31 Μαρ 2012




Ο ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΜΠΕΗ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ
ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ
Μετάφραση: ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 792, Ιανουάριος 2012

Το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας Ο. Παμούκ και εκδόθηκε πριν από 30 χρόνια, αλλά μόλις φέτος μεταφράστηκε στα ελληνικά, παρουσιάζω σήμερα. Ένα ογκώδες βιβλίο, 800 πυκνογραμμένων σελίδων, στο οποίο, όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο, περιγράφει τη ζωή του Τζεβντέτ μπέη και της οικογένειάς του.
Η εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία του, (μέσα της δεκαετίας του 1910 έως μέσα της δεκαετίας του 1970), είναι αυτή που διαμόρφωσε το πρόσωπο της σύγχρονης Τουρκίας. Και ο Τζεβντέτ μπέη, είναι μέλος μιας τάξης που εν πολλοίς αναδείχτηκε την εποχή αυτή, την τάξη των μεσοαστών εμπόρων. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί την οικογενειακή ιστορία, ως πρόσχημα και ως όχημα για να περιγράψει κάτι ευρύτερο: μιας εποχή κοσμογονίας για τη γειτονική χώρα.
Η Τουρκία, υπό τη διεφθαρμένη και ανεπαρκή κυβέρνηση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμιτ Β!, μπαίνει σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Η ανάγκη για αλλαγή γίνεται επιτακτική. Πολιτικοί, αξιωματικοί και διανοούμενοι, δημιουργούν το κίνημα των νεότουρκων, που επιτυγχάνει να ανατρέψει το σουλτανικό καθεστώς. Η δημοκρατία εγκαθιδρύεται στις 29 Οκτωβρίου του 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ (που επονομάστηκε Ατατούρκ).
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Τζεβνέτ προσπαθεί να στήσει μια επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη, εξασκώντας το - όχι ιδιαίτερα «αξιοπρεπές» αλλά προσοδοφόρο - επάγγελμα του εμπόρου, στο οποίο κυριαρχούν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Τα όνειρά του εκτός από την επαγγελματική επιτυχία, περιλαμβάνουν και τη δημιουργία μιας οικογένειας. «Στη μέση της γέφυρας ένας γεροδεμένος άντρας μ’ ένα μεγάλο καπέλο και μια γυναίκα με ακάλυπτο πρόσωπο, κοίταζαν τη θάλασσα, κρατούσαν από τα χέρια τα παιδιά τους. «Μια οικογένεια σαν αυτή!» σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη». Το όνειρό του παίρνει σάρκα και οστά μετά το γάμο του με την κόρη ενός πασά. Παράλληλα, βλέπει γύρω του, τον κόσμο όπως τον ήξερε να καταρρέει και από τα ερείπια να γεννιέται κάτι νέο. Τις μεγάλες αλλαγές όμως, θα τις βιώσουν οι γιοί του, οι οποίοι με τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες τους, αντιπροσωπεύουν τις κυρίαρχες τάσεις που διαμορφώνονται στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Τουρκίας.
Στο βιβλίο η Ιστορία κυριαρχεί, χωρίς σχεδόν ποτέ να είναι εμφανώς παρούσα! Τα ιστορικά γεγονότα τα αντιλαμβανόμαστε περισσότερο από τους υπαινιγμούς του συγγραφέα, παρά από ευθεία αναφορά σ’ αυτά, ακόμα κι όταν καθορίζουν την πορεία των χαρακτήρων του. Εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός, ότι τεχνηέντως, αποφεύγει την αναφορά σε «σκοτεινές» σελίδες, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων, η Μικρασιατική καταστροφή, το πογκρόμ του 1955.
Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, αφού παρουσιάζει στοιχεία από την καθημερινή ζωή και τις μεταβολές που συντελούνται στους κόλπους της κοινωνικής ζωής, τριών γενεών Τούρκων και περιέχει «εν σπέρματι» κάποια από τα ζητήματα, που απασχόλησαν τη μετέπειτα θεματική του. Θα ήταν όμως ακόμα πιο ενδιαφέρον, αν έλειπαν αρκετές σελίδες, αφού «παθαίνει» αυτό που παθαίνουν σχεδόν όλοι οι νέοι συγγραφείς: θέλει να πει όλα όσα έχει στο μυαλό του μονομιάς με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να πλατειάζει αφόρητα. Συνιστάται ιδιαίτερα στους φανατικούς αναγνώστες του Τούρκου συγγραφέα (οι οποίοι είναι από όσο ξέρω αρκετοί).

17 Μαρ 2012



Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ
ΤΖΗΝ ΓΟΥΑΪΛΝΤΕΡ
Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 172, Μάρτιος 2011

Μια άλλη πλευρά, του ταλέντου του-αυτήν του συγγραφέα- μας παρουσιάζει με το βιβλίο αυτό, ο γνωστός ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Gene Wilder.
Βρισκόμαστε στο 1903. Ο νεαρός βιολιστής Τζέρεμι Γουέμπ, την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή με μια ορχήστρα στο Κλίβελαντ, ερμηνεύοντας ένα κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι, παθαίνει νευρικό κλονισμό. «…ξαφνικά άφησα το βιολί κάτω και άρχισα να σχίζω τις παρτιτούρες του πρώτου βιολιστή. Έκανα τα φύλλα του κομματάκια όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έριξα νερό μέσα στο φαρδύ στόμιο μιας τούμπας, κοπάνησα τα πλήκτρα ενός πιάνου με τις γροθιές μου-μόνο τα μαύρα πλήκτρα-και μετά κάθισα στο πάτωμα κλαίγοντας».
Για να συνέλθει-και χάρη στη μεσολάβηση του διευθυντή της ορχήστρας-τον στέλνουν σε ένα θεραπευτήριο στο Μπάντενβάιλερ, στα νοτιοδυτικά της Γερμανίας. Εκεί έχει μια απρόσμενη συνάντηση. «Ήταν εντυπωσιακά όμορφος, υπέθετα κοντά στα σαράντα, μ’ ένα άψογο λευκό κοστούμι, λευκό πουκάμισο και γαλάζια γραβάτα. Επίσης φορούσε ένα φασαμέν, που είχα ξαναδεί να φορούν μόνο οι φιλοξενούμενοι μαέστροι απ’ την Ευρώπη». Ο άντρας αυτός ήταν ο Άντον Τσέχοφ, ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο θέρετρο, για να μπορέσει να ξεπεράσει το πρόβλημα υγείας (φυματίωση) που τον βασάνιζε. Ο Τζέρεμι τον θαύμαζε για την «οξυδέρκεια και την εκλεπτυσμένη τέχνη» των έργων του.
Ελάχιστες μέρες μετά την άφιξη του στο θέρετρο, φτάνει εκεί η βελγίδα Κλάρα Μουλπάς. «Ήταν μια γυναίκα και μάλιστα πολύ όμορφη. Ήταν επίσης ελκυστική με λεπτά ευαίσθητα χαρακτηριστικά…Θα ‘λεγα πως ήταν είκοσι τεσσάρων ή είκοσι πέντε χρόνων, πολύ λεπτή, με όμορφο και καθαρό δέρμα. Τα πυρόξανθα μαλλιά της που ακτινοβολούσαν, τα είχα ξαναδεί μόνο σε πίνακες ζωγραφικής». Η Κλάρα πάσχει από μία ανίατη μορφή καρκίνου του στομάχου και λόγω της ασθένειάς της, ο άνδρας της την έχει εγκαταλείψει.
Ο Τζέρεμι θα προσπαθήσει να την κατακτήσει, αλλά συναντά δυσκολίες. Η Κλάρα δεν είναι διατεθειμένη να υποκύψει στο-διακριτικό είναι αλήθεια-φλερτ του (γι’ αυτό κι ο τίτλος «Η Γυναίκα Που Δεν Ήθελε»). Ο Τζέρεμι όμως θα επιμείνει και η επιμονή του αυτή, θα έχει απρόσμενες συνέπειες και για τους δύο.
Το βιβλίο, περιλαμβάνει μια όμορφη, ευκολοδιάβαστη, ρομαντική, συγκινητική και τρυφερή ιστορία, με αξιαγάπητους χαρακτήρες (από τους πρωταγωνιστές έως τους πλέον δευτερεύοντες), με γλώσσα και γραφή που προσιδιάζουν στο θέμα και την εποχή και κατάλληλες για να αποδώσουν τα συναισθήματα των ηρώων. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και στο οποίο ο γνωστός άνθρωπος του σινεμά, ξετυλίγει μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή του πολυσχιδούς ταλέντου του.
Ο Gene Wilder (πραγματικό όνομα Jerome Silberman), γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1933. Είναι ηθοποιός από τα εφηβικά του χρόνια. Σε πολλές ταινίες που πρωταγωνίστησε, υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Ήταν υποψήφιος για Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του (ως Λέο Μπλουμ) στην ταινία «Οι Παραγωγοί» του Μέλ Μπρούκς. Λίγα χρόνια αργότερα, ήρθε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το σενάριο της ταινίας «Φρανκενστάιν Τζούνιορ». Από το 2003, έχει εγκαταλείψει τα κινηματογραφικά πλατό για να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί-εκτός από αυτό που παρουσιάζω σήμερα-αλλά τρία βιβλία του. Το αυτοβιογραφικό «Φίλα Με Σαν Ξένος» (που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ), το μυθιστόρημα «My French Whore» (2007) και η συλλογή διηγημάτων «What Is This Thing Called Love» (2010).

9 Μαρ 2012



ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ
Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
Σελ. 70, 1995

Κάνοντας προ ημερών μια νέα «έρευνα» στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, έκανα πολύ ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Βρήκα βιβλία που είχα διαβάσει όταν πρωτοκυκλοφόρησαν-πριν από χρόνια-μου είχαν αρέσει, αλλά από τότε δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσω. Βλέπετε τα καινούρια βιβλία που κυκλοφορούν είναι πολλά και περιμένουν να έρθει η σειρά τους και από την άλλη ο χρόνος είναι λίγος, οπότε πρέπει να τηρούνται κάποιες ισορροπίες.
Τώρα όμως, θέλοντας να κάνω ένα διάλλειμα στην ανάγνωση ενός ογκωδέστατου μυθιστορήματος, «επέστρεψα» για λίγες ώρες σε ένα βιβλίο που μου είχε κάνει θετικότατη εντύπωση, το ξαναδιάβασα και αποφάσισα να σας το παρουσιάσω. Περιλαμβάνεται στη σειρά «Η Πορεία Της Σκέψης» των εκδόσεων Περίπλους. Μια σειρά μικρών σε μέγεθος βιβλίων (10 Χ 12,5 cm), αλλά μεγάλων σε αξία.
Το «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη, είναι ένα υπόδειγμα πρωτότυπου και ξεχωριστού ύφους. Ένα εργόχειρο, δουλεμένο με λεπτές κι επιδέξιες βελονιές. Στη νουβέλα αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1894, ο γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας της Σύρου, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην οικονομική της ακμή, εξιστορεί πως έφτασε στη δεινή θέση να είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, ενώ έχουν περάσει…οκτώ ολόκληροι μήνες από το γάμο τους, αφού σκοπός του ήταν να «γιατρευτεί» από τον έρωτά του προς τη νέα αυτή, διά του γάμου. «Την Χριστίνα την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν’ αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίνα εις την λέσχην…Την Χριστίνα την επήρα καθώς παίρνει κανείς κινίνον δια ν’ απαλλαχθεί από τον πυρετόν».
Η συνέχεια όμως του έγγαμου βίου, δεν είναι όπως την έχει σχεδιάσει ο συριανός νέος…Και αυτό το γεγονός, δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα στο συγγραφέα να μας χαρίσει ένα έργο απολαυστικό που αν και γραμμένο περισσότερο από έναν αιώνα πριν, μπορεί να «μιλήσει» στον αναγνώστη του σήμερα. Ο Ροΐδης, δηκτικός κι εύστοχος στην κριτική του όπως πάντα, αποδεικνύει για μια ακόμη φορά, ότι υπήρξε τέλειος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, μάστορας της γραφής κι εξαίρετος χρήστης της γλώσσας, την οποία είχε αναγάγει σε ένα εργαλείο γεμάτο δύναμη αλλά και λεπτές αποχρώσεις.
Δεν ξέρω αν αυτό το μικρό βιβλιαράκι εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Όμως κάνοντας μια πρόχειρη κι όχι εμπεριστατωμένη αναζήτηση στο internet, βρήκα σε ορισμένα site, το πλήρες κείμενο της νουβέλας, οπότε αν δεν βρείτε το βιβλίο, μπορείτε να ανατρέξετε εκεί, για να απολαύσετε αυτό το εξαιρετικό έργο.