Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Οκτ 2022

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΟΠΑΣΕ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 434, Απρίλιος 2022

 

     Ιστορικό θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το νέο, δέκατο στη σειρά, μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη.

     Το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς του 2000, ο Αλέξης και η Αθηνά Δεληγιώργη, υποδέχονται στο διαμέρισμά τους στην παραλιακή λεωφόρο της Θεσσαλονίκης, ορισμένους φίλους, για να γιορτάσουν όλοι μαζί. Ενώ πλησιάζει η ώρα για την έλευση της νέας χιλιετίας, έχουν έλθει όλοι οι καλεσμένοι, εκτός από τον σκηνοθέτη και ηθοποιό, Οδυσσέα Μπλάντ. «Είναι ιδιαίτερο άτομο ο Οδυσσέας Μπλαντ, όπως κάθε αληθινός καλλιτέχνης. Συχνά δίνει την εντύπωση ότι είναι πλάνητας στη ζωή. Ότι το πνεύμα του δεν ανήκει σ’ αυτή την πόλη, ούτε το σώμα του. Ότι το πνεύμα και το σώμα του ανήκουν σε έναν τόπο όπου κατοικούν οι απόντες-καλλιτέχνες που τους βαραίνει ο μύθος τους, ή ο άλλος τους εαυτός, και εγκαταλείπουν την πόλη και τον άλλο τους εαυτό, παίρνοντας μαζί μονάχα τις αισθήσεις τους και τη φωνή τους».

     Αν και ο Μπλαντ δεν φημιζόταν για την ακρίβεια στα ραντεβού του, αυτή η μεγάλη καθυστέρηση ανησύχησε τη σύντροφό του Εκάβη, η οποία αφού τον αναζήτησε χωρίς επιτυχία στο κινητό του τηλέφωνο, αποφάσισε να πάει στο σπίτι του, για να δει τι συμβαίνει. Φτάνοντας εκεί, αντίκρισε ένα αποτρόπαιο θέαμα. «…η εικόνα την συνθλίβει. Ο Οδυσσέας Μπλαντ νεκρός, καθισμένος στο γραφείο του μέσα σε μια λίμνη αίμα. Το κεφάλι του γερμένο στο στήθος, το περίστροφο πεσμένο στο πάτωμα, κάτω από το κρεμασμένο, άψυχο χέρι του. Είναι ντυμένος, έτοιμος να φύγει για το ρεβεγιόν. Πάνω σε μια στοίβα από βιβλία υπάρχει μισή κόλλα γραφομηχανής με δύο λέξεις γραμμένες με την πένα του-δώρο που του είχε κάνει εκείνη πριν από χρόνια. Διαβάζει μέσα σε λυγμούς: «ο άνεμος κόπασε». Χρειάζεται χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσει τι έγινε, έπειτα σήκωσε το ακουστικό, σε μια ύστατη απελπισμένη κίνηση και κλαίγοντας καλεί την αστυνομία-η φωνή της τρέμει».

     Ο αστυνόμος Χατζής που αναλαμβάνει την υπόθεση, ότι βλέπει τον τόπο του συμβάντος, δεν είναι σίγουρος πρόκειται για αυτοκτονία ή εγκληματική ενέργεια. «Αυτό που τον προβληματίζει είναι ότι δεν έχει ξανασυμβεί στα εγκληματολογικά χρονικά να ντυθεί κάποιος στην τρίχα για να πάει σε ρεβεγιόν ή σε θέατρο, να έχει φορέσει το παπιγιόν του και να τινάζει τα μυαλά του στον αέρα. Οφείλει να εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα».

     Με όχημα μια αστυνομική (;) ιστορία, ο Γ. Γρηγοράκης, κάνει ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα του ήρωα του, ο οποίος από πολύ τρυφερή ηλικία, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τρομακτικές αντιξοότητες.

     Ακόμη, ο συγγραφέας, θίγει ένα θέμα που για πολύ καιρό υπήρξε ταμπού για την πόλη της Θεσσαλονίκης και μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισε να έρχεται στην επιφάνεια και να συζητείται ευρύτερα. Είναι η συμπεριφορά των κατοίκων απέναντι στους εβραίους την εποχή της Κατοχής. Από τη μια οι απλοί πολίτες, που πολλοί από αυτούς, φρόντισαν να απογυμνώσουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και μαγαζιά των εβραίων συμπολιτών τους, αλλά ακόμα και να καταδώσουν κρυμμένους εβραίους, οδηγώντας τους έτσι στο θάνατο. Από την άλλη οι διάφοροι δοσίλογοι και συνεργάτες των Γερμανών που έχτισαν τεράστιες περιουσίες «… αυτή ήταν, ίσως, και η ετυμηγορία τη πόλης, η εθελούσια απώθηση συναισθημάτων και εικόνων από τον πόλεμο και τον εκτοπισμό των Εβραίων, ό,τι στοίχειωνε τη μνήμη της, γιατί και οι δωσίλογοι, μεσεγγυούχοι ή όχι, περπατούσαν σχεδόν κορδωμένοι εκπροσωπώντας, συνειδητά και ατιμώρητα, ό,τι άφησαν πίσω τους οι Γερμανοί. Ήταν οι ιδεολογικοί απόγονοι του ναζισμού, προάγγελοι μελλοντικής βαρβαρότητας, που κυοφορούσαν την κατεστημένη κατάσταση των πραγμάτων για το υπόλοιπο του αιώνα. Την κυοφορούσαν με το αζημίωτο διατηρώντας τα κεκτημένα τους, σπίτια, μαγαζιά και άλλα λάφυρα, λίρες, χρυσαφικά και κοσμήματα, σαν κληροδότημα για τη συνεισφορά τους στον πόλεμο. Σκέφτηκε ότι η πόλη είχε χάσει το βηματισμό της, αλλά ούτε και θα τον έβρισκε ποτέ, διότι, για να βρει κανείς το βηματισμό του, θα πρέπει πρώτα να ισιώσει την πλάτη του. Είχε καμπουριάσει η πόλη κι αρνιόταν να δει την καμπούρα της».  

     Το «Ο Άνεμος Κόπασε», είναι ένα μυθιστόρημα που  θα αποτελέσει «τροφή για σκέψη», θα επηρεάσει πολυποίκιλα και θα θέσει ερωτήματα στον αναγνώστη, χαρίζοντάς του παράλληλα ώρες αναγνωστικής απόλαυσης, λόγω του εξαιρετικού τρόπου με τον οποίο είναι γραμμένο.

12 Νοε 2018

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ

Ο Γιάννης Γρηγοράκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά και για πάνω από τριάντα χρόνια άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Έργα του: «Η Συνωμοσία Των Αγγέλων» (2001, Σύγχρονοι Ορίζοντες), «Καφέ Προκόπ» (2004, Ελληνικά Γράμματα), «Ο Διαβήτης Του Πλάτωνα» (2009, Κέδρος), «Μαύρη Πέτρα» (2011, Κέδρος), «Η Καταιγίδα Έρχεται, Συνέχισε Να Τρέχεις» (2012, Κέδρος), «Τέταρτος Κόσμος» (2013, Κέδρος), «Κόκκινο Και Γυμνό» (2015, Κέδρος), «Αληθινοί Και Ονειροπόλοι» (2018, Κέδρος).

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Αληθινοί Και Ονειροπόλοι»;
     Ήθελα να γράψω ένα είδος σάγκα. Μια οικογένεια διατρέχει την ιστορία του τόπου σε βάθος αιώνα. Ένα όνειρό της που γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’20 περιμένει το αύριο, δηλαδή καλύτερες μέρες, για να πάρει σάρκα και οστά. Ένα καλύτερο αύριο περιμένει και η χώρα. Δυο ομόκεντρες ιστορίες με πυρήνα το όνειρο. Έκανα τους κεντρικούς ήρωες αμπελουργούς και ονόμασα το όνειρό τους. Μια μέρα, πρώτα ο Θεός, θα έφτιαχναν ένα οινοποιείο στην Μαντίνεια. Η ιδέα λειτούργησε δημιουργικά επειδή μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω για πολλά πράγματα, και κυρίως για το κρασί που είναι ο αρμός ανάμεσα στη μνήμη και την αφήγηση.    

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το αυτό και ποιο είναι αυτό;
     Το στόρι αρχίζει και τελειώνει με ένα πνεύμα υπαρξιακής ειρωνείας. Η προσδοκία για καλύτερες μέρες θα υπάρχει πάντα, θα μας σημαδεύει σε κάθε μας αναζήτηση, αλλά είμαστε αιχμάλωτοι του εαυτού μας. Επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την μεταφυσική δύναμη της τύχης που επεμβαίνει απρόβλεπτα και μας σκορπίζει μια στιγμή που νομίζουμε ότι όλα πάνε καλά. Οι θεωρητικοί του χάους λένε ότι μελετούν το χείλος του γκρεμού όπου ισορροπεί η ύλη, αλλά εκεί νομίζω ισορροπεί ο κόσμος στο σύνολό του.     

 Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
Δεν πιστεύω ότι η συγγραφή ενός βιβλίου είναι από μόνης της κοινωνική πράξη. Εξαρτάται από το τι γράφει κανείς. Αν ο μύθος που επιλέγει ο συγγραφέας να αφηγηθεί αγγίζει ως θέμα το κοινωνικό γίγνεσθαι και τη διαμόρφωσή του, τότε ναι, είναι μια κοινωνική πράξη. Παρουσιάζοντας όψεις του κόσμου, και φωτίζοντας τον παραλογισμό των καιρών μας, χωρίς διδακτικές κατευθύνσεις, είσαι στο σωστό δρόμο.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Έγραφα για χρόνια χωρίς να είναι στις προθέσεις μου να εκδώσω κάτι, αλλά μια τραυματική εμπειρία άλλαξε ριζικά την άποψή μου για κάποια πράγματα. Είπα τότε να καθίσω να γράψω ένα βιβλίο. Όταν το πήρα στα χέρια μου τυπωμένο ένιωσα μια γλυκιά έξαψη που όμως κράτησε λίγο. Ακολούθησε ένα προοδευτικό ξεφούσκωμα. Σκέφτηκα: Αυτό ήταν όλο;

 Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Όσο το βιβλίο υπάρχει έστω και σε μια βιβλιοθήκη τίποτα δεν τους απειλεί. Μια μέρα κάποιος θα απλώσει το χέρι του και θα το πάρει να το διαβάσει. Μπορεί να γίνει είκοσι χρόνια μετά, δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει η καινούργια μαγεία, το διαπλανητικό άλμα που επιχειρούν οι ήρωες από τις σελίδες ενός βιβλίου στο μυαλό ενός αναγνώστη του μέλλοντος.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Η γυναίκα μου. Έχει καλό ένστικτο και είναι αυστηρός κριτής. Στον “Τέταρτο κόσμο” μού είπε ότι το τέταρτο κεφάλαιο πρέπει να πάει πρώτο. Δεν την άκουσα. Αν ποτέ επανεκδοθεί, το κεφάλαιο αυτό θα πάει πρώτο.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Ανακαλύπτω συνέχεια. Ο εαυτός μου είναι μια ανεξερεύνητη ήπειρος, όπως και του καθενός. Στο “Κόκκινο και γυμνό” διέσχισα ένα βαθύ, ορμητικό ποτάμι που ανακάλυψα ανάμεσα στην καρδιά και στους πνεύμονες. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι η συνείδησή μου κοιμάται όταν δεν γράφω.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Συμβαίνει το εξής παράδοξο: Μέσα από την διαφορετικότητα των χαρακτήρων που επινοείς αναπτύσσονται απόψεις και θέσεις που συγκροτούν την αντικειμενική ματιά, αυτήν που στερείσαι στην ιδιωτική σου ζωή, επειδή είσαι προσκολλημένος άλλοτε στον εγωισμό, άλλοτε στην ημιμάθεια. Στην πορεία συνειδητοποιείς ότι η αντικειμενική ματιά που καταθέτουν οι ήρωές σου, ή μερικοί από αυτούς είναι πιο κοντά στην αλήθεια και ότι κάποια πράγματα τα έβλεπες λάθος. Για παράδειγμα το ότι ο κόσμος εξελίσσεται χωρίς απαραίτητα να προοδεύει, το ανακάλυψα γράφοντας. Μετά από τόσες ηθικές επαναστάσεις, Μάης του 68, Γούντστοκ, και λοιπά, πίστευα ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Όχι, ο κόσμος είναι χειρότερος.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Φυσικά, είναι μια όμορφη εμπειρία, είτε μιλάμε πάνω σε θέματα σχετικά με την λογοτεχνία και τη γραφή, είτε πάνω σε βιβλία που έχω γράψει, είτε πάνω σε κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συζητήσεις πάνω σε βιβλία μου που συμβαίνει να περιέχουν συμβολισμούς και αλληγορίες. Το “Η μητρόπολη του χάους” μου πρόσφερε πολλές τέτοιες χαρές, επειδή είναι ένα σκοτεινό βιβλίο, δυστοπικό, όπου η συνείδηση του αναγνώστη βρίσκεται συνεχώς κάτω από ψυχολογική πίεση, πράγμα που την εξωθεί σε μια εμμονική επιθυμία ερμηνείας κάθε παραδοξότητας, κάθε σκιάς. Σε περιπτώσεις σαν αυτές καταλαβαίνω πόσο βαθιές είναι οι ρίζες μας με το μεταφυσικό, το υπερβατικό, το φαινομενικά ξένο και ανοίκειο προς την ανθρώπινη φύση. Δεδομένου ότι η ανάγνωση είναι εσωτερική διαδικασία συχνά οι αναγνώστες δίνουν ερμηνείες που ποτέ δεν είχα σκεφτεί, ωστόσο έχουν ισχυρά ερείσματα. Αυτές τις συζητήσεις τις απολαμβάνω επειδή μου δίνουν την αίσθηση ότι ένα βιβλίο που έγραψα πριν από πολλά χρόνια βρίσκεται σε φάση αναδημιουργίας.   

Υπάρχει κάποιο θέμα για το οποίο θα θέλατε να γράψετε, αλλά δεν έχετε βρει ακόμη τον τρόπο να το προσεγγίσετε;
          Ναι. Κάποια στιγμή θα γράψω ένα μυθιστόρημα με    ιστορικές αναφορές στην πόλη που γεννήθηκα και ζω. Είναι μια παλιά οφειλή προς τον εαυτό μου. Η Θεσσαλονίκη είναι ένας ενεργητικός δαίμονας, που με κεντρίζει διαρκώς. Είναι μια άκρως συντηρητική πόλη. Πάντα ήταν. Αλλά ισχύει αυτό που λέτε, δεν έχω βρει τον τρόπο να προσεγγίσω το θέμα. Θα ήθελα πολύ να είναι το επόμενο βιβλίο μου.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Αυτό που λέγεται ότι είμαστε ό,τι έχουμε διαβάσει ισχύει. Σίγουρα κάποιοι από τους συγγραφείς που έχω διαβάσει έχουν επηρεάσει τη σκέψη μου, αυτό έχει περάσει και στο “Κόκκινο και γυμνό” όπου υπάρχουν πολλές αναφορές στον Καμύ, τον Κέρουακ και άλλους, αλλά δεν είμαι σε θέση να κρίνω αν επηρέασαν την γραφή μου, το στυλ της αφήγησης, και λοιπά. Αυτό μπορούν να το καταλάβουν μόνον οι τρίτοι.  
  
Όλοι έχουμε εμμονές διαφόρων ειδών. Εσείς έχετε συγγραφικές εμμονές;
     Τα περισσότερα βιβλία μου έχουν ένα σχεδόν αμφίσημο τέλος ή ένα απατηλό τέλος, ένα τέλος που σκόπιμα απατά. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί εμμονή, όμως και οι αναγνώστες έχουν τις εμμονές τους. Συνήθως εστιάζουν στο τέλος του βιβλίου και στην πλειονότητά τους θέλουν αυτό να είναι καλό, ή τουλάχιστον ευοίωνο. Ίσως γιατί στην αληθινή ζωή κυριαρχούν οι αυταπάτες. Το ανεκπλήρωτο, η ματαίωση. Ένα σπαρακτικό βιβλίο απωθεί πολύ κόσμο.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Είναι δύσκολη διαδικασία. Μερικά βιβλία τα έγραψα τρεις και τέσσερις φορές μέχρι να φτάσουν στο τυπογραφείο. Συχνά κάπου κολλάω και τότε χάνω τον ύπνο μου. Στο μεταξύ γερνάω. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Αλλά αν υπάρχει μια πυρά της ανησυχίας αυτή είναι το γράψιμο.  

Σας ευχαριστώ πολύ!






31 Αυγ 2018

ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 468, Μάιος 2018

     Όσοι παρακολουθούμε τη συγγραφική πορεία του Γ.  Γρηγοράκη, εντυπωσιαζόμαστε από την ικανότητα που έχει να   μεταβαίνει από το ένα λογοτεχνικό είδος στο άλλο και από την μία εποχή σε μια άλλη, διαφορετική, από βιβλίο σε βιβλίο. Θαυμάζουμε ακόμη την δυνατότητά του να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τα «σημεία των καιρών» και περιγράφοντάς τα, να τα μετουσιώνει σε λογοτεχνία υψηλής ποιότητας. Τέλος, απολαμβάνουμε τους καλοστημένους μύθους, τους διεισδυτικά δομημένους χαρακτήρες, την άριστη γνώση και χρήση της γλώσσας και τον εξαιρετικό τρόπο γραφής του.
     Το καινούριο του μυθιστόρημα, δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερο από τα προηγούμενα. Περιέχει όλα τα παραπάνω και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Τολμώ να πω ότι στο «Αληθινοί Και Ονειροπόλοι», ο Γ. Γρηγοράκης βρίσκεται στην πιο ώριμη και συγγραφικά γόνιμη εποχή.
     Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Αληθινού, ο πρόγονος της οποίας Λέων, οραματίστηκε τη δημιουργία ενός οινοποιείου που θα επεξεργαζόταν τα σταφύλια του οικογενειακού χρήματος στη Μαντίνεια. «Σύμφωνα με το όραμα του Λέοντα Αληθινού, που περιέγραφε επακριβώς στο καφενείο πίνοντας το κρασί του, θα αγόραζε δύο τουλάχιστον εκτάσεις ακόμη, συνολικά τριακόσια στρέμματα περίπου, μια στην Πελοπόννησο, στην Αργολίδα ή στην Κόρινθο, μια δεύτερη αλλού, στη Μακεδονία, ίσως στη Νάουσα ή στο Αμύνταιο, όπου θα φύτευε άλλες ποικιλίες οινοποιήσιμων σταφυλιών που ευδοκιμούσαν σ’ εκείνα τα μέρη… Δεν υπήρχαν χρήματα για μια επένδυση τέτοιου μεγέθους, αν συνυπολόγιζε κανείς και το κόστος της ανέγερσης του οινοποιείου, συν τον εξοπλισμό. Αλλά του άρεσε αυτή η ιδέα, θα του επέτρεπε να στρέφει το κεφάλι του πέρα δώθε και να ατενίζει περήφανος τον ορίζοντα…». Όμως πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις αλλά και «υποκρυπτόμενες παράμετροι της πραγματικότητας» δεν επέτρεψαν ούτε στον Λέοντα, ούτε στο γιό του Άγγελο, να πραγματοποιήσουν το όραμα.
     Τα κατάφερε ο εγγονός Διονύσιος, ο οποίος αφού «είχε τη συναίνεση των φυτών» και με τραπεζικό δανεισμό-οι οικονομικές συνθήκες είχαν βελτιωθεί- προχώρησε στη υλοποίηση του οράματος, την ανέγερση του οινοποιείου των Αληθινών.
     Όπως γράφω και στην αρχή, το «Αληθινοί Και Ονειροπόλοι» είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Μέσω της αφήγησης της ιστορίας της οικογένειας Αληθινού, μιας οικογένειας της οποίας τα μέλη ήταν ξεχωριστά και ιδιαίτερα, ο συγγραφέας διατρέχει τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας, από το 1929 μέχρι τις μέρες μας και μέσα από τις πράξεις και τις σκέψεις των χαρακτήρων του, μας κάνει κοινωνούς των απόψεων του, που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, για πολλά θέματα που απασχολούσαν και απασχολούν τον άνθρωπο. Νομίζω ότι το μυθιστόρημα του Γ. Γρηγοράκη, συγκαταλέγεται στα δέκα καλύτερα που διάβασα φέτος. 

    

14 Φεβ 2014

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 391, Νοέμβριος 2013

     «Ο όρος Τέταρτος Κόσμος βρίσκεται εν χρήσει εδώ και σαράντα χρόνια περίπου και αναφέρεται στους εξαθλιωμένους του ανεπτυγμένου κόσμου. Αυτοί οι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν μέσα στην εξαθλίωση αλλά κατέληξαν να ζουν εξαθλιωμένοι και στον πυθμένα όλων των πραγμάτων, μέσα στις ακραίες επιλογές του καπιταλισμού».
     Έχω γράψει κι άλλες φορές, ότι υπάρχουν κάποια –λίγα- βιβλία, τα οποία καταλαβαίνει ότι είναι σημαντικά από τις πρώτες σελίδες. Στο βιβλίο του Γιάννη Γρηγοράκη, αυτό το καταλαβαίνεις από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Είναι ένα βιβλίο που περιγράφει μια κοινωνία ζοφερή, σε χώρο και χρόνο που δεν κατονομάζονται. Αλλά αυτό ελάχιστη σημασία έχει.
     Η κοινωνία που περιγράφει ο συγγραφέας, βρίσκεται σε κατάρρευση. Μια μακροχρόνια οικονομική κρίση έχει πλήξει κάθε κοινωνική τάξη. Οι φτωχοί και οι άνεργοι-ο αριθμός των οποίων αυξάνεται κάθε μέρα-«μαρκάρονται» με ένα κόκκινο αστέρι κι απαγορεύεται να κυκλοφορούν στις πόλεις και στα εμπορικά κέντρα για να μη δημιουργούν προβλήματα στις συναλλαγές, όπως λέει η κυβέρνηση. Ζουν έγκλειστοι σε καταυλισμούς και στρατόπεδα, πολύ καλά φυλασσόμενα, απ’ όπου μπορούν να βγουν μόνο με ειδική άδεια που δίνεται με εξαιρετική φειδώ. Δωμάτια σπιτιών επιτάσσονται για να στεγαστούν οι πολλοί άστεγοι που έχασαν τα σπίτια τους λόγω χρεών. Η δικαστική εξουσία έχει εκχωρηθεί στην πολυεθνική Justice Corporation, ενώ οι ετυμηγορίες των δικαστηρίων, κατά ένα «μαγικό» τρόπο, συμπίπτουν με τα γκάλοπ και τις «αποφάσεις» που εκδίδουν τα τηλε-δικαστήρια που στήνουν οι δημοσιογράφοι-εισαγγελείς. Τέλος κάθε σαββατόβραδο, όλη χώρα ζει και αναπνέει για να παρακολουθήσει το μεγάλο θέαμα που λαμβάνει χώρο στο νέο Κολοσσαίο. Εκεί, κάποιοι εξαθλιωμένοι άνεργοι, είναι διατεθειμένοι να υποστούν τα πάνδεινα και να αλληλοεξοντωθούν, μέχρι να αναδειχθεί ο τελικός νικητής, ο οποίος θα αποκτήσει κάποια προνόμια που θα του επιτρέψουν να βελτιώσει τη ζωή του. Κάθε προσπάθεια αντίστασης είναι εξαρχής καταδικασμένη, αφού η αστυνομία επαγρυπνά και με την αρωγή των «Φίλων της Έννομης Τάξης», θα την καταπνίξει στα σπάργανα.
     Το βιβλίο του Γιάννη Γρηγοράκη, είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που πρέπει να διαβάσει κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος. Είναι κατά την άποψη μου ότι καλύτερο έχει γράψει μέχρι τώρα ο συγγραφέας. Έχει τη δύναμη να σε βάζει στο κλίμα και την ατμόσφαιρα της κοινωνίας που θέλει να περιγράψει. Δεν προσφέρεται για «κατανάλωση σελίδων», αλλά για προσεκτική κι ενδελεχή ανάγνωση. Ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια!!

20 Ιουλ 2012

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΡΧΕΤΑΙ, ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 332, Μάιος 2012

     Το νέο βιβλίο του Γ. Γρηγοράκη που σας παρουσιάζω σήμερα, κινείται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Εκτός του ότι είναι ένα ατμοσφαιρικό αστυνομικό μυθιστόρημα, διερευνά τη διαπλοκή οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής εξουσίας και παράλληλα εξετάζει μια σκοτεινή και βρώμικη πτυχή της σύγχρονης Ιστορίας, από την οποία όσοι πρωταγωνίστησαν ωφελήθηκαν πολλαπλώς και προσπαθούν με κάθε τρόπο είτε να κρατήσουν το ρόλο τους κρυφό, είτε να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή τους σ’ αυτή.
     Κάποιος έχει πει, πως ο επόμενος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει για το νερό. Την αφορμή για να ξετυλιχτεί το κουβάρι του μύθου του βιβλίου, δίνει η δολοφονία σε δρόμο των Καννών, η δολοφονία του Αλμπέρ Βιντάλ, ενός ιδιαίτερα ευφυούς, ειδικού συμβούλου της γαλλικής εταιρείας διαχείρισης υδάτων, Mediterranee. «Ο Βιντάλ έσμιξε τα φρύδια…απορημένος, νιώθοντας έναν αόριστο κόμπο, μια απειλή. Η ανάσα του κόπηκε, το σώμα του δυσκίνητο κι έπειτα ο φόβος γιγαντώθηκε όταν ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας έβγαλε από το μπουφάν του ένα πιστόλι και τον σημάδεψε…Άκουσε τρεις πυροβολισμούς, τρεις ανεπαίσθητες φλόγες τινάχτηκαν από την κάννη και μετά έναν τέταρτο πυροβολισμό, έναν πέμπτο, χωρίς φλόγα αυτή τη φορά κι έπειτα σταμάτησε να μετράει. Είχε γεμίσει αίμα, υπήρχε παντού μόνο αίμα, το δικό του…».
     Την έρευνα για τη διαλεύκανση του φόνου, αναλαμβάνει ο επιθεωρητής Ζιλμπέρ Λεσπές. Στην πορεία της, συναντά τον δημοσιογράφο Αντουάν Κολέ, του οποία μια εκπομπή για τη διαχείριση των υδάτων, παλιότερα «κόπηκε» από την τηλεόραση και ο οποίος όντας γνώστης του πως λειτουργεί το παγκόσμιο σύστημα οικονομικών συμφερόντων, του είπε πολλά κι ενδιαφέροντα, που ενδιέφεραν τον Λεσπές, αλλά και όλους εμάς τους υπόλοιπους. Όπως: «Η ιεραρχία έχει ως εξής: οι εταιρίες είναι πάνω απ’ όλους και όλα, ακολουθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι κυρίαρχες τράπεζες- Παγκόσμια Τράπεζα, Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, στη συνέχεια η Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, η Αραβική Τράπεζα Οικονομικής Ανάπτυξης της Αφρικής, η γερμανική KFW, μετά οι κοινές τράπεζες διεθνώς και τέλος τα κράτη. Εν ολίγοις, ο τελευταίος τροχός της αμάξης είναι τα κράτη. Τα κράτη τα χρειάζονται διότι διαθέτουν τους μηχανισμούς καταστολής και βεβαίως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη εξουσία να νομοθετούν κατά βούληση».
     Ο επιθεωρητής, αντιλαμβάνεται απ’ όσα του λέει ο Κολέ, ότι έχει να κάνει με μια υπόθεση που υπερβαίνει σε σημασία κάθε άλλη στην καριέρα του. Όμως δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει…
     Το πολύ καλό αυτό μυθιστόρημα, δεν είναι απλά μια αστυνομική ιστορία, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο. Αναφέρεται στο ενδεχόμενο πτώχευσης της Ελλάδας, (και ως εκ τούτου είναι προφητικό, αφού απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω γράφτηκε πριν ξεσπάσει σε τόσο έντονο βαθμό η κρίση), στη θεωρία του χάους, στην καταλήστευση του φυσικού πλούτου των μικρών χωρών, στην ανελέητη εκμετάλλευση από τις εταιρίες και τις λεγόμενες «αγορές», στο φαινόμενο του δοσιλογισμού αλλά και διατηρεί διαρκώς αμείωτο το σασπένς για το τι θα αποκαλύψει η αστυνομική έρευνα.
     Ο Γιάννης Γρηγοράκης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950. Σπούδασε νομικά και μέχρι πρόσφατα δικηγορούσε. Είναι συγγραφέας άλλων πέντε μυθιστορημάτων.

11 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΡΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 411, Μάιος 2011


     Με το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη, θα ασχοληθούμε σήμερα.
     Εξ αρχής, ο συγγραφέας, ξεκαθαρίζει ότι το μυθιστόρημά του, δεν επιχειρεί να πάρει θέση στα όσα τραγικά συνέβαιναν-από πολιτική άποψη-την εποχή που περιγράφεται (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1916), αλλά «φιλοδοξεί απλώς να ανασυνθέσει την εποχή». Και τα καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μέσα από το βλέμμα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου (κι έναν από τους ελάχιστους επινοημένους-οι υπόλοιποι είναι ιστορικά πραγματικά πρόσωπα), του Άγγελου Σιγανού, ενός νεαρού άντρα, ο οποίος εργάζεται στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, μέσω του οποίου διανέμονται τα τηλεγραφήματα των ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, αλλά και τα δελτία τύπου των ξένων πρεσβειών στην Αθήνα, στις εφημερίδες. «Ζούσα στην Αθήνα μέχρι το φθινόπωρο του ’12. Σπούδαζα φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγα για το Παρίσι για περαιτέρω σπουδές. Αλλά λίγο ο πόλεμος, λίγο οι εικόνες της πόλης, οι επιδημίες που ενέσκηψαν, η έλλειψη εμβολίων, η έλλειψη αντιλυσσικών ορών-το Παρίσι κατακλύζεται από λυσσασμένα σκυλιά-οι συνθήκες διαβίωσης τέλος πάντων, με οδήγησαν στη σκέψη να διακόψω για ένα χρόνο τις σπουδές μου. Ήρθα στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου χαράματα και την επόμενη μέρα έπιασα δουλειά στο Αθηναϊκό Πρακτορείο».
     Ο Σιγανός φτάνει σε μια Αθήνα, όπου οι αντιμαχόμενοι του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, προσπαθούν με κάθε τρόπο να προσεταιριστούν τον Βενιζέλο που θέλει την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ οι μεν, το φιλογερμανό βασιλιά οι δε, ο οποίος επιθυμεί (μια κατ’ όνομα) ουδετερότητα, αλλά έχει ήδη προσφέρει διευκολύνσεις προς τις γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις. Για να πετύχουν μάλιστα το σκοπό τους, οι σύμμαχοι της Αντάντ, δε διστάζουν να στείλουν το στόλο τους να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν έλλειψη ακόμα και πρώτης ανάγκης αγαθών. Οι Γερμανοί από την άλλη, τορπιλίζουν με υποβρύχια τα ελληνικά φορτηγά πλοία, κάνοντας της κατάσταση ακόμα πιο δύσκολα. Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που υποφέρει περισσότερο, είναι ο απλός λαός. Ο οποίος όμως άγεται και φέρεται από τα οξυμένα πολιτικά πάθη. «Όταν βρεθούν πολλοί μαζί, κάνουν ότι και οι αντίπαλοί τους. Κάποιος δίνει το σύνθημα κι όλοι ναζί αρχίζουν να φωνάζουν με βραχνές, λαχανιασμένες φωνές. Στη μνήμη της ιστορίας αφθονούν οι λαχανιασμένες φωνές και η νοσταλγία του χαμένου».
     Ακολουθεί η φυγή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, η δημιουργία ξεχωριστής κυβέρνησης και του κράτους της Θεσσαλονίκης, η τελετή αναθέματος κατά του Βενιζέλου διά ρίψεως μαύρων λίθων (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου) σε ειδικό χώρο στο Πεδίον του Άρεως, που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος και ο τότε αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού του 1917, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε κι ο Βενιζέλος, ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία. Η περιγραφή όλων αυτών όμως, είναι δουλειά της Ιστορίας. Η πρόθεση του συγγραφέα είναι να περιγράψει τις επιπτώσεις που έχουν οι εξελίξεις αυτές στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά. Με εικόνες μοναδικής έντασης, κατορθώνει να μεταφέρει στο χαρτί την απόγνωση που φέρνουν η έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων, η πείνα, η αρρώστια, ο θάνατος που ευτελίζουν την ανθρώπινη ζωή και οι πολιτικός φανατισμός και οι διώξεις που καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
     Το βιβλίο, που εκτός από ευκολοδιάβαστο είναι και εξόχως διδακτικό, βασίζει την ιστορική του αλήθεια σε εφημερίδες και τηλεγραφήματα της εποχής, τα οποία συνέλλεξε με κόπο και μελέτησε ενδελεχώς ο συγγραφέας. Σας συνιστώ να το διαβάσετε αφού ως λογοτεχνία θα το απολαύσετε όπως κι εγώ, αλλά και ως Ιστορία θα σας διδάξει, όπως δίδαξε κι εμένα. Ελπίζω μόνο κι εύχομαι, σε κάποιες πτυχές του να μη γίνει και προφητικό.
     Ο Γιάννης Γρηγοράκης, γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη. Στην ίδια πόλη σπούδασε νομικά και σήμερα δικηγορεί. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του «Ο Διαβήτης Του Πλάτωνα». Άλλα έργα του: «Η Μητρόπολη Του Χάους», «Η Συνωμοσία Των Αγγέλων» και «Καφέ Προκόπ».