17 Αυγ 2017

ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ

ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 573, Μάρτιος 2017

     Ο Ι. Ζουργός, δεν παύει να μας εκπλήσσει ευχάριστα, με κάθε καινούριο του βιβλίο. Όπως και τα προηγούμενα, έτσι και το μυθιστόρημά του «Λίγες Και Μία Νύχτες», είναι εξαιρετικό και δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου.
     Στις 23 Απριλίου του 1909, ο έκπτωτος Αβδούλ Χαμίτ Β! που ονομάστηκε και «κόκκινος σουλτάνος» λόγω των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν με εντολή του, μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Οι Νεότουρκοι με την επανάστασή τους, έχουν καταλύσει τη σουλτανική εξουσία και ο φορέας της «εξορίζεται» στη μακεδονική πόλη. «Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά από την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δύο μικροί του γιοι, τρεις από τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος».
     Για κατοικία του στη Θεσσαλονίκη, ορίζεται η έπαυλη Αλλατίνι, στην περιοχή των «Εξοχών», όπου προτιμούσαν να κατοικούν όλοι οι ευκατάστατοι Θεσσαλονικείς, ασχέτως θρησκεύματος και καταγωγής. Ο σουλτάνος στη διάρκεια της διαμονής του, δέχεται ελάχιστους επισκέπτες. Ένας από αυτούς είναι ο Αλπερέν Μπέης. «Είναι ντονμές, μεγάλος και τρανός από τους ισμιρλί… Έχει και δικό του τραπεζιτικό γραφείο, είναι νομίζω και μεσίτης σε ακριβά ακίνητα… Βλέπει τον ίδιο το σουλτάνο, αυτό το ξέρω σίγουρα. Οι κακές γλώσσες ψιθυρίζουν ότι τον βοηθάει να έχει κρυφό τον παρά που ‘χει σκόρπιο σ’ όλον τον κόσμο…».
     Ο Αλπερέν Μπέης, έφερνε συχνά στην έπαυλη και την κόρη του, μια όμορφη κοπελίτσα περίπου 8-9 χρονών. Όσο ο πατέρας της συζητούσε με τους άλλους συμβούλους του σουλτάνου,  «…η Μίρζα άκουγε για ώρα πολλή τον πατισάχ να της διηγείται τη ζωή του κι ύστερα, ως αντίδωρο της φιλοξενίας του, του χόρευε, αφού πρωτύτερα ο Τζαφέρ αγάς, ο ευνούχος, είχε κουρδίσει το μεγάλο μουσικό κουτί, αυτό που είχε φυλαγμένες όλες τις μελωδίες της Εσπερίας».
     Το κορίτσι αυτό, είδε τυχαία ένα βράδυ σε κάποιο διάδρομο ο σχεδόν συνομήλικός της-ήταν 11 ετών-Λευτέρης Ζευγός, γιος του κηπουρού της έπαυλης, που βοηθούσε τον πατέρα του να διατηρεί τον κήπο σε τόσο καλή κατάσταση, που αποσπούσε τα εύσημα από τους επισκέπτες και είχε τη δυνατότητα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο καλά φρουρούμενο κτίριο. «Μια φορά τη συνάντησε μόνη της στον μακρύ διάδρομο του ισογείου- κρατούσε στο χέρι μια μπάλα. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα όπως των κοριτσιών στις εγγλέζικες καρτ ποστάλ, αυτές που τις πουλούσαν με τα περιοδικά στο πρακτορείο. Πέρασε από μπροστά του με χαμηλωμένα τα μάτια. Το φόρεμά της θρόισε όπως τα φύλλα της έπαυλης όταν τα φυσούσε ο μπάτης απ’ το Καραμπουρνού. Έμεινα να παρατηρεί την πλάτη της-ένα μικρό λευκό τοπίο που απομακρυνόταν».  Εκείνη τη στιγμή δεν το ήξεραν, αλλά αυτή η τυχαία συνάντηση, θα σημάδευε για πάντα τη ζωή τους…

     Όπως γράφω και στην αρχή, ο Ισίδωρος Ζουργός, εντυπωσιάζει για μια ακόμη φορά και μας προσφέρει ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Η συναρπαστική γραφή του, γνώριμη από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του,  ο καλοδουλεμένος, πλούσιος και «πυκνός» μύθος, οι μοναδικά δομημένοι χαρακτήρες τόσο των «πρωταγωνιστών» όσο και αυτών που παίζουν κάποιο μικρότερο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας του, τα ταξίδια στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, όπου τοπία, πόλεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες περιγράφονται με ακρίβεια, οι περιπέτειες στις στέπες της Ουκρανίας, κρατούν δέσμιό τους τον αναγνώστη και δεν του «επιτρέπουν» να αφήσει από τα χέρια του αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, μέχρι να φτάσει στο λυτρωτικό «ράλι» της τελευταίας σελίδας.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου