23 Αυγ 2016

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
MARIA STEPNOVA
Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις: Ε. Ο. ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 508, Μάρτιος 2016

     Μια σημαντική περίοδο για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια Ιστορία, καλύπτει το μυθιστόρημα της Μ. Στεπνόβα. Ξεκινά τα τελευταία χρόνια της τσαρικής Ρωσίας, περνάει στη Σοβιετική περίοδο και καταλήγει τα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η αφήγηση της ιστορίας του βιβλίου, περνάει μέσα από την αφήγηση της ζωής τριών γυναικών που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο για τον Λάζαρο Λιντ.
     Ποιος είναι όμως ο Λίντ; «Εμφανίστηκε στη Μόσχα από το πουθενά, θαρρείς και ο θεός τον έφερε στη ζωή ακριβώς στο κατώφλι του Δεύτερου Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας, ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1918 που έτριζε από την παγωνιά». Η παρουσία του εκεί, είχε να κάνει-σύμφωνα με όσα υποστήριξε- με κάποιες απορίες του, σχετικά με μια θεωρία του καθηγητή Μαθηματικών Τσαλντόνοφ. Όμως η εμφάνισή του ταίριαζε περισσότερο σε ζητιάνο. «Το σώμα του Λιντ ήταν τόσο ταπεινωτικά μικρό, εύθραυστο και νευρώδες όταν εμφανίστηκε στο Δεύτερο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας τον Νοέμβριο του 1918, ώστε ο ξεπαγιασμένος νεαρός στρατιώτης με τα πεταχτά αυτιά που στεκόταν φρουρός στην είσοδο τον είχε περάσει αρχικά για χαμίνι: Τα κουρέλια του ήταν πραγματικά εντυπωσιακά, θαρρείς και τα είχε πάρει από το βεστιάριο του Αυτοκρατορικού Θεάτρου Μάλι».
     Ο Τσαλντόνοφ δέχτηκε να τον δει. Έμπειρος και ευφυής καθώς ήταν, αντιλήφθηκε ότι είχε απέναντί του μια πραγματική ιδιοφυΐα. Τον ενέταξε στο προσωπικό του Πανεπιστημίου και η ζωή του Λιντ, άλλαξε για πάντα. Γυναίκες στη ζωή του είχε πολλές. Τρεις όμως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Πρώτα η Μαρούσια. Η σύζυγος του μέντορά του, με την οποία ο Λιντ ήταν βαθιά ερωτευμένος, χωρίς να τολμήσει να εκφράσει τα αισθήματά του, εκτός από μια δύσκολη νύχτα. Η προσπάθειά του όμως αυτή, θα πέσει στο κενό. Η δεύτερη ήταν η σύζυγος του, η πολύ όμορφη Γκαλίνα Πέτροβνα, την οποία ο Λιντ ερωτεύτηκε μόλις την πρωτοαντίκρισε και την παντρεύτηκε χωρίς τη θέλησή της, όταν εκείνη ήταν 18 ετών και αυτός 60!! Και η τρίτη ήταν η εγγονή του Λίντοτσκα, ένα έξυπνο αλλά και με ιδιόρρυθμη συμπεριφορά κορίτσι.
     Η συγγραφέας αφηγούμενη την πορεία της ζωής των τριών γυναικών, από τη Μόσχα στην (φανταστική) πόλη Ενσκ και πάλι πίσω στη Μόσχα, την περίοδο που αναφέρω πιο πάνω, μας δίνει το πλέγμα των σχέσεων που διέπουν τα μέλη της οικογένειας Λιντ, που λόγω της εξαίρετης του διάνοιας, αποτέλεσε μοναδικό επιστημονικό κεφάλαιο για τη Ρωσία. Παράλληλα στο υπόβαθρο, περνάν οι επιτυχίες και οι παθογένειες των καθεστώτων στα οποία έζησαν οι Λιντ και ο περίγυρός τους.

     Το βιβλίο παρακολουθεί τις ψυχολογικές διαδρομές των ηρώων με εξαιρετική διορατικότητα και επειδή είναι καλογραμμένο, με «εικόνες» κινηματογραφικής δύναμης και πολύ χιούμορ, αποτελεί πολύ καλή αναγνωστική επιλογή. 

16 Αυγ 2016

ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ
ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 460, Μάιος 2016

     Σε πραγματική ιστορία βασίζεται το νέο βιβλίο της Τ. Μπάιλα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
     Είναι η ιστορία του καϊκιού «Ευαγγελίστρια», του καπετάνιου και ιδιοκτήτη του Μιλτιάδη Χούμα, της οικογένειας και του πληρώματός του. Το καΐκι που «Ήταν ένα πέραμα μήκους δώδεκα περίπου μέτρων και πλάτους τριών», ναυπηγήθηκε το 1907, με εντολή του πατέρα του Μιλτιάδη, του Αντρίκου, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, που τότε ονομαζόταν Τηγάνι. «Έρωτας με την πρώτη ματιά έγινε το πλεούμενο για τον Αντρίκο. Το πλησίασε και άρχισε να χαϊδεύει το νεογέννητο σκαρί όπως χαϊδεύει κανείς ότι πιο αγαπημένο. Έπιασε με το χέρι του τη γυαλιστερή άγκυρα. Χοντρό το αγκυρόσκοινο και τα μαντάρια φτιαγμένα από τα καλύτερα υλικά. Όνειρο το είχε για χρόνια να έχει ένα δικό του πλεούμενο. Τώρα το έβλεπε ολοζώντανο να ορθώνεται καμαρωτό μπροστά του και η συγκίνησή του ήταν ίδια, όπως όταν η κυρά του είχε φέρει στον κόσμο το πρώτο τους παιδί».
     Όταν ο Αντ. Χούμας πέθανε, το πλεούμενο κληρονόμησαν τα παιδιά του. Τον Οκτώβριο του 1941, μετά από ένα περιστατικό που έγινε στο νησί ανάμεσα στην παρέα του Μιλτιάδη και σε μια παρέα ιταλών στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής στο οποίο κινδύνεψε η ζωή τους, ο νεαρός έλληνας ναυτικός, αποφάσισε να φύγει κρυφά με το καΐκι, να περάσει στην Τουρκία και από  κει στην υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση Κύπρο. «Ο Μιλτιάδης από καιρό είχε καταλάβει πως έπρεπε να αναλάβει ενεργό δράση. Τα όνειρά όλων τους για μια ειρηνική ζωή, έπρεπε να γίνουν πραγματικότητα. Η αίσθηση ότι είχαν υποδουλωθεί, το γεγονός ότι έβλεπε έναν ολόκληρο πληθυσμό να χάνει, εκτός από τα βασικά μέσα για τη διαβίωσή του, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του, το ότι τη χώρα του την κατακτούσαν βίαια ξένες δυνάμεις και έχανε την εθνική της κυριαρχία και όλα όσα την προσδιόριζαν, όλα μαζί τον γέμιζαν με οργή».
     Ο Μιλτιάδης και το πλήρωμά του, μετά την ένταξη του καϊκιού στην Αγγλική Κρατική Υπηρεσία Θαλάσσιων Μεταφορών στην Κύπρο, έγιναν μέλη «της περίφημης Force A, μιας οργάνωσης ανορθόδοξου πολέμου, η σύσταση της οποίας είχε γίνει από τους Άγγλους με σκοπό την απελευθέρωση της Ευρώπης από τον γερμανικό ζυγό. Στόχος της ήταν η απόκρυψη αγωνιστών και η διαφυγή τους στη Μέση Ανατολή». Έτσι ξεκίνησε η μάχη του Μιλτιάδη Χούμα στις «άγριες θάλασσες» του Αιγαίου, όπου είχε να αντιπαλέψει τα κύματα, τους δυνατούς αέρηδες αλλά και τα εχθρικά πλοία που περιπολούσαν, για να φέρει σε πέρας τις επικίνδυνες αποστολές που του ανέθεταν.
     Για να γράψει την ιστορία του Μ. Χούμα, η συγγραφέας βασίστηκε στα ημερολόγιά του, στις αφηγήσεις της συζύγου του αλλά και σε εκτενή βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να τηρήσει την ιστορική ακρίβεια. Χάρη όμως στην αφηγηματική της δεινότητα και τη γλαφυρή της γλώσσα, μετέτρεψε την Ιστορία σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα με σασπένς και ολοζώντανες εικόνες, που διαβάζεται απνευστί. 

11 Αυγ 2016

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

     Ο Σ. Χριστοδούλου, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία, αφού ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’80 τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Εργάστηκε ως διευθυντής περιοδικών στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Σήμερα εργάζεται ως διευθυντικό στέλεχος στο εκδοτικό συγκρότημα «Ο Φιλελεύθερος» στην Κύπρο. Το «Hotel National» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Από πού εμπνευστήκατε την ιστορία του βιβλίου σας;
     Δεν υπήρξε κάποιο μεμονωμένο γεγονός. Ήταν πολλά πράγματα που σωρεύτηκαν μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια… Προσωπικά βιώματα, αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τη μεγάλη περιπέτεια της Αριστεράς και αναπάντητα ερωτήματα με κυρίαρχο το τι έφταιξε τελικά και μια ολόκληρη γενιά είδε τα όνειρά της να συνθλίβονται στα γρανάζια της εξουσίας. Πρώτα λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτές τις διαψεύσεις και μετά η ιστορία.

Υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος που επιλέξατε τη Ρουμανία ως χώρο που εκτυλίσσεται η ιστορία; Και το ρωτώ επειδή υπάρχουν και άλλες χώρες που φιλοξένησαν έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες.
     Με τη Ρουμανία είχαμε οικογενειακούς δεσμούς οπότε τη γνώριζα καλά. Στο Βουκουρέστι υπήρχε ένα ανάλογο Hotel National –περίκλειστο ξενοδοχείο για την κομματική ελίτ επί Τσαουσέσκου- όπου έμεινα ως παιδί. Στο Βουκουρέστι επίσης ζούσε ένας έλληνας πολιτικός πρόσφυγας που με επηρέασε βαθιά στο τρόπο που σκέφτομαι και αντικρίζω τον κόσμο. Εκεί έζησε και ο πατέρας μου τη δεκαετία του ’50. Μέσα από τις δικές του αφηγήσεις άντλησα πολλά στοιχεία για την εποχή… Χρησιμοποίησα λοιπόν την πόλη ως καμβά γιατί μου ήταν οικεία, η δράση όμως δεν περιορίζεται στη Ρουμανία. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα.

Θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημά σας ιστορικό;
     Όχι, δεν θα το έλεγα ιστορικό. Είναι όμως ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται σε ένα ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο. Αν και μυθοπλασία, ήθελα οι ήρωες μου να αντλούν την αλήθεια τους μέσα από γεγονότα ιστορικά επιβεβαιωμένα.

Το επάγγελμά σας είναι απαιτητικό όσο αφορά τα ωράρια κλπ. Σας δυσκόλεψε στη διάρκεια της συγγραφής;
     Αυτοχαρακτηρίζομαι «συγγραφέας του σαββατοκύριακου». Το πρόβλημα με τη δημοσιογραφική δουλειά δεν είναι τόσο τα ωράρια όσο οι κάθε λογής πληροφορίες που φορτώνουμε το μυαλό μας καθημερινά. Εγώ για να γράψω χρειάζομαι συνθήκες απομόνωσης και καθαρό μυαλό. Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι δυσκολεύτηκα αλλά ότι επί δύο χρόνια αξιοποιούσα κάθε ελεύθερη ημέρα εκτός δουλειάς.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το βιβλίο σας;
     Το βιβλίο δεν ήθελα να είναι διδακτικό. Με την έννοια ότι δεν με αφορά να μεταφέρω μηνύματα ή πολύ περισσότερο να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό που προσπάθησα είναι να αφηγηθώ μια ιστορία με ένα ρυθμό που θα κρατούσε το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος. Απ’ εκεί και πέρα υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης –οι διαψεύσεις που λέγαμε πριν- το οποίο αποτελεί και το βασικό ζητούμενο της συγγραφής.

Πόσο μέσα είστε σε αυτό;
     Μοιραία είμαι, χωρίς να ταυτίζομαι όμως με κανένα από τους ήρωες. Χρησιμοποίησα προσωπικά μου βιώματα τα οποία είναι διάσπαρτα στο βιβλίο. Αν φανταστούμε την ιστορία σαν ένα ψηφιδωτό, η «μεγάλη εικόνα» δεν υπήρξε ποτέ. Οι μικρές ψηφίδες απ’ την άλλη, στην πλειονότητά τους είναι αληθινές. Κάποιες από αυτές ανήκουν σε μένα…

Από πότε ξεκινά η σχέση σας με τη λογοτεχνία; Δηλ. διαβάζατε από νεαρή ηλικία;
     Υπήρξα τυχερός γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με μια μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Ξεκίνησα λοιπόν να διαβάζω αβίαστα από πολύ μικρός. Το ότι δεν με πίεσε ποτέ κανείς για να το κάνω υποθέτω συνέβαλε στο να έχω μια υγιή –και όχι ψυχαναγκαστική- σχέση με τη λογοτεχνία. Το χρωστάω αυτό στους γονείς μου…

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που σας επηρέασαν;
     Πολλοί. Τόσοι πολλοί που δεν θα είχε νόημα να ξεχωρίσω κάποια ονόματα. Είναι σαν να προσπαθούσα να επιλέξω εικόνες από τα ταξίδια μιας ολόκληρης ζωής. Πώς να εστιάσεις στις λεωφόρους όταν είχες την τύχη να βιώσεις συγκλονιστικές εμπειρίες και σε δρομάκια που ανέλπιστα σου αποκαλύφθηκαν;

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων σας;
     Το Hotel National είναι το πρώτο μου λογοτεχνικό εγχείρημα. Είχα την τύχη να το διαβάσουν, και να ακούσω τις καίριες παρατηρήσεις τους, δυο πολύ κοντινοί μου άνθρωποι που εμπιστεύομαι την κρίση τους.

Τυπωμένα κείμενά σας έχετε δει πολλά. Πως όμως νοιώσατε όταν πήρατε το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου στα χέρια σας;
     Απερίγραπτη χαρά! Είμαι στον χώρο των εκδόσεων 25 χρόνια αλλά αυτό το συναίσθημα δεν το ξανάνιωσα. Το χρωστώ αυτό στον Εκδοτικό Οίκο Καλέντη που πίστεψε στο βιβλίο μου.

Γράφοντας έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Λειτούργησε αντίστροφα. Για να μπορέσω να γράψω με ειλικρίνεια έπρεπε να ανακαλύψω τα φανερά και τα κρυμμένα μέσα μου.

Η συγγραφή σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να πιστεύουμε ότι έχουμε κατακτήσει τις αλήθειες μας. Ότι ξέρουμε που βαδίζουμε, ότι μας ξέρουμε αφού εμείς καθορίζουμε τα θέλω μας. Ανέκαθεν υποψιαζόμουν πως δεν υπάρχει τίποτε πιο γελοίο από τις κατακτημένες βεβαιότητες. Η συγγραφή με βοήθησε να το εμπεδώσω όταν είδα τους ήρωες μου –δημιουργήματα της φαντασίας μου- να αυτονομούνται και εν τέλει να εκπλήσσουν ακόμα και εμένα με τις επιλογές τους.

Θα σας άρεσε να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Μ’ αρέσει να ακούω τα σχόλιά τους γιατί τις περισσότερες φορές μου φωτίζουν οπτικές που εγώ δεν είχα σκεφτεί. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πόσες διαφορετικές αναγνώσεις επιδέχεται ένα βιβλίο. Για τον συγγραφέα είναι ευτυχία η αποκάλυψη όλων αυτών των πολλαπλών όψεων.

Τι σημαίνει η συγγραφή για σας;
      Για μένα είναι ένας άλλος τρόπος έκφρασης. Εντελώς διαφορετικός από τη δημοσιογραφική γραφή που υπακούει σε αυστηρούς κανόνες. Από τα χρονοδιαγράμματα μέχρι τον αριθμό των λέξεων… Όλη αυτή η άπλα ελευθερίας βρίσκω ότι είναι συναρπαστική.

Το βιβλίο είναι το πρώτο που τυπώνεται. Υπάρχουν και άλλα στα συρτάρια ή στη διαδικασία συγγραφής;
     Δουλεύω εδώ και μερικούς μήνες το δεύτερο μου μυθιστόρημα. Καθόλου πολιτικό αλλά και πάλι σαν ένα παιχνίδι με τον χρόνο. Από τη Βουδαπέστη του 1985 μέχρι την Αθήνα του 2012 όπου εκτυλίσσεται η ιστορία…


Σας ευχαριστώ πολύ!

7 Αυγ 2016

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ
ΦΙΛΙΠ ΚΕΡ
Μετάφραση ΙΛΑΕΙΡΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 405, Νοέμβριος 2015

     Ο Φ. Κερ, είναι περισσότερο γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, για τα βιβλία που έχει γράψει με κεντρικό χαρακτήρα στον Μπένι Γκούντερ. Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο που μεταφράζεται στα ελληνικά χωρίς να περιγράφει κάποια περιπέτεια του γερμανού ντετέκτιβ.
     Τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα και τα πρώτα του 21ου, οι προσπάθειες των αρχών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, (το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1992 και η ορολογία είναι εκείνης της εποχής) που ήταν υπεύθυνες για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, επικεντρώθηκαν περισσότερο στην πρόληψη της παραβατικής συμπεριφοράς κι όχι τόσο στην εκ των υστέρων καταστολή. Στον αγώνα αυτό κατά της εγκληματικότητας, χρησιμοποιήθηκε κάθε πρόσφορο μέσο. Ένα από αυτά ήταν και η ιατρική επιστήμη και ειδικά η νευρολογία. Κάθε έρευνα που αφορά τον εγκέφαλο, διαβάζεται και αναλύεται προσεκτικά κι όπου είναι απαραίτητο για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, χρηματοδοτείται κι άλλο. Σε μια τέτοια έρευνα, διαπιστώθηκε ότι οι άντρες που δεν έχουν την περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται «μέσος κοιλιακός πυρήνας» (ΜΚΠ), είναι πολύ πιο επιθετικοί από τους υπόλοιπους. Ο αριθμός αυτών των ανδρών είναι, ευτυχώς μικρός. «Μέχρι τώρα έχουν εξεταστεί τέσσερα εκατομμύρια άντρες. Από αυτούς μόνο το 0,003% (εκατόν είκοσι άντρες) προέκυψαν αρνητικοί στον ΜΚΠ. Από αυτούς μόνο το 30% (τριάντα έξι άντρες) ήταν στη φυλακή ή είχαν κάποιο ποινικό μητρώο».
     Η έρευνα των δολοφονιών έχει πολύ υψηλό κόστος και οι αρχές αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα «σκαναρίσματος» του εγκεφάλου, ώστε να δημιουργηθεί ένα αρχείο στο οποίο θα υπάρχουν τα στοιχεία όσων δεν έχουν ΜΚΠ (αρνητικοί ΜΚΠ), ώστε αφού εντοπιστούν να παρακολουθούνται από ψυχιάτρους που με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και με συνεδρίες, θα προσπαθούν να διατηρούν την επιθετικότητά τους σε καταστολή. Λόγω του ότι τα στοιχεία της εγκληματικότητας είναι υψηλά στη Βρετανία, αποφασίζεται να ξεκινήσει από εκεί υπό πλήρη μυστικότητα, η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος. Το πρόγραμμα πήρε το όνομα Λομπρόζο, από τον γιατρό, εγκληματολόγο Τσέζαρε Λομπρόζο, που ήταν ο πρώτος που προσπάθησε κάπου στο 1870-80, να συσχετίσει ανατομικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων, με το έγκλημα.
     Τα πλήρη στοιχεία των «αρνητικών» θα τα γνωρίζει μόνο ο υπολογιστής που υποστηρίζει το πρόγραμμα, ο οποίος δίνει και ψευδώνυμα στους «αρνητικούς». Ψευδώνυμα… φιλοσόφων! Μόνο στην περίπτωση που το όνομα του «αρνητικού» θα εμφανίζεται σε αστυνομική έρευνα και μόνο τότε, ο υπολογιστής θα αποκαλύπτει ότι ο υπό εξέταση είναι «αρνητικός» και θα δίνει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία.
     Ενώ η εχεμύθεια που παρέχει το πρόγραμμα φαίνεται εξασφαλισμένη, αρχίζουν να δολοφονούνται «αρνητικοί», με τον ίδιο πάντα τρόπο. Έξι σφαίρες στο κεφάλι, ριγμένες από κοντά με αεροβόλο όπλο. Φαίνεται ότι κάποιος μπόρεσε και μπήκε στο αρχείο, αυτοανακηρύχθηκε θεός και προστάτης της κοινωνίας  και αποφάσισε να την απαλλάξει από τους δυνητικά «επικίνδυνους κακοποιούς». 
     Την έρευνα, που πρέπει να είναι ενδελεχής, διακριτική και όσο το δυνατό πιο σύντομη, για να μη διαταραχθεί η συνέχιση του προγράμματος αλλά και να μη διαρρεύσει στον Τύπο, αναλαμβάνει η όμορφη, σκληρή και ευφυής ντετέκτιβ της New Scotland Yard, Ιζαντόρα Τζέικ Τζέικοβιτς. Η οποία θα ριχτεί στο κυνήγι και παρά τις αντιξοότητες, δεν θα εγκαταλείψει την έρευνα πριν καταφέρει να σταματήσει τον επικίνδυνο, διαταραγμένο δολοφόνο.

     Ένα απολαυστικό «διαφορετικό» μυθιστόρημα με φιλοσοφικές προεκτάσεις, που αν και γράφτηκε είκοσι πέντε χρόνια πριν, είναι τόσο προφητικό και μοιάζει τόσο σημερινό. 

31 Ιουλ 2016

HOTEL NATIONAL

HOTEL NATIONAL
ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 282, Ιούνιος 2016

     Ο Σ. Χριστοδούλου, είναι δημοσιογράφος που ζει στην Κύπρο. Πριν από λίγες εβδομάδες, κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, ένα μυθιστόρημα, με τίτλο «Hotel National».
     Ο Γρηγόρης Μιχαήλ, είναι ένα φτωχός νεαρός που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’30 στην Κύπρο. Έχασε μικρός τον πατέρα του και αναγκάστηκε από νωρίς να επωμισθεί τα βάρη της συντήρησης της οικογένειάς του. Τρεις αδελφές και η μητέρα του. Γρήγορα, με την παρότρυνση ενός θείου του, εντάχθηκε στους κόλπους του ΑΚΕΛ (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού), που ήταν η συνέχεια του ΚΚ Κύπρου, το οποίο η αποικιακή βρετανική διοίκηση είχε κηρύξει παράνομο. Αν και είχε βγάλει μόνο το δημοτικό, λόγω της ιδιαίτερης ευφυΐας του, «ήρθε η πρόταση να αναλάβει μια υπεύθυνη θέση στην Οργάνωση Νεολαίας». Η ανέλιξή του σε πιο υψηλές βαθμίδες της ιεραρχίας του κόμματος ήταν αναμενόμενη, αφού ο Γρηγόρης ήταν από τα πιο πιστά, μαχητικά και εργατικά στελέχη.
     Η επόμενη πρόταση όμως που του έγινε ξεπερνούσε κάθε προηγούμενη. «Το κόμμα χρειαζόταν πιστά στελέχη που θα εκπαιδεύονταν στο εξωτερικό και αφού αποκτούσαν θεωρητικά κατάρτιση, θα επέστρεφαν για ν’ αναλάβουν δράση». Στον Γρηγόρη προτάθηκε να είναι ένα από αυτά τα στελέχη. Κλήθηκε να πάει στη Ρουμανία, για να σπουδάσει στην κομματική σχολή «Νίκος Μπελογιάννης». Μετά από μια περιπλάνηση αρκετών ημερών-για «συνωμοτικούς» λόγους-στην Ευρώπη, έφτασε στον προορισμό του. «Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν προσγειώθηκε στη ρουμανική πρωτεύουσα, 22 Ιανουαρίου του 1956, με το κρύο να τσακίζει κόκκαλα και το πυκνό χιόνι να καλύπτει και την τελευταία ίντσα του γυμνού τοπίου. Ο Γρηγόρης, φορώντας μόνο μία καμπαρντίνα, τουρτούριζε. Αλλά ήταν τόσο ευτυχής που «έπιανε επιτέλους λιμάνι» ώστε έδειχνε να μην τον νοιάζει».
     Αυτό το ταξίδι θα αλλάξει δραματικά τη ζωή του. Γιατί στη Ρουμανία θα γνωρίσει ανθρώπους που θα του σταθούν και θα αποδειχθούν μέσα από τις αντιξοότητες αληθινοί φίλοι και σύντροφοι. Αλλά και άλλους που θα τον «εκμεταλλευτούν», αλλά που κι αυτός με τον τρόπο του θα τους «εκμεταλλευτεί» και θα στρέψουν την πορεία της ζωής του σε δρόμους διαφορετικούς από αυτούς που σχεδίαζε και προσδοκούσε. Μέχρι που στη δύση πια της ζωής του, το 2014, θα κάνει ΤΟ ταξίδι στο Βουκουρέστι, έτοιμος να αφήσει τις αναμνήσεις να τον κατακλύσουν και να προσπαθήσει να αναλογιστεί τι έγινε και πήγε η ζωή του τόσο στραβά!

     Όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω, χαίρομαι ιδιαίτερα όταν παίρνω αξιόλογα βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Το ίδιο συνέβη και με το «Hotel National». Απόλαυσα την έξυπνη ιστορία που αφηγείται, τον χειρισμό της, τους στέρεους χαρακτήρες, την ψύχραιμη οπτική στο καυτό ιστορικό υπόβαθρο, αλλά κυρίως τη γραφή και την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα. Ένα κείμενο που σε τίποτα δε θυμίζει πρωτόλειο, αλλά παραπέμπει σε συγγραφέα με εμπειρία. Μια πολύ καλή αναγνωστική επιλογή. 

23 Ιουλ 2016

HTAN ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 213, Ιανουάριος 2016

     Το δεύτερο λογοτεχνικό του βιβλίο-αλλά το πρώτο αστυνομικό-είναι το μυθιστόρημα «Ήταν Το Τελευταίο Καλοκαίρι» του Α. Διαμαντή.
     Ο Κώστας Ρωμανός, είναι ένας αποτυχημένος δικηγόρος, με ελάχιστη πελατεία. Έχει φροντίσει να ελαχιστοποιήσει τα έξοδά του, ώστε να καλύπτονται από τα λίγα έσοδά του, χωρίς όμως να το καταφέρνει τις περισσότερες φορές! Μέχρι που προκύπτει μια απρόσμενη υπόθεση. «Ήταν μια Παρασκευή του 2009. Ιούνιος ήταν. Καθόμουν ήσυχα στην πολυθρόνα μου καθώς έπεφτε αργά το σούρουπο, πίσω από το παλιό καφέ γραφείο μου. Είχα γείρει προς τα πίσω, προς τη μικρή βιβλιοθήκη με τους νομικούς κώδικες, καπνίζοντας και φιλοσοφώντας με το ερώτημα τι μπορεί να κάνει κανείς με 200 ευρώ για το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του. Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο. Ακούστηκε σαν αιφνίδιος κρότος, διότι τον τελευταίο καιρό σπανίως χτυπούσε». Στην άλλη άκρη της γραμμής, είναι μια νεαρή κοπέλα, η Ισμήνη, που ζητάει τη βοήθειά του. Νομίζει ότι κάποιοι την παρακολουθούν και ότι απειλείται η ζωή της. Για δικούς της λόγους, επιθυμεί διακριτικότητα και δεν μπορεί να απευθυνθεί στην αστυνομία. Έτσι ζητά από τον Ρωμανό να κάνει μια έρευνα μήπως ανακαλύψει την ταυτότητα αυτών που την παρακολουθούν. Ο Ρωμανός δέχεται να τη βοηθήσει, με το αζημίωτο φυσικά. Αν και δεν πιστεύει ότι τα λεγόμενα της Ισμήνης ευσταθούν, η προοπτική της αμοιβής συν το γεγονός ότι του «γυάλισε» η όμορφη, νεαρή πελάτισσα, θα τον κάνουν να δεχτεί.   Ήδη την ίδια μέρα, της ζητά να κυκλοφορήσουν σε διάφορα στέκια, μήπως εμφανιστούν αυτοί που την παρακολουθούν. Στην ταβέρνα που πηγαίνουν η Ισμήνη του αποκαλύπτει τι υποψιάζεται ότι μπορεί να συμβαίνει. Σε κάποια στιγμή, σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. «…καθώς αργούσε η μικρή μου, σκέφτηκα ότι κι εγώ θα ‘πρεπε να πλύνω τα χέρια μου. Και πήγα στις τουαλέτες. Κι εκεί την είδα. Ήταν πεσμένη στο πάτωμα, γερμένη στο πλάι. Φαινόταν αναίσθητη. Έσκυψα από πάνω της, έπιασα το κεφάλι της, τη γύρισα και είδα ότι δεν ήταν αναίσθητη. Είχε μια σφαίρα στον κρόταφο. Και έναν μεγάλο λεκέ αίματος δίπλα της!».
     Η υπόθεση τελικά σοβαρεύει. Δεν πρόκειται για τις φαντασιώσεις μιας νεαρής κοπέλας, αλλά για κάτι πολύ περισσότερο και πολύ μεγαλύτερο. Ο Ρωμανός αντιλαμβάνεται ότι κινδυνεύει να παγιδευτεί. Και σα να μην έφτανε αυτό, τα πτώματα, αρχίζουν να γίνονται ανησυχητικά πολλά!!
     Σε εμβληματική χρονική στιγμή τοποθετεί την ιστορία του ο Α. Διαμαντής. Καλοκαίρι του 2009. Όταν πολλοί αντιλαμβανόμενοι που οδεύει η χώρα και η οικονομία, χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, απτόητοι οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, πανεπιστημιακοί που διψούν για δημοσιότητα, αναγνώριση και ευρώ και λοιπά… λαμόγια, εξακολουθούν να ροκανίζουν το δημόσιο χρήμα, στήνοντας έρευνες «μαϊμού» και ανάλογες ΜΚΟ και δε διστάζουν να κάνουν να σωπάσει δια παντός όποιος θεωρούν ότι μπορεί να αποκαλύψει τις ανομίες τους.

     Ευχάριστο ανάγνωσμα, τόσο για το μύθο του, όσο και για τον τρόπο γραφής και σκιαγράφησης των χαρακτήρων, που παραπέμπει στους κλασικούς του είδους. 

16 Ιουλ 2016

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΧΟΥΜΕ ΓΑΜΟ

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΧΟΥΜΕ ΓΑΜΟ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 374, Οκτώβριος 2015

     Το νέο βιβλίο του Γ. Ξανθούλη, που πρόσφατα κέρδισε το «Βραβείο Κοινού» των Public, σας παρουσιάζω σήμερα.
     «Ο Ιορδάνης Λεοντίου του Αντωνίου και της Άννας, ετών εβδομήντα τριών, έβγαλε εισιτήριο μεσημέρι Δευτέρας και το πρωί της Τρίτης μπήκε στο τρένο με τη βεβαιότητα πως τραβούσε κατά το Βορρά». Ο παππούς Ιορδάνης, που μετά το θάνατο της γυναίκας του ζει με την οικογένεια της κόρης του, δεν ενημέρωσε κανένα από τα παιδιά του για το ταξίδι αυτό στην πατρώα γη (αλλά κυρίως στην παιδική του ηλικία). Όπως είναι φυσικό, η εξαφάνισή του, αναστατώνει τα παιδιά του, που αρχίζουν να τον αναζητούν. Η μόνη που φαίνεται να γνωρίζει κάτι, αλλά αρνείται να αποκαλύψει οτιδήποτε, είναι η 9χρονη εγγονή του Βικτώρια, με την οποία ο παππούς έχει αναπτύξει ιδιαίτερη και ισχυρή σχέση.
     Το ταξίδι του παππού, είναι μια καταβύθιση στην παιδική του ηλικία, που σημαδεύτηκε από την απουσία του πατέρα, ο οποίος συνελήφθη το 1943 όμηρος από τους Γερμανούς και εξαφανίστηκε κι από τις νευρικές κρίσεις που ταλάνιζαν για τον ίδιο λόγο τη μητέρα του Άννα, η οποία ποτέ δεν πίστεψε ότι ο άντρας της είναι νεκρός. Σε αντίθεση με την οικογένεια του άντρα της στον Έβρο, η δασκάλα στο επάγγελμα Άννα, η οποία ζει πια στην Αθήνα με το γιο της, για να βεβαιωθεί θέλει απτές αποδείξεις, αφού «πληροφορίες δεν υπάρχουν παρά μόνο υποθετικό πένθος, υποθετική ορφάνια».
     Ένα καλοκαίρι, στις αρχές της δεκαετία του ’50, οι δυο τους θα πάνε στο χωριό Μακρινή, στο νομό Έβρου, που είναι το θέρετρο στο οποίο η οικογένεια του πατέρα, έχει σπίτια και παραθερίζει, για ολιγοήμερες διακοπές. Εκεί, με αφορμή έναν μάλλον βιαστικό γάμο, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της νύφης, θα γίνουν μάρτυρες κωμικών και τραγικών καταστάσεων, αλλά και συγκλονιστικών αποκαλύψεων, που θα οδηγήσουν τον Ιορδάνη στην ενηλικίωση και θα φέρουν στην Άννα, την ηρεμία και τη γαλήνη που πάντα αποζητούσε.

     Στο εξαιρετικό «Την Κυριακή Έχουμε Γάμο», όλες οι συγγραφικές εμμονές του Γ. Ξανθούλη είναι και πάλι παρούσες. Ο Έβρος, ο θάνατος, η βροχή, το γκροτέσκο, τα μεταφυσικά φαινόμενα, τα μυστικά, τα μυστήρια, τα τρένα, οι σταθμοί… Συγκερασμένες όμως με τον μοναδικό τρόπο του συγγραφέα,  που όπως με κάθε νέο του βιβλίο, καταφέρνει και με αυτό να μας χαρίσει ώρες μεγάλης αναγνωστικής απόλαυσης.