5 Δεκ 2016

ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
ΒΑΣΩ ΚΟΖΩΝΗ ΤΟΥΜΠΑΝΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 315, Απρίλιος 2016

     Μεταξύ Καστροπολιτείας (Ναύπακτος) και Κωνστάντζας, κινούνται οι ήρωες του μυθιστορήματος της Β. Κοζώνη, το οποίο αφηγείται την περιπέτεια του βίου δύο οικογενειών, όπως την «είδε» ένας καθρέφτης, που χρόνια ολόκληρα βρισκόταν κρεμασμένος στον τοίχο του σπιτιού του Νικολάκη Δράκου. «Απέναντί της έστεκε ο μεγάλος βενετσιάνικος καθρέφτης, ο φερμένος απ’ την Κωνστάντζα… Ο καθρέφτης είχε ακούσει από πρώτο χέρι όλα τα περιστατικά. Τα περισσότερα μάλιστα τα ‘χε δει ολοζώντανα»
     Το 1964, στη Ναύπακτο, η Ευδοκία Δράκου, κάνει μια τελευταία επίσκεψη στο ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο πατρικό της σπίτι, πριν αυτό γκρεμιστεί για να αναγερθεί στο οικόπεδο μια πολυκατοικία. Σε μια γωνία, βρίσκει μια οικογενειακή φωτογραφία κι ένα σημειωματάριο. «Ένα καφέ δερματόδετο βιβλίο. «Μπα, τετράδιο είναι, πολυκαιρισμένο. Τα βερεσέδια θα είναι του μπαμπά». Τα φύλλα φαγωμένα στις άκρες. Νικολάκης Δράκος «Ημερολόγιον». Δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα να γράφει κάτι άλλο εκτός από λογαριασμούς. Με τρεμάμενο χέρι γύρισε στη δεύτερη σελίδα. Άρχισε να διαβάζει».
     Το ημερολόγιο που γράφει ο Ν. Δράκος ξεκινά το 1855, όταν ο 15χρονος ορφανός από πατέρα νεαρός, έφυγε από τα βουνά της Ρούμελης, για να μεταναστεύσει στην Κωνστάντζα, όπου ζούσε ο άκληρος θείος του Διονυσάκης, ο οποίος ασχολούνταν με το εμπόριο και είχε δημιουργήσει αξιόλογη περιουσία. «Όταν με γύρεψε ο μπάρμπα-Διονυσάκης, ο αδελφός του πατέρα να πάω στην Κωνστάντζα για ψυχοπαίδι του, ήμουν νήπιο. Η μάνα τότε δεν μ’ έδωσε. Όταν δεκαπεντάρισα κι είδε κι αποείδε μου πε: «Ξύπνος είσ’ εσύ, καμάρι μ’, δεν κάνεις για τα γίδια. Άετε να βρεις την τύχη σ’. Άμα προκόψεις ματάλα». Με σταύρωσε με φυλαχτά και πίστρωσε την καπότα μου με τα μάτια στο χώμα».
     Ο Νικολάκης πλάι στο θείο του, μαθαίνει όλα τα μυστικά του εμπορίου και εξελίσσεται σε σημαίνον πρόσωπο του επιχειρηματικού κόσμου και την ελληνικής παροικίας της ρουμανικής πόλης. Είκοσι χρόνια μετά, το 1875, επέστρεψε στα πάτρια εδάφη για να «κλείσει τα μάτια» της μάνας του. Τότε είδε και την κοπέλα που θα γινόταν γυναίκα του. «Δεκατεσσάρων χρονών, μου είπαν, μα φάνταζε είκοσι. Ψηλόλιγνη, μ’ ελαφίσιο λαιμό και κίνηση νεροφίδας. Ένα κεφάλι να το κόψεις. Η «Άνοιξη» του Μποτιτσέλι που είδα στη Φλοράντζα, όταν πέρασα προς τη Γένοβα για δουλειές του ναυτιλιακού γραφείου του μπάρμπα μου. Τέτοια ομορφιά! Οι πλεξούδες περιχυμένες με χρυσόμελο κι η θάλασσα λουσμένη στο χρυσωπό ήλιο αντιφέγγιζε στα μυγδαλωτά της μάτια. Με κοίταξε για μια στιγμή και το βλέμμα της πετάρισε μ’ ανήσυχα πρασινωπά κυματάκια που τράβαγαν τον καραβοκύρη ίσα καταπάνω τους. Όσο γνωστικός κι έμπειρος να ήταν κάποιος, θα τσακιζόταν πάραυτα στα κάλλη της Χρυσαφένιας».

     Η Ευδοκία, ανακαλύπτει όμως πως το «Ημερολόγιον» έχει πολλά κενά και αναλαμβάνει να συμπληρώσει αυτή την ιστορίας της οικογένειάς της, με όσα άκουσε και όσα έζησε.             Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο, μεγάλης αφηγηματικής δύναμης, με πολύ καλή γραφή και γλώσσα. Όπου και όταν χρειάζεται για να αποδοθεί καλύτερα το κλίμα του τόπου και του χρόνου, η συγγραφέας χρησιμοποιεί στοιχεία της ντοπιολαλιάς. Αναπλάθει άριστα και μας μεταφέρει την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής.  

30 Νοε 2016

ΑΚΥΜΑΝΤΟΙ

ΑΚΥΜΑΝΤΟΙ
ΝΙΚΟΣ ΣΚΟΡΙΝΗΣ
Εκδόσεις Ε.Ο.ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 411, Μάιος 2016

     Ένα πολιτικό μυθιστόρημα είναι το δεύτερο βιβλίο του Νίκου Σκορίνη, που μέσα από το μύθο του, περιγράφει την πορεία μιας παρέας παιδιών που ξεκίνησε μετά τον πόλεμο και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
     Σ’ ένα χωρίο του Ταΰγετου, την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1949, γεννιούνται με διαφορά λίγων λεπτών τέσσερα παιδιά! «Τα ονόματα δόθηκαν αμέσως από τους πατεράδες τους, που κατά τύχη βρέθηκαν όλοι στο ίδιο μαγαζί, αλλά σε διαφορετικά τραπέζια. Ο Θεός θα περίμενε αργότερα τη σειρά του για να τα ονοματίσει. Πέντε κιλά κρασί κέρασε τους θαμώνες έκαστος των γονιών για τη βάπτιση ενώπιον του λαού. Με τη σειρά, όπως γεννήθηκαν: Μάρκος, Μυρσίνη, Ροδάνθη, Άγης. Όλοι οι νεοσσοί, τέκνα του Αιγόκερου».
     Τα παιδιά όσο μεγάλωναν, γίνονταν φίλοι αχώριστοι. Μαζί στο σχολείο, μαζί και στα παιχνίδια. Όμως η ανέχεια, η υπανάπτυξη και η φτώχεια που ερήμωσαν την ελληνική επαρχία τα χώρισε. Οι γονείς τους αναγκάστηκαν να πάρουν ο καθένας το δικό του δρόμο της μετανάστευσης. Γρήγορα οι ξενιτεμένοι κατάλαβαν ότι η μετανάστευση δεν ήταν η ιδανική λύση και επέστρεψαν. «Μετά από τρία τέσσερα χρόνια ξενιτιάς, τα αιγοκεράκια, με διαφορά μηνός το ένα από το άλλο, γύρισαν πίσω στο χωριό του Ταΰγετου, μαζί με τις οικογένειές τους. Δεν ήταν όμως ίδιες πια. Πρώτος γύρισε ο Μάρκος με τη μάνα του. Ο πατέρας του άφησε τη ζωή του στο Βανκούβερ από την αρρώστια, μόλις πέντε μήνες νωρίτερα. Ακολούθησε η Ροδάνθη, χωρίς μάνα. Ο Άγης με πατέρα κουλό και τελευταία η Μυρσίνη χωρίς πατέρα».
     Παρά τις αντιξοότητες και μετά από μια ακόμα-εσωτερική αυτή τη φορά- μετανάστευση, τα παιδιά προόδευσαν. «Σπούδασαν όλοι. Ο Μάρκος Σερένης γιατρός, η Ροδάνθη Αυγερινού Ιστορία της Φιλοσοφίας και η Μυρσίνη Αποσπερίτη Κοινωνικές Επιστήμες. Ο Άγης Βρεττός έγινε σπουδαίος δικηγόρος». Τα τέσσερα παιδιά, όχι μόνο σπούδασαν, αλλά έγιναν επιτυχημένοι ο καθένας στον τομέα του. Πραγματικά επιτυχημένοι όμως κι όχι αυτό που θεωρούν οι νεοέλληνες επιτυχία, δηλ. τα πολλά-και κυρίως άνομα - λεφτά. «Μικροαστισμός και επιδειξιομανία! Έλληνας κακιάς κοπής ο Νεοέλληνας. Πολυτελή αυτοκίνητα, στα σκυλάδικα να σπάνε πιάτα… Να βγαίνουν οι… τενόροι και οι άριες μετά τη μία τα μεσάνυχτα και τα πλήθη στριμωγμένα γύρω από τα τραπέζια να εκστασιάζονται. Μια χαρά τον έφτιαξαν τον νέο Έλληνα! Τους βγάζω το καπέλο! ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έκαναν την Ελλάδα μισό αιώνα τώρα ένα απέραντο σκυλάδικο!».
     Μέχρι που ένας δυσεξήγητος φόνος κι ένα «περίεργο» ατύχημα, τους βάζουν σε ένα κυκεώνα γεγονότων και εξελίξεων που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, να ερμηνεύσουν και να ελέγξουν.
     Ο Ν. Σκορίνης μέσα από το εξαιρετικό του μυθιστόρημα, που έχει ιδιαίτερη πλοκή κι έντονο σασπένς, προσπαθεί να δώσει τη δικιά του άποψη κι εξήγηση για γεγονότα που μας προβληματίζουν όλους (τα οποία θεωρεί ότι δεν είναι τυχαία, αλλά προσεκτικά σχεδιασμένα εδώ και καιρό στα σκοτεινά παρασκήνια της διεθνούς πολιτικής) και τις δικές του απαντήσεις σε ερωτήματα που θέτουμε και που αφορούν την πολύ πρόσφατη ιστορία του πολύπαθου αυτού τόπου.    


23 Νοε 2016

Ο ΑΝΤΕΡΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ

Ο ΑΝΤΕΡΣ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ
ΓΙΟΥΝΑΣ ΓΙΟΥΝΑΣΟΝ
Μετάφραση ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 354, Σεπτέμβριος 2016

     Το άκρως διασκεδαστικό μυθιστόρημα του σουηδού Γ. Γιούνασον με τον τίτλο «Ο Άντερς Ο Φονιάς Και Οι Φίλοι Του», είναι το τρίτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
     Στην ρεσεψιόν της πανσιόν «Ακρωτήρι», εργάζεται ο νεαρός Περ Πέρσον. «Δεκατέσσερα δωμάτια. Διακόσιες είκοσι πέντε κορόνες τη βραδιά. Κοινή τουαλέτα και ντους. Καθαρά σεντόνια και πετσέτες μια φορά την εβδομάδα, αλλά μόνο αν τα χρησιμοποιημένα φαίνονταν αρκετά χρησιμοποιημένα». Ο Πέρ, από την εφηβική του ηλικία, οικτίρει διαρκώς τον από χρόνια πεθαμένο πάππου του, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο που αναγκάζεται να ζει σε μια συνεχή αβέβαιη οικονομική κατάσταση. «Ο γέρος ήταν από τους κορυφαίους εμπόρους υποζυγίων στη νότια Σουηδία. Ποτέ δεν έπεφτε το χρόνο κάτω από τα επτά χιλιάδες ζώα, όλα πρώτης τάξης. Όμως από το 1955 και μετά οι δόλιοι αγρότες, άρχισαν να αντικαθιστούν τα καματάρικα και καθαρόαιμα άλογα με τρακτέρ και με ταχύτητα που ο παππούς αρνιόταν να κατανοήσει. Οι επτά χιλιάδες συναλλαγές έγιναν επτακόσιες, μετά εβδομήντα και τέλος, επτά. Σε πέντε χρόνια, η πολλών εκατομμυρίων περιουσία της οικογένειας εξαφανίστηκε μέσα σε ένα σύννεφο καπνού από κινητήρες ντίζελ».
     Την πανσιόν «Ακρωτήρι» χρησιμοποιεί ως κατοικία του-όποτε είναι εκτός φυλακής-ένας άντρας που είναι γνωστός με το όνομα «Άντερς ο Φονιάς». Αυτόν τον καιρό έχει μόλις αποφυλακιστεί-για τρίτη φορά! «Στην πραγματικότητα ονομαζόταν Γιούχαν Άντερσον και είχε περάσει στη φυλακή σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του. Δεν τα κατάφερνε με τα λόγια και τις διατυπώσεις, αλλά είχε ανακαλύψει αρκετά νωρίς στη ζωή ότι μπορούσε να βρίσκει το δίκιο του αν πλάκωνε στα σκαμπίλια όποιον του έφερνε αντίρρηση ή έδινε έστω την εντύπωση ότι σκόπευε να το κάνει. Και να τον ξαναπλάκωνε αν ήταν αναγκαίο».
     Μια τυχαία συνάντηση στο γειτονικό πάρκο του Περ με μια νεαρή ιερέα, την Γιοχάνα Σελάντερ, θα προσθέσει ένα τρίτο μέλος στην «παρέα». «Ήταν πράγματι ιερέας. Του αφηγήθηκε, ενώ μασούσε και κατέβαζε ασταμάτητα τα τέσσερα σάντουιτς με χοιρομέρι του ρεσεψιονίστα, ότι μέχρι και την προηγούμενη είχε δική της ενορία, όταν κατά τη διάρκεια του κηρύγματος τη διέκοψαν και της ζητήθηκε από τον πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου να κατέβει από τον άμβωνα, να μαζέψει τα πράγματά της και να πάρει δρόμο». Το γιατί συνέβη αυτό, θα το μάθει ο Περ (και μαζί του και εμείς οι αναγνώστες), αρκετές… σελίδες αργότερα, κι έχει σχέση με το ότι η Γιοχάνα δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ακολουθήσει την ιερατική παράδοση της οικογένειας, αλλά εξαναγκάστηκε να το κάνει από τον πατέρα της.
     Η ιερέας και ο ρεσεψιονίστας, θέλοντας να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν την «ιδιαιτερότητα» του Άντερς. Ιδρύουν μια πρωτότυπη εταιρία… ξυλοδαρμών, που υπόσχεται εχεμύθεια, άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση των παραγγελιών και ξεκάθαρο τιμολόγιο. Δε διστάζουν μάλιστα να «χρησιμοποιήσουν» το αιματοβαμμένο παρελθόν του Άντερς, για να κάνουν γνωστή την εταιρία τους μέσω των ΜΜΕ, που όποτε οσμίζονται αίμα εκστασιάζονται και σπεύδουν. Έτσι αποκτούν ένα πελατολόγιο, που αποτελείται από τα χειρότερα αποβράσματα του σουηδικού υποκόσμου.
     Όμως οι φιλοσοφικές και θρησκευτικές «αναζητήσεις» του Άντερς, θα θέσουν σε κίνδυνο την αξιοπιστία της εταιρίας…
     Έξυπνο, καυστικό, πνευματώδες και αστείο το μυθιστόρημα, θα σας κάνει να χαμογελάτε διαβάζοντάς το, με τη χιουμοριστική αντιμετώπιση των καταστάσεων και να συμπαθήσετε τους «απατεώνες» ήρωες του, που βιώνουν αυτές τις καταστάσεις.


16 Νοε 2016

ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

ΞΑΦΝΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
ΦΙΛΙΠ ΚΕΡ
Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 431, Απρίλιος 2016

     Το πρώτο, μιας νέας σειράς βιβλίων που γράφει ο Φ. Κερ με πρωταγωνιστή τον Σκοτ Μάνσον, σας παρουσιάζω σήμερα.
     Ο Σκοτ Μάνσον, είναι βοηθός προπονητή με αυξημένες αρμοδιότητες στα αποδυτήρια, στην ποδοσφαιρική ομάδα Λόντον Σίτι, που αγωνίζεται στην Premier League της Αγγλίας, ιδιοκτησίας του ουκρανού δισεκατομμυριούχου Βίκτορ Σοκόλνικοφ. Υπήρξε πρώην ποδοσφαιριστής, αλλά η καριέρα του τελείωσε άδοξα το 2004 «…στις 23 Δεκεμβρίου, με βρήκαν ένοχο για βιασμό και καταδικάστηκα σε οχτώ χρόνια φυλάκισης…». Αφού έμεινε στη φυλακή 18 μήνες, τελικά αποδείχτηκε περίτρανα ότι ήταν αθώος, όπως ο ίδιος υποστήριζε. Όμως αστυνομικές αβλεψίες και η απόκρυψη στοιχείων από τον ντετέκτιβ που είχε αναλάβει την υπόθεση τον έστειλαν στη φυλακή.
     Ο πρώτος προπονητής της ομάδας, ο πορτογάλος Ζοάο Ζάρκο, πριν από ένα σημαντικό αγώνα με τη Νιούκαστλ, δεν εμφανίστηκε στα αποδυτήρια για την καθιερωμένη ομιλία, ενώ πριν από λίγη ώρα βρισκόταν στο γήπεδο. «Δεν υπήρχε καλύτερος στο να καταλαβαίνει και να εμψυχώνει τους παίκτες. Εμπνέει αφοσίωση και οι παίκτες θέλουν απλώς να παίξουν καλά για κείνον. Αν δεν ήταν προπονητής ποδοσφαίρου θα ήταν πολύ καλός στρατηγός… Το παιχνίδι υποτίθεται ότι θα ξεκινούσε στις 4 μ.μ., αλλά είχε πάει σχεδόν τρεις και ο Ζάρκο δεν είχε φτάσει ακόμα…». Κανείς όμως δεν μπορεί να φανταστεί τη συνέχεια.
     Η είδηση ότι ο ταλαντούχος προπονητής βρέθηκε νεκρός, πέφτει σαν «κεραυνός εν αιθρία» και συγκλονίζει όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο. «Ένας από τους άντρες της ασφάλειας του γηπέδου ανακάλυψε το πτώμα σε μια αυλίτσα για τους συντηρητές στην εξωτερική ατσάλινη κατασκευή… Είναι αρκετά απόμακρη, γι’ αυτό δεν τον βρήκαμε πιο νωρίς». Η κατάσταση του πτώματος παραπέμπει σε ανθρωποκτονία μετά από άγριο ξυλοδαρμό. «…τον τσάκισαν στο ξύλο απ’ ότι φαίνεται. Έτσι δείχνουν να έχουν τα πράγματα τέλος πάντων. Το κεφάλι του Ζάρκο ήταν πολύ πρησμένο… Η Σήμανση λέει ότι είχε τόσες πολλές κακώσεις, ώστε ακόμα κι αν είχε επιβιώσει, θα είχε κάποιου είδους εγκεφαλική βλάβη…».
     Ο ιδιοκτήτης της ομάδας καλεί τότε τον Μάνσον στο σπίτι του και με δέλεαρ τη θέση του πρώτου προπονητή, του αναθέτει να βρει ποιος δολοφόνησε τον Ζάρκο. Ο Μάνσον μετατρέπεται σε ντετέκτιβ και κάνοντας μια παράλληλη έρευνα με την αστυνομία, την οποία λόγω της προσωπικής του περιπέτειας αντιπαθεί και δεν εμπιστεύεται, προσπαθεί να ανακαλύψει την αλήθεια.

     Ο Κερ, αν και κινείται σ’ ένα χώρο και τόπο διαφορετικό από τα προηγούμενα έργα του, δημιουργεί έναν εξίσου ενδιαφέροντα και συμπαθητικό χαρακτήρα όπως ο Μπένι Γκούντερ, τις περιπέτειες του οποίου στο σκοτεινό και διεφθαρμένο παρασκήνιο του ποδοσφαίρου, θα απολαύσουμε, δοσμένες από την εξαιρετική πένα του βρετανού συγγραφέα, ο οποίος δηλώνει οπαδός της Άρσεναλ, από μικρό παιδί (κάτι που μου τον κάνει ακόμα πιο αγαπητό). 

11 Νοε 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΡΑΚΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΡΑΚΗΣ

Ο Βασίλης Τσιράκης γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1961. Τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στον Βόλο, ενώ από το 1980 ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε στο φυσικό τμήμα του ΑΠΘ. Αρθογραφεί για θέματα τέχνης και πολιτισμού στον περιοδικό Τύπο και στο διαδίκτυο. Έργα του: «Οι Ποδηλάτες Του Χρόνου» (Κοχλίας, 2004), «Ακορντεόν, Βιολί Και Φυσαρμόνικα» (ΚΨΜ, 2007), «Σελανίκ» (Τόπος 2012), «Τα Χρόνια Ανάμεσα» (Τόπος, 2016), το θεατρικό «Μετεωρολογικό Δελτίο», το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «Θεσσαλονίκη 2003» και οι μυθοπλαστικές ταινίες μικρού μήκους "Το παγκάκι" και  "Ένα Συν Ένα".

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
-         Η συμβίωση πέντε και πλέον διαφορετικών κοινοτήτων και τριών διαφορετικών θρησκευτικών δογμάτων, σε μια πόλη διαρκές άσυλο προσφύγων, όπου κατά τη διάρκεια της ημέρας η ώρα μετριόταν με δύο διαφορετικούς τρόπους και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας υπήρχαν δύο διαφορετικές ημέρες αργίας.

Το έργο σας περιλαμβάνει πολλά ιστορικά στοιχεία, αλλά και το πως διαμορφώθηκε η πόλη στο πέρασμα του χρόνου. Απαιτήθηκε έρευνα και πόσο καιρό διήρκεσε;
-      O μυθιστοριογράφος είναι ταυτόχρονα ένας ερευνητής, αλλά και ένας ρακοσυλλέκτης της ιστορίας. Η περιφορά στην πόλη και το ψάξιμο στους κάδους της μερικές φορές φτάνει και τρία και τέσσερα χρόνια.

Εκτός από τον τόπο στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία (Θεσσαλονίκη) υπάρχει άλλη σύνδεση με το προηγούμενο βιβλίο σας;
-         Εκτός από την ιστορία και την εξέλιξη της τοπογραφίας της πόλης, αξίζει ίσως να αναφέρουμε και τα πολλά ιστορικά πρόσωπα που «περνούν» από τα δύο μυθιστορήματα. Και τέλος το ότι κάποιοι από τους ήρωες στα «Χρόνια ανάμεσα» ίσως λοξοκοιτούν κάποιους από τους ήρωες του «Σελανίκ».

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το μυθιστόρημα αυτό και ποιο είναι;
-         Τα μηνύματα στα μυθιστορήματα θα πρέπει ίσως να μεταφέρονται όχι  από το συγγραφέα, αλλά από τους ήρωες, οπότε μάλλον είναι καλύτερα να απευθυνθούμε σε αυτούς.

Εκτός από τα ιστορικά πρόσωπα, το μυθιστόρημα περιλαμβάνει και φανταστικούς χαρακτήρες. Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
-         Συνεχίζουν να με καλούν σε συζήτηση και να με προβληματίζουν αν μετέφερα στο χαρτί όσο το δυνατόν πιστότερα το χαρακτήρα τους.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
-         Συνήθως κάποιος φίλος.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
-         Προφανώς η διαδικασία της γραφής είναι πριν απ’ όλα ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
-         Υπήρξαν πολλές στιγμές που οι ήρωες μου ανέτρεψαν την πεποίθηση που είχα αρχικά γι αυτούς και απαίτησαν να του «φέρομαι» πιο δίκαια.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
-         Η ζωντανή συζήτηση δεν μπορεί να υποκατασταθεί από καμιά άλλη, και αναφέρομαι προφανώς στο διαδίκτυο. Αρκεί να μην κυριαρχούν ερωτήσεις του «τι εννοεί ο ποιητής». Σε ένα καλλιτεχνικό έργο το ζητούμενο δεν είναι η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Έτσι δεν έχει και μεγάλη σημασία το τι εννοεί ο «ποιητής», αλλά το πως κατανοεί ο αναγνώστης τα πιστεύω και τις πράξεις των ηρώων.

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
-         Από τη στιγμή που τυπώνεται το βιβλίο και ξεκινά το ταξίδι του δεν ανήκει πια στο συγγραφέα. Το έργο στην πορεία επανοηματοδοτείται από την κοινωνική συγκυρία και από το υπόβαθρο του κάθε αναγνώστη. Έτσι η άποψη του συγγραφέα δεν είναι παρά μια ακόμη άποψη, ισότιμη με όλων των άλλων που το διάβασαν. Με αυτή την έννοια και βέβαια μου έχουν υποδειχτεί πτυχές του έργου που ούτε καν είχαν περάσει από το μυαλό μου όταν το έγραφα.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
-         Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα νομίζω άπτεται της δουλειάς των κριτικών λογοτεχνίας.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
-         Στο βαθμό που η συγγραφή είναι εσωτερική ανάγκη και όχι ματαιοδοξία, είναι μια διαδικασία γνώσης και έρευνας, αλλά ταυτόχρονα και ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μέσα από το οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό του. Ένα ταξίδι επίπονο που όμως ταυτόχρονα εμπεριέχει το στοιχείο της πληρότητας και της απόλαυσης.


Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο;

-         Μετά το «Σελανίκ» και τα «Χρόνια ανάμεσα» ακολουθεί το τρίτο βιβλίο της τριλογίας της Θεσσαλονίκης που καλύπτει τα χρόνια από τον εμφύλιο πόλεμο ως την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

7 Νοε 2016

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΔΙΧΩΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ
ΖΑΝ ΚΡΙΣΤΟΦ ΓΚΡΑΝΖΕ
Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΑΛΑ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 956, Απρίλιος 2016

     Το έχω γράψει και άλλη φορά, ότι τα ογκώδη βιβλία δεν τα συμπαθώ και σπάνια τα πιάνω στα χέρια μου για να τα διαβάσω. Το συγκεκριμένο βιβλίο όμως, από τη στιγμή που αποφάσισα να το ξεφυλλίσω αρχικά και στη συνέχεια να διαβάσω κάποιες παραγράφους με συνάρπασε. Μπορώ να πω τώρα που το διάβασα-σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σε σχέση με τον όγκο του, αφού δεν μπορείς εύκολα να το αφήσεις από τα χέρια σου-ότι δεν περισσεύει ούτε μια από τις 956 σελίδες του.
     Ο Ματίας Φρερ, είναι ένας ψυχίατρος που εδώ και λίγους μήνες μετακόμισε στο Μπορντώ από το Παρίσι, για να εργαστεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Πιέρ Ζανέ. Ένα σαββατόβραδο, που έκανε τη βάρδια του, η αστυνομία του έφερε έναν άνδρα που είχε χάσει τη μνήμη του. «Ο αμνήμων ήταν κολοσσός. Πρέπει να ‘ταν σχεδόν δύο μέτρα και πάνω από 130 κιλά. Φορούσε καπέλο-ένα αυθεντικό Στέτσον Τεξανού-και καουμπόικες μπότες από δέρμα σαύρας. Οι πλάτες ήταν στριμωγμένες σ’ ένα σκούρο παλτό… Τον άγνωστο τον είχαν βρει γύρω στα μεσάνυχτα κάποιοι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι σε μια καμπίνα γρασαρίσματος κατά μήκος της γραμμής 1. Όταν οι τεχνικοί τον είχαν ρωτήσει τι γύρευε εκεί πέρα, δεν είχε μπορέσει να τους απαντήσει κι ούτε ήξερε να τους πει το όνομά του… Δεν είχε μαζί του κανένα επίσημο χαρτί ούτε κάτι άλλο που θα επέτρεπε την ταυτοποίησή του. Ο τύπος φαινόταν να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Δυσκολευόταν να μιλήσει. Μερικές φορές μάλιστα ακόμη και να καταλάβει τις ερωτήσεις που του έκαναν».
     Το ίδιο βράδυ η αστυνόμος Αναϊς Σατλέ έκανε τη δική της βάρδια που τη φέρνει –επιτέλους- αντιμέτωπη με μια υπόθεση που προσδοκούσε εδώ και δύο χρόνια που βρισκόταν στο Μπορντώ. Κάτι που θα τη βοηθούσε να δείξει την αξία της. «Η βάρδια του Σαββατόβραδου ξεκινούσε μ’ ένα πτώμα. Δολοφονία πραγματική με όλα τα συμπαρομαρτούντα, τελετουργικό και ακρωτηριασμούς. Με το που είχε λάβει την κλήση, είχε πάρει το αυτοκίνητό της και είχε κατευθυνθεί στον τόπο του συμβάντος: στο σταθμό Σαιν Ζαν. Ενόσω οδηγούσε, επαναλάμβανε τις πληροφορίες που της είχαν δώσει. Ένας νεαρός άντρας γυμνός. Πολλαπλά τραύματα. Σκηνοθεσία διαστροφική. Τίποτε το συγκεκριμένο, κάτι όμως που ανέδιδε τρέλα, ωμότητα, έρεβος…». Η αστυνόμος κινητοποιεί την ομάδα της, παρά το προχωρημένο της ώρας. Κάποιος την πληροφορεί για το περιστατικό τον αμνήμονα που βρέθηκε εκεί κοντά. Η αστυνόμος αποφασίζει να επισκεφτεί το νοσοκομείο, για να δει αν υπάρχει κάποια συνάφεια ανάμεσα στα δύο περιστατικά, αφού η ώρα και η περιοχή των συμβάντων συμπίπτουν. Εκεί συνάντα τον ψυχίατρο Φρερ και ξεκινούν οι ανατροπές. Σε ένα ανθρωποκυνηγητό που ξεκινά από το Μπορντώ, περνά από τη (γαλλική) χώρα των Βάσκων, συνεχίζεται στη Μασσαλία και στο Παρίσι για να καταλήξει και πάλι στο Μπορντώ, αποδεικνύεται ότι κανένας δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά και αυτός που νομίζει ότι είναι…

     Το βιβλίο δεν είναι απλά ένα συναρπαστικό ψυχολογικό θρίλερ. Είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, με πλοκή, σασπένς, κινηματογραφικές σκηνές, συνεχείς ανατροπές, γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό και εξαιρετικούς χαρακτήρες μοναδικά σκιαγραφημένους. Βιβλίο που θα αποτελέσει εξαιρετική επιλογή ακόμα και για τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες.  

31 Οκτ 2016

MAESTRA

MAESTRA
L.S. HILTON
Μετάφραση ΣΟΦΙΑ ΤΑΠΑ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 399, Ιούνιος 2016

     Το μυθιστόρημα της Λίζα Χίλτον, που θα μας απασχολήσει σήμερα, είναι το πρώτο μιας τριλογίας (της οποίας τα επόμενα μέρη δεν γνωρίζω πότε θα κυκλοφορήσουν). Πριν προχωρήσω στην παρουσίαση του μύθου του βιβλίου, πρέπει να σας πω ότι η συγγραφέας, χρησιμοποιεί «ελεύθερη» γλώσσα, τόσο στις ερωτικές σκηνές, όσο και στις σκηνές ανθρωποκτονιών και οι περιγραφές που κάνει είναι πολύ ρεαλιστικές! Κάτι που μπορεί να ενοχλήσει ορισμένους. Όμως νομίζω ότι η χρήση της συγκεκριμένη γλώσσας και οι ρεαλιστικές περιγραφές, δεν έχουν να κάνουν τόσο με την πρόκληση του αναγνώστη, όσο με το ότι έτσι δείχνει μια ακόμη πτυχή του πολύπλευρου χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας του έργου της, που είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας.
     Η Τζούντιθ Ράσλι, είναι μια νέα γυναίκα, που αφ’ ενός δεν μεγάλωσε σε αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «υγιές περιβάλλον» και αφ’ ετέρου, υπήρξε πολλές φορές θύμα bullying στη διάρκεια των μαθητικών της χρόνων. Μετά από εμπεριστατωμένες σπουδές στην Ιστορία της Τέχνη, έπιασε δουλειά σε έναν από τους σημαντικότερους οίκους δημοπρασιών του Λονδίνου, τον British Pictures. Εκεί εργάζεται ως βοηθός, αλλά παρά τη σκληρή προσπάθεια και τις γνώσεις της, δεν καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή των προϊσταμένων της. Κάτι που θα έφερνε μια προαγωγή και κάποια αύξηση μισθού, που θα τη βοηθούσε να πάψει να φυτοζωεί και να ορθοποδήσει οικονομικά.
     Μια μέρα στο μετρό συναντά μια παλιά της συμμαθήτρια τη Λιάν, που χρησιμοποιεί το Μερσέντες ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κι εργάζεται σε ένα «κλαμπ σαμπάνιας», το οποίο προσφέρει ποτά σε μοναχικούς άντρες με τη συντροφιά (αποκλειστικά και μόνο συντροφιά) όμορφων κοριτσιών. Της προτείνει να ζητήσει δουλειά για να ενισχύσει το εισόδημά της, αφού τα φιλοδωρήματα που κερδίζουν τα κορίτσια είναι αρκετά υψηλά. Η Τζούντιθ δελεάζεται και αποφασίζει να δοκιμάσει. «Η συνέντευξή μου για μια θέση στο Γκστάαντ Κλαμπ εκείνο το βράδυ συνοψίστηκε στη συνάντησή μου με τον Όλι, τον γιγαντιαίο, βαρύθυμο Φιλανδό, που ήταν ιδιοκτήτης, μετρ και μπράβος μαζί και που μ’ έκοψε από πάνω μέχρι κάτω… «Αντέχεις το ποτό;» με ρώτησε. «Απ’ το Λίβερπουλ είναι» χαχάνισε η Μερσέντες κι εκεί τελείωσε το θέμα. Κι έτσι, για τις επόμενες οχτώ εβδομάδες, κάθε Πέμπτη και Παρασκευή βράδυ, δούλευα στο κλαμπ».
     Χωρίς βέβαια να εγκαταλείψει την κανονική της δουλειά. Την οποία δεν μπόρεσε να κρατήσει για πολύ ακόμα. Όταν ανακάλυψε ότι ο Ρούπερτ, ο προϊστάμενός της, εμπλέκεται στην απάτη της πώλησης ενός πλαστού πίνακα που με τις κατάλληλες «επεμβάσεις» παρουσιάζεται ως γνήσιος, απολύεται πριν προλάβει να αποκαλύψει οτιδήποτε. Η ζωή της αλλάζει δραματικά κι αισθάνεται να βρίσκεται σε απόλυτο αδιέξοδο. Μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει, δέχεται την πρόταση του πιο ευκατάστατου από τους πελάτες του κλαμπ, για μια ολιγοήμερη «απόδραση» στη Ριβιέρα. Όμως εκεί τα πράγματα παίρνουν μια απρόσμενη τροπή. Και η περιπέτεια αρχίζει…

     Ένα έξυπνο θρίλερ, με δράση, σασπένς, πολύ ζωγραφική, «κινηματογραφική» δομή, ένταση, ανατροπές, του οποίου η γραφή και ο χαρακτήρας της Τζούντιθ, της κεντρικής ηρωίδας, προκάλεσαν συζητήσεις όπου κυκλοφόρησε το βιβλίο.