5 Ιαν 2014

ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 436, Απρίλιος 2013

     «Αλλοπρόσαλλο αστυνομικό» χαρακτηρίζει το νέο του μυθιστόρημα ο Α. Κορτώ. Εμένα μου φάνηκε πως είναι μια παρωδία των κλειστοφοβικών μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι, στα οποία μια ομάδα ατόμων, συνήθως ανώτερης τάξης, βρίσκεται αποκλεισμένη σε κάποιο χώρο απ’ όπου δεν μπορεί να απομακρυνθεί εύκολα. Εκεί συμβαίνουν διάφορα παράξενα, που κατατρομάζουν τους «αριστοκράτες», με αποτέλεσμα αυτοί να χάσουν την ψυχραιμία και τους καλούς τους τρόπους και να αρχίσουν να «τρώγονται» μεταξύ τους, πριν τους «φάει» ο δολοφόνος!
     Στο μυθιστόρημα του Κορτώ, μια φιλάργυρη 65χρονη αντικέρ, η Μπεατρίς Φραγκονάρ, ταξιδεύει με τον υπηρέτη της Ξαβιέ, με τον οποίο, παρά το γεγονός ότι τον ξυλοφορτώνει συστηματικά, έχουν μια σχέση αλληλεξάρτησης. Προορισμός τους το Δουβλίνο, όπου θα παραστούν σε μια δημοπρασία σπάνιων αντικειμένων: «το καταπληκτικό έκθεμα που έχουμε για τη συνέχεια είναι ένα σπάνιο έργο τέχνης, ένα αριστούργημα, ένα αληθινό κόσμημα, ένα αντικείμενο που η καταγωγή του είναι η πιο ζηλευτή όλου του κόσμου, αφού προέρχεται από το παλάτι των παλατιών και κάποτε, χρησιμοποιήθηκε από τον ευγενέστερο των ευγενών». Εκεί γνωρίζει τη δούκισσα του Νταντίλιον Σλιβ, την Καρολίν Νικολά, μια βαθύπλουτη ηλικιωμένη που τη μπερδεύει με μιαν άλλη και την προσκαλεί σε ένα ταξίδι-κρουαζιέρα με το πολυτελές ιστιοφόρο, του φίλου της και κατά κάποιο αόριστο τρόπο συγγενούς της Ζαφέτ ντε Ραστιγιάκ. Πρόκειται να πάνε στη Νήσο Μαν (βρίσκεται μεταξύ Ιρλανδίας και Αγγλίας), όπου η δούκισσα θα παραβρεθεί σε μια σειρά τιμητικών προς το πρόσωπό της εκδηλώσεων, λόγω μιας μεγάλης δωρεάς που είχε κάνει. Ανάμεσα στους επιβάτες, διάφοροι παλιοί γνώριμοι της δούκισσας. Ξεπεσμένοι αριστοκράτες που την κυνηγούσαν μια ζωή, προσβλέποντας στην εύνοιά της, κατά τη σύνταξη της διαθήκης της και κατάφεραν τελικά να την εντοπίσουν.
     Το ταξίδι αρχίζει σε κλίμα βαρύ και ειρωνικό. Η δούκισσα δε διστάζει να ξεφτιλίζει συνεχώς τους αριστοκράτες που δεν αντιδρούν, αφού έχουν την ανάγκη της. Τα παράξενα αρχίζουν από το πρώτο κιόλας πρωινό. Το ιστιοφόρο βρίσκεται μέσα σε πυκνή ομίχλη, ενώ επικρατεί μια απειλητική νηνεμία. Σα να μην έφτανε αυτό, οι επιβάτες ανακαλύπτουν ότι όλα τα όργανα πλοήγησης κι επικοινωνίας είναι κατεστραμμένα κι ο καπετάνιος…άφαντος. Σύντομα ανακαλύπτεται το πτώμα του να επιπλέει δίπλα στο σκάφος. «Το δέρμα του προσώπου του είχε πάρει το παγωμένο λευκό του θανάτου, ενώ τα μάτια του-φαίνεται πως είχε χάσει την καλύπτρα του πειρατή-ήταν διασταλμένα και πιο αλλήθωρα από ποτέ, τρομαχτικά μέσα στη βρεγμένη του γυαλάδα. Τα χέρια του ήταν τεντωμένα σε αντίθετες κατευθύνσεις, σαν να προσπαθούσε να πετάξει μέσα στο νερό, ενώ πάνω στα βρεγμένα μαλλιά του είχαν μπερδευτεί κάτι απαίσια μαύρα φύκια».  
     Τον καπετάνιο θ’ ακολουθήσει λίγο αργότερα και ο γιατρός, μετά σειρά έχει ο ιερέας. Και η παρέα μικραίνει συνεχώς. Με φόνους που δεν μπορούν να εξηγηθούν, ενώ οι ταξιδιώτες όσο πραγματιστές κι αν είναι, σε μια άκρη του μυαλού τους, έχουν τους θρύλους των ντόπιων για τις νεράιδες που βγαίνουν από τα κύματα και τις θάλασσες της περιοχής.
     Πριν από μερικούς μήνες, παρουσίασα ένα ακόμη βιβλίο του Α. Κορτώ. Τότε έγραφα μεταξύ άλλων, ότι «το βιβλίο είναι καλογραμμένο. με χιούμορ που ξεχειλίζει από κάθε πρόταση και αβανταδόρικες ξεκαρδιστικές ατάκες που με διασκέδασε πραγματικά». Τα ίδια ισχύουν και τώρα, γι’ αυτό το αλλοπρόσαλλο αλλά και ξεκαρδιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα που περιλαμβάνει κι ένα συγκλονιστικό επίμετρο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου