7 Μαρ 2020

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ
CAMILLA LACKBERG
Μετάφραση ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 166, Δεκέμβριος 2019

     Την  ιστορία τριών γυναικών που κακοποιούνται σωματικά και ψυχολογικά από τους συντρόφους τους και βρίσκουν μια «πρωτότυπη» λύση, αφηγείται στο νέο της μυθιστόρημα η γνωστή σουηδή συγγραφέας C. Lackberg.
     Η Ίνγκριντ Στερν, εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στη δημοσιογραφία, για να αφήσει χώρο στο σύζυγό της Τόμι, να προωθήσει τη δική του. «Δεκατέσσερα χρόνια δημοσιογράφος, δύο εξ αυτών ανταποκρίτρια στις ΗΠΑ και με αναρίθμητα βραβεία. Παλιότερα, στους τοίχους του σπιτιού της, υπήρχαν αποκόμματα εφημερίδων, διπλώματα και μερικές φωτογραφίες. Μόλις ο Τόμι έγινε αρχισυντάκτης, το ζευγάρι συμφώνησε από κοινού πως θα ήταν καλύτερα να μείνει η Ίνγκριντ στο σπίτι με την κόρη τους […] Αν είχε συμβεί το αντίθετο, αν έπαιρνε η Ίνγκριντ το πόστο αυτό, ο Τόμι θα έκανε την ίδια θυσία σύμφωνα με τα λεγόμενά του. Η Ίνγκριντ συμφώνησε. Μάζεψε όλα τα αποδεικτικά της επιτυχημένης καριέρας της σε μια κούτα του ΙΚΕΑ, την οποία έβαλε πάνω στη σοφίτα και ανέλαβε τον ρόλο της υποστηρικτικής συζύγου». Και ξαφνικά ανακαλύπτει πως ο Τόμι την απατά.
     Η Μπιργίτα Νίλσεν, είναι δασκάλα στο σχολείο που πηγαίνει η Λουβίσα, η κόρη της Ίνγκριντ. Παρά τις επαλειμμένες ειδοποιήσεις των γιατρών, δεν πηγαίνει να κάνει τις προγραμματισμένες εξετάσεις-μαστογραφίες για να μην δουν οι γιατροί τις μελανιές και αποκαλυφθεί ότι ο άντρας της, ο Γιάκομπ τη δέρνει. «Ο άντρας μου με σαπίζει στο ξύλο όποτε του καπνίσει. Με χτυπάει εκεί που δεν φαίνεται. Κι εγώ σκέφτομαι πως, αφού δεν φαίνεται, δεν συμβαίνει καν». Τελικά, σε μια επίσκεψη στο νοσοκομείο, την ενημερώνουν ότι οι πάσχει από καρκίνο στο στήθος.
     Τέλος η Βικτόρια Μπρούνμπεργ, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει από τη Ρωσία στη Σουηδία στα είκοσι χρόνια της, όταν ο φίλος της ο Γιούρι, που ήταν αρχηγός συμμορίας, δολοφονήθηκε. Γνώρισε διαδικτυακά κάποιον άντρα, που της φάνηκε συμπαθητικός και καλόβολος. Ήταν ο Μάλτε Μπούρνμπεργ, ένας αγρότης που έμεινε στο Σίμπου. Το σοκ της μετοίκησης από το πολύβουο Γεκατερίνμπουργκ του ενός εκατομμυρίου κατοίκων σ’ ένα χωριό στη μέση του πουθενά της κεντρικής Σουηδίας, ήταν μεγάλο. «Τους πρώτους μήνες είχε την αυταπάτη ότι η ζωή στη Σουηδία θα μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει υποφερτή. Όχι σαν τη ζωή με τον Γιούρι, αλλά ανεκτή. Ο Μάλτε ήταν καλός. Βαρετός αλλά καλός. Της έφερνε πότε-πότε κάτι σχεδόν μαραμένα λουλούδια, την επαινούσε για το φαγητό που είχε ετοιμάσει και την αποκαλούσε «γυναικούλα μου». Βέβαια δεν της ήταν ευχάριστο να ξαπλώνει μαζί του, να τον έχει κοντά της, να αισθάνεται τ’ αδέξια χέρια του πάνω στο κορμί της, αλλά ο Μάλτε της φερόταν τουλάχιστον ανθρώπινα. Ένιωθε ευγνωμοσύνη που την είχε πάρει από τη Ρωσία. Αλλά έπειτα από κάνα εξάμηνο άρχισε ν’ αλλάζει. Έγινε κακός. Σταμάτησε να πλένεται. Μύριζε όλο και χειρότερα […] Τον φοβόταν. Παρ’ όλο που δεν την είχε χτυπήσει ποτέ του, η Βικτόρια ήταν απολύτως στο έλεός του. Ο Μάλτε μπορούσε να κάνει τη ζωή της πολύ χειρότερη απ’ ότι ήταν ήδη. Δεν είχε που να πάει, το αγρόκτημα ήταν η φυλακή της. Μακάρι να είχε έστω έναν φίλο…».   
     Οι τρεις γυναίκες προσπαθούν ν’ αλλάξουν τη ζωή τους, αλλά οι συνθήκες δεν τις ευνοούν. Θα βρουν όμως μια ανέλπιστη, κυριολεκτικά «από μηχανής» βοήθεια.
     Η C. Lackberg, άφησε -προσωρινά ελπίζω- τον επιθεωρητή Πάτρικ και την αγαπημένη του Ερίκα να… ξεκουραστούν. Τόσο στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, το «Χρυσό Κλουβί» όσο και σ’ αυτό, ασχολείται με ένα πρόβλημα που απ’ ότι φαίνεται έχει μεγάλες διαστάσεις: την ενδοοικογενειακή βία. Μέσα από τις ιστορίες που περιγράφει, προσπαθεί να αναδείξει το πρόβλημα. Ιστορίες που είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές των προηγούμενων δέκα βιβλίων της, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρουσες και συναρπαστικές για τους αναγνώστες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου