31 Μαΐ 2026

ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΡΑΠΤΗ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 350, Μάρτιος 2026

      

Ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, είναι το νέο (τρίτο) μυθιστόρημα της Μ. Ράπτη.

     Η Αλίκη Παπαδοπούλου, είναι μια ηθοποιός, η οποία έγινε γνωστή στην τηλεοπτική σειρά «Ένστικτο», που σκηνοθέτησε ο κολλητός  φίλος και συμμαθητής της στη δραματική σχολή, Κρις Αντωνίου. Τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά, ερμηνεύει δεύτερους ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. «Η σειρά αυτή, που φτιάξαμε μαζί ενώ ήμασταν κάτι παραπάνω από είκοσι ετών, όχι μόνο έκανε πραγματικό πάταγο όταν πρωτοπροβλήθηκε, αλλά εξακολουθεί να παίζεται σε επαναλήψεις σχεδόν κάθε καλοκαίρι και παραμένει μάλλον αγαπημένη παρά τα δεκαπέντε χρόνια που έχουν περάσει από τότε […] Έζησα το μπαμ της επιτυχίας και της αναγνωσιμότητας, το απόλαυσα, αλλά ύστερα απέτυχα να το εξαργυρώσω. Αυτή είναι η αλήθεια και έχω μάθει να την αποδέχομαι. Κι εδώ που τα λέμε γιατί να με πειράζει; Αγαπώ τη δουλειά μου, και ξέρω ότι είμαι απίστευτα τυχερή που έχω δουλειά σχεδόν κάθε σεζόν σε μια πόλη τόσο δύσκολη όσο η Θεσσαλονίκη».

     Αντίθετα ο Αντωνίου τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Εργάστηκε στην κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, κι έγινε ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε τα δύο κορυφαία Όσκαρ: Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας! Το 2024, επιστρέφει στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή, κι επιλέγει την Αλίκη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή αρχικά έχει αντιρρήσεις. «Παρόλο που η ταινία αυτή είναι κάτι σαν όνειρο ζωής, κάτι που λίγοι ηθοποιοί στην Ελλάδα θα τολμούσαν να ονειρευτούν, η ιδέα όλης της διαδικασίας -του ταξιδιού, των γνωριμιών, των προβών και τελικά των γυρισμάτων-μου προξενεί τώρα έναν φόβο σχεδόν παραλυτικό. Δεν ξέρω πως θα αντικρίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους. Πως θα τους μιλήσω, πως θα τολμήσω να πω το όνομά μου. Πως θα συνεργαστώ μαζί τους, ενώ τουλάχιστον δύο από αυτούς έχουν πάρει Όσκαρ. Και πως θα τα κάνω όλα αυτά χωρίς να είμαι κάποια κομπάρσα, αλλά σχεδόν η πρωταγωνίστρια». Τελικά όμως, μετά και από την αφόρητη πίεση του Αντωνίου, δέχεται!

     Η Αλίκη και ο Αντωνίου, ξεκινούν μαζί για την πανέμορφη ορεινή περιοχή της Ηπείρου, που βρίσκεται το χωριό Μαυρόδασος, όπου θα γυριστεί η ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα γεγονός που σημάδεψε την περιοχή το 1850-60, αλλά αφηγείται μια εντελώς σύγχρονη ιστορία. Θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο Black Forest, που έχει νοικιάσει η παραγωγή για να φιλοξενήσει την πολυάριθμη ομάδα και βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

     Όταν αρχίζουν τα γυρίσματα, η Αλίκη θα αντιληφθεί ότι στο ειδυλλιακό δάσος, κρύβονται μυστικά, που όταν αποκαλυφθούν θα θέσουν σε κίνδυνο ζωές, σχέσεις, καριέρες, αλλά και την ίδια την ταινία. Φαντάσματα θα αναδυθούν από το παρελθόν και θα απαιτήσουν δικαίωση και εκδίκηση.

     Η Μαρία Ράπτη, γίνεται καλύτερη συγγραφέας από βιβλίο σε βιβλίο. Ξέρει πως να δομεί την πλοκή, ξέρει πως να κλιμακώνει το σασπένς, ξέρει πως να κρατά τον αναγνώστη διαρκώς σε εγρήγορση και να ενσπείρει αμφιβολίες σε όσα αυτός πιστεύει, και τέλος, ξέρει πως να τον εκπλήσσει με τις «θεαματικές» ανατροπές που επιφυλάσσει στις τελευταίες σελίδες!      

25 Μαΐ 2026

ΔΕΝΔΡΙΝΩ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΑΝΑΛΕΚΤΟ
Σελ. 78, Απρίλιος 2026

      
Ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα (σε μέγεθος νουβέλας) είναι η πρώτη προσωπική λογοτεχνική προσπάθεια του Π. Χριστίδη, που έχει εκδώσει ήδη ένα δοκίμιο με τίτλο «Η Διπλωματία Του Ανέφικτου».

     Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Μαρίκα. Μια νέα γυναίκα που ζει σε ένα μικρό ημιορεινό χωριό και αποτελεί το αντικείμενο του πόθου των αντρών-κάποιων αντρών. Τόσο λόγω της εμφάνισής της, όσο και λόγω του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας της. «Μπορεί τι θάρρος της να ενοχλούσε τις συγχωριανές της, όμως δεν τις σκανδάλιζε πιά». Η Μαρίκα που την αποκαλούσαν Δενδρινώ. «Τη βάφτισαν Μαρίκα, αλλά μικρή τη φώναζαν Δενδρινώ. Γιατί ποτέ στη ζωή της τίποτα από τη φύση δεν θεώρησε κατώτερο από τον άνθρωπο». Που ερωτεύτηκε έναν άντρα με τον οποίο δεν μπόρεσε να ζήσει, αφού το νήμα της ζωής της κόπηκε νωρίς! Που ένας άλλος την αγάπησε βαθιά κι ένας την πόθησε όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, αλλά δεν μπόρεσαν να την αποκτήσουν.

     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με γραφή που ρέει αβίαστα και μια ιστορία που θα συνεπάρει τον αναγνώστη. Με εξαιρετική και διεισδυτική σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των διαδρομών που διανύει ο ψυχισμός τους. Ήρωες που είναι εξ αρχής σχεδόν όλοι συμπαθείς και γίνονται ακόμη περισσότερο λόγω των ματαιώσεων που υφίστανται. Αυτό όμως που το κάνει ξεχωριστό κι ακόμα πιο ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένο. Δεν θέλω να αποκαλύψω περισσότερα και να αφήσω τον αναγνώστη να κάνει τη δική του ανακάλυψη. Γι’ αυτόν τον τρόπο γραφής ο συγγραφέας κάνει ορισμένες επισημάνσεις στον πρόλογό του: «Στο αφηγηματικό σύμπαν που ξεδιπλώνεται στις λέξεις του κειμένου, η αυστηρή χρονολογική ακολουθία συνθλίβεται. Η πραγματικότητα περιγράφεται ως αλληλουχία επεισοδίων που προσομοιάζουν στη χαοτική και συνειρμική λειτουργία της μνήμης, η οποία δεν χρειάζεται να οργανωθεί οπωσδήποτε δε μια γραμμική αφήγηση. Η τελευταία αποτελεί ανθρώπινο εφεύρημα και όχι φυσική λειτουργία του νου. Η ελλειπτικότητα των κειμένων αποτελεί συνειδητή επιλογή».

     Παρουσίαση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου θα γίνει στη Νάουσα, σήμερα Δευτέρα 25 Μαρτίου 2026, στις 7 μ.μ., στην αίθουσα Βέτλανς του Πολυχώρου Πολιτισμού «Χρήστος Λαναράς». Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Γιώργος Λιάμπας, εκπαιδευτικός και η αρχιτέκτονας Κατερίνα Μπαδόλα. Θα προλογίσει ο εκδότης Άκις Θωμαΐδης. 

 

20 Μαΐ 2026

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


ARTURO
PEREZ-REVERTE
Μετάφραση ΤΙΤΙΝΑ ΣΠΕΡΕΛΑΚΗ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 378, Οκτώβριος 2025


      Ένα ακόμη μυθιστόρημα του πολυγραφότατου Ισπανού Α. Πέρεθ-Ρεβέρτε, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες.

     Το καλοκαίρι του 1960, ο βρετανός ηθοποιός Όρμοντ Μπάζιλ, που σιγά-σιγά οδηγείται προς τη δύση της καριέρας του, βρίσκεται μετά από πρόσκληση ενός φίλου του παραγωγού για διακοπές λίγων ημερών στην Κέρκυρα. Ο Μπάζιλ έγινε γνωστός, από την ενσάρκωση του ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς, σε περισσότερες από δεκαπέντε ταινίες.

     Όταν με το σκάφος του φίλου του επισκέφθηκαν το Μικρονήσι, λίγο έξω από τις ακτές της Κέρκυρας, ξέσπασε θαλασσοταραχή με αποτέλεσμα να αποκλειστούν στο νησί. Μέχρι να ηρεμήσει η θάλασσα, κατέλυσαν στο μικρό ξενοδοχείο του νησιού, το Hotel Auslander. «Βρεθήκαμε φυλακισμένοι σ’ εκείνο τη νησί που δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Παρότι αυτό δεν αποτελούσε παρηγοριά, υπήρχαν και άλλοι επισκέπτες σε παρόμοια θέση […] Συνολικά ήμασταν εννιά άτομα διάφορων εθνικοτήτων. Και όλοι ένοικοι του μοναδικού κατοικημένου μέρους, βρεθήκαμε εκεί με τη θέλησή μας ή αναγκαστικά».

     Οι μέρες κυλούν ευχάριστα. Το φυσικό περιβάλλον είναι μοναδικό και η περιποίηση της ιδιοκτήτριας και του ολιγομελούς προσωπικού εξαιρετική. Ο Μπάζιλ μάλιστα, στο πρόσωπο ενός Ισπανού μυθιστοριογράφου, του Φρανθίσκο (Πάκο) Φοξά, βρήκε έναν φανατικό θαυμαστή. Ο Φοξά είχε δει όλες τις ταινίες του, παραπάνω από μία φορά.

     Την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα θα διαταράξει ο θάνατος μίας από τις ενοίκους. Η 43χρονη Αγγλίδα Ίντιθ Μάντερ, βρέθηκε απαγχονισμένη σε μια μικρή αποθήκη της παραλίας, που χρησιμοποιούσαν οι λουόμενοι για να αλλάζουν τα βρεγμένα τους ρούχα. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ενημερώνει μέσω ασυρμάτου τις αστυνομικές αρχές της Κέρκυρας για την -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- αυτοκτονία της τουρίστριας. Όμως λόγω της θαλασσοταραχής δεν μπορούν να προσεγγίσουν στο νησί. Ένας γιατρός που βρίσκεται ανάμεσα στους ενοίκους θα ζητήσει να εξετάσει πιο προσεκτικά το πτώμα. Μετά την εξέταση θα εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το αν ο θάνατος οφείλεται σε αυτοχειρία, αναστατώνοντας τους υπόλοιπους. Οι οποίοι θορυβημένοι, θα ζητήσουν από τον Μπάζιλ, να πραγματοποιήσει μια έρευνα, μιμούμενος τον χαρακτήρα που ενσάρκωσε τόσες φορές στην οθόνη! Ο Μπάζιλ αρνείται κατηγορηματικά λέγοντας ότι ο Σέρλοκ Χολμς δεν υπήρξε ποτέ, αλλά «είναι ένα λογοτεχνικό εφεύρημα» και ότι «Όταν βλέπετε έναν ήρωα στην οθόνη, στην πραγματικότητα δεν βλέπετε αυτόν, αλλά έναν ηθοποιό ο οποίος κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα να κάνει, δηλαδή να υποδύεται έναν ρόλο». Τελικά όμως υποκύπτει στην φορτική επιμονή των υπόλοιπων. Και τότε τα πράγματα θα πάρουν μια αναπάντεχη τροπή…     

     Το μυθιστόρημα «Το Τελευταίο Πρόβλημα», έχει δύο επίπεδα ανάγνωσης. Στο πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε μια καλογραμμένη περιπέτεια μυστηρίου της οποίας τα στοιχεία αποκαλύπτονται λίγο-λίγο κι ο ένοχος στις τελευταίες σελίδες. Ένας «φόρος τιμής» στον Α. Κ. Ντόιλ και τον εμβληματικό ήρωά του, τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Στο δεύτερο επίπεδο, γίνονται συνεχείς αναφορές στην αστυνομική λογοτεχνία, τα «κόλπα» που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς για να κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και στην «χρυσή εποχή» του Χόλυγουντ και των αστέρων του κινηματογράφου!   

16 Μαΐ 2026

Ο ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ

ΤΣΙΑΜΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 404, Ιανουάριος 2026

      

Διαφορετική θεματολογία από το πρώτο (54 μέρες-Η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης») έχει το δεύτερο μυθιστόρημα του Β. Τσιάμη με τίτλο «Ο Τζογαδόρος».

     Ο Νότης, είναι ένας τριαντάχρονος απόφοιτος της Φιλοσοφικής, που όταν κατά καιρούς αποφασίζει είτε αυτοβούλως είτε μετά από πιέσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του να δουλέψει, εργάζεται ως διορθωτής σε εφημερίδες. Κύρια πηγή όμως του εισοδήματός του, είναι το παράνομο εκείνη την εποχή (τέλη της δεκαετίας του 1990) στοίχημα. Δουλεύει για τον Χοντρό, έναν από τους   μπουκμέϊκερ, που εκμεταλλευόμενος την ροπή των Ελλήνων στον τζόγο, προσφέρει- ασφαλές για τον ίδιο- στοίχημα. Γι’ αυτό χρειάζεται και τον Νότη. «Η δουλειά του ήταν να διαβάζει […] τα πάντα γύρω από τις κατηγορίες ποδοσφαίρου της Αγγλίας εκτός από την Premier League, δηλαδή την Championship, τη League One και τη League Two και να λέει την άποψή του για τα παιχνίδια. Ποια ήταν εκείνα που εμπεριείχαν υψηλό ρίσκο για τον μπουκμέικερ. Μελετούσε συστηματικά τα νέα των Μικρών Αγγλίδων, όπως τις είχε βαφτίσει, ότι στοιχεία μπορούσε να βρει περιδιαβάζοντας στα σάιτ των αγγλικών εφημερίδων».

     Παράλληλα είναι και ο ίδιος εθισμένος στον τζόγο και κυρίως στο στοίχημα. «…πίστευε πως είχε μεγάλο ταλέντο στον τζόγο και θεωρούσε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον ευνοούσε η συγκυρία για να το αποδείξει». Αυτό σε απλά ελληνικά σήμαινε ότι ήταν διαρκώς χαμένος, πράγμα που του δημιουργούσε πολλά προβλήματα στις σχέσεις του, και κυρίως σε αυτές με το αντίθετο φύλο.

     Όταν η γυναίκα της ζωής του, η Αριάδνη, τον χωρίζει λόγω της συμπεριφοράς του, θα βρει καταφύγιο στην αγκαλιά μιας σαραντάχρονης καλοδιατηρημένης Μολδαβής πόρνης. Μέχρι τη στιγμή που θα έρθει η συντριβή. «…χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος από τι ορμώμενος, μια και η ζωή του μέχρι τώρα δεν τον είχε δικαιώσει, θεωρούσε ότι είχε ισχυρή θέληση κι αυτοκυριαρχία και ότι μπορούσε σαν χαμαιλέοντας να προσαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις, οσοδήποτε θλιβερές και επώδυνες κι αν είναι αυτές, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος. Μονάχα όταν διαπίστωσε την έκταση του αποκλεισμού του από την κοινωνία, από τον επαγγελματικό του περίγυρο, από το οικογενειακό του περιβάλλον και από τους φίλους του, προσπάθησε να αντιδράσει. Αλλά ήταν πλέον αργά».

     Το μυθιστόρημα «Ο Τζογαδόρος» είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα των εθισμένων με τον τζόγο σε κάθε του μορφή (φρουτάκια, ιππόδρομος, καζίνο, λαχεία, χαρτοπαιξία, στοίχημα κλπ). Παράλληλα είναι και μια μοναδική τοιχογραφία μιας Ελλάδας στην οποία κυριαρχούν άνθρωποι και συμπεριφορές που κόστισαν και κοστίζουν πολλά, στους δύστυχους κατοίκους αυτής της χώρας!   

7 Μαΐ 2026

Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ

RILEY SAGER
Μετάφραση ΚΕΛΛΗ ΚΡΙΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 468, Νοέμβριος 2025

 

     Το ψυχολογικό θρίλερ «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Αμερικανού R. Sager (ψευδώνυμο του Todd Ritter).

     Το 1929, στις ακτές την πολιτείας Μέιν, που βρίσκεται στην βορειοανατολική περιοχή των ΗΠΑ, συνέβη ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Στην παραθαλάσσια έπαυλη της οικογένειας Χόουπ, μια νύχτα του Οκτώβρη που το προσωπικό είχε ρεπό, τρία από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας δολοφονήθηκαν. Το τέταρτο μέλος, η 17χονη Λενόρα, η μοναδική που επέζησε, ήταν η βασική ύποπτη. «Θα μπορούσε ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι να σκοτώσει τρεις ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο; Αυτά ήταν εγκλήματα που απαιτούσαν μυϊκή δύναμη. Να κόψει τον λαιμό του πατέρα της. Να μαχαιρώσει την μητέρα της. Να δέσει μια θηλιά γύρω από το λαιμό της αδερφής της και να την σηκώσει προς τον θάνατο». Παρά τις εντατικές έρευνες της αστυνομίας και τις συνεχείς ανακρίσεις, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν την Λενόρα, η οποία ισχυριζόταν πως κοιμόταν στο δωμάτιό της στο επίμαχο χρονικό διάστημα και δεν άκουσε τίποτα! Η υπόθεση έκλεισε για την αστυνομία χωρίς ποτέ να βρεθεί ο ένοχος, αλλά στην συλλογική άποψη των κατοίκων της περιοχής, η Λενόρα ήταν η φόνισσα! Μάλιστα βγήκαν και τραγουδάκια, που αναφέρονταν  στο γεγονός.

     Το 1983, η Κίτριζ (Κίτι) Μακ Ντίρι, είναι μέλος του προσωπικού του πρακτορείου «Φροντιστές κατ’ Οίκον Γκερλέν» που ειδικεύεται «…στη μακροχρόνια κατ’ οίκον φροντίδα-ένα από τα μοναδικά γραφεία του Μέιν που προσφέρουν αυτή την υπηρεσία. Στους τοίχους του γραφείου υπάρχουν αφίσες με χαμογελαστές νοσοκόμες, παρόλο που, όπως κι εγώ, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού του πρακτορείου δεν μπορεί να διεκδικήσει νόμιμα τον τίτλο του νοσοκόμου».

     Το πρακτορείο της αναθέτει να πάει στην έπαυλη των Χόουπ, για να φροντίζει την ηλικιωμένη πια Λενόρα, η όποια όλα αυτά τα χρόνια ζει έγκλειστη και μετά από μια σειρά εγκεφαλικά επεισόδια είναι σχεδόν παράλυτη (μπορεί να κινήσει μόνο το αριστερό της χέρι). Επικοινωνεί με το προσωπικό μόνο χτυπώντας το χέρι της μία ή δύο φορές, ανάλογα όταν θέλει να πει όχι ή ναι, αλλά και πληκτρολογώντας με πολύ κόπο σε μια παλιά γραφομηχανή που βρίσκεται στο δωμάτιό της. Η Κίτι χρειάστηκε να αναλάβει την φροντίδα της, επειδή η προηγούμενη «φροντίστρια», εγκατέλειψε μια νύχτα τη θέση της.

     Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της φροντίδας από την Κίτι, η Λενόρα γράφει μια δελεαστική πρόταση. Αποφάσισε να αποκαλύψει στην Κίτι, μετά από πενήντα πέντε χρόνια, τι έγινε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1929. «Έπειτα από δεκαετίες σιωπής, η Λενόρα Χόουπ θέλει να τα πει όλα. Και πρέπει να αποφασίσω αν θέλω να τα ακούσω. Ένα κομμάτι μου σκέφτεται, προφανώς, ναι. Αυτό το μέρος με το δολοφονικό παρελθόν του, την κλίση που μπερδεύει το μυαλό και το γενικότερο σκυθρωπό πλαίσιο, είναι ήδη πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Υποψιάζομαι ότι θα ήταν ευκολότερο αν ήξερα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα-και τον ρόλο που έπαιξε η Λενόρα. Ειδικά επειδή θα είμαι αυτή που θα περάσει τον περισσότερο χρόνο μαζί της. Αυτή που είναι επιφορτισμένη με το να την ταΐζει, να την κάνει μπάνιο, να την ντύνει, να την κρατάει ζωντανή […] Υπέθεσα ότι ήθελε να πει την ιστορία της σε μια προσπάθεια να καθαρίσει επιτέλους το όνομά της». 

     Όσο προχωρά η αφήγηση, η Κίτι αντιλαμβάνεται ότι η Λενόρα δεν λέει όλη την αλήθεια. Υπάρχουν μυστικά που δεν διατεθειμένη να αποκαλύψει. Μυστικά που ίσως θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή της Κίτι…

      Το «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι ένα ανατριχιαστικό θρίλερ. Οι ανατροπές που επιφυλάσσει είναι ολότελα απρόσμενες. Η πλοκή μοναδική. Δύο πράγματα όμως ξεχωρίζουν ιδιαίτερα: η απόδοση της παρακμιακής, ζοφερής ατμόσφαιρας, σε ένα κτίριο που καταρρέει, αλλά κυρίως η αριστοτεχνική περιγραφή των χαρακτήρων, που σημαδεύονται από τα τραύματα του παρελθόντος. Ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, που θα μείνει στο μυαλό του αναγνώστη, για καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης!