10 Απρ 2020

ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ


ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ
VICTORIA HISLOP
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΙΠΗ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 540, Οκτώβριος 2019

     Όπως πολλά από τα προηγούμενα βιβλία της, έτσι και το νέο μυθιστόρημα της Β. Χίσλοπ, που έχει τίτλο «Όσοι Αγαπιούνται» (μια φράση που περιλαμβάνεται στο εμβληματικό έργο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου), αντλεί την έμπνευσή του, από την Ελλάδα και την ελληνική Ιστορία.
     Το μυθιστόρημα ξεκινά με την περιγραφή μιας ειδυλλιακής σκηνής. «Σ’ ένα μικρό αθηναϊκό διαμέρισμα, τέσσερις γενιές μιας οικογένειας ήταν μαζεμένες για να γιορτάσουν κάποια γενέθλια. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα με ασημιά μαλλιά χαμογελούσε, ενώ τα δισέγγονα της έτρεχαν χαρωπά τριγύρω από την ομήγυρη…». Η γυναίκα είναι η Θέμις Σταυρίδη και γύρω της η οικογένεια που με πολλές δυσκολίες δημιούργησε, αφού της έλαχε να ζήσει σε μια δύσκολη και σκληρή εποχή. Αυτή τη μέρα της γιορτής της-τα ενενηκοστά γενέθλια της γιορτάζει η οικογένεια-αποφάσισε να αφηγηθεί στα δύο πιο αγαπημένα της εγγόνια την ιστορία της πολυτάραχης ζωής της. «Στη διάρκεια εκείνης της μέρας, με όλη την οικογένειά της στριμωγμένη μέσα στο μικρό διαμέρισμα, η Θέμις είχε αναλογιστεί με κάποια θλίψη ότι δεν είχε τίποτα να αφήσει στα παιδιά και στα εγγόνια της. Ήταν ελάχιστα τα αντικείμενα αξίας […] Ή μήπως είχε κάποιου άλλου είδους κληρονομιά να τους αφήσει; […] Η ιστορία της ζωής της μπορεί να μην ήταν οικογενειακό κειμήλιο, ήταν όμως ότι είχε και δεν είχε, και ήθελε να το δώσει σ’ αυτούς τους δύο νέους». Έτσι ξεκινά να αφηγείται ξεκινώντας από το 1930 όταν είναι τεσσάρων χρονών κι έχει τις πρώτες αναμνήσεις για να φτάσει στο 2016.
     Η Θέμις ήταν το τέταρτο –και τελευταίο-παιδί του Παύλου και της Ελευθερίας Κοράλη. Ενός ναυτικού και της κόρης μιας οικογένειας εμπόρων. Ο πατέρας λόγω του επαγγέλματος, εμφανιζόταν σπάνια στο σπίτι. Η μητέρα, την οποίας η οικογενειακή περιουσία εξανεμίστηκε λόγω κακών χειρισμών, ήταν παρούσα-απούσα. Υπέφερε από κατάθλιψη και όλη την ημέρα την περνούσε ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι. Η κατάστασή της μάλιστα τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’30 επιδεινώθηκε τόσο, που κρίθηκε απαραίτητος ο εγκλεισμός της σε ίδρυμα. Έτσι το δύσκολο έργο της ανατροφής των τεσσάρων παιδιών, (Θανάσης, Πάνος, Μαργαρίτα, Θέμις) ανέλαβε η γιαγιά τους.
     Από νωρίς φάνηκε ότι τα παιδιά θα ακολουθούσαν αντίθετες πορείες στη ζωή τους. «Ήδη από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας τους, τα δύο αγόρια είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της χώρας τους. Ο Θανάσης τασσόταν υπέρ του Μεταξά […] Ο Πάνος από την άλλη αποστρεφόταν την αυστηρή επιβολή της τάξης που εκπροσωπούσε ο Μεταξάς». Τις απόψεις του Θανάση συμμεριζόταν και η Μαργαρίτα, ενώ η Θέμις όταν ήταν πια αρκετά μεγάλη για να έχει πληρέστερη αντίληψη των καταστάσεων, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του Πάνου.
     Από αυτό το σημείο ξεκινά ουσιαστικά η αφήγηση του βιβλίου. Οι περιπέτειες της Θέμιδας, δίνουν την ευκαιρία στη συγγραφέα να διατρέξει την νεώτερη ελληνική Ιστορία. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην Εθνική Αντίσταση και στα Δεκεμβριανά. Παράλληλα στηλιτεύει τις λανθασμένες αποφάσεις που πήραν κι εφάρμοσαν τα κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες, καθώς και τη γνωστή διαβρωτική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» του Τσόρτσιλ και του Foreign Office, που οδήγησαν στην διόγκωση των αντιθέσεων και τελικά στο ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου. Ενός πολέμου «άδικου» και «αχρείαστου» του οποίου οι πραγματικές  μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην οικονομική, πολιτική και κυρίως κοινωνική ζωή δεν έχουν γίνει πλήρως κατανοητές και που θα ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια ακόμα, παρά τις πολλές προσπάθειες που καλώς γίνονται, για να επέλθει η λήθη και η συμφιλίωση.  

5 Απρ 2020

ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ


ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ
MATS STRANDBERG
Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 400, Οκτώβριος 2019

     Μετά το μυθιστόρημα «Η Κρουαζιέρα Του Τρόμου» (παρουσίαση Αύγουστος 2019), κυκλοφόρησε στα ελληνικά ένα ακόμα βιβλίο του σουηδού συγγραφέα M. Στραντμπεργκ που κινείται κι αυτό στα πλαίσια της λογοτεχνίας του φανταστικού.
     Μετά από είκοσι χρόνια, ο Γιούελ Έντλουντ, επιστρέφει στο Σκρέντσμπι, μια μικρή πόλη της Σουηδίας, όπου βρίσκεται το πατρικό του σπίτι, στο οποίο ζει η χήρα μητέρα του. Ο Γιούελ όλα αυτά τα χρόνια ζούσε στη Στοκχόλμη, έχοντας πολλά προβλήματα συμπεριφοράς κι εξαρτήσεων. Τώρα επιστρέφει στη γενέτειρα του, για να φροντίσει τη μητέρα του που εμφανίζει συμπτώματα άνοιας.  Έχει εξασφαλίσει μια θέση στο ίδρυμα φροντίδας ηλικιωμένων «Σκιά του Έλατου». «Το ισόγειο κτίριο είναι φτιαγμένο από τούβλα και βρίσκεται έξω από τον οικισμό […] Είναι ένα συμπαγές κτίριο με παραλληλόγραμμο σχήμα. Δεν έχει περιττές λεπτομέρειες για να του χαρίζουν ομορφιά. Μια φαρδιά σκάλα, πλαισιωμένη από ράμπες για αναπηρικά καροτσάκια, οδηγεί προς τις πόρτες […] Το κτίριο δεν είναι μεγάλο. Έχει μόνο τέσσερις διαδρόμους που σχηματίζουν ένα πλαίσιο γύρω από το αίθριο, το οποίο αποκαλείται κοινόχρηστο σαλόνι […] Κάθε διάδρομος αποτελεί ένα τμήμα με οχτώ διαμερίσματα το καθένα. Τα διαμερίσματα είναι μικρά […] Έχουν μπάνιο αλλά όχι κουζίνα». Στο ίδρυμα φιλοξενούνται άνθρωποι που πάσχουν από εκφυλιστικές ασθένειες του εγκεφάλου (άνοια, αλτσχάϊμερ κλπ), των οποίων η φροντίδα είναι δύσκολη για τους οικείους τους και απαιτεί κάποια εξειδίκευση από το προσωπικό.
     Εδώ εργάζεται η Νίνα, παιδική φίλη του Γιούελ. Μεγάλωσαν μαζί και τους έδεσε μια δυνατή φιλία. Έβρισκε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, τον «σύμμαχο» που θα τον βοηθούσε να ξεπεράσει το bullying των συμμαθητών τους. Όμως από το τέλος της εφηβείας τους, δεν έχουν ξαναμιλήσει, όταν οι δρόμοι τους χώρισαν με οδυνηρό τρόπο κι ενώ φαινόταν να τους ανοίγονται ευοίωνες καλλιτεχνικές προοπτικές . Έτσι, ο ήδη διαταραγμένος ψυχικός κόσμος του Γιούελ, θα υποστεί μια ακόμα δοκιμασία, αφού θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τις αναμνήσεις από το κοινό του παρελθόν με τη Νίνα.
     Μετά την εισαγωγή της στη «Σκιά του Έλατου», η συμπεριφορά της Μόνικα άλλαξε. Ενώ ήταν μια γυναίκα ήρεμη «που δεν έχει ποτέ κακολογήσει άνθρωπο», μετατρέπεται σε ένα βίαιο πλάσμα. «Το ντοσιέ του προσωπικού γεμίζει με περισσότερες αναφορές για βίαια περιστατικά. Η Μόνικα φτύνει, δαγκώνει και γδέρνει με τα νύχια της τα μέλη του προσωπικού». Ακόμη, επιτίθεται λεκτικά μιλώντας για περιστατικά και γεγονότα που δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει και πληγώνουν τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται.
     Ο Γιούελ και η Νίνα που γνωρίζουν πολύ καλά τη Μόνικα, καταλαβαίνουν ότι αυτή η συμπεριφορά και τα βίαια ξεσπάσματα δεν είναι απότοκα της ασθένειας, αλλά οφείλονται σε κάτι άλλο. Η ηλικιωμένη γυναίκα αλλά και οι ίδιοι, αντιμετωπίζουν μια τρομακτική απειλή και πρέπει να συνεργαστούν για να σώσουν τους εαυτούς τους!
     Ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, με ιδιαίτερους χαρακτήρες, και μεγάλη ανατροπή στη τελευταία σελίδα. Διαβάζεται ευχάριστα από  όλους τους αναγνώστες, αλλά ειδικά οι φίλοι της λογοτεχνίας του φανταστικού θα το λατρέψουν!    

31 Μαρ 2020

ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ




ΑΣΗΜΕΝΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
STINA JACKSON
Μετάφραση ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΙΣΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 340, Νοέμβριος 2019

     Ένα συναρπαστικό θρίλερ είναι το πρώτο βιβλίο της σουηδής συγγραφέως Σ. Τζάκσον που έχει τίτλο «Ασημένιος Δρόμος».
     Η 17χρονη Λίνα Γκούσταφσον, ζει με τους γονείς της στο Γκλίμερστρεσκ, στον σουηδικό βορρά. Μια μέρα τρία χρόνια πριν, εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος, από τη στάση στην οποία περίμενε να πάρει το λεωφορείο, για να συμμετάσχει σε μία εθελοντική δενδροφύτευση. Οι εκτεταμένες έρευνες της αστυνομίας και ομάδων εθελοντών απέβησαν άκαρπες. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η τραγωδία που έπληξε την οικογένεια, τραυμάτισε και τη σχέση του ζευγαριού με αποτέλεσμα, να οδηγηθεί σε διαζύγιο.
     Η μητέρα της η Ανέτ, για να μην ξεχαστεί η υπόθεση, δημιούργησε μια σελίδα στο facebook και αναζητά πληροφορίες μέσα από τα social media. Ο πατέρας της, Λέναρντ (ή Λελ όπως είναι γνωστός στην κοινωνία του χωριού στο οποίο ζουν) επιλέγει μια πιο δυναμική αντίδραση. Περνάει τα βράδια του-και ειδικά τα φωτεινά καλοκαιρινά βράδια με τον ήλιο του μεσονυκτίου να τον βοηθά-πίσω από το τιμόνι του αυτοκινήτου του, αναζητώντας την κόρη του. Ευτυχώς γι’ αυτόν, το σχολείο στο οποίο διδάσκει μαθηματικά δείχνει κατανόηση. «Πέρασε από το σχολείο στο οποίο δούλευε, παρόλο που είχε πάρει τόσο πολλές άδειες τα τελευταία χρόνια, που δεν ήξερε αν μπορούσε ακόμα να θεωρείται δάσκαλος».
     Η διαδρομή που ακολουθεί είναι συγκεκριμένη. Διασχίζει τον Ασημένιο Δρόμο. «Ο Ασημένιος Δρόμος ήταν η κύρια αρτηρία που τον συνέδεε με ένα δίκτυο μικρότερων δρόμων και παράδρομων, οι οποίοι εισχωρούσαν στην ενδοχώρα. Υπήρχαν επίσης χορταριασμένα μονοπάτια στρωμένα με ξύλο, μονοπάτια για σνόουμομπιλ και χωματόδρομοι που απλώνονταν ανάμεσα στα εγκαταλειμμένα χωριά και στις μικρές τοπικές κοινότητες. Γύρω του βρίσκονταν μονοπάτια, λίμνες και ρέματα που κυλούσαν υπόγεια και υπέργεια, βάλτοι που απλώνονταν σαν πληγές στο έδαφος και μαύροι νερόλακκοι δίχως πάτο. Η έρευνα για κάποιον αγνοούμενο σε μιαν περιοχή με αυτή τη μορφολογία θα μπορούσε να πάρει χρόνια. Οι αποστάσεις ανάμεσα στις κοινότητες αλλά και τους ανθρώπους που ταξίδευαν ήταν τεράστιες».
     Στο χωριό που ζει ο Λελ, εμφανίζονται η Μέγια Νόρλαντ με τη μητέρα της Σίλιε. Η Σίλιε είναι ψυχολογικά ασταθής. «…η μητέρα είναι πραγματικό βάσανο. Έχει θέματα με ναρκωτικά και ψυχιατρικά προβλήματα. Υπάρχουν υποψίες πως εκπορνεύεται…». Δημιουργεί συνεχώς νέες ερωτικές σχέσεις, αναζητώντας έναν αξιόπιστο σύζυγο και προκειμένου να το πετύχει μετακομίζουν συχνά («…έχουν ζήσει σε τριάντα μέρη τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια»). Κάθε φορά πιστεύει ότι βρήκε τον ιδανικό άνθρωπο, αλλά κάθε φορά διαψεύδεται. «Η Σίλιε είχε ορκιστεί πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που μετακόμιζαν. Ο άντρας που είχε γνωρίσει λεγόταν Τόρμπγερν και είχε σπίτι σε ένα χωριό το Γκλίμερστρεσκ. Γνωρίστηκαν στο internet και μιλούσαν με τις ώρες στο τηλέφωνο. Η Μέγια τον είχε ακούσει να μιλά με τη βαριά προφορά του από το Νόρλαντ και είχε δει φωτογραφίες του […] Ο Τόρμπγερν ήταν ένας πραγματικός άντρας, σύμφωνα με τη Σίλιε. Ένας άντρας που ήξερε να επιβιώνει σε ακραίες συνθήκες, ένας άντρας που μπορούσε να τις φροντίσει».
     Ο Λελ, έχει τη Μέγια μαθήτρια στο σχολείο και οι ζωές τους συνδέονται με έναν παράξενο τρόπο. Όμως ο τρόμος επιστρέφει στις μικρές κοινότητες του βορρά, όταν εξαφανίζεται μία ακόμη κοπέλα, που τα χαρακτηριστικά της μοιάζουν με αυτά της Λίνα…
     Το «Ασημένιος Δρόμος» είναι ένα συναρπαστικό, καλογραμμένο θρίλερ χωρίς καμιά από τις αδυναμίες που έχουν τα έργα των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Εξαιρετική απεικόνιση του τοπίου και των καιρικών συνθηκών του βορρά και πως αυτά επηρεάζουν την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζουν εκεί. Πολύ καλό το «χτίσιμο» των χαρακτήρων του βιβλίου. Ειδικά οι αγωνιώδεις προσπάθειες του Γκούσταφσον να βρει την κόρη του, τα ψυχολογικά προβλήματα που του προκαλεί η απώλεια καθώς και ο αντίκτυπος που προκαλούν αυτά στην καθημερινότητά του και στις σχέσεις του με τον κοινωνικό περίγυρο περιγράφονται με μοναδικό τρόπο. Πολύ καλή αναγνωστική επιλογή. 

26 Μαρ 2020

FOOTBALL TALK


FOOTBALL TALK
ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΑΡ ΓΙΑ ΜΠΑΛΑ ΚΑΙ… ΑΛΛΑ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 303, 2019

     Ο γνωστός αθλητικογράφος (η «φωνή» του Champions League), Χ. Σωτηρακόπουλος, είναι και συγγραφέας βιβλίων που έχουν θέμα-τι άλλο;-το ποδόσφαιρο. Στο νέο του βιβλίο, παραθέτει συνομιλίες του με ανθρώπους του ποδοσφαίρου «για μπάλα και… άλλα», όπως λέει και ο υπότιτλος του βιβλίου.
     Η πρώτη επαφή του συγγραφέα με τον γήπεδο, έγινε σε μικρή ηλικία. «Το μικρό αγόρι είχε μείνει άφωνο βλέποντας το γήπεδο να απλώνεται μπροστά του. Βλέπετε είχε εντυπωσιαστεί από το χορτάρι που ήταν πράσινο, την υπόκωφη βοή και τα χρώματα γύρω του, που συνέθεταν ένα πρωτόγνωρο σκηνικό. Δεν είχε συμπληρώσει τα έξι του χρόνια, ωστόσο ήταν η μέρα που μυήθηκε στον μαγικό κόσμο που έμελλε να γίνει κάποια μέρα το φυσικό του περιβάλλον. Από το τι συνέβη εκείνη την ημέρα μέσα στο γήπεδο δεν μπορεί να ανακαλέσει περισσότερα. Όσο κι αν έχει ψάξει στα αραχνιασμένα συρτάρια του μυαλού, δεν θυμάται πάρα μόνο το πόσο τον είχε εντυπωσιάσει το έντονο κόκκινο χρώμα της αντιπάλου της ελληνικής εθνικής ομάδας. Με τα χρόνια ανακάλυψε πως το ματς εκείνο στο στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» ήταν η νίκη της Σοβιετικής Ένωσης επί της Ελλάδας για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος».
     Αρκετά χρόνια αργότερα, πήγε στην Ιταλία για να σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες. Όμως πάντα είχε μέσα του το «μικρόβιο» της δημοσιογραφίας. Στάθηκε τυχερός, αφού βρέθηκε στο δρόμο του ο Αντρέας Μπόμης, πίστεψε σε αυτόν και τον στήριξε στα πρώτα του βήματα. Τον έβαλε στην «Απογευματινή» που είχε εκείνη την εποχή (1979) ένα από τα πιο άρτια αθλητικά τμήματα που είχε ποτέ ελληνική εφημερίδα.
     Από το 1984, ασχολήθηκε με την τηλεόραση, που του έδωσε την ευκαιρία να προσεγγίσει πιο εύκολα τα μεγάλα ονόματα του ποδοσφαίρου, που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται σε συλλογικό επίπεδο και σε επίπεδο εθνικών ομάδων στις κορυφαίες διοργανώσεις (Champions League, Παγκόσμιο Κύπελλο, Euro κλπ). «Ξεκινώντας επίσημα τη δημοσιογραφική μου καριέρα το 1979, αμέσως άρχισα να γνωρίζω σπουδαίους ανθρώπους που καθόρισαν τον τρόπο που έβλεπα το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό, θα έλεγα μάλιστα την ίδια τη ζωή. Είχα την ευτυχία να συναντήσω, να μιλήσω, να αλλάξω απόψεις με σπουδαίες προσωπικότητες και μεγάλα ονόματα όχι μόνο του ποδοσφαίρου, αλλά αυτό το βιβλίο εστιάζεται μόνο σε αυτό το κομμάτι».
     Αν πει κανείς ότι το βιβλίο είναι μια συρραφή συνεντεύξεων θα το αδικήσει, αφού πολλές από τις «εξομολογήσεις» δεν έγιναν στα πλαίσια μιας συνέντευξης, αλλά στη διάρκεια «χαλαρών» συζητήσεων. Είναι «Κουβέντες» σύμφωνα με τον εύστοχο υπότιτλο του συγγραφέα, με τριάντα έξι ανθρώπους που διέπρεψαν και διαπρέπουν ακόμη στα γήπεδα του δημοφιλέστερου αθλήματος στον κόσμο. Αστέρια που έλαμψαν στο παρελθόν κι αστέρια που λάμπουν ακόμα διαγράφοντας εξαιρετική πορεία. Η μόνη «κουβέντα» που δεν έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι με τον Κριστιάνο Ρονάλντο. «Από όλες τις συνεντεύξεις που είναι στο βιβλίο, δεν είναι δική μου εκείνη με τον Κριστιάνο Ρονάλντο! Δεν τον έχω συναντήσει και μου το έχει υποσχεθεί ο Φερνάντο Σάντος πως θα μου το κανονίσει, αλλά θεώρησα ότι δεν μπορεί να λείπει ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, μαζί με τον Μέσι-με διαφορά οι δύο καλύτεροι των τελευταίων δεκαπέντε ετών! Έτσι προτίμησα να σας μεταφέρω τα υπέροχα πράγματα που είπε ανοίγοντας την καρδιά του στο BBC πρόσφατα».
     Ένα βιβλίο, γραμμένο με τον εξαιρετικό τρόπο του δημοσιογράφου-συγγραφέα, που αποτελεί απόκτημα για κάθε φίλο του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού.   

19 Μαρ 2020

ΕΡΑΝ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ


ΕΡΑΝ
ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 593, Μάρτιος 2020

     Αν ήμασταν υπό φυσιολογικές συνθήκες, σήμερα, 19 Μαρτίου 2020, θα κυκλοφορούσαν στα βιβλιοπωλεία τα 50 χιλ. αντίτυπα του νέου μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου «Εράν» (γράφεται με ψιλή και περισπωμένη και σημαίνει να ερωτεύεσαι, να αγαπάς), με τα δύο διαφορετικά εξώφυλλα: το πορφυρό και το χρυσό.  Όμως από χθες τα βιβλιοπωλεία είναι κλειστά, οπότε αν θέλετε να προμηθευτείτε το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, θα πρέπει να απευθυνθείτε στο site του εκδοτικού οίκου ή στις άλλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία του Υάκινθου, της Λυγινής του Ροδανού και των άλλων χαρακτήρων, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα του 8ου μ. Χ. αιώνα.
     Το 766 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε!, εξαπολύει διωγμούς κατά των μοναχών, που τότε είχαν ξεπεράσει τους 100 χιλ. Ο διωγμός εντάσσεται στα πλαίσια του αγώνα κατά των εικόνων που κάνει εδώ και χρόνια ο εικονομάχος αυτοκράτορας, συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα του, Λέοντος Γ!, που ξεκίνησε το 726 και δεν είναι μόνο θρησκευτικός, αλλά και πολιτικός και οικονομικός. «Ο βασιλέας μας ενεργεί με περίσκεψη, δίχως μίσος και εμπάθεια, με γνώμονα να εφαρμοστεί το όραμα της πολιτικής του. Είναι καλός χριστιανός και συνάμα μέγας πατριώτης. Μάχεται να διορθώσει τα κακώς κείμενα στη γαιοκτησία και στο οικογενειακό δίκαιο καθώς και να επαναφέρει στη σωστή πίστη το ποίμνιο […] Ούτε στράφηκε ο βασιλέας εναντίον των πολέμιων μοναχών αναίτια. Άπαντες γνωρίζετε ότι πολλοί καταχράστηκαν τα ιδεώδη του μοναχισμού. Εραστές έκτισαν μοναστήρια για χάρη των ερωμένων τους. Συγκλητικοί ίδρυαν μονές, όμοιες με θερινές επαύλεις για να κατοικήσουν εκεί όταν αναγκαστούν ή το αποφασίσουν για δικούς τους λόγους.[…] Πλειάδα νέων εγκατέλειπαν τα εγκόσμια με απόρροια να μην καλλιεργείται η γη και να μην επαρκούν τα εργατικά χέρια και ν’ αδυνατούμε να συμπληρώσουμε τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών».
  Ο αυτοκράτορας, διατάζει την άμεση εκκένωση των μοναστηριών, και την υποχρεωτική νύμφευση των μοναχών. Γι’ αυτό οι άνθρωποί του, συγκεντρώνουν τους μοναχούς και τις μοναχές στον Ιππόδρομο και αφού τους κουρέψουν, παίρνουν κυριολεκτικά από το πλήθος στα τυφλά έναν μοναχό και μία μοναχή, χωρίς κανένα κριτήριο-ούτε καν ηλικιακό- και τους παντρεύουν με πολιτικό γάμο-που προβλέπονταν από την νομοθεσία της εποχής! Έτσι βρέθηκαν υπέργηροι άντρες με νεαρές γυναίκες και το αντίστροφο. Ανάμεσα στους μοναχούς ήταν και ο νεαρός Υάκινθος που «περπατούσε ωσάν ξένος του κόσμου τούτου. Απαστράπτων προφήτης έτοιμος ν’ αναληφθεί στους ουρανούς ή άγγελος περιβεβλημένος με εκθαμβωτικό φως». Δίπλα του βρέθηκε η 15χρονη Λυγινή. «Ήταν από εκείνα τα πλάσματα, που παρά τη χονδροειδή αποψίλωση της κόμης της, αιχμαλώτιζε το βλέμμα και μέσω αυτού τα εσώτερα του λογισμού και της καρδιάς. Σταρόχρωμη στο πρόσωπο, μελισσιά τα μάτια της, ανοιχτά καστανά τα μαλλιά της, πανέμορφη και αγγελοκάμωτη, σταμάταγε ο ήλιος μεσούρανα να τη δει και να την καμαρώσει». Τους ονόμασαν συζύγους και τους έριξαν στους άγνωστους γι’ αυτούς, αφού είχαν κλειστεί σε μοναστήρια από πολύ μικρή ηλικία, δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Όμως ο Υάκινθος ήταν ολόψυχα ταγμένος στον Χριστό. «Αν έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι ως γέννημα της πλάσης προορίζεσαι για κάτι συγκεκριμένο, τούτο δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο επίκεντρο της ζωής σου διαφορετικά καταστρέφεσαι, ζεις σαν άλλος και πεθαίνεις πρόωρα». Γι’ αυτό ξεκαθάρισε στη σύζυγό του, ότι θα τη φροντίζει δουλεύοντας όσο σκληρά κι αν χρειαστεί και θα την προστατεύει, αλλά δεν θα είχαν σεξουαλικές επαφές.
     Ο αγώνας για την επιβίωση, τους έφερε στην Αθήνα, όπου εργάστηκαν στο αρχοντικό του Βάρδα, που ήταν ο Μυστικός (δηλ. ο εκπρόσωπος) του επισκόπου των Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί η Λυγινή, γνώρισε τον Ροδανό, έναν μυστηριώδη νεαρό άντρα από την Κωνσταντινούπολη. Τον ερωτεύτηκε με κάθε ίνα του κορμιού της. Το ίδιο κι εκείνος. «Ακατανίκητη έλξη την κατεύθυνε στο παράτολμο, ανάρμοστο και ενδεχομένως ανήθικο εγχείρημά της. Επιθυμούσε να τον αντικρίσει πάλι. Να περιεργαστεί τις γραμμές του προσώπου του, τα μακριά και κυματιστά του ξανθά μαλλιά, το χαμόγελο του, ίδιο η χαρακιά του ήλιου στα μαύρα σύγνεφα, κι εκείνο το βλέμμα που θαρρείς την κατάπινε […]Η φωνή του αισθαντική, βαθιά, γεφύρι ανάμεσα σε ψυχές και σώματα».
     Όταν ο Υάκινθος αποφασίζει να «αναχωρήσει» από τα εγκόσμια και να ζήσει ως στυλίτης, απομονωμένος από όλους, αφιερωμένος στην προσευχή, η Λυγινή, δεν θα διστάζει να εγκαταλείψει τον σύζυγο και μη-σύζυγό της και να ακολουθήσει τον Ροδανό στην Κωνσταντινούπολη. «Ο Υάκινθος δεν ήθελε να είναι σύζυγος. Έπειτα ήρθε ο Ροδανός σαν τον ήλιο και με τύφλωσε. Με μάγεψε το κύμα, με πήρε ο αέρας, με σαγήνευσε η ζωή. Έτσι διάταζε η καρδιά, δεν τη όριζα […] Όμως εκείνος ήταν η ανάσα μου. Τον αγάπησα παράφορα». Εκεί έζησαν βίο ενδιαφέροντα και περιπετειώδη με πολλά σκαμπανεβάσματα και ανατροπές στις οποία δεν θα αναφερθώ και θα σας αφήσω να τις ανακαλύψετε μόνοι σας, όταν διαβάσετε το βιβλίο.
     Ο Γ. Καλπούζος, για μια ακόμη φορά, γράφει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Ένα βιβλίο που δυσκολεύεται ο αναγνώστης να αφήσει από τα χέρια του. Ένα συγγραφικό κομψοτέχνημα, προσεγμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια. Με τη γνωστή του μαεστρία, στήνει τον μύθο, δομεί τους χαρακτήρες, κάποιοι από τους οποίους είναι προσωπικότητες με ξεχωριστές ηθικές αρχές και νοοτροπία και δίνει –χωρίς να κουράζει κι εντάσσοντας έξυπνα και αριστοτεχνικά μέσα στο μύθο- πολλές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο του 8ου μ. Χ. αιώνα. Με τον τρόπο αυτό και χάρη στον μοναδικό του ύφος, αλλά και στις εξαιρετικές του περιγραφές, ο αναγνώστης, δεν διαβάζει απλώς το βιβλίο, αλλά το ζει! Νοιώθει σαν αυτόπτης μάρτυρας όσων διαδραματίζονται! Μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι δεν «περισσεύει» καμιά από τις 600 σελίδες του βιβλίου, το οποίο θα χαρίσει απολαυστικές ώρες σε όποιον το διαβάσει.                                                 

16 Μαρ 2020

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ


Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 351, Μάρτιος 2019

     Μια ακόμη υπόθεση που αναλαμβάνει ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, αφηγείται στο νέο του μυθιστόρημα με τον πολύ εύγλωττο τίτλο «Η Εποχή Της Υποκρισίας», ο Π. Μάρκαρης.
     Ο αστυνόμος Χαρίτος, βρίσκεται σε μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής του. Αιτία είναι η γέννηση του πρώτου εγγονού του. Η κόρη του έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο αγοράκι, κάτι που γέμισε χαρά τους γονείς του παιδιού, τον αστυνόμο και τη γυναίκα του Αδριανή, αλλά και τους φίλους τους.
     Όμως η χαρά του μετριάζεται, όταν μαθαίνει για τη δολοφονία με βόμβα στο αυτοκίνητο, του ιδιοκτήτη ξενοδοχειακών μονάδων και γνωστού για τη φιλανθρωπική του δράση Πάρη Φωκίδη. Τώρα, με την αίσθηση του καθήκοντος που τον διακρίνει, θα πρέπει να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην υπηρεσία του και λιγότερο στον εγγονό του. Ο τρόπος της δολοφονίας παραπέμπει στο οργανωμένο έγκλημα. Όμως η χειρόγραφη και καλλιγραφημένη (!) προκήρυξη που φτάνει σε τηλεοπτικό σταθμό αλλάζει τα δεδομένα. Με την προκήρυξη που υπογράφεται από τον «Στρατό των Εθνικών Ηλιθίων», η πρωτοεμφανιζόμενη αυτή οργάνωση με το παράξενο όνομα, αναλαμβάνει την ευθύνη της δολοφονίας, χαρακτηρίζοντας το θύμα «υποκριτή».
     Πριν καλά-καλά κοπάσει ο θόρυβος και μπουν οι έρευνες σε ένα ρυθμό, η οργάνωση ξαναχτυπά. Με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, δολοφονεί τον Λάζαρο Καπλάνη, διευθυντή της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. «Στον πρώτο φόνο το θύμα είναι γνωστός επιχειρηματίας. Στο δεύτερο ο γενικός διευθυντής της Στατιστικής Υπηρεσίας που ήταν υπεύθυνος για τον τομέα των εργασιακών. Να είναι απλή σύμπτωση ή μήπως κρύβεται κάτι άλλο πίσω από την επιλογή των δύο θυμάτων;».
     Μετά το δεύτερο χτύπημα, ο Χαρίτος «επιστρατεύει» τους συναδέλφους του στο Οικονομικό Έγκλημα και την Αντιτρομοκρατική, αλλά τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Το μόνο αξιόλογο που προκύπτει, είναι ότι ο Φωκίδης ενώ δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, είχε την έδρα των επιχειρήσεών του, στο φορολογικό παράδεισο των Cayman Islands. Με τον τρόπο αυτό, γλίτωνε την καταβολή μεγάλων ποσών φόρου κι έρχεται στο προσκήνιο και πάλι το ερώτημα: ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό; Ακόμη βρίσκουν κάποιες «σκιές» στον τρόπο που χρηματοδοτούνταν κάποιες από τις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες. 
     Το τρίτο χτύπημα που ακολούθησε, είναι λιγότερο «θεαματικό», αλλά πιο θανατηφόρο. Κλεμμένο βαν που οδηγούσε μέλος της οργάνωσης, κλείνει σε μια επικίνδυνη στροφή το αυτοκίνητο του Δημήτρη Νάκου, διευθυντή της Διεύθυνσης Δημοσιονομικής Πολιτικής, με αποτέλεσμα να πέσει σε γκρεμό και να καταλήξει στη θάλασσα. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν και δύο στελέχη των Θεσμών της ΕΕ, ένας Βέλγος κι ένας Ιταλός, που είχαν έλθει στην Ελλάδα για κάποιον έλεγχο. Στα πλαίσια της φιλοξενίας, κι επειδή η συνεργασία τους ήταν πολύ καλή, αλλά κι επειδή επικρατούσε κλίμα ευφορίας, αφού τα στοιχεία ήταν θετικά, τους έκανε το τραπέζι σε ταβέρνα. Και οι τρεις επιβαίνοντες βρήκαν το θάνατο.
     Ο Χαρίτος επικεντρώνεται στο κίνητρο, αφού εκεί ελπίζει ότι θα βρει τη χαραμάδα που θα του επιτρέψει να «ξεκλειδώσει» την υπόθεση. «Γιατί σκότωσαν οι Εθνικοί Ηλίθιοι των Φωκίδη; Επειδή χρησιμοποιούσε τις υποτροφίες και την Εστία για άπορους νέους φοιτητές σαν παραβάν για τη φοροδιαφυγή του και για να έχει μια πηγή φτηνών εργαζόμενων στα ξενοδοχεία του. Γιατί σκότωσαν τον Καπλάνη; Επειδή δήλωνε στις στατιστικές ως εργαζόμενους και αυτούς που παίρνουν μισθούς πείνας, που δεν τους φτάνουν ούτε για το καθημερινό φαγητό τους. Και τώρα σκότωσαν τους δύο ξένους και τον δικό μας την επόμενη μέρα που ανακοίνωσαν θετικά αποτελέσματα, την αύξηση του ΑΕΠ και των εσόδων».
     Η λύση θα δοθεί μετά το τέταρτο χτύπημα, όταν θα υπάρξει κι ένα αθώο θύμα. Χάρη στη σκληρή και μεθοδική δουλειά του Χαρίτου και της ομάδας του, θα βρεθεί η άκρη του μίτου.  
     Για μια ακόμη φορά, ο Π. Μάρκαρης, χρησιμοποιεί τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος, για να θίξει με τον ιδιαίτερο τρόπο του, κακώς κείμενα της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας μας.

13 Μαρ 2020

ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ


ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ   
    Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε στην Ελβετία Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις. Έργα της: «Κακός Χαρακτήρας» (2004, Μελάνι), «Ομπρέλες Στον Ουρανό» (2009, Μελάνι), «Group Therapy» (2013, Μελάνι), «Αλλού, Στο Πουθενά» (2015, Μελάνι), «Θέα Ακρόπολη» (2019, Μεταίχμιο). Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Συνταξιδιώτες» (2005, Fnac), «Passengers» (2018, Free Thinking Zone), «…Των Δακρύων» (2019, Οδός Πανός).

     Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Θέα Ακρόπολη»;
     Ο «σπόρος» του «Θέα Ακρόπολη» ήταν η Θέκλα, η ιδιόρρυθμη καμαριέρα που πρωταγωνιστεί δίπλα στον Μάκη, τον καλύτερο και πιο ευσυνείδητο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου.  Αν και ο Μάκης είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, η αρχική σύλληψη ήταν η Θέκλα, μια απλή γυναίκα με τις ιδιοτροπίες, τα μυστικά της, την πικρή οικογενειακή ιστορία και μια ενδιαφέρουσα -  θέλω να ελπίζω - προσωπικότητα.

      Γιατί η Θέκλα -ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου-μια δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα ανέχεται τη συμπεριφορά του συντρόφου της;
     Νομίζω πως όλα ξεκινούν από την οικογένεια.  Αν στη ζωή ενός παιδιού υπήρχε ένας κακοποιητικός γονιός, για παράδειγμα, αν ένας πατέρας κακοποιούσε την κόρη του, τότε η κόρη αυτή είναι πολύ πιθανό να κάνει μια κακοποιητική σχέση.  Χωρίς να είμαι ειδικός, νομίζω πως οι ψυχολόγοι το αποκαλούν «αναβίωση τραύματος».

     Θεωρείτε ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι συχνές στην Ελλάδα του 2020;
      Η Θέκλα είναι μια γυναίκα που είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας.  Την εποχή που έγραφα διάβασα με έκπληξη στην εφημερίδα πως 1 στις 3 γυναίκες παγκοσμίως είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.  Το επίπεδο των γυναικών κυμαίνεται από απόφοιτους Δημοτικού έως και γυναίκες κατόχους Διδακτορικού διπλώματος.  Άρα το επίπεδο της μόρφωσης δεν παίζει κανένα ρόλο εδώ.  Ίσα-ίσα που όσο το μορφωτικό (και κοινωνικό) επίπεδο ανεβαίνει τόσο πιο δύσκολο είναι για τις γυναίκες αυτές να ψάξουν για βοήθεια από φόβο μήπως βλάψουν τη δημόσια εικόνα του συζύγου αλλά και τη δική τους.  Η βία κατά των γυναικών είναι ένα γεγονός που μας απασχολεί χρόνια και δυστυχώς μάλλον θα μας απασχολεί ακόμα για πολύ.

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Οι συγγραφείς μπορούν να μιλήσουν για τον κόσμο μας, για τη ζωή.  Μπορούν να δουν μακριά, μπορούν να δουν μέσα στους ανθρώπους.  Επίσης, οι συγγραφείς μπορούν να ανακουφίσουν, να φωτίσουν μια πλευρά ενός χαρακτήρα που κάτι «λέει» στον αναγνώστη, να προβληματίσουν πάνω στα θέματα που θέτουν.  Οι συγγραφείς μπορούν να εμπνεύσουν άλλους ανθρώπους μέσα από τις ιστορίες που διηγούνται.  Και να παρηγορήσουν.  Γι’ αυτό πιστεύω πως, ναι, η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια κοινωνική πράξη.    

     Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;
     Νομίζω πως το ήξερα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.  Το ήξερα από την επιρροή που είχαν μέσα μου τα βιβλία που διάβαζα από παιδί.

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Όταν έπιασα στα χέρια μου το πρώτο τυπωμένο αντίτυπο του «Κακού χαρακτήρα», το 2004, ένιωσα μια ψυχική ευφορία όμοια με μεθύσι.  Ακολούθησε μια βαθιά αγωνία για την υποδοχή του.  Αυτά τα συναισθήματα, με την ίδια σειρά αλλά όχι με την ίδια ένταση πια, συνοδεύουν την έκδοση κάθε βιβλίου μου από τότε.

      Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Πολλούς τους κουβαλάω μέσα μου, τους σκέφτομαι για πολύ καιρό μετά την έκδοση του βιβλίου.  Οι περισσότεροι έχουν γίνει πολύ καλοί φανταστικοί μου φίλοι.  Αναγκαστικά, κάνω χώρο για καινούργιους όταν γράφω ένα νέο βιβλίο. 

     Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Ναι, βέβαια.  Έχω βιώσει όλη τη γκάμα τόσο των θετικών όσο και των αρνητικών συναισθημάτων, όχι στην ίδια ένταση με τους ήρωές μου, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς είναι κάποιο συναίσθημα στα άκρα του.  Μπορώ επίσης να φανταστώ τις αντιδράσεις των ηρώων μου μέσα από αυτό που λέμε «ενσυναίσθηση».  Και λειτουργώ πολύ με αυτήν τόσο στη συγγραφή όσο και στη ζωή.

     Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Πολλές φορές οι αναγνώστες καθώς διαβάζουν τα βιβλία μας ψάχνουν να βρουν τον συγγραφέα.  Είναι κάτι που γίνεται αυτόματα και είναι απολύτως κατανοητό.  Είναι, νομίζω, κι ένας τρόπος να γνωρίσεις ή να ταυτιστείς με τον συγγραφέα ενός βιβλίου.  Με απόλυτη ειλικρίνεια θα σας απαντήσω πως μπορεί κάποιος να με «βρει» σε όλους τους ήρωες του βιβλίου.  Η προσωπικότητά μου, η στάση ζωής μου, οι εμπειρίες μου, οι άνθρωποι που γνωρίζω, οι ιστορίες που ακούω, καθορίζουν τα γραπτά μου.  Υπό αυτή την έννοια όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου έχουν κάτι από μένα.

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Ο σύζυγός μου που τυχαίνει να είναι κι εκείνος συγγραφέας.

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Δεν έχω βρει την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση ακόμα.

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Όχι, δεν μπορώ να το πω αυτό.  Έχω όμως κλείσει πολλά «κεφάλαια» της ζωής μου.  Είναι σαν να μπαίνει μια οριστική τελεία στα θέματα που με απασχολούν.  Να γίνονται κάτι άλλο, να μετατρέπεται η «ενέργειά» τους σε κάτι άλλο.

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι…

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Βεβαίως.  Αρκεί να είναι ένας καλοπροαίρετος αναγνώστης.

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Όλες οι κριτικές και οι απόψεις των αναγνωστών για τα βιβλία μας, είτε θετικές, είτε αρνητικές, φωτίζουν πλευρές των κειμένων που παραδίδουμε στο κοινό.  Πολλές φορές κάποιος αναγνώστης μού έχει φωτίσει πλευρές που δεν ήξερα κι η ίδια πως υπάρχουν.  Υπό αυτήν την έννοια, όλες οι κριτικές είναι χρήσιμες, γιατί στον απόηχο της έκδοσης ενός βιβλίου οι κριτικές και οι απόψεις βοηθάνε τον συγγραφέα να έχει μια πια σφαιρική άποψη της εντύπωσης που προκαλούν τα βιβλία του.

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Όσο γι’ αυτό, θα έλεγα πως όλα τα βιβλία που διαβάζω με επηρεάζουν      είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα.  Αλλά δεν μιμούμαι κανέναν.  Θα έλεγα πως ένα καλό βιβλίο με τσιγκλάει, με εμπνέει και με ωθεί στο να γράψω κι εγώ.

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Για μένα είναι μια δύσκολη διαδικασία.  Απαιτεί πολύ χρόνο, πολλή συγκέντρωση και πειθαρχία και πολλή υπομονή.  Υπάρχουν πολλές στιγμές όμως, κατά τη διάρκεια της συγγραφής, που νιώθω υπέροχα, που νιώθω πως είμαι ευλογημένη.
Όταν ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο, το έκανα ως ένα μέσο έκφρασης γιατί στην ζωή μου δεν είμαι και πολύ εκφραστικός άνθρωπος.  Τώρα, γράφοντας το πέμπτο βιβλίο μου, με μεγαλύτερη εμπειρία, ευθύνη και επίγνωση του τι σημαίνει να γράφεις, θέλησα να διηγηθώ στους αναγνώστες μια ιστορία.  Γι’ αυτό γράφω.  Για να πω μια ιστορία.  Ίσως γι’ αυτό και να έγινα συγγραφέας, γιατί μου αρέσει να ακούω ιστορίες αλλά δεν μπορώ να τις πω, μόνο να τις γράψω.  Και μου αρκεί αυτό. 
 
     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
     Υπάρχει ένα θέμα που με γαργαλάει αλλά κάνω πως δεν καταλαβαίνω.  Βρίσκομαι ακόμα μέσα στην ατμόσφαιρα του «Θέα Ακρόπολη».  Όταν το ξεχάσω, τότε θα γράψω.

Σας ευχαριστώ πολύ!

7 Μαρ 2020

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ
CAMILLA LACKBERG
Μετάφραση ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 166, Δεκέμβριος 2019

     Την  ιστορία τριών γυναικών που κακοποιούνται σωματικά και ψυχολογικά από τους συντρόφους τους και βρίσκουν μια «πρωτότυπη» λύση, αφηγείται στο νέο της μυθιστόρημα η γνωστή σουηδή συγγραφέας C. Lackberg.
     Η Ίνγκριντ Στερν, εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στη δημοσιογραφία, για να αφήσει χώρο στο σύζυγό της Τόμι, να προωθήσει τη δική του. «Δεκατέσσερα χρόνια δημοσιογράφος, δύο εξ αυτών ανταποκρίτρια στις ΗΠΑ και με αναρίθμητα βραβεία. Παλιότερα, στους τοίχους του σπιτιού της, υπήρχαν αποκόμματα εφημερίδων, διπλώματα και μερικές φωτογραφίες. Μόλις ο Τόμι έγινε αρχισυντάκτης, το ζευγάρι συμφώνησε από κοινού πως θα ήταν καλύτερα να μείνει η Ίνγκριντ στο σπίτι με την κόρη τους […] Αν είχε συμβεί το αντίθετο, αν έπαιρνε η Ίνγκριντ το πόστο αυτό, ο Τόμι θα έκανε την ίδια θυσία σύμφωνα με τα λεγόμενά του. Η Ίνγκριντ συμφώνησε. Μάζεψε όλα τα αποδεικτικά της επιτυχημένης καριέρας της σε μια κούτα του ΙΚΕΑ, την οποία έβαλε πάνω στη σοφίτα και ανέλαβε τον ρόλο της υποστηρικτικής συζύγου». Και ξαφνικά ανακαλύπτει πως ο Τόμι την απατά.
     Η Μπιργίτα Νίλσεν, είναι δασκάλα στο σχολείο που πηγαίνει η Λουβίσα, η κόρη της Ίνγκριντ. Παρά τις επαλειμμένες ειδοποιήσεις των γιατρών, δεν πηγαίνει να κάνει τις προγραμματισμένες εξετάσεις-μαστογραφίες για να μην δουν οι γιατροί τις μελανιές και αποκαλυφθεί ότι ο άντρας της, ο Γιάκομπ τη δέρνει. «Ο άντρας μου με σαπίζει στο ξύλο όποτε του καπνίσει. Με χτυπάει εκεί που δεν φαίνεται. Κι εγώ σκέφτομαι πως, αφού δεν φαίνεται, δεν συμβαίνει καν». Τελικά, σε μια επίσκεψη στο νοσοκομείο, την ενημερώνουν ότι οι πάσχει από καρκίνο στο στήθος.
     Τέλος η Βικτόρια Μπρούνμπεργ, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει από τη Ρωσία στη Σουηδία στα είκοσι χρόνια της, όταν ο φίλος της ο Γιούρι, που ήταν αρχηγός συμμορίας, δολοφονήθηκε. Γνώρισε διαδικτυακά κάποιον άντρα, που της φάνηκε συμπαθητικός και καλόβολος. Ήταν ο Μάλτε Μπούρνμπεργ, ένας αγρότης που έμεινε στο Σίμπου. Το σοκ της μετοίκησης από το πολύβουο Γεκατερίνμπουργκ του ενός εκατομμυρίου κατοίκων σ’ ένα χωριό στη μέση του πουθενά της κεντρικής Σουηδίας, ήταν μεγάλο. «Τους πρώτους μήνες είχε την αυταπάτη ότι η ζωή στη Σουηδία θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει υποφερτή. Όχι σαν τη ζωή με τον Γιούρι, αλλά ανεκτή. Ο Μάλτε ήταν καλός. Βαρετός αλλά καλός. Της έφερνε πότε-πότε κάτι σχεδόν μαραμένα λουλούδια, την επαινούσε για το φαγητό που είχε ετοιμάσει και την αποκαλούσε «γυναικούλα μου». Βέβαια δεν της ήταν ευχάριστο να ξαπλώνει μαζί του, να τον έχει κοντά της, να αισθάνεται τ’ αδέξια χέρια του πάνω στο κορμί της, αλλά ο Μάλτε της φερόταν τουλάχιστον ανθρώπινα. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που την είχε πάρει από τη Ρωσία. Αλλά έπειτα από κάνα εξάμηνο άρχισε ν’ αλλάζει. Έγινε κακός. Σταμάτησε να πλένεται. Μύριζε όλο και χειρότερα […] Τον φοβόταν. Παρ’ όλο που δεν την είχε χτυπήσει ποτέ του, η Βικτόρια ήταν απολύτως στο έλεός του. Ο Μάλτε μπορούσε να κάνει τη ζωή της πολύ χειρότερη απ’ ότι ήταν ήδη. Δεν είχε που να πάει, το αγρόκτημα ήταν η φυλακή της. Μακάρι να είχε έστω έναν φίλο…».   
     Οι τρεις γυναίκες προσπαθούν ν’ αλλάξουν τη ζωή τους, αλλά οι συνθήκες δεν τις ευνοούν. Θα βρουν όμως μια ανέλπιστη, κυριολεκτικά «από μηχανής» βοήθεια.
     Η C. Lackberg, άφησε -προσωρινά ελπίζω- τον επιθεωρητή Πάτρικ και την αγαπημένη του Ερίκα να… ξεκουραστούν. Τόσο στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, το «Χρυσό Κλουβί» όσο και σ’ αυτό, ασχολείται με ένα πρόβλημα που απ’ ότι φαίνεται έχει μεγάλες διαστάσεις: την ενδοοικογενειακή βία. Μέσα από τις ιστορίες που περιγράφει, προσπαθεί να αναδείξει το πρόβλημα. Ιστορίες που είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές των προηγούμενων δέκα βιβλίων της, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές για τους αναγνώστες. 

29 Φεβ 2020

ΟΙ ΡΕΤΣΙΝΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ


ΟΙ ΡΕΤΣΙΝΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 452, Οκτώβριος 2019

     Το νέο μυθιστόρημα του Ι.Ζουργού, με τίτλο «Οι Ρετσίνες Του Βασιλιά», που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 2019, θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Στο μυθιστόρημα αυτό, ο συγγραφέας, αντλεί την έμπνευση από την τραγωδία του William Shakespeare «Βασιλιάς Ληρ». Με την εξαιρετική του πένα την μεταπλάθει λογοτεχνικά και μεταφέρει τη δράση της σε ένα ελληνικό χωριό με κεντρικό χαρακτήρα τον επιβλητικής μορφής, 70χρονο Λεόντιο Έξαρχο. «Αν τον παρατηρούσες, δεν θα μπορούσες να μην τον θαυμάσεις. Άντρας ψηλός, λυγερός για την ηλικία του, μ’ ένα επιμελώς σιδερωμένο παντελόνι στην τσάκιση, άσπρο πουκάμισο και σακάκι στο χρώμα της φωλιάς του σκαντζόχοιρου. Δερμάτινα παπούτσια μαλακά, κάπως μυτερά, στιλβωμένα […] Ένας άντρας που τα γαλανά του μάτια είχανε παρακολουθήσει παραστάσεις στην Όπερα του Σύδνεϋ, που είχε γευματίσει σε πλωτό εστιατόριο στον Ρήνο, είχε χορέψει σε roof garden απλησίαστο για τους κοινούς θνητούς στην Τεχεράνη και είχε τσουγκρίσει το ποτήρι του με γερουσιαστές στην Αστόρια».
     Είναι ένας κοσμοπολίτης, πολιτικός μηχανικός, συνιδιοκτήτης μιας κατασκευαστικής-τεχνικής εταιρίας, προικισμένος  με κοφτερό μυαλό κι εμπορικό δαιμόνιο κι αρκετά ευκατάστατος άντρας. «Οι φήμες για τον πλούτο και την επιρροή του αιωρούνταν πάνω απ’ το χωριό για καιρό, και με φανταστικές προσθήκες απ’ τον καθένα είχαν διογκωθεί και είχαν πάρει σχεδόν μυθικές διαστάσεις». Μετά τον θάνατο της γυναίκας του Ουρανίας, αποφασίζει να αποσυρθεί στην απομόνωση που του προσφέρει το μικρό χωριό, στο οποίο υπάρχει το πρόσφατα και ριζικά ανακαινισμένο αρχοντικό της οικογένειας-κληρονομιά της συζύγου του-που οι κάτοικοι της περιοχής, ονομάζουν «πύργο». Εκεί του δίνεται η ευκαιρία να αναστοχαστεί τη ζωή του, να αναμετρηθεί με το παρελθόν και να επανεξετάσει τις σχέσεις του. Με τη σύζυγό του, τον συνέταιρό του, τον δύστροπο και «σκοτεινό» πεθερό του που ποτέ δεν τον αποδέχτηκε, αλλά κυρίως με τις τρείς κόρες του. Στις οποίες ενώ έδωσε τα πάντα, όταν τις χρειάστηκε, δηλ. όταν έμεινε μόνος, αντί να βρει αγάπη, στοργή και προσοχή, ήρθε αντιμέτωπος με μια σκαιή συμπεριφορά από τις δύο μεγαλύτερες και με αδιαφορία από την τρίτη.
     Από τις πρώτες του μέρες στο χωριό, απέκτησε… ακόλουθο. Είναι ο Ζαχαρίας ή Μασούρης, ο τρελός του χωριού, που όπως ο γελωτοποιός του βασιλιά στο έργο του άγγλου βάρδου, γίνεται σκιά του και τον ακολουθεί παντού. Του δίνει μάλιστα κάποιες φορές απαντήσεις και συμβουλές τόσο εύστοχες και ακριβείς, που δεν δίνουν ούτε οι «γνωστικοί». Όταν όμως το μυαλό του κάνει ταξίδια σε κόσμους άλλους και βλέπει εικόνες που μόνο εκείνος μπορεί να δει, καταντά ανυπόφορος κι επικίνδυνος.
     Ο Λεόντιος, θέλοντας να συμφιλιωθεί με τις κόρες του, γράφει γράμματα που όμως ποτέ δεν πρόκειται να στείλει. Αρνείται να κάνει αυτός το πρώτο βήμα. Περιμένει από εκείνες να ξεκινήσουν την προσέγγιση, αφού πιστεύει ότι η συμπεριφορά τους απέναντί του, ήταν άδικη. Μόνο η μικρή του κόρη, η Κορίνα, που είναι πιο ελεύθερο κι ασυμβίβαστο πνεύμα, θα τον επισκεφθεί. Προσπαθεί να μαζέψει «τα κομμάτια του οικογενειακού μας αμφορέα που έσπασε και να τα ξανακολλήσω». Αυτός θα χαρεί με την επαναπροσέγγιση και θα της εξομολογηθεί και τους λόγους που τον έκαναν να επιλέξει να αποσυρθεί. «Αν πραγματικά θέλεις αυτές τις μέρες που ήρθες στο χωριό να ξανασυναντηθούμε, πρέπει αυτή τη λέξη να θυμάσαι: μεταμόρφωση. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθα στο χωριό, να γίνω κάποιος άλλος, γιατί αυτό που ήμουν, που ήμασταν, δεν το ήθελα πια. Πικραμένος από τη συμπεριφορά σας, προδομένος τελικά κι απ’ τη γυναίκα μου όπως αποδείχτηκε, ήρθα εδώ για να ξαναμυρίσω το χώμα. Ήρθα να ξαναβρώ την ηδονή της ζωής, που την είχα ξεχάσει και την κρατάνε λίγες λέξεις: φαγητό, ποτό, γέλια και πλάκες, έρωτας όσο μου επιτρέπεται ακόμα. Απέτυχα. Η μεταμόρφωση έγινε αλλά μοιάζω σ’ εκείνον που τον διάβαζες παλιά, όνομα δεν θυμάμαι, αυτόν που ξύπνησε μια μέρα και κατάλαβε πως είχε γίνει κατσαρίδα».
     Το βιβλίο, τελειώνει με τον ίδιο δραματικό τρόπο που τελειώνει και η τραγωδία του Shakespeare.
      Για μια ακόμη φορά, ο Ι. Ζουργός, ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αναγνώστη. Μπορεί ο μύθος του έργου να μην είναι πρωτότυπος, αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Γιατί στο μυθιστόρημα αυτό, απολαμβάνουμε τον εξαιρετικό και διεισδυτικό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας δομεί τους χαρακτήρες του βιβλίου του, με έμφαση φυσικά στον Λεόντιο, του οποίου οι ψυχολογικές μεταπτώσεις αποδίδονται με τον καλύτερο τρόπο. Παράλληλα, σκιαγραφεί εντυπωσιακά την κοινωνία του χωριού, που ειδικά το καλοκαίρι με την έλευση των επισκεπτών, αποτελεί μικρογραφία της ελληνικής επαρχίας, ενώ απεικονίζει ιδανικά τις ανθρώπινες σχέσεις, σε όλες τις εκφάνσεις τους. Το μυθιστόρημα «Οι Ρετσίνες Του Βασιλιά» είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.     

24 Φεβ 2020

IBBUR. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


IBBUR. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 257, Δεκέμβριος 2018

     Την περιπέτεια και την τραγική μοίρα της εβραϊκής κοινότητας της Κρήτης, περιγράφει στο βιβλίο του ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας.
     Τη συγγραφή και την έκδοση αυτού του βιβλίου τη θεώρησε ως ένα χρέος σ’ αυτούς που χάθηκαν. «Στον εβραϊκό μυστικισμό η λέξη «Ibbur» σημαίνει εγκυμοσύνη και αναφέρεται στην προσωρινή μετοικεσία άλλης πρόσθετης ψυχής στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου, ώστε να επιτελεστεί ένα έργο. Αισθάνθηκα ότι οι ψυχές των Εβραίων της Κρήτης που χάθηκαν άδικα στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής του νησιού με στοίχειωσαν. Έτσι, ως ένα είδος χρέους σ’ αυτές, προσπάθησα να συγκεντρώσω σε μορφή μαρτυρίας-χρονικού αφηγήσεις, έγγραφα και φωτογραφίες ώστε ο αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με την ιστορία του νησιού να αντιληφθεί την αδιάλειπτη παρουσία τους από το 1900, μια παρουσία η οποία προσέθεσε πολλά στην πολυμορφία του κοινωνικού ιστού, τον άδικο χαμό τους το 1944 και την περιπέτεια των ελάχιστων εκείνων που διασώθηκαν».
     Οι εβραίοι ζούσαν στην Κρήτη από την αρχαιότητα. Ρωμαίοι γεωγράφοι, κατατάσσουν την Κρήτη στις περιοχές «με μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό». Στη διάρκεια της ενετικής κατοχής «…ο αριθμός των Εβραίων δεν ήταν μεγάλος. Όμως η δύναμη και η σημασία τους οφειλόταν στα μεγάλα χρηματικά κεφάλαια τα οποία κατείχαν». Σύμφωνα με ιστορικές πηγές της εποχής, ήταν υποχρεωμένοι να ζουν σε γκέτο, οι πύλες των οποίων έκλειναν το βράδυ. Επίσης υπήρχαν περιορισμοί, όσο αφορούσε την απόκτηση ακίνητης περιουσίας. Την ίδια εποχή, ανέπτυξαν έντονη πολιτιστική και θρησκευτική δραστηριότητα. Υπήρχαν ανάμεσά τους πολλοί λόγιοι και ποιητές. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν ο ραβίνος Μιχαήλ μπεν Σαμπετάι Κοέν Μπάλμπο, που έγινε «γνωστός στην Ελλάδα για τον θρήνο του για την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453».
    Αν και οι σχέσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες ήταν σε γενικές γραμμές καλές, στην πορεία των αιώνων, δεν έλειψαν οι αντισημιτικές εκδηλώσεις, όπως αυτές που έγιναν το 1861, 1870 και 1884. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι περισσότεροι εβραίοι ζούσαν στα Χανιά. Οι κοινότητες στις άλλες πόλεις συρρικνώθηκαν. Λίγο πριν από τον Β! παγκόσμιο πόλεμο, ζούσαν στα Χανιά περί τους 400 εβραίους, ενώ ελάχιστοι έμεναν στο Ηράκλειο. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, οι εβραίοι αντιμετώπισαν διακρίσεις, όπως άλλωστε σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα ακολουθούσε.
     Μια μέρα του 1942, ο πατέρας του συγγραφέα, συνάντησε έναν φίλο του χριστιανό, που εργαζόταν στη Γκεστάπο, ο οποίος  «τον προέτρεψε να εγκαταλείψει το νησί, γιατί οι Γερμανοί ετοίμαζαν κάτι πολύ κακό για τους Εβραίους». Το δίλημμα για την οικογένεια ήταν μεγάλο. Τελικά μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισαν να φύγουν. Μετά από ένα επικίνδυνο ταξίδι αρκετών ημερών μ’ ένα μικρό καΐκι που μετέφερε χαρούπια, έφτασαν στις ακτές της Αττικής. Με τον ίδιο τρόπο επέλεξαν να φύγουν και κάποιοι ακόμα εβραίοι, πού είτε προέβλεψαν το τι θα γινόταν, είτε είχαν ανάλογες πληροφορίες.
     Για όσους έμειναν όσα επακολούθησαν ήταν τραγικά. «Στις 21 Μαΐου 1944, πριν ακόμα χαράξει, η Γκεστάπο περικύκλωσε τα εβραϊκά σπίτια και συνέλαβε όλους τους Χανιώτες Εβραίους. Οι δύστυχοι για έντεκα μέρες έζησαν με κακουχίες κι εξευτελισμούς στις φυλακές της Αγυιάς…». Στη συνέχεια φορτώθηκαν στα αμπάρια του πλοίου «Ταναϊς», στις 8 Ιουνίου. Λίγο μετά τον απόπλου, το βρετανικό υποβρύχιο Vivid που περιπολούσε στην περιοχή, εντόπισε και τορπίλισε το πλοίο, αγνοώντας (;) ποιο ήταν το φορτίο του. Το πλοίο «…βυθίστηκε σε 15 λεπτά σε βάθος 1858 μέτρων». Το πλήρωμα διασώθηκε μπαίνοντας σε σωσίβιες λέμβους, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες, που κατέληξαν στον υγρό τάφο. Σε κατάλογο του 1943, είναι γραμμένοι 279 εβραίοι των Χανίων, ενώ σε αντίστοιχο του Ηρακλείου αναγράφονται μόνο οι άρρενες, που είναι 26. Απ’ όλους αυτούς διασώθηκαν μόνο όσοι διέφυγαν εγκαίρως. Οι υπόλοιποι χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου.
     Μετά την απελευθέρωση, επέστρεψε μόνο ένα ζευγάρι στην Κρήτη. «…ο Αλβέρτος Μινέρβας και η γυναίκα του Βικτωρία, αποφάσισαν να επιστρέψουν και να εγκατασταθούν στα Χανιά… διατηρώντας το θρήσκευμά τους».
     Ο Ι.Βεντούρας, η διάσωση της οικογένειας του οποίου υπήρξε δύσκολη και περιπετειώδης, συνέλλεγε υλικό για πολλά χρόνια. Όταν τον Ιούλιο του 2016 επέστρεψε στα Χανιά για να γιορτάσει με την οικογένειά του τη θρησκευτική ενηλικίωση των εγγονών του στην ιστορική συναγωγή Etz Hayyim που αναστηλώθηκε τη δεκαετία του ‘90, ξύπνησαν οι μνήμες της παιδικής του ηλικίας κι αποφάσισε αυτό το υλικό να το αξιοποιήσει. Έτσι «γεννήθηκε» αυτό το βιβλίο που περιλαμβάνει: Πολλές προσωπικές μαρτυρίες, ορισμένες από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Έγγραφα επίσημων αρχών, αλλά και προσωπικά. Φωτοτυπίες δημοσιευμάτων. Πολλές φωτογραφίες κι εκτενή ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Ένα πολύ καλό βιβλίο που εκτός από το πολύτιμο υλικό που περιλαμβάνει, φωτίζει μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές των κακουργημάτων των Ναζί σε βάρος των Ελλήνων εβραίων.