6 Οκτ 2012

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 174, Φεβρουάριος 2012


     Έξυπνο και γραμμένο με χιούμορ, είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Δ. Φύσσα, που σας παρουσιάζω σήμερα. Αν και νομίζω ότι η κατάταξή αυτού του βιβλίου στα μυθιστορήματα, μάλλον το αδικεί. Ο Δ. Φύσσας, έχει γράψει περισσότερο ένα δοκίμιο για τη «μεγάλη και άκακη λόξα που λέγεται λογοτεχνία» και τη χαρά της ανάγνωσης, στο οποίο όμως έδωσε τη μορφή μυθιστορήματος. Και στο οποίο όταν του δίνεται ευκαιρία, παρωδεί ασυστόλως, ελαφρύνοντας με τον τρόπο αυτό το έργο του.
     Όλα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν η 30χρονη Βάλια Σουρμελή, χαμηλά αμειβόμενη και σκληρά εργαζόμενη υπάλληλος σε εταιρία δημοσίων σχέσεων, απάντησε σε μια αγγελία αναρτημένη στο internet, που της κίνησε την περιέργεια: «Ζητείται άτομο με καλή φωνή και άρθρωση, για ανάγνωση λογοτεχνίας κοντά στην Κηφισιά. Αποκλείονται οι ηθοποιοί και κάθε είδους επαγγελματίες. Πενθήμερο, μισθός ικανοποιητικός και άλλες παροχές αναλόγως προσόντων. Μετακίνηση υποχρεωτικά με τον ηλεκτρικό. Τηλεφωνήστε για συνέντευξη και δοκιμή…». Η αγγελία αναρτήθηκε από τους συνεργάτες της Λόρας Μπραίμη, μιας καλλιεργημένης μεσήλικης αστής, που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όρασή της λίγο καιρό πριν κι έχει ουλές σε όλο της το σώμα, μετά από κάποιο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου.
     Η Λόρα, δεν έχει οικογένεια. Ζει στο σπίτι με έναν ηλικιωμένο σκωτσέζο υπηρέτη, τον Ρόμπερτ, μια μαγείρισσα την Έλενα και μια καμαριέρα. «…η οικογένειά μου είναι ουσιαστικά όσοι βλέπεις εδώ. Το σπίτι μου και η οικογένειά μου ταυτίζονται. Και όπως σου ξανάπα, χαίρομαι που έχω πέντε δραχμές να συντηρώ αυτό το σπίτι και να αμείβω τους καλούς ανθρώπους που μου κάνουνε τη χάρη να με βοηθάνε και να με υπηρετούνε». Τώρα, θέλει να προσλάβει κάποιον, για να της διαβάζει τα βιβλία, που λόγω της απώλειας της όρασής της, δεν μπορεί. Η Βάλια κρίνεται ικανή για τη θέση κι αρχίζει να διαβάζει στην εργοδότρια-ακροάτριά της, αρχικά μόνο τα απογεύματα, αφού θέλησε να παραμείνει και στην πρωινή δουλειά της και στη συνέχεια αφού παραιτήθηκε από την εταιρία όπου εργαζόταν, όλη μέρα, πέντε μέρες της εβδομάδα πλην-υποχρεωτικά-σαββατοκύριακου. Κάθε Δευτέρα, αρχίζει από εκεί που σταμάτησε την Παρασκευή. Μαζί με τη Λόρα, «ακούμε» κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς, έλληνες και ξένους. Στο τραπέζι του φαγητού, όπου παρακαθόταν τόσο η Λόρα, όσο και το υπηρετικό προσωπικό, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλους συγγραφείς.
     Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια, ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα-μέχρι τότε χλεύαζε και αδιαφορούσε για τη λογοτεχνία-κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και το προσωπικό.
     Ωστόσο το γεγονός ότι τα σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, της εξάπτει την περιέργεια και την κάνει να αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε εβδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται, από ένα άγαρμπο σημάδι σ’ ένα βιβλίο, ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του σαββατοκύριακου!
     Το βιβλίο, που είναι ευκολοδιάβαστο και διανθισμένο με πινελιές χιούμορ, είναι σίγουρο ότι θα σας προσφέρει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Σε πολλά σημεία δε, θα αντιληφθείτε όπως κι εγώ, ότι ο συγγραφέας μας κλείνει πονηρά το μάτι, αφού είμαστε όλοι «συνένοχοι» στην «λόξα της λογοτεχνίας».
    Ο Δημήτρης Φύσσας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτικές Επιστήμες. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστερά, έγραψε εφτά βιβλία, άσκησε ετερόκλητα επαγγέλματα κι απέκτησε τρία παιδιά και δύο εγγόνια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου