15 Ιαν 2018

ΜΑΝΙΝΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

ΜΑΝΙΝΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

     Η Μ. Ζουμπουλάκη είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος, σεναριογράφος, μεταφράστρια και θεατρική συγγραφέας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καβάλα. Σπούδασε στην Αμερική Ιστορία της Τέχνης και Σωματική Αγωγή. Ξεκίνησε να γράφει από πολύ νεαρή ηλικία. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως παραγωγός εκπομπών. Οι μεταφράσεις της ξεπερνούν τους τριάντα τίτλους.
Έργα της: «Κενά Μνήμης» (1995, 2000, Ιστός), «Φεύγα» (1998, Ιστός), «Η Μυροβόλος Άνοιξις» (1998, Ιστός), «Η Ζωή (Δεν) Είναι Ταινία» (2001, Ιστός), «Η Σκόνη Της Ημέρας» (2003, Ιστός), «Αληθινή Star» (2004, Ωμέγα), «Το Μεγάλο Καλοκαίρι» (2007, Introbooks), «Πώς Να Γράψεις» (2007, Introbooks-2012, Παπαδόπουλος), «Ημερολόγιο 2010: Όμορφες Μέρες» (2009, Παπαδόπουλος), «Ευτυχία» (2012 Παπαδόπουλος), «Φερμουάρ» (2014, Παπαδόπουλος), «Αόρατα Κορίτσια» (2015, Παπαδόπουλος), «Τα Δίδυμα Παιδιά Που Ακούνε… Τα Πάντα» (2016, Παπαδόπουλος), «Κάτι Μου Κρύβεις» (2017, Παπαδόπουλος)
Συμμετοχές Σε Συλλογικά Έργα: «Έρωτας Σε Πρώτο Πρόσωπο» (1997, Κέδρος), «Ριζότο» (2000, Ε. Ο. Λιβάνης), «Best Of Athens» (2004, Athens Voice), «Χαριλάου Τρικούπη 22. 4 Ιστορίες Της Πόλης» (2005, Athens Voice), «Ιστορίες Καπνού» (2006, Μίνωας), «Η Αθήνα Τη Νύχτα» (2006, Introbooks), «Παλίμψηστο Καβάλας» (2009, Καστανιώτης), «The Vault» (2009, Απόπειρα).
Σενάρια Ταινιών, Σήριαλ, Θεατρικά: «Ελεύθερη Κατάδυση», «Ριζότο», «Φεύγα!», «Ξέχασέ Με», «Απαγωγή» «Ευρέ Εργά».


Η αστυνομική λογοτεχνία ,έχει μικρή παράδοση στην Ελλάδα. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο είδος;
     Μου αρέσει πολύ το είδος, διαβάζω αστυνομικά με τρέλα, ήθελα να δοκιμάσω να γράψω προς αυτήν την κατεύθυνση. Πέρα από τις προτιμήσεις μου όμως, ο επιμελητής του βιβλίου, Θανάσης Τσιρταβής, είπε σε μία παρουσίαση του ‘Κάτι μου κρύβεις’ ότι ζούμε σε μια αστυνομική εποχή, και έχει δίκιο. Η πλοκή της καθημερινότητάς μας πια είναι παραπάνω από αστυνομική, είναι θρίλερ…

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Η ειδησιογραφία. Τα όσα συμβαίνουν στην Αθήνα σήμερα.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το αυτό και ποιο είναι αυτό;
      Νομίζω ότι δεν είχα συγκεκριμένο μήνυμα, πέρα από τα προφανές – να προσέχουμε τις εξτρήμ ακροδεξιές οργανώσεις, να έχουμε στο νου μας συνέχεια τι σημαίνει δημοκρατία. Εννοείται, σε βαθύτερο επίπεδο, προτείνω μέσω της ηρωίδας μου να μην το βάζουμε κάτω ποτέ και να παλεύουμε γι αυτά που πιστεύουμε, αλλά νομίζω αυτά τα περνάω σε όλα τα βιβλία μου, ντρέπομαι που το λέω! Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα μηνύματα, γι αυτό επιστρατεύεται η Ελληνική μυθολογία, αλλά αυτά τα βλέπουν καλύτερα οι αναλυτές (των βιβλίων) από τους συγγραφείς… ή τουλάχιστον από εμένα.

Η λογοτεχνία  μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Μα είναι, με την έννοια ότι καθρεφτίζει την κοινωνία, δημιουργεί κατά κάποιον τρόπο κοινότητες – ανθρώπων που σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο, που καταλαβαίνουν τα πιο υπόγεια μηνύματα, αυτά δηλαδή που δεν καταφέρνω να εκλογικεύσω και να καταγράψω ξεκάθαρα. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να προτείνει λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα, αλλά τα επισημαίνει, τα εικονογραφεί, τα φέρνει στην επιφάνεια…

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Περιέργεια στην αρχή, έπειτα αναστάτωση και ικανοποίηση. Ο ενθουσιασμός ήρθε τελευταίος!

 Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Δυσκολεύομαι πολύ να τους παρατήσω στη μοίρα τους, γι αυτό αποφάσισα να συνεχίσω με την Δώρα και τους δικούς της ανθρώπους, τα παιδιά, τον πρώην σύζυγο, την κολλητή της και τον μεγάλο της έρωτα. Τους κρατάω όλους, και γράφω το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που εκτυλίσσεται στην Αθήνα, ακριβώς επειδή τους αγάπησα τόσο…

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Βέβαια, αλλιώς θα έπρεπε να τα γράψω από εγκυκλοπαίδειες: έρωτα, πάθος, αγάπη μητρική και συζυγική, φιλική αγάπη, ανησυχία για τα παιδιά, στεναχώρια μετά από προδοσία, άγχος για την καθημερινότητα, ενοχή μετά από (δική μου) προδοσία, παραίτηση, ανάταση… τα πάντα όλα.

Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Η Δώρα. Αν και δεν έχω κάτι παραπάνω από απλή διαίσθηση, δεν διαθέτω δηλαδή το χάρισμα της Δώρας, ευτυχώς!

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
Ο Θανάσης Τσιρταβής, που τα επιμελείται, και η φίλη μου δημοσιογράφος Έρση Μηλιαράκη, που τα διαβάζει και μου κάνει χρήσιμες παρατηρήσεις.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Κάποιος που διαβάζει βιβλία και τα αγαπάει, που του αρέσει να τα έχει δίπλα στο κρεβάτι του και να τα χαζεύει όταν είναι μόνος στο σπίτι.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Μόνον γράφοντας έχω ανακαλύψει τον εαυτό μου, αν δεν έγραφα, θα ήμουν ντιπ για ντιπ άγνωστη χώρα.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Οι πεποιθήσεις μου δεν είναι γραμμένες στην πέτρα, ανατρέπονται εύκολα. Αλλά δεν έχασα την πίστη μου σε κάτι συγκεκριμένο στην διάρκεια της συγγραφής.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Ναι, γιατί πάντοτε ανακαλύπτω κάτι, μαθαίνω κάτι που δεν ήξερα. Σπάνια τυχαίνει κάποιος πολύ αρνητικός αναγνώστης – ευτυχώς δεν με διαβάζουν οι πολύ αρνητικοί!

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Ναι, το παθαίνω συχνά αυτό! Με ρωτάνε αν εννοούσα το Α γράφοντας το Β, και έχω μια επιφοίτηση ξαφνικά, ‘μπα για φαντάσου, όντως εννοούσα το Α!

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Ο Βασίλης Βασιλικός. Με συνεπαίρνει πάντα ο τρόπος που εντάσσει την σχεδόν δημοσιογραφική έρευνα μέσα στο μυθιστόρημα, και η άνεση, η φυσικότητα με την οποία γράφει… αλλά και η Πηνελόπη Δέλτα με επηρέασε, και ο Κοσμάς Πολίτης. Κι άλλοι πολλοί, μια και διαβάζω από τα γεννοφάσκια μου.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Το γράψιμο μου είναι πιο εύκολο από οτιδήποτε άλλο – και τίποτε άλλο δεν το κάνω με την ίδια άνεση. Η διαδικασία της συγγραφής μου είναι απαραίτητη: αν σταματήσει ο κόσμος να διαβάζει τα βιβλία μου, νομίζω ότι θα συνεχίσω να γράφω στον αιώνα τον άπαντα, ακριβώς επειδή το απολαμβάνω τόσο… ναι, είναι δύσκολο να στήσεις ένα σωστό μυθιστόρημα, είναι δουλίτσα – αλλά επειδή μου αρέσει τόσο, δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτήν την διαδικασία.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
     Κοντεύω να τελειώσω το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, σε κανένα μήνα ελπίζω να το έχω ολοκληρώσει. Το ξεκίνησα ένα-δυο μήνες αφού κυκλοφόρησε το ‘Κάτι μου κρύβεις’, ίσως επειδή είχα φρέσκους τους ήρωες και ήθελα να τους κρατήσω έτσι! Όσο για τα συρτάρια μου, ή μάλλον το κομπιούτερ μου… όλο νομίζω ότι δεν χωράει άλλο ένα χοντρό αρχείο, κι όλο καταφέρνω και το στριμώχνω με ένα καινούργιο θεατρικό, σενάριο, διήγημα που πάει να γίνει μυθιστόρημα. Καμία, μα καμία φάση της ζωής μου δεν την πέρασα χωρίς να γράφω κάτι….

Σας ευχαριστώ πολύ!







10 Ιαν 2018

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

Η ΜΑΓΙΣΣΑ
CAMILLA LACKBERG
Μετάφραση: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 830, Σεπτέμβριος 2017

     Μετά από ένα σχετικά μεγάλο διάστημα απουσίας, η σουηδή συγγραφέας Κ. Λέκμπεργκ, επιστρέφει με ένα ογκώδες βιβλίο, 830 πυκνογραμμένων σελίδων. Πρόκειται για το δέκατο μυθιστόρημά της, με πρωταγωνιστές τον αστυνομικό Πάτρικ Χέντστρεμ και τη σύζυγό του, συγγραφέα Ερίκα Φαλκ, το alter ego της συγγραφέως, την οποία «χρησιμοποιεί», για να εξηγήσει και να διευκρινίσει πτυχές του συγγραφικού της έργου. «Όταν η Ερίκα έγραφε τα βιβλία της, δεν ήθελε να μιλάει μόνο για το φόνο, το θύμα και τον δράστη. Εξίσου σημαντική ήταν και η ιστορία των συγγενών. Οι άνθρωποι που είχαν πληγεί τόσο σκληρά, ώστε πολλοί από αυτούς δεν μπόρεσαν να ορθοποδήσουν ξανά… Και αυτός ήταν πάντα ο πυρήνας στα βιβλία της Ερίκα: Να παρουσιάζει ζωντανά το θύμα και να δίνει στον αναγνώστη να καταλάβει ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος με όνειρα, συναισθήματα και σκέψεις». Η ιστορία διαδραματίζεται-που αλλού;-στη γενέτειρα της Καμίλλα, τη Φιελμπάκα, ένα μικρό (λιγότεροι από χίλιοι κάτοικοι) παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 140 χλμ. από το Γκέτεμποργκ και στο οποίο εξελίσσονται όλα της τα μυθιστορήματα.
     Είναι καλοκαίρι και η Ερίκα συγκεντρώνει υλικό για να γράψει το επόμενο βιβλίο της, το θέμα του οποίου δεν θα είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα. Η Ερίκα γράφει για εγκλήματα που στο παρελθόν απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη, τα οποία εξετάζει πάλι υπό το φως νέων στοιχείων-αν έχουν προκύψει-και υπό διαφορετική οπτική γωνία. «Το συγγραφιλίκι απαιτούσε χαρακτήρα και αυτοπειθαρχία, ενώ καμιά φορά ένιωθε λίγη μοναξιά. Μολαταύτα, αγαπούσε τη δουλειά της, λάτρευε να γράφει, να δίνει ζωή στα ανθρώπινα πεπρωμένα που επέλεγε να παρουσιάσει, να ψάχνει, να ερευνά και να προσπαθεί να ανακαλύψει τι είχε πραγματικά συμβεί και γιατί».
     Το νέο βιβλίο, αφορά την ιστορία της Στέλλας, ενός τετράχρονου κοριτσιού, που τριάντα χρόνια πριν, εξαφανίστηκε και λίγες ώρες μετά, βρέθηκε δολοφονημένο σε δάσος κοντά στο αγρόκτημα που κατοικούσε η οικογένειά της. Για τη δολοφονία, κατηγορήθηκαν δύο 13χρονες φίλες, η Μαρί και η Χέλεν, οι οποίες έκαναν περιστασιακά baby sitting στη Στέλλα. Τα κορίτσια ομολόγησαν και καταδικάστηκαν, όχι από «κανονικό» δικαστήριο, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, από ειδική δικαστική επιτροπή. Στη Χέλεν, επιτράπηκε, μετά από μικρής χρονικής διάρκειας εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο να επιστρέψει στην οικογένειά της, ενώ η Μαρί δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια, λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς της δικής της οικογένειας. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, η Χέλεν ζει στη Φιελμπάκα με τον (μάλλον ιδιόρρυθμο) στρατιωτικό σύζυγό της και τον έφηβο γιο τους. Η Μαρί, που έχει γίνει πια διάσημη σταρ του Χόλιγουντ, επιστρέφει στο χωριό με την επίσης έφηβη κόρη της, για να γυρίσει εκεί μια ταινία.
     Ελάχιστες μέρες μετά την άφιξή της, ξεσπά μια υπόθεση που έχει πολλές ομοιότητες με αυτή της Στέλλας. Η τετράχρονη Νία, εξαφανίζεται από το ίδιο αγρόκτημα, που τώρα ανήκει στην ιδιοκτησία της δικής της οικογένειας και λίγες ώρες αργότερα βρίσκεται δολοφονημένη στο ίδιο σημείο με τη Στέλλα! Το σοκ που προκαλεί στη μικρή κοινότητα η δολοφονία του μικρού παιδιού και η ομοιότητα με την υπόθεση της Στέλλας σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη παρουσία των δύο γυναικών-πια-που είχαν καταδικαστεί για τη δολοφονία, είναι μεγάλο. Οι θεωρίες που αναπτύσσονται είναι πολλές. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι οι δύο υποθέσεις με κάποιο τρόπο συνδέονται. Ενώ κάποιοι, θα σπεύσουν να κατηγορήσουν και θα προσπαθήσουν να ενοχοποιήσουν τους Σύριους πρόσφυγες που φιλοξενούνται σε παρακείμενο καταυλισμό.
     Η συγγραφέας ταυτόχρονα, εμβόλιμα ανάμεσα στα κεφάλαια του βιβλίου, παραθέτει την ιστορία της Έλιν Γιονσντότερ που το 1671, έμεινε χήρα σε νεαρή ηλικία με μια μικρή κόρη, όταν ο ψαράς σύζυγός της, χάθηκε στο ναυάγιο του καϊκιού με το οποίο είχε βγει να ψαρέψει. Την Έλιν δέχτηκε να φιλοξενήσει στο σπίτι της, όπου όμως αυτή και η κόρη της θα εργάζονταν σαν υπηρέτριες, η ετεροθαλής αδελφή της Μπρίτα, σύζυγος του ιερέα της περιοχής. Η Μπρίτα ζηλεύει επειδή είναι άκληρη κι όταν υποψιάζεται ότι ο σύζυγός της μπορεί να έχει ερωτική σχέση με την αδελφή της, δε διστάζει να την κατηγορήσει στις τοπικές αρχές σαν μάγισσα. Είναι η εποχή που ο βασιλιάς της Σουηδίας Κάρολος ΙΑ! (βασίλεψε από το 1660 μέχρι το θάνατό του το 1697) σε συνεργασία με τις εκκλησιαστικές αρχές, έχουν επιδοθεί σε ένα άγριο κυνήγι μαγισσών. Έτσι ήταν εύκολο κάποια (το «κυνήγι» αφορούσε κυρίως γυναίκες) αφού κατηγορηθεί, να υποκύψει στα φριχτά βασανιστήρια και να παραδεχτεί ότι ήταν μάγισσα. Αυτή ήταν και η μοίρα της Έλιν. Η σύνδεση αυτής της ιστορίας του μακρινού παρελθόντος με την βασική υπόθεση του μυθιστορήματος, αποκαλύπτεται στις τελευταίες σελίδες.
     Για μια ακόμη φορά η Καμίλλα συναρπάζει με το νέο της μυθιστόρημα. Εκπληκτικός τρόπος γραφής, μοναδικό «στήσιμο» του μύθου, σασπένς που κλιμακώνεται συνεχώς με μαεστρία μέχρι το «εκρηκτικό» τέλος, συνθέτουν ένα μυθιστόρημα που δύσκολα θα αφήσει από τα χέρια του και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης. Γιατί όπως γνωρίζουν πια καλά οι πολυπληθείς φίλοι των βιβλίων της Καμίλλα, τα μυθιστορήματά της, δεν είναι απλά καλογραμμένες αστυνομικές ιστορίες. Μέσα από τη φόρμα του συγκεκριμένου είδους, η συγγραφέας, περιγράφει παραστατικά πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής της χώρας της και δεν διστάζει όπου χρειάζεται να ασκεί κριτική εναντίον εκείνων που θεωρεί υπεύθυνους για τα κακώς κείμενα.

     Όταν το 2017 πλησίαζε στο τέλος του, όπως συνηθίζεται, κυκλοφόρησαν διάφορες λίστες με τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς. Μετά την ανάγνωση της «Μάγισσας» θεωρώ μη αξιόπιστη, όποια λίστα αστυνομικής λογοτεχνίας δεν την περιελάμβανε. Για μένα είναι από τα κορυφαία βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2017!           

5 Ιαν 2018

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΣΤΑΖΙ

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΣΤΑΖΙ
ΝΤΕΗΒΙΝΤ ΓΙΑΝΓΚ
Μετάφραση: ΣΟΦΙΑ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 410, Ιούνιος 2017

     Το μυθιστόρημα που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο του άγγλου δημοσιογράφου Ν. Γιανγκ και σημείωσε σημαντική επιτυχία στη Βρετανία. Εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου σε περιοχές της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (όπως ήταν το επίσημο όνομα της Ανατολικής Γερμανίας) και του ανατολικού Βερολίνου.
     Βρισκόμαστε στο 1974, όταν στην εξουσία βρίσκεται από το 1971, ο Έριχ Χόνεκερ ως γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας. Ο Χόνεκερ, προσπαθούσε με κάθε μέσο να βοηθήσει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Άλλωστε αποτελούσε και τη «βιτρίνα» των χωρών του ανατολικού μπλοκ, αφού λόγω της ιδιορρυθμίας της Γερμανίας, αρκετοί κάτοικοι της Ομοσπονδιακής (Δυτικής) Γερμανίας, μπορούσαν να περάσουν τα σύνορα αν και υπό αρκετές προϋποθέσεις, για να επισκεφθούν συγγενείς τους που ζούσαν στην άλλη πλευρά. Όμως δεν ανεχόταν καμιά φωνή αντίδρασης στο καθεστώς. Θεωρείται από τους πιο απολυταρχικούς ηγέτες στο σύγχρονο κόσμο. Για να πετύχει την εξάλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης, χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας, που είναι γνωστό ως Στάζι. Το Υπουργείο απασχολούσε 90 χιλ. υπαλλήλους, ενώ είχε και 300 χιλ. «συνεργάτες»-πληροφοριοδότες, που πολλοί έδιναν πληροφορίες υπό την πίεση και κάποιων εκβιασμών. Η τήρηση της τάξης και η πάταξη της εγκληματικότητας ποινικής μορφής ήταν ευθύνη της Αστυνομίας, ενώ η Στάζι ασχολούνταν κυρίως με «πολιτικά εγκλήματα».
     Γι’ αυτό και η Κάριν Μίλερ που «Ήταν η μοναδική γυναίκα επικεφαλής τμήματος ανθρωποκτονιών σε ολόκληρη τη Δημοκρατία και δεν είχε ακόμη κλείσει τα τριάντα», εκπλήσσεται όταν βρίσκει τους ανθρώπους της Στάζι στον τόπο όπου βρέθηκε «Το πτώμα μιας κοπέλας. Σε ένα νεκροταφείο. Κοντά στο τείχος». Η γειτνίαση του χώρου με το «Αντιφασιστικό Τείχος Προστασίας», όπως ονομαζόταν το τείχος που έχτισαν οι ανατολικογερμανοί και περιέβαλε το Δυτικό Βερολίνο, θα δικαιολογούσε ίσως την εμπλοκή της συνοριοφυλακής. Αλλά γιατί η Στάζι; Την απάντηση την έδωσε ο Κλάους Γιέγκερ, ένας από τους παριστάμενους αξιωματικούς. «Αυτό που μπορώ να σας πω είναι για ποιόν λόγο εμπλεκόμαστε εμείς. Η κοπέλα φαίνεται πως πυροβολήθηκε από τη Δύση-πιθανόν από Δυτικούς φρουρούς-ενώ δραπέτευε για να έλθει στην Ανατολική Γερμανία»! Είναι σε όλους φανερό ότι το σενάριο αυτό δεν ευσταθεί. Γιατί δεν είναι δυνατό η κοπέλα να «κατάφερε να σκαρφαλώσει σε έναν τοίχο τεσσάρων μέτρων… Πέρασε από τη ζώνη ελέγχου, ξέφυγε από τα σκυλιά και τους συνοριοφύλακες της Δημοκρατίας και μετά σκαρφάλωσε σε έναν άλλο τοίχο τεσσάρων μέτρων-ενώ την είχαν πυροβολήσει από τη Δύση…».
     Ο Γιέγκερ καθιστά σαφές στην Μίλερ πως δεν θα δεχτεί να ερευνηθεί κάποια άλλη εκδοχή. «Αυτή είναι η επίσημη-και προσωρινή-εκδοχή του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας. Ζήτησα τη βοήθειά σας, της Kriminalpolizei για να ανακαλύψω την ταυτότητα της κοπέλας και να βρω στοιχεία που στηρίζουν τη συγκεκριμένη εκδοχή… Σε περίπτωση που ανακαλύψετε στοιχεία αντίθετα από την εκδοχή αυτή, θα πρότεινα να τα κρατήσετε για τον εαυτό σας. Και να τα φέρετε κατευθείαν σε μένα».
     Έτσι η Μίλερ, αναγκάζεται να αναμιχθεί σε μια υπόθεση, στην οποία θα κάνει μόνο τη «χαμαλοδουλειά», θα έχει περιορισμένες αρμοδιότητες και δύναμη, η άποψή της δεν θα έχει καμιά αξία και θα βρίσκεται διαρκώς με τον κίνδυνο της εξόδου από την υπόθεση αλλά και την απόλυσή της από την αστυνομία αν αποκλίνει από την επίσημη εκδοχή κι αν επιχειρήσει να ερευνήσει την υπόθεση σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτήν που επιβάλει η Στάζι. Η Μίλερ, παρά τους κινδύνους θα τολμήσει και αυτά που θα ανακαλύψει της ξυπνούν δυσάρεστες αναμνήσεις…

     Το μυθιστόρημα, εκτός από την ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία, μας δίνει μια πολύ καλή εικόνα των μέσων που χρησιμοποιούσε το καθεστώς για να ελέγχει ασφυκτικά τους κατοίκους της Ανατολικής Γερμανίας, τη διαφθορά που επικρατούσε σε κάποια στελέχη της κομματικής νομενκλατούρας που απολάμβαναν προνόμια που ο απλός λαός ούτε να ονειρευτεί δεν μπορούσε, αλλά και τα «παιχνίδια» δύναμης, επιρροής, ελέγχου και εξουσίας που παίζονταν ανάμεσα στους αξιωματούχους του διαβόητου Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας. Ένα πολύ ενδιαφέρον και διαφωτιστικό –από πολλές απόψεις-μυθιστόρημα! 

31 Δεκ 2017

ΕΓΩ, Ο ΣΙΜΟΣ ΣΙΜΕΩΝ

ΕΓΩ, Ο ΣΙΜΟΣ ΣΙΜΕΩΝ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 438, Νοέμβριος 2017

     Σκέφτηκα να κλείσω τις παρουσιάσεις του 2017, με το καινούριο βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα Γ. Ξανθούλη, με τίτλο «Εγώ, Ο Σίμος Σιμεών» (με γιώτα, δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος).
     Ο Σίμος είναι ένα παιδί ξεχωριστό και τα πρώτα χρόνια της ζωής του, μας περιγράφει ο συγγραφέας. Ζει στη Χαλκόπολη, τη δεκαετία του ’60. Την πόλη αυτή, που δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, ο συγγραφέας την τοποθετεί μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας. Ο Σίμος είναι ο καρπός του έρωτα ανάμεσα στην Αναστασία-Σάσα Καρούβαλη, την τρίτη και πιο όμορφη από πέντε αδελφές (τις Καρουβαλίτσες κατά τον συγγραφέα) και τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Γρηγόρη Σιμεών. Γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1954 στην παραλία της Χαλκόπολης, όταν εκείνη εργαζόταν εκεί ως υπεύθυνη. «Φόρεσε μια πράσινη ρόμπα με μια ετικέτα στο βυζί που έγραφε «Υπάλληλος πλαζ» κλείδωνε και ξεκλείδωνε τις δέκα καμπίνες, πήρε και μαθήματα ναυαγοσώστριας χωρίς καν να ξέρει κολύμπι, κι αυτό ήταν».
     Η Σάσα, που στα 26 της χρόνια θεωρούνταν ότι κινδύνευε να μείνει στο ράφι, έμεινε έγκυος. Όμως ο Γρηγόρης Σιμεών, όταν απολύθηκε από το στρατό, αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση. Το μόνο που κατάφεραν οι τοπικές αρχές (Μητροπολίτης και Στρατιωτικός Διοικητής) προς τους οποίους απευθύνθηκε η μητέρα Καρούβαλη, ήταν, αφού εντόπισαν τον Σιμεών, να τον πείσουν ακόμα κι αν δεν ήθελε να παντρευτεί τη Σάσα, τουλάχιστον να αναγνωρίσει το παιδί.
     Ο Σίμος από μικρός φάνηκε ότι ήταν διαφορετικός «…άστραφτε από εξυπνάδα: προσθαφαιρούσε εύστοχα χωρίς μολύβι και χαρτί… και διάβαζε εφημερίδα». Η ιδιαίτερη εξυπνάδα του, σε συνδυασμό με τον τρόπο που ήρθε στη ζωή (δηλ. εκτός γάμου), ερέθισαν τα χειρότερα αντανακλαστικά του οικογενειακού περιβάλλοντος-με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις-και του κοινωνικού περίγυρου. Αντιμετώπισαν το παιδί με ζήλια, μοχθηρία, μικρόνοια και άκρατο συντηρητισμό. Από την άλλη, η μητέρα του, που είχε και αυτή τα δικά της προβλήματα υγείας, αδιαφορούσε πλήρως γι’ αυτόν. Ότι πετύχαινε το παιδί, το κατάφερνε με τις δικές του δυνάμεις. Μάλιστα ένιωθε τόσο έντονα το αίσθημα της απόρριψης, που πίστευε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο υπόλοιπος κόσμος δεν είναι πραγματικός. «Ο Σίμος διάβαζε και προσπαθούσε να οργανωθεί απέναντι στο τρομακτικό ενδεχόμενο να είναι τόσο αυτός όσο και ο περίγυρός του προϊόν φαντασίας ενός άγνωστου συγγραφέα, τον οποίο μάταια αγωνιζόταν να φανταστεί».  
     Στο τέλος, ο Σίμος θα καταφέρει να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον που αποτελούσε τροχοπέδη και να ανοίξει τα φτερά του για να κατακτήσει τους δικούς του ορίζοντες και να πραγματοποιήσει τα όνειρά του.
     Για μια ακόμη φορά, ο Γιάννης Ξανθούλης εντυπωσιάζει με το νέο του έργο. Καταφέρνει να συνδυάσει την πραγματικότητα με τη φαντασία και το ρεαλισμό με μεταφυσικές αλλά και σουρεαλιστικές σκηνές που προκαλούν γέλιο (το βιβλίο π.χ. αρχίζει με εγκωμιαστικά λόγια για ένα… νεκροταφείο). Με το δικό του μοναδικό τρόπο γραφής, ακτινογραφεί διεισδυτικά και ξεκαρδιστικά την κοινωνία της Χαλκόπολης, αλλά και στηλιτεύει νοοτροπίες και συμπεριφορές. Μην παραλείψετε να το διαβάσετε, γιατί θα σας χαρίσει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Εξαιρετικό!

     Κι επειδή αυτή είναι η τελευταία παρουσίαση του 2017, δράττομαι της ευκαιρίας, θα ευχηθώ σε όλους Καλή Χρονιά, με όσο το δυνατό λιγότερα προβλήματα και δυσκολίες και περισσότερα καλά αναγνώσματα. 

26 Δεκ 2017

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΞΙΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΞΙΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
PETER SWANSON
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΙΠΗ
Εκδόσεις: ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 421, Σεπτέμβριος 2017

     Στη σημερινή παρουσίαση θα μας απασχολήσει το συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ «Σε Κάποιους Αξίζει Ο Θάνατος» του αμερικανού συγγραφέα P. Swanson.
     Ο Τεντ Σέβερσον, ένας πολύ εύπορος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, σύμβουλος νεοφυών διαδικτυακών επιχειρήσεων, ετοιμάζεται να επιστρέψει στη Βοστόνη, μετά από ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο. Είναι αναστατωμένος, γιατί λίγες μέρες πριν το ταξίδι, έχει ανακαλύψει ότι η σύζυγός του η Μιράντα τον απατά. Στο αεροδρόμιο του Χίθροου, όσο περιμένει να αναχωρήσει η πτήση του, γνωρίζει μια αμερικανίδα, τη Λίλη Χέιουορντ, η οποία ταξιδεύει με την ίδια πτήση. Έχοντας πιεί λίγο παραπάνω, εξομολογείται στη Λίλη τα προβλήματα που έχει και μισοαστεία-μισοσοβαρά, της λέει ότι είναι τόσο θυμωμένος που θέλει να σκοτώσει τη γυναίκα του. Με έκπληξη την ακούει όχι μόνο να τον προτρέπει να το κάνει, αλλά να τον δικαιολογεί και να υποστηρίζει την άποψή της με επιχειρήματα! «Ειλικρινά, δεν πιστεύω ότι ο φόνος είναι τόσο κακό πράγμα όσο το κάνει ο κόσμος να φαίνεται. Όλοι πεθαίνουμε. Τι διαφορά έχει αν ρίξουμε μερικά σάπια μήλα καταγής λίγο πιο γρήγορα απ’ ότι προόριζε ο Θεός; Και κάτι τέτοιες, σαν τη γυναίκα σου για παράδειγμα, αξίζει να τις σκοτώσει κανείς».
     Ο Τεντ στη διάρκεια του ταξιδιού, εξακολουθεί να είναι έκπληκτος με αυτά που άκουσε, αλλά αρχίζει να το σκέφτεται πιο σοβαρά. «Τα λόγια της θαρρείς και ήταν ο αντίλαλος των επίμονων σκέψεων, των φαντασιώσεων να σκοτώσω τη γυναίκα μου, που με είχαν στοιχειώσει εδώ και μία εβδομάδα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι, σκοτώνοντας τη Μιράντα, θα κάνω μια καλή πράξη για την κοινωνία. Και να, εμφανίστηκε ξαφνικά αυτή η συνταξιδιώτισσα και έδωσε το ηθικό έρεισμα για να πραγματοποιήσω τις επιθυμίες μου».
     Όταν το ταξίδι φτάνει στο τέλος του, ο Τεντ και η Λίλη, έχουν αποφασίσει να συναντηθούν ξανά σε μία εβδομάδα. Αν εμφανιστούν και οι δύο, θα προχωρήσουν στο σχεδιασμό της δολοφονίας. Αν κάποιος από τους δύο μετανιώσει και δεν εμφανιστεί, τότε δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ ξανά. «Ας διαλέξουμε ένα μέρος κι ας συναντηθούμε σε μια εβδομάδα. Αν αλλάξω γνώμη, δεν θα έρθω. Και αν αλλάξεις γνώμη εσύ, μην έρθεις ούτε εσύ. Θα είναι σαν να μην έγινε ποτέ αυτή η κουβέντα». Όταν όμως φτάνει η ώρα του ραντεβού, είναι και οι δύο παρόντες…

     Όπως γράφω και στην αρχή, το «Σε Κάποιους Αξίζει Ο Θάνατος», είναι ένα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ. Ο συγγραφέας, δίνει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο τον λόγο σε καθέναν από τους τρεις κύριους χαρακτήρες του έργου, για να αφηγηθεί την συνέχεια της ιστορίας από τη δική του οπτική. Αυτό του επιτρέπει να χτίζει ψηφίδα-ψηφίδα το ψυχολογικό προφίλ τους, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στην εξέλιξη του μύθου. Το μυθιστόρημα εκτός από τους καλοδουλεμένους χαρακτήρες, έχει πολύ καλή γραφή, αναπάντεχη εξέλιξη, κλιμακούμενο σασπένς και πολλές ανατροπές, με την πιο θεαματική να συμβαίνει στην τελευταία σελίδα, με τη μορφή ενός υστερόγραφου σε μια επιστολή! 

20 Δεκ 2017

ΠΑΡΤΙΔΑ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ

ΠΑΡΤΙΔΑ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ
ΜΑΡΚΟ ΜΑΛΒΑΛΝΤΙ
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ
Εκδόσεις: ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 206, Νοέμβριος 2017

     Το αστυνομικό μυθιστόρημα «Παρτίδα Για Πέντε» είναι το πρώτο της σειράς «Μπαρ Λούμε-Εγκλήματα Στην Τοσκάνη», που περιλαμβάνει επτά τίτλους. Όλες οι ιστορίες της σειράς, διαδραματίζονται στην φανταστική παραλιακή πόλη Πινέτα της Τοσκάνης. Αυτή η πόλη των δέκα χιλ. κατοίκων, στην οποία τα νέα και οι φήμες κυκλοφορούν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο, από το 2000, έχει αρχίσει να γίνεται αυτό που λέμε τουριστικός προορισμός και συγκεντρώνει πολλούς ιταλούς αλλά και αλλοδαπούς τουρίστες. Εδώ βρίσκεται το Μπαρ Λούμε (σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «ίχνος» ή «ένδειξη») που ανήκει στον μάλλον ιδιόρρυθμο και ευφυή Μάσιμο. «Είναι γύρω στα τριάντα, με σγουρά μαλλιά, μούσι, η φυσιογνωμία του αποπνέει κάτι το αραβικό…». Το μπαρ επωφελείται από την τουριστική ανάπτυξη. Στον κήπο του μαζεύονται τουρίστες για να απολαύσουν έναν καφέ στη δροσιά. Αλλά οι σταθεροί και αμετακίνητοι πελάτες, είναι τέσσερις ηλικιωμένοι (όλοι είναι λίγο πάνω ή λίγο κάτω από τα ογδόντα), που πηγαίνουν εκεί κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, για να παίξουν χαρτιά, να τσακωθούν, να σχολιάσουν την επικαιρότητα και φυσικά να «χώσουν τη μύτη τους» στις υποθέσεις των άλλων. Όμως παρά τους συνεχείς λεκτικούς διαπληκτισμούς, ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι «Οι τέσσερις άντρες μάλλον είναι καλοί φίλοι, αν κρίνει κανείς από το πώς τσακώνονται: οι τρεις είναι καθισμένοι με παπική κοσμιότητα στις πλαστικές καρέκλες κι ο τέταρτος στέκεται όρθιος…».
     Στο πρώτο βιβλίο της σειράς, τις Αρχές απασχολεί ο φόνος μιας νεαρής κοπέλας, που βρέθηκε από έναν επίσης νεαρό μεθυσμένο, σε χώρο που προορίζεται για πικ-νικ. «…πρόσεξε ότι υπήρχε μια κοπέλα μες στον κάδο. Τη βρήκε μάλιστα αρκετά όμορφη. Σχεδόν ταυτόχρονα, κάτι μέσα του, του έλεγε ότι εκτός από όμορφη ήταν μάλλον και νεκρή». Το γεγονός αυτό, εκτός από τον αστυνόμο Φούσκο που είναι «μυγιάγγιχτος, θρασύς, ξεροκέφαλος, ξιπασμένος και ψωροφαντασμένος», κινητοποιεί και τα κουτσομπολίστικα αντανακλαστικά της παρέας του Μπαρ Λούμε. Οι ηλικιωμένοι με συνεχείς παρεμβάσεις προσπαθούν να πείσουν τον Μάσιμο να ασχοληθεί με την υπόθεση, για να έχουν πληροφόρηση από πρώτο χέρι, αλλά και γιατί δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στις ικανότητες του Φούσκο. Βέβαια αυτός έχει τις αντιρρήσεις του. «Κάνοντας παρέα με τους γέρους, σκέφτηκε, έχω καταντήσει κι εγώ γριά κουτσομπόλα. Έλα τώρα, Μάσιμο, κοίτα τη δουλειά σου και γύρνα στο μαγαζί σου να δουλέψεις». Όμως τελικά θα υποχωρήσει στις πιέσεις αλλά και την προσωπική του ανάγκη για την αποκάλυψη της αλήθειας, θ’ ασχοληθεί με την υπόθεση και θ’ ανακαλύψει το τι τελικά συνέβη.
     Πολύ καλό το πρώτο βιβλίο που μεταφράζεται στα ελληνικά του Μ. Μαλβάλντι. Ωραία δομημένος μύθος με όλα τα χαρακτηριστικά του αστυνομικού μυθιστορήματος, γραφή με χιούμορ, εξαιρετικά σκιαγραφημένοι χαρακτήρες, αναφορές σε άλλους συγγραφείς και έργα αστυνομικής-αλλά όχι μόνο-λογοτεχνίας και με μαεστρία απεικόνιση της κοινωνίας μιας μικρής πόλης, που παρά την εισβολή του μαζικού τουρισμού, επιμένει να κρατά αναλλοίωτα τα (καλά και «στραβά») στοιχεία του χαρακτήρα της.       


15 Δεκ 2017

ΑΜΑΡΤΩΛΑ ΝΥΣΤΕΡΙΑ

ΑΜΑΡΤΩΛΑ ΝΥΣΤΕΡΙΑ
ΤΕΣ ΓΚΕΡΙΤΣΕΝ
Μετάφραση: ΠΟΛΥ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις: ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 388, Ιούλιος 2017

     Σε δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες το συναρπαστικό ιατρικό θρίλερ «Αμαρτωλά Νυστέρια» της αμερικανίδας Τ. Γκέριτσεν που είναι απόφοιτη της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια.
     Το νοσοκομείο Μπέισαϊντ της Βοστόνης είναι πολύ επιλεκτικό όσο αφορά της προσλήψεις του προσωπικού που εργάζεται εκεί και ειδικά στην περιώνυμη χειρουργική κλινική. «Η μεταμοσχευματική μας ομάδα ενδιαφέρεται μόνο για το καλύτερο. Επιζητεί ανθρώπους με προσόντα και άριστες επιδόσεις. Θα έλεγα ότι είμαστε κάπως εγωιστές στην επιλογή των χειρουργών μας». Η Άμπι Ντι Ματέο, είχε αυτές τις προϋποθέσεις κι έγινε δεκτή ως ειδικευόμενη στο συγκεκριμένο νοσοκομείο και μάλιστα στην ελίτ, την ομάδα μεταμοσχεύσεων. Η κούραση μεγάλη. «Ήταν ξύπνια τριάντα ώρες συνέχεια, με εξαίρεση ένα δεκάλεπτο υπνάκο στο Ακτινολογικό… Η ώρα κόντευε δέκα το πρωί και ούτε μπάνιο είχε κάνει ούτε τα δόντια της είχε πλύνει. Για πρόγευμα είχε φάει ένα σφιχτό αυγό κι ένα φλιτζάνι καφέ που σκέφτηκε να της φέρει κάποια προνοητική νοσοκόμα της εντατικής. Θα στεκόταν τυχερή αν κατάφερνε να φάει για μεσημέρι κι ακόμα πιο τυχερή, αν έφευγε από το νοσοκομείο στις πέντε για να φτάσει στο σπίτι της στις έξι. Προς το παρόν θεωρούσε πολυτέλεια το να σωριαστεί σε κάποια καρέκλα». Όσα υπέφερε τα αντιμετώπιζε με στωικότητα και υπομονή, αφού θεωρούσε τιμή της το να βρίσκεται δίπλα στους επιστήμονες υψηλού κύρους που εργαζόταν στο νοσοκομείο και να θεωρείται συνάδελφός τους.
     Μια μέρα, θα χρειαστεί να πάρει μια σημαντική απόφαση. Η υγιής καρδιά ενός θύματος τροχαίου, θα πρέπει να μεταμοσχευθεί σε έναν 17χρονο ασθενή που είναι πρώτος στη λίστα αναμονής, αφού η ζωή του βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Μαθαίνει όμως, ότι αντί γι’ αυτό η λίστα θα παρακαμφθεί και η καρδιά θα δοθεί στη σύζυγο του εκατομμυριούχου Βίκτορα Βος, με εντολή της διοίκησης του νοσοκομείου. Τότε δε θα διστάσει. Αποφασίζει να βοηθήσει τη δρ. Βίβιαν Τσάο, που κι  εκείνη θέλει να τηρηθεί η σειρά και μαζί θα αφαιρέσουν την καρδιά από τον δότη για να τη στείλουν στο άλλο μεγάλο νοσοκομείο της Βοστόνης, όπου έχει μεταφερθεί ο 17χρονος.
     Η απόφασή της αυτή, πυροδοτεί μια σειρά εξελίξεις. Ο Βος, ορκίζεται να την καταστρέψει και η διοίκηση του νοσοκομείου, παρά την ανάληψη της ευθύνης από την Τσάο, θέλει να την απολύσει. Την γλιτώνει μόνο το γεγονός ότι το νοσοκομείο θέλει να αποφύγει το σκάνδαλο που θα προκαλούσε η αποκάλυψη της παράκαμψης της λίστας. Η Ντι Ματέο, παρά τις απειλές, δεν τα παρατά και ψάχνει. Θέλει να βρει τι ακριβώς συμβαίνει, πως είναι δυνατό να παρακαμφθεί η λίστα, αλλά και πως η εκατομμυριούχος βρήκε τελικά άλλο μόσχευμα. Αντιλαμβάνεται όχι μόνο ότι η ομάδα μεταμοσχεύσεων του νοσοκομείου διενεργεί εμπόριο οργάνων, αλλά υποψιάζεται ότι με κάποιο τρόπο «δημιουργούνται» μοσχεύματα, που παραχωρούνται έναντι αδρής αμοιβής. Οι έρευνες και οι ερωτήσεις που κάνει, προκαλούν την οργισμένη αντίδραση όσων επωφελούνται από το επικερδές εμπόριο και σύντομα η νεαρή γιατρός, θα χρειαστεί να παλέψει για την ίδια της τη ζωή!

     Καλογραμμένο θρίλερ, που περιγράφει με διεισδυτικότητα το απεχθές εμπόριο των ανθρώπινων οργάνων και τους τρόπους που μετέρχονται όσοι εμπλέκονται για να αποκομίσουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος.