θα το ξεπεράσω! Ποτέ!”».
     Όταν συνήλθε εντελώς, εξήγησε στον συγκρατούμενό του ότι ο εφιάλτης είχε σχέση με τα όσα έζησε τη μέρα της καταστροφής της Σμύρνης. Και αναλαμβάνει να αφηγηθεί την ιστορία του και την ιστορία της πόλης στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, αποκαλύπτοντας και το παρασκήνιο. Το οποίο γνώριζε όχι μόνο επειδή ήταν διπλωματικός υπάλληλος της Βρετανίας, αλλά κι επειδή διατηρούσε τακτική αλληλογραφία «με τους δύο επιστήθιους φίλους του, τον Αλέξη Καρέλη, εξ απορρήτων του Ελευθέριου Βενιζέλου και τον Σελίμ Μπέη, δεξί χέρι του Μουσταφά Κεμάλ όσο και με τον διπλωμάτη πατέρα του στο Foreign Office». Και την αφηγείται με μοναδικό πάθος, αφού ήταν «ερωτευμένος» με την πόλη του. «Σ’ αυτήν την ιστορία που ξεκίνησε ως κάτι προσωπικό, ο Ντέηβιντ κατάλαβε ότι μπροστά του εκτυλισσόταν και το παρασκήνιο μιας μεγάλης ανθρωπιστικής καταστροφής, το οποίο αγνοούσε. Του ήταν πια εμφανές ότι ο φίλος του δεν διηγούνταν απλά και μόνο κάτι που συνέβη στον ίδιο αλλά και την καταστροφή της μυθικής Σμύρνης. Και ότι οι δύο τους, Σμύρνη και Φίλιπ ήταν τόσο στενά δεμένοι, που οι πορείες τους εξελίσσονταν παράλληλα επηρεάζοντας με μοναδικό τρόπο η μία την άλλη».
     Για να αντιληφθεί πλήρως ο Ντέηβιντ (και κατ’ επέκταση και ο αναγνώστης) πως ακριβώς η Μικρά Ασία και η πόλη οδηγήθηκαν στην καταστροφή, ξεκινά την αφήγησή του από το 1912, με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων. Και συνεχίζει χρόνο με το χρόνο, να περιγράφει τα λάθη, τις παραλείψεις και τις παλινωδίες, που μετέτρεψαν τον στρατιωτικό και διπλωματικό θρίαμβο που είχε καταγάγει η κυβέρνηση Βενιζέλου, σε τραγωδία όταν ο λαός επέλεξε να την καταψηφίσει.  

     Εξαιρετικό βιβλίο, που μέσα από την αφήγηση της ζωής ενός κατοίκου της Σμύρνης, μας μεταφέρει με μοναδικό τρόπο τη ζωή στην τόσο «ιδιαίτερη» αυτή πόλη που αποτέλεσε χωνευτήρι πολιτισμών, γλωσσών και θρησκειών. Ευφυής και ο τρόπος που ο συγγραφέας συνδέει την ιστορική πραγματικότητα με τον μύθο του βιβλίου και τις ιστορικές προσωπικότητες με τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, χωρίς το βιβλίο να «χάνει» σε ρυθμό. Εμφανής είναι επίσης η κοπιώδης έρευνα που χρειάστηκε, ώστε να αποκαλυφθούν τόσες λεπτομέρειες για την οικονομική και κοινωνική ζωή στην πόλη. Ένα βιβλίο που διδάσκει Ιστορία χωρίς διάθεση «διδακτισμού», προσφέροντας παράλληλα ύψιστη αναγνωστική απόλαυση. 

31 Αυγ 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ
ΝΙNΝΙ SCHULMAN
Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΑΝΙΑ
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σελ. 400, Μάρτιος 2016

     Στο βιβλίο της με τίτλο «Το Κορίτσι Με Το Χιόνι Στα Μαλλιά», η σουηδή συγγραφέας Ν. Σούλμαν, εκτός από την εμπνευσμένη ιστορία, δίνει ιδιαίτερη σημασία και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων.
     Η δημοσιογράφος Μαγκνταλένα Χάνσον, εγκαταλείπει τη Στοκχόλμη μετά την τραυματική διαδικασία του διαζυγίου της. Ο άντρας της, τα έφτιαξε με μια αρκετά νεότερη γυναίκα και της ζήτησε να χωρίσουν. Μαζί με τον εξάχρονο γιό της, μετακομίζουν στη γενέτειρά της, το ήσυχο Χάγκφορ, όπου βρίσκει δουλειά στην τοπική εφημερίδα, αφήνοντας πίσω της το θορυβώδες και ανταγωνιστικό περιβάλλον της μεγάλης εφημερίδας στην οποία εργαζόταν. «Προτιμώ να γράφω αυτά που αγγίζουν τους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους παρά να γράφω μαλακίες για τους σταρ του Χόλυγουντ ή για το ποια καινούρια γκάτζετ είναι της μόδας».
     Όταν φτάνει όμως, το ήσυχο Χάγκφορ είναι ανάστατο. Μια έφηβη αγνοείται και ανακαλύπτεται το γυμνό πτώμα μιας άγνωστης νεαρής κοπέλας με ίχνη πυροβολισμού στο κεφάλι. «Με αργά βήματα προχώρησε μέχρι το υπόγειο και έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του. Μέσα στο σκοτάδι, οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω σε ένα απλωμένο χέρι. Κάτι αδύναμα δάχτυλα έδειχναν το ταβάνι. Κάποιο άτομο ήταν ξαπλωμένο εκεί. Νεκρό». Οι αστυνομικές αρχές της περιοχής έχουν πελαγώσει. Δεν έχουν ούτε το προσωπικό ούτε την εμπειρία για να βγάλουν πέρα με αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση. «Αυτή η ιστορία είναι περίεργη. Ποιο μπορεί να ήταν αυτό το κορίτσι και που ήταν η Χέντα Λόχε; Μια νεκρή έφηβη και μια να αγνοείται χωρίς να έχει αφήσει το παραμικρό ίχνος, σε αυτή τη μικρή πόλη όπου ποτέ δε συμβαίνει τίποτα. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;».
     Ακόμη η Μαγκνταλένα, έχει τυχαία ανακαλύψει την ύπαρξη ενός παράνομου πορνείου όπου «εργάζονται» κορίτσια που «εισάγονται» από τη Ρωσία και της χώρες της Βαλτικής και το καταγγέλλει στην αστυνομία, επιβαρύνοντάς τους με αυξημένη δουλειά. Παράλληλα πρέπει να διαχειριστεί τα προσωπικά της προβλήματα: την εύρεση κατοικίας, την άσχημη αντίδραση του γιου της στην αλλαγή περιβάλλοντος, τις εχθρικές σχέσεις με τον πρώην άντρα της και τις αναμνήσεις που ξυπνούν ζώντας σε οικείους χώρους και αντικρίζοντας γνωστά πρόσωπα.

     Ένα καλογραμμένο θρίλερ, με ευφάνταστη ιστορία με ανατροπές και σασπένς, αλλά και με εξαιρετική σκιαγράφηση των χαρακτήρων.  

23 Αυγ 2016

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
MARIA STEPNOVA
Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις: Ε. Ο. ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 508, Μάρτιος 2016

     Μια σημαντική περίοδο για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια Ιστορία, καλύπτει το μυθιστόρημα της Μ. Στεπνόβα. Ξεκινά τα τελευταία χρόνια της τσαρικής Ρωσίας, περνάει στη Σοβιετική περίοδο και καταλήγει τα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η αφήγηση της ιστορίας του βιβλίου, περνάει μέσα από την αφήγηση της ζωής τριών γυναικών που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο για τον Λάζαρο Λιντ.
     Ποιος είναι όμως ο Λίντ; «Εμφανίστηκε στη Μόσχα από το πουθενά, θαρρείς και ο θεός τον έφερε στη ζωή ακριβώς στο κατώφλι του Δεύτερου Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας, ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1918 που έτριζε από την παγωνιά». Η παρουσία του εκεί, είχε να κάνει-σύμφωνα με όσα υποστήριξε- με κάποιες απορίες του, σχετικά με μια θεωρία του καθηγητή Μαθηματικών Τσαλντόνοφ. Όμως η εμφάνισή του ταίριαζε περισσότερο σε ζητιάνο. «Το σώμα του Λιντ ήταν τόσο ταπεινωτικά μικρό, εύθραυστο και νευρώδες όταν εμφανίστηκε στο Δεύτερο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1918, ώστε ο ξεπαγιασμένος νεαρός στρατιώτης με τα πεταχτά αυτιά που στεκόταν φρουρός στην είσοδο τον είχε περάσει αρχικά για χαμίνι: Τα κουρέλια του ήταν πραγματικά εντυπωσιακά, θαρρείς και τα είχε πάρει από το βεστιάριο του Αυτοκρατορικού Θεάτρου Μάλι».
     Ο Τσαλντόνοφ δέχτηκε να τον δει. Έμπειρος και ευφυής καθώς ήταν, αντιλήφθηκε ότι είχε απέναντί του μια πραγματική ιδιοφυΐα. Τον ενέταξε στο προσωπικό του Πανεπιστημίου και η ζωή του Λιντ, άλλαξε για πάντα. Γυναίκες στη ζωή του είχε πολλές. Τρεις όμως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Πρώτα η Μαρούσια. Η σύζυγος του μέντορά του, με την οποία ο Λιντ ήταν βαθιά ερωτευμένος, χωρίς να τολμήσει να εκφράσει τα αισθήματά του, εκτός από μια δύσκολη νύχτα. Η προσπάθειά του όμως αυτή, θα πέσει στο κενό. Η δεύτερη ήταν η σύζυγος του, η πολύ όμορφη Γκαλίνα Πέτροβνα, την οποία ο Λιντ ερωτεύτηκε μόλις την πρωτοαντίκρισε και την παντρεύτηκε χωρίς τη θέλησή της, όταν εκείνη ήταν 18 ετών και αυτός 60!! Και η τρίτη ήταν η εγγονή του Λίντοτσκα, ένα έξυπνο αλλά και με ιδιόρρυθμη συμπεριφορά κορίτσι.
     Η συγγραφέας αφηγούμενη την πορεία της ζωής των τριών γυναικών, από τη Μόσχα στην (φανταστική) πόλη Ενσκ και πάλι πίσω στη Μόσχα, την περίοδο που αναφέρω πιο πάνω, μας δίνει το πλέγμα των σχέσεων που διέπουν τα μέλη της οικογένειας Λιντ, που λόγω της εξαίρετης του διάνοιας, αποτέλεσε μοναδικό επιστημονικό κεφάλαιο για τη Ρωσία. Παράλληλα στο υπόβαθρο, περνάν οι επιτυχίες και οι παθογένειες των καθεστώτων στα οποία έζησαν οι Λιντ και ο περίγυρός τους.

     Το βιβλίο παρακολουθεί τις ψυχολογικές διαδρομές των ηρώων με εξαιρετική διορατικότητα και επειδή είναι καλογραμμένο, με «εικόνες» κινηματογραφικής δύναμης και πολύ χιούμορ, αποτελεί πολύ καλή αναγνωστική επιλογή. 

16 Αυγ 2016

ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ
ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 460, Μάιος 2016

     Σε πραγματική ιστορία βασίζεται το νέο βιβλίο της Τ. Μπάιλα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
     Είναι η ιστορία του καϊκιού «Ευαγγελίστρια», του καπετάνιου και ιδιοκτήτη του Μιλτιάδη Χούμα, της οικογένειας και του πληρώματός του. Το καΐκι που «Ήταν ένα πέραμα μήκους δώδεκα περίπου μέτρων και πλάτους τριών», ναυπηγήθηκε το 1907, με εντολή του πατέρα του Μιλτιάδη, του Αντρίκου, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, που τότε ονομαζόταν Τηγάνι. «Έρωτας με την πρώτη ματιά έγινε το πλεούμενο για τον Αντρίκο. Το πλησίασε και άρχισε να χαϊδεύει το νεογέννητο σκαρί όπως χαϊδεύει κανείς ότι πιο αγαπημένο. Έπιασε με το χέρι του τη γυαλιστερή άγκυρα. Χοντρό το αγκυρόσκοινο και τα μαντάρια φτιαγμένα από τα καλύτερα υλικά. Όνειρο το είχε για χρόνια να έχει ένα δικό του πλεούμενο. Τώρα το έβλεπε ολοζώντανο να ορθώνεται καμαρωτό μπροστά του και η συγκίνησή του ήταν ίδια, όπως όταν η κυρά του είχε φέρει στον κόσμο το πρώτο τους παιδί».
     Όταν ο Αντ. Χούμας πέθανε, το πλεούμενο κληρονόμησαν τα παιδιά του. Τον Οκτώβριο του 1941, μετά από ένα περιστατικό που έγινε στο νησί ανάμεσα στην παρέα του Μιλτιάδη και σε μια παρέα ιταλών στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής στο οποίο κινδύνεψε η ζωή τους, ο νεαρός έλληνας ναυτικός, αποφάσισε να φύγει κρυφά με το καΐκι, να περάσει στην Τουρκία και από  κει στην υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση Κύπρο. «Ο Μιλτιάδης από καιρό είχε καταλάβει πως έπρεπε να αναλάβει ενεργό δράση. Τα όνειρά όλων τους για μια ειρηνική ζωή, έπρεπε να γίνουν πραγματικότητα. Η αίσθηση ότι είχαν υποδουλωθεί, το γεγονός ότι έβλεπε έναν ολόκληρο πληθυσμό να χάνει, εκτός από τα βασικά μέσα για τη διαβίωσή του, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του, το ότι τη χώρα του την κατακτούσαν βίαια ξένες δυνάμεις και έχανε την εθνική της κυριαρχία και όλα όσα την προσδιόριζαν, όλα μαζί τον γέμιζαν με οργή».
     Ο Μιλτιάδης και το πλήρωμά του, μετά την ένταξη του καϊκιού στην Αγγλική Κρατική Υπηρεσία Θαλάσσιων Μεταφορών στην Κύπρο, έγιναν μέλη «της περίφημης Force A, μιας οργάνωσης ανορθόδοξου πολέμου, η σύσταση της οποίας είχε γίνει από τους Άγγλους με σκοπό την απελευθέρωση της Ευρώπης από τον γερμανικό ζυγό. Στόχος της ήταν η απόκρυψη αγωνιστών και η διαφυγή τους στη Μέση Ανατολή». Έτσι ξεκίνησε η μάχη του Μιλτιάδη Χούμα στις «άγριες θάλασσες» του Αιγαίου, όπου είχε να αντιπαλέψει τα κύματα, τους δυνατούς αέρηδες αλλά και τα εχθρικά πλοία που περιπολούσαν, για να φέρει σε πέρας τις επικίνδυνες αποστολές που του ανέθεταν.
     Για να γράψει την ιστορία του Μ. Χούμα, η συγγραφέας βασίστηκε στα ημερολόγιά του, στις αφηγήσεις της συζύγου του αλλά και σε εκτενή βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να τηρήσει την ιστορική ακρίβεια. Χάρη όμως στην αφηγηματική της δεινότητα και τη γλαφυρή της γλώσσα, μετέτρεψε την Ιστορία σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα με σασπένς και ολοζώντανες εικόνες, που διαβάζεται απνευστί.