7 Μαΐ 2026

Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ

RILEY SAGER
Μετάφραση ΚΕΛΛΗ ΚΡΙΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 468, Νοέμβριος 2025

 

     Το ψυχολογικό θρίλερ «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Αμερικανού R. Sager (ψευδώνυμο του Todd Ritter).

     Το 1929, στις ακτές την πολιτείας Μέιν, που βρίσκεται στην βορειοανατολική περιοχή των ΗΠΑ, συνέβη ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Στην παραθαλάσσια έπαυλη της οικογένειας Χόουπ, μια νύχτα του Οκτώβρη που το προσωπικό είχε ρεπό, τρία από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας δολοφονήθηκαν. Το τέταρτο μέλος, η 17χονη Λενόρα, η μοναδική που επέζησε, ήταν η βασική ύποπτη. «Θα μπορούσε ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι να σκοτώσει τρεις ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο; Αυτά ήταν εγκλήματα που απαιτούσαν μυϊκή δύναμη. Να κόψει τον λαιμό του πατέρα της. Να μαχαιρώσει την μητέρα της. Να δέσει μια θηλιά γύρω από το λαιμό της αδερφής της και να την σηκώσει προς τον θάνατο». Παρά τις εντατικές έρευνες της αστυνομίας και τις συνεχείς ανακρίσεις, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν την Λενόρα, η οποία ισχυριζόταν πως κοιμόταν στο δωμάτιό της στο επίμαχο χρονικό διάστημα και δεν άκουσε τίποτα! Η υπόθεση έκλεισε για την αστυνομία χωρίς ποτέ να βρεθεί ο ένοχος, αλλά στην συλλογική άποψη των κατοίκων της περιοχής, η Λενόρα ήταν η φόνισσα! Μάλιστα βγήκαν και τραγουδάκια, που αναφέρονταν  στο γεγονός.

     Το 1983, η Κίτριζ (Κίτι) Μακ Ντίρι, είναι μέλος του προσωπικού του πρακτορείου «Φροντιστές κατ’ Οίκον Γκερλέν» που ειδικεύεται «…στη μακροχρόνια κατ’ οίκον φροντίδα-ένα από τα μοναδικά γραφεία του Μέιν που προσφέρουν αυτή την υπηρεσία. Στους τοίχους του γραφείου υπάρχουν αφίσες με χαμογελαστές νοσοκόμες, παρόλο που, όπως κι εγώ, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού του πρακτορείου δεν μπορεί να διεκδικήσει νόμιμα τον τίτλο του νοσοκόμου».

     Το πρακτορείο της αναθέτει να πάει στην έπαυλη των Χόουπ, για να φροντίζει την ηλικιωμένη πια Λενόρα, η όποια όλα αυτά τα χρόνια ζει έγκλειστη και μετά από μια σειρά εγκεφαλικά επεισόδια είναι σχεδόν παράλυτη (μπορεί να κινήσει μόνο το αριστερό της χέρι). Επικοινωνεί με το προσωπικό μόνο χτυπώντας το χέρι της μία ή δύο φορές, ανάλογα όταν θέλει να πει όχι ή ναι, αλλά και πληκτρολογώντας με πολύ κόπο σε μια παλιά γραφομηχανή που βρίσκεται στο δωμάτιό της. Η Κίτι χρειάστηκε να αναλάβει την φροντίδα της, επειδή η προηγούμενη «φροντίστρια», εγκατέλειψε μια νύχτα τη θέση της.

     Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της φροντίδας από την Κίτι, η Λενόρα γράφει μια δελεαστική πρόταση. Αποφάσισε να αποκαλύψει στην Κίτι, μετά από πενήντα πέντε χρόνια, τι έγινε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1929. «Έπειτα από δεκαετίες σιωπής, η Λενόρα Χόουπ θέλει να τα πει όλα. Και πρέπει να αποφασίσω αν θέλω να τα ακούσω. Ένα κομμάτι μου σκέφτεται, προφανώς, ναι. Αυτό το μέρος με το δολοφονικό παρελθόν του, την κλίση που μπερδεύει το μυαλό και το γενικότερο σκυθρωπό πλαίσιο, είναι ήδη πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Υποψιάζομαι ότι θα ήταν ευκολότερο αν ήξερα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα-και τον ρόλο που έπαιξε η Λενόρα. Ειδικά επειδή θα είμαι αυτή που θα περάσει τον περισσότερο χρόνο μαζί της. Αυτή που είναι επιφορτισμένη με το να την ταΐζει, να την κάνει μπάνιο, να την ντύνει, να την κρατάει ζωντανή […] Υπέθεσα ότι ήθελε να πει την ιστορία της σε μια προσπάθεια να καθαρίσει επιτέλους το όνομά της». 

     Όσο προχωρά η αφήγηση, η Κίτι αντιλαμβάνεται ότι η Λενόρα δεν λέει όλη την αλήθεια. Υπάρχουν μυστικά που δεν διατεθειμένη να αποκαλύψει. Μυστικά που ίσως θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή της Κίτι…

      Το «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι ένα ανατριχιαστικό θρίλερ. Οι ανατροπές που επιφυλάσσει είναι ολότελα απρόσμενες. Η πλοκή μοναδική. Δύο πράγματα όμως ξεχωρίζουν ιδιαίτερα: η απόδοση της παρακμιακής, ζοφερής ατμόσφαιρας, σε ένα κτίριο που καταρρέει, αλλά κυρίως η αριστοτεχνική περιγραφή των χαρακτήρων, που σημαδεύονται από τα τραύματα του παρελθόντος. Ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, που θα μείνει στο μυαλό του αναγνώστη, για καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης!