27 Σεπ 2012

22/11/63

STEPHEN KING
Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 837, Σεπτέμβριος 2012

     Στις 22 Νοεμβρίου του 1963, στο Ντάλας του Τέξας, δολοφονήθηκε ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι. Η σκηνή καταγράφηκε από πολλές κάμερες που κάλυπταν το γεγονός της επίσκεψης του προέδρου και νομίζω ότι οι περισσότεροι την έχουμε παρακολουθήσει. Δεν θα διεκδικήσω δάφνες πρωτοτυπίας λέγοντας ότι το γεγονός της δολοφονίας, ήταν από τα πιο σημαντικά του αιώνα. Ούτε λέγοντας ότι αν εκείνη τη μέρα ο πρόεδρος Κένεντι δεν έπεφτε νεκρός, θα ζούσαμε σήμερα σε ένα διαφορετικό κόσμο. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερος ή χειρότερος, σίγουρα όμως δεν θα ήταν ο ίδιος.
     Η δολοφονική επίθεση, απασχόλησε πολλούς ερευνητές και ακόμη και σήμερα, βλέπουν το φως της δημοσιότητας διάφορες εκδοχές, αφού το επίσημο πόρισμα που κατονόμαζε σα δολοφόνο τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ, ήταν διάτρητο. Ο κάθε ερευνητής, με λογικά ή λιγότερο λογικά επιχειρήματα, προσπαθεί να πείσει για την ορθότητα της άποψής του. Γράφτηκαν βιβλία, γυρίστηκαν ταινίες, ντοκιμαντέρ και γενικά η υπόθεση απασχολεί ανθρώπους ακόμη και σήμερα.
     Ο Σ. Κινγκ, εξετάζει το γεγονός, από μια διαφορετική, ας πούμε «μεταφυσική» σκοπιά. Ο 35χρονος καθηγητής αγγλικής φιλολογίας Τζέικ Έπινγκ, ζει ήσυχα στο Λίσμπον Φολς του Μεην. Κάπου-κάπου γευματίζει στο μαγαζί του Αλ Τέμπλτον και με την πάροδο των ετών, ανέπτυξαν φιλική σχέση. Ξαφνικά, μια μέρα, βρήκε το μαγαζί κλειστό και τον Αλ σε άσχημη κατάσταση: «…ο Αλ ήταν σοβαρά άρρωστος. Το είδα με την πρώτη. Θανάσιμα άρρωστος θα έλεγα…Ο Αλ Τέμπλτον, είχε αντικατασταθεί από ένα άρρωστο, γερασμένο, φάντασμα». Τότε ο Αλ του εκμυστηρεύτηκε ένα μυστικό. Η αποθήκη του μικρού εστιατορίου του, είναι μια πύλη στο χρόνο! Βγάζει σε μια συγκεκριμένη μέρα του 1958. Ο Αλ κάνει στον Τζέικ μια παράξενη πρόταση: να γυρίσει στο παρελθόν και να προσπαθήσει ν’ αποτρέψει τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι, επειδή ο ίδιος, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, δεν θα τα καταφέρει!! «Αν ήθελες ποτέ σου ν’ αλλάξεις τον κόσμο, να η ευκαιρία σου. Σώσε τον Κένεντι. Σώσε τον αδερφό του. Σώσε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Εμπόδισε τις φυλετικές ταραχές. Εμπόδισε, ίσως και το Βιετνάμ».
     Ο Τζέικ, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, δέχεται. Κι έχει πολλούς λόγους για να το κάνει. Έτσι ξεκινά μια καινούρια ζωή, σε μια Αμερική πιο συντηρητική, στον κόσμο του Άιζενχάουερ κι ενός νεαρού τραγουδιστή από το Μέμφις, του Έλβις, όπου τα αμερικάνικα αυτοκίνητα είναι τεράστια, τα κορίτσια φοράνε σοσόνια, τα αγόρια έχουν στρατιωτικό κούρεμα, οι τηλεοράσεις είναι σα ντουλάπια και το κάπνισμα επιτρέπεται παντού.
     Σ’ αυτόν τον κόσμο, στον οποίο ο Κένεντι είναι ακόμη ένας νεαρός γερουσιαστής, ο Τζέικ συστήνεται με άλλο όνομα, πιάνει δουλειά σε σχολείο κι ερωτεύεται επικίνδυνα μια όμορφη βιβλιοθηκάριο. Δεν ξεχνά όμως την «αποστολή» του. Παρακολουθεί στενά τον Όσβαλντ και κάθε βήμα οδηγεί στο Ντάλας, όπου η Ιστορία μπορεί να πάψει πια να είναι όπως την ξέρουμε αν και «…το παρελθόν δε θέλει να το αλλάζουν. Όταν προσπαθείς να το κάνεις σε πολεμάει. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή αλλαγή, τόσο πιο σκληρά σε πολεμάει».
     Δεν είμαι φαν των ιστοριών του φανταστικού. Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο με σαγήνευσε και με συνάρπασε. Η γραφή και η κλιμάκωση της ιστορίας είναι με τέτοιο τρόπο δοσμένη, ώστε αν και ξέρεις ενδόμυχα ότι αυτά δεν είναι δυνατό να συμβούν, εν τούτοις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν αμφισβητείς το βασικό εύρημα του βιβλίου, το ταξίδι στο χρόνο. Γι’ αυτό εξάλλου και ο Κινγκ, θεωρείται κορυφαίος στο είδος. Η δυνατότητά του να πείθει και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι μοναδική. Ενδιαφέρον βιβλίο για όλους, αλλά must για τους φανατικούς του είδους.


21 Σεπ 2012

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Ορισμένες σκέψεις μου, για την-αγαπημένη μου-αστυνομική λογοτεχνία και την αντιμετώπισή της από διάφορους κριτικούς, ιδιαίτερα στο παρελθόν, τις έχω αναφέρει στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Άνθρωπος Από Το Πεκίνο». Ανάμεσα στα άλλα, έγραψα ότι ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγαπημένους μου στο συγκεκριμένο είδος και ότι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, τον Αντρέα Καμιλλέρι. Επίσης έγραψα ότι μου αρέσει το γεγονός, ότι πολλοί συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, δε διστάζουν στα βιβλία τους, να θίξουν προβλήματα ευρύτερα, που ταλανίζουν τις κοινωνίες.
     Στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι περιπέτειες του βασικού χαρακτήρα, του ιδιόρρυθμου αστυνόμου Σάλβο Μονταλμπάνο-είναι «πρωταγωνιστής» σε δεκαεννέα από τα βιβλία του συγγραφέα-ξεκινούν όταν ο συνεργάτης του, επιθεωρητής Φάτσιο, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Έχει μέρες να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, αλλά και στο σπίτι του. Ο Μονταλμπάνο, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα και να βρει το συνεργάτη του, θα μπει σε έναν κόσμο, στον οποίο πτώματα ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από ξερά πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγριες, περιλαμβάνει αμφιλεγόμενες υπάρξεις που έχουν θλιβερά πάθη, διενεργείται εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί και στον οποίο ανακαλύπτει παράξενα αντικείμενα όπως κιάλια, τηλεσκόπια, αισχρά αντικείμενα βασανισμού και ανήθικου απάνθρωπου εξαναγκασμού.
     Παράλληλα με την περιγραφή των ερευνών του αστυνόμου, ο συγγραφέας κάνει αναφορά στις υπηρεσίες της χώρα του, για τις οποίες δεν έχει και την καλύτερη άποψη: «Λειτουργεί τίποτα στην Ιταλία, υπάρχει κάτι που να αναχωρεί και να φτάνει στην ώρα του; Τα τρένα έφταναν καθυστερημένα, τα αεροπλάνα το ίδιο, μόνο με τη βοήθεια του Θεού τα πλοία σαλπάρουν από τα λιμάνια, καλύτερα να μην αναφερθούμε στα ταχυδρομεία, τα δημόσια έργα καθυστερούν πέντε έως δέκα χρόνια, περνούσαν δεκαετίες μέχρι να ψηφιστούν καινούριοι νόμοι, δίκες αναβάλλονταν συνεχώς…».
    Κι αν αυτά φαίνονται τραγικά οικεία και γνωστά, διαβάστε τι γνώμη έχει για το πολιτικό προσωπικό και τους διάφορους φορείς και είμαι σίγουρος ότι, αν και αναφέρεται σε άλλη χώρα, δεν απέχει πολύ από τη δική σας άποψη για τη δική μας χώρα: «Η κυβέρνηση φλυαρούσε, η αντιπολίτευση φλυαρούσε, η Εκκλησία φλυαρούσε, η Συνομοσπονδία Ιταλικής Βιομηχανίας φλυαρούσε, τα συνδικάτα φλυαρούσαν, κι έπειτα φλυαρούσαν για ένα διάσημο ζευγάρι που χώριζε, για ένα φωτογράφο ο οποίος απαθανάτιζε εικόνες που δεν έπρεπε, για τον πιο πλούσιο και ισχυρό άντρα της χώρας, η γυναίκα του οποίου για να τον εκθέσει είχε γράψει δημόσια κάποιες λέξεις που είχε πει εκείνος σε μια άλλη γυναίκα, φλυαρούσαν ασταμάτητα για τους εργάτες που έπεφταν από τις σκαλωσιές σαν ώριμα φρούτα, για τους λαθρομετανάστες που πνίγονταν στη θάλασσα, για τους συνταξιούχους που φυτοζωούσαν, για τα παιδάκια που βιάζονταν. Φλυαρούσαν πάντα και παντού για όλα τα προβλήματα, αλλά ήταν όλες ανούσιες συζητήσεις, καμιά δεν κατέληγε σε κάποιο συγκεκριμένο μέτρο».
     Αυτή η παράθεση απόψεων βέβαια, δεν αποβαίνει σε βάρος της εξέλιξης του μύθου, αλλά εντάσσεται μέσα σ’ αυτόν. Ένα ακόμα απολαυστικό βιβλίο από τον μεγάλο ιταλό συγγραφέα.
     Ο Αντρέα Καμιλλέρι, που είναι σήμερα ο πιο πολυδιαβασμένος Ιταλός συγγραφέας, είναι μια μάλλον ιδιάζουσα περίπτωση. Γεννήθηκε το 1925 στη Σικελία και για βιοποριστικούς λόγους, δεν είχε γράψει ούτε μία γραμμή στη ζωή του. Όταν αποφάσισε στα εξήντα του να αφοσιωθεί στο γράψιμο, έγινε αμέσως ένα μοναδικό εκδοτικό φαινόμενο. Ολόκληρη η Ιταλία και στη συνέχεια οι αναγνώστες σε άλλες χώρες, αιχμαλωτίστηκαν απ’ αυτόν τον μεγάλο τεχνίτη της πλοκής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν διηγήματα και είκοσι τρία μυθιστορήματά του, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη.

10 Σεπ 2012

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

HENNING MANKELL
Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 547, Ιούνιος 2012

     Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η αστυνομική λογοτεχνία, αντιμετωπιζόταν με απαξίωση, ως ένα υποδεέστερο λογοτεχνικό είδος ή καλύτερα ούτε καν ως λογοτεχνία. Ειδικά στην Ελλάδα οι «σοβαροί» κριτικοί, δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα στα βιβλία του είδους. Για να πούμε βέβαια και «του στραβού το δίκιο», η τότε εκδοτική πρακτική είχε δώσει πολλές αφορμές: ένας σωρός από κακομεταφρασμένα και λάθος επιλεγμένα βιβλία, φτηνιάρικες και κακοσχεδιασμένες εκτυπώσεις, που έδιναν την εντύπωση πως τίποτα καλό δεν υπάρχει εκεί. Έτσι ανάμεσα στα ξερά καίγονταν και τα χλωρά (όπου «χλωρά» τα έργα των μεγάλων συγγραφέων του είδους). Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Η επιλογή των τίτλων είναι πιο προσεκτική, οι μεταφράσεις πολύ καλές και η εκτύπωση των βιβλίων προσεγμένη. Παράλληλα, οι νεώτεροι συγγραφείς του είδους, πολλές φορές στα βιβλία τους, εκτός από την ανάπτυξη του μύθου, εντάσσουν και θέματα που απασχολούν την κοινωνία είτε σε τοπικό επίπεδο είτε γενικότερα.

      Όπως έγραφα και σε προηγούμενη παρουσίαση, τα ηνία στην αστυνομική λογοτεχνία στην Ευρώπη, μετά τους άγγλους συγγραφείς, έχουν αναλάβει οι σκανδιναβοί. Ένας από τους παλιούς και πολυγραφότερους, είναι ο Χένινγκ Μανκέλ, ο οποίος σε όλα τα βιβλία του, εντάσσει κριτική και σχολιασμό των κακώς κειμένων, τόσο στη Σουηδία, όσο και αλλού και είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά.

     Στο βιβλίο που θα μας απασχολήσει σήμερα, όλα ξεκινούν με την άγρια δολοφονία τον Ιανουάριο του 2006 στο μικρό σουηδικό χωριό Χεχουεβάλεν, δεκαεννέα ηλικιωμένων κατοίκων! «…ποια αδικία θα μπορούσε μα απαιτεί μια τόσο δραματική εκδίκηση; Ποιος θα είχε οικονομική οφέλη σκοτώνοντας κάμποσους συνταξιούχους σε ένα χωριουδάκι του βορρά, που βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς πολύ κοντά στο θάνατο;»

     Στην υπόθεση εμπλέκεται η δικαστής Μπιργκίτα Ρόσλιν, συγγενείς της οποίας είναι κάποιοι από τους δολοφονημένους (το ζεύγος Αντρέν). Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν η δικαστής μαθαίνει ότι τα μέλη μιας ακόμα οικογένειας Αντρέν που ζουν στη Νεβάδα των ΗΠΑ, έχουν επίσης δολοφονηθεί. Τότε ανάμεσα στα έγγραφα που το ζεύγος Αντρέν κρατούσε στο σπίτι του, ανακαλύπτει το ημερολόγιο ενός προγόνου της, που το 19ο αιώνα, δούλευε ως επιστάτης στην κατασκευή του αμερικανικού σιδηροδρόμου, ο οποίος περιγράφει τις άθλιες συνθήκες ζωής των κινέζων εργατών, που θέλοντας και μη, εργάστηκαν σ’ αυτό το έργο. «Όλα αυτά έγιναν το καλοκαίρι του 1863. Μια χρονιά που χιλιάδες κινέζοι χωρικοί απήχθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αμερική, η οποία τους κατάπιε με τα αχόρταγα σαγόνια της. Εκεί τους περίμενε ο ίδιος μόχθος από τον οποίο ονειρεύονταν να ξεφύγουν». Έτσι ενώ η αστυνομία είναι στο σκοτάδι, αφού δεν έχει κανένα στοιχείο στην κατοχή της κι επιμένει ότι μόνο ένας παράφρων θα μπορούσε να διαπράξει το μακελειό στο Χεχουεβάλεν, η Μπιργκίτα είναι αποφασισμένη ν’ αποκαλύψει μια πολύ πιο περίπλοκη πραγματικότητα. «Τότε συνειδητοποίησε πως ούτε αυτή ούτε η αστυνομία είχαν αντιληφθεί το μέγεθος και τη σημασία των γεγονότων. Αυτή η υπόθεση ήταν πιο μεγάλη, πιο βαθιά και πιο μυστηριώδης απ’ όσο είχαν φανταστεί». Η έρευνά της, την οδηγεί στις υψηλές σφαίρες εξουσίας στο σύγχρονο Πεκίνο και ο Μανκέλ με αυτή την ευκαιρία, κάνει-μέσα από την εξέλιξη του μύθου-μια ανάλυση του οικονομικού «θαύματος» της Κίνας και του αγώνα που μαίνεται στα παρασκήνια του κινεζικού Κομμουνιστικού κόμματος, για τη νομή της εξουσίας, που θα ζήλευαν πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές. Με την ίδια οξυδέρκεια κρίνει και την κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα της Σουηδίας –όπως σε κάθε του βιβλίο-δίνοντας ιδιαίτερο βάρος αυτή τη φορά στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Κι όλα αυτά, μέσα από την εξέλιξη μιας συναρπαστικής αστυνομικής ιστορίας, που δε θα σας επιτρέψει εύκολα να αφήσετε το βιβλίο από τα χέρια σας.

     Ο Χένινγκ Μανκέλ, γεννήθηκε το 1948 στη Σουηδία. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες κι έχουν τιμηθεί με πολλά βραβεία. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δέκα μυθιστορήματα, όλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

27 Αυγ 2012

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ

METIN ARDITI
Μετάφραση: ΡΙΤΑ ΚΟΛΑΙΤΗ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 319, Μάρτιος 2012

     Στην Έξοδο και στο Δευτερονόμιον, αναφέρεται: «Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομoίωμα τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, ή όσα είναι εν τη γη κάτω, ή όσα είναι εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Μη προσκυνήσεις αυτά μηδέ λατρεύσεις αυτά». Αυτή η επιταγή του Νόμου, σημαίνει ότι κανείς ευσεβής εβραίος, δεν μπορεί να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τις εικαστικές γενικά Τέχνες.
     Ο Ελί Σοριάνο, είναι ένας νεαρός εβραίος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, λίγα χρόνια μετά την άλωση (1531). Η ζωγραφική είναι το μεγάλο πάθος της ζωής του ή καλύτερα, η ίδια του η ζωή. Έφτανε να δει κάτι για λίγα λεπτά, για να το αναπαραστήσει με κάθε λεπτομέρεια και σε ελάχιστο χρόνο. Ζωγραφίζει διαρκώς, είτε σε κάθε κατάλληλη επιφάνεια, είτε μέσα στο μυαλό του! «…ο Ελί έκλεισε τα μάτια και σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια του. Έπειτ’ από λίγο, είδε το δεξί του χέρι να σκιτσάρει το ωοειδές περίγραμμα ενός προσώπου. Με μια κίνηση αργή και συγκρατημένη, τράβηξε μια γραμμή, έπειτα μιαν άλλη, έπειτα άλλη μιαν ακόμα, με τρόπο όλο και πιο γρήγορο, όλο και πιο σίγουρο, μέχρι που ένα πορτρέτο εμφανίστηκε στα μάτια του τόσο καθαρά θαρρείς και το είχε μπροστά του». Αυτό το πάθος του όμως, δεν είναι αποδεκτό από την εβραϊκή κοινότητα και ο ραβίνος πολλές φορές προσπάθησε να τον «συνετίσει».
     Για να καταφέρει να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, αποφασίζει να το σκάσει και πάει στη Βενετία, όπου συστήνεται ως έλληνας της Κωνσταντινούπολης με το όνομα Ηλίας Τρωιάνος. Εκεί λόγω της ανατολίτικής «καταγωγής» του, αποκτά το προσωνύμιο «Τουρκάκι». Το εκπληκτικό ταλέντο του, γίνεται γρήγορα αντιληπτό και μπαίνει ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του μεγάλου δάσκαλου Τιτσιάνο.
     Μετά τη μαθητεία του, αφού έγινε μέλος της συντεχνίας και άνοιξε το δικό του εργαστήριο, παντρεύτηκε τη Στεφανία, την όχι και τόσο έξυπνη κόρη ενός ευγενούς. Ο γάμος, του άνοιξε νέες προοπτικές, αφού είχε πιο εύκολη πρόσβαση στην αριστοκρατία της Βενετίας. Οι παραγγελίες πέφτουν «βροχή» και ο Ελί-Ηλίας, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της Γαληνοτάτης.
     Όμως, άθελά του, μπλέκεται στις αντιπαλότητες και τους ανταγωνισμούς της βενετσιάνικης αριστοκρατίας, όταν καλείται να ζωγραφίσει έναν Μυστικό Δείπνο. Αρχίζουν έρευνες για το παρελθόν του, η αποκάλυψη του οποίου μπορεί να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή.
     Ο Μ. Αρντιτί, έγραψε ένα εκπληκτικό βιβλίο, που εκτός από το μύθο που είναι εξαιρετικά δομημένος και τις ολοζώντανες εικόνες των δύο πόλεων που δίνει, θίγει ένα σωρό ζητήματα: την καλλιτεχνική ελευθερία, των πρωτοπορία, το πάθος του δημιουργού, τις θρησκευτικές ελευθερίες, την ανοχή και την αποδοχή του «άλλου». Σπουδαίο ανάγνωσμα από έναν εξαιρετικό συγγραφέα.


15 Αυγ 2012

Η ΧΗΡΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΦΙΛOΜΗΛΑ ΛΑΠΑΤΑ
Eκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Το βιβλίο στο οποίο θα αναφερθώ σήμερα, αποτελεί συνέχεια του «Η Ξυπόλητη Των Αθηνών», το οποίο είχε κυκλοφορήσει πριν από δύο χρόνια. Είναι όμως έτσι δομημένο, ώστε ακόμη κι αν ο αναγνώστης δεν το έχει διαβάσει, δεν θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει την –ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος- «αυτοτελή συνέχεια».
     Στην Αθήνα του 1902, η πανέμορφη Λάουρα Αλφιέρι, είχε αναγκαστεί, για να σώσει την αριστοκρατική οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή, να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά αυτοδημιούργητο εφοπλιστή Φίλιππο Ρώμα. Αφού για μερικούς μήνες του έκανε το βίο αβίωτο με την συμπεριφορά της, στο τέλος θα αντιληφθεί την καλοσύνη και το μεγαλείο της ψυχής του και θα τον αγαπήσει με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. «Επτά χρόνια γάμου στον επίγειο παράδεισο που της εξασφάλιζε καθημερινά η αγάπη του, εκ των οποίων τα δύο-αν υπολογίσει τους οκτώ μήνες του αρραβώνα-είχαν σπαταληθεί σε ένα γιγάντιο κύμα θυμού, οργής, πείσματος και απόγνωσης από μέρους της…».
     Ένα πρωινό του 1909, ενώ ο Ρώμας πηγαίνει όπως κάθε μέρα στο γραφείο του, η καρδιά του θα τον «προδώσει». Η Λάουρα ζει τον απόλυτο πόνο, βιώνει τη μέγιστη απώλεια και αρχικά μπαίνει σε μια κατάσταση άρνησης της πραγματικότητας.
     Μήνες μετά, κι ενώ οι δικοί της ανησυχούν για την ψυχική και σωματική της υγεία, αποφασίζει να μετακομίσει από το μέγαρο που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, στον Πειραιά. «Θα μετακομίσει στον Πειραιά, μακριά από την Αθήνα, από όλους και όλα όσα της θυμίζουν τις ευτυχισμένες μέρες που δεν θα επιστρέψουν πια. Ο Πειραιάς είναι γη ουδέτερη. Φυλάει λιγότερες αναμνήσεις». Εκεί η πάντα όμορφη «χήρα του Πειραιά», θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τον εαυτό της και τη δύναμη για να σώσει από την καταστροφή και την κατάρρευση την επιχείρηση του άντρα της. Εκεί θα αναρωτηθεί ακόμη, αν η ζωή δίνει μια δεύτερη ευκαιρία.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, το οποίο, όπως γράφω και στην αρχή, αν και αποτελεί συνέχεια, διαβάζεται αυτοτελώς. Τα πλούσια συναισθήματα που κατακλύζουν τους χαρακτήρες, περιγράφονται με τρόπο μοναδικό. Ο πόνος της απώλειας και οι σκέψεις σχετικά με τη ζωή και το θάνατο, δίνονται εξαιρετικά από τη συγγραφέα. Όπως επίσης και η δύναμη που ο καθένας αντλεί μετά από τέτοιο πόνο, απ’ όπου μπορεί, για να κάνει το επόμενο βήμα, και να πάει τη ζωή του παρακάτω.
     Εκτός από όλα τα παραπάνω, εκπληκτική είναι και η περιγραφή της Αθήνας και του Πειραιά της εποχής. Με πολλά πραγματολογικά στοιχεία, που δημιουργούν μια εντυπωσιακή τοιχογραφία ενός τόπου, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
     Ακόμη, το αμφίσημο τέλος, ίσως μας προϊδεάζει για μια ακόμη συνέχεια που θα εξετάζει την πορεία της Λάουρας, τα χρόνια που ακολούθησαν.
     Η Φιλομήλα Λαπατά, γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Δημόσιες Σχέσεις και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα. Ζει μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα «Οι Κόρες Του Νερού» (2002), «Lacryma Christi-Το Δάκρυ Του Χριστού» (2004), «Εις Το Όνομα Της Μητρός» (2005), «Επικίνδυνες Λέξεις» (2007) και «Η Ξυπόλητη Των Αθηνών» (2010). Τιμήθηκε στην Ιταλία το 2005 με το βραβείο «Citta Di Bacoli» και το 2006 με το Premio Internazionale Per La Cultura «Seberia-Ter».

9 Αυγ 2012

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ ΕΝΕΠΕΚΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 240, 1996

     Δεν ξέρω αν οι εμπειρίες που αποκτούμε με το πέρασμα του χρόνου, μας κάνουν πιο σοφούς. Σίγουρα όμως, μας κάνουν διαφορετικούς. Μας αλλάζουν. Και μαζί αλλάζουν την οπτική που έχουμε για πολλά πράγματα. Ένα από αυτά είναι τα αναγνώσματά μας. Αλλιώς προσλαμβάναμε ένα βιβλίο πριν από 15 χρόνια κι αλλιώς σήμερα.
     Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι η εξαίρεση. Είναι μια μελέτη η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1969 και σε δεύτερη επαυξημένη έκδοση το 1996. Είχα διαβάσει όταν κυκλοφόρησε τη δεύτερη έκδοση και την ξαναδιάβασα πριν από λίγες μέρες. Ήταν το ίδιο συγκλονιστική και στην πρώτη και στη δεύτερη ανάγνωση.
     Αναφέρεται στις περιπέτειες των Εβραίων της Ελλάδας, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, για την περίπτωση της οποίας η σχετική βιβλιογραφία είναι σχετικά μεγαλύτερη, αλλά και σε άλλες περιοχές. «Κατά την απογραφήν του 1931 εζούσαν εις την Ελλάδα, 62.700 Εβραίοι. Κατά τους επισήμους υπολογισμούς των Συμμάχων, ευρίσκοντο εν ζωή το 1945 ολιγώτεροι από 10.000 Έλληνες Εβραίοι». Πέρα από όσους ζούσαν στη Θεσσαλονίκη (ήταν 56.000 και το 96% αυτών εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης), μεγάλες κοινότητες υπήρχαν στα Ιωάννινα και Κέρκυρα και μικρότερες στην Αθήνα, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο. Από τους τελευταίους αρκετοί σώθηκαν ανεβαίνοντας στα βουνά.
     Αυτό όμως που έκανε αναγκαία την επανέκδοση του βιβλίου, είναι τα όσα δημοσιεύονται στο Παράρτημα (για πρώτη φορά) και αφορούν την τύχη των Εβραίων της Κρήτης. «Στις 7 Ιουνίου 1944 οι Γερμανοί σχημάτισαν μια φάλαγγα από 250 Κρητικούς και 350 Εβραίους της Κρήτης…τους επιβίβασαν στο ατμόπλοιο Δανάη (με γερμανική σημαία), το οποίο απέπλευσε αμέσως. Όταν έφθασε κοντά στη Σαντορίνη, η φρουρά και το πλήρωμα του πλοίου επιβιβάστηκαν σε βάρκες και το βούλιαξαν, άγνωστο πως, παίρνοντας μαζί του πεντακόσιες ψυχές στο βυθό της θάλασσας». Στο Παράρτημα δημοσιεύονται ακόμη έγγραφα που αφορούν την κλιμάκωση των διώξεων κατά των Εβραίων στην Κρήτη κι ένας αναλυτικός κατάλογος που περιλαμβάνει τα ονόματα των Εβραίων των Χανίων, οι περισσότεροι από τους οποίους πνίγηκαν στο Αιγαίο, εξ αιτίας της ναζιστικής βαρβαρότητας.
     Η ανάγνωση του βιβλίου θεωρώ πως είναι απαραίτητη από τον καθένα μας. Η εξόντωση των Εβραίων και των άλλων έγκλειστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κι αν έγινε στην Ευρώπη, αποτελεί ύβρη προς το δώρο της Ζωής και τον ανθρωπισμό. Βιβλία σαν αυτό, λειτουργούν ως μια αιχμηρή υπενθύμιση ενός τερατώδους εγκλήματος που κάποιοι, ξένοι και ντόπιοι, με τη βοήθεια και του χρόνου που μας απομακρύνει από τη φρίκη των γεγονότων, θέλουν να μας πείσουν να ξεχάσουμε.
     Ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστήμιου της Βιέννης, Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, γεννήθηκε το 1919. Σπούδασε στα πανεπιστήμια Αθήνας, Βιέννης και Παρισίων και αφιερώθηκε στην εξονυχιστική έρευνα των ευρωπαϊκών αρχείων και των χειρογράφων συλλογών για να απαλλάξει την ελληνική ιστορία από εσκεμμένες διαστρεβλώσεις και τις ανεξέλεγκτες παραδόσεις. Οι γλαφυρές του διαλέξεις ανά την υφήλιο, δημιούργησαν ένα νέο τρόπο επικοινωνίας του επιστήμονα με το μεγάλο κοινό: χωρίς να νοθεύεται η νέα ιστορική γνώση, επιστρέφεται στο λαό που δημιούργησε τα γεγονότα. Είναι συγγραφέας πολλών ιστορικών μελετών.

29 Ιουλ 2012

Η ΕΝΟΧΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 397, Μάρτιος 2011

     Είναι ορισμένα-λίγα-βιβλία, που από τις πρώτες σελίδες σε συναρπάζουν και σου δίνουν την αίσθηση ότι αυτό που ακολουθεί είναι απολαυστικό. Μου συμβαίνει σπάνια να έχω αυτή την αίσθηση. Τα περισσότερα βιβλία, αποκτούν ενδιαφέρον όσο προχωρά η ανάγνωση. Και να που αυτή η αίσθηση μου δόθηκε με το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.
     Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου μετά από αναίμακτη επανάσταση, το παλιό καθεστώς έχει καταλυθεί κι έχει αντικατασταθεί από τη Συντεχνιακή Δημοκρατία. Οι άνθρωποι ανήκουν σε συγκεκριμένες κάστες, στις οποίες κατατάσσονται λόγω οικογενειακών καταβολών και οι οποίες καθορίζουν τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό. Η αποχώρηση από την κάστα και η ένταξη σε διαφορετική αποτελεί όνειδος τόσο για τον «αποστάτη», όσο και για την οικογένεια, αλλά και την κάστα. Η έννοια του «πολίτη» έχει αντικατασταθεί από αυτή του «επαγγελματία». 
     Ο Ιωσήφ Εράλης, είναι μπαρμπέρης νεκρών και ανήκει στην έσχατη βαθμίδα της κάστας των καλλιτεχνών. «Το φθαρμένο του κουστούμι βαμμένο αδέξια στο χρώμα των μπαρμπέρηδων-το γαλάζιο της ακουαμαρίνας-η μπογιά δεν είχε πιάσει στα μανίκια, δείγμα ανέχειας μα επιμονής, και την τσάντα με το έμβλημα της κατώτερης καλλιτεχνικής συντεχνίας, εκείνης των κουρέων για πτώματα, Ντυμένος στο γαλάζιο του νεκρομπαρμπέρη, της φαινόταν σαν ελάφι ντυμένο με τομαριά γουρουνιού».
     Ο φίλος του, που είναι γνωστός με το όνομα Πελαργός, είναι εκφωνητής επικήδειων. «Οι εκφωνητές επικήδειων είναι η ταπεινότερη συντεχνία των Διανοούμενων, φλύαροι και μονότονοι, απαγγέλουν κατευόδια που μόνο οι ίδιοι καταλαβαίνουν και δύσκολα τους ξαναφέρνεις στο νου μετά την κηδεία. Παρ’ όλα αυτά, τους χρειάζεται η ψυχή στην έξοδό της απ’ το σώμα, γιατί ε επικήδειος είναι το λυχνάρι του νεκρού στο αφώτιστο κατώφλι του χάους».
     Στους δύο φίλους ανατίθεται μια περίεργη και ασυνήθιστη αποστολή: διορίζονται-ενώ οι ίδιοι νομίζουν ότι αποφασίζουν αυτοβούλως- από την Εθνοσυνέλευση, συνοδοί κάποιου αθώου κρατούμενου που αντιμετωπίζει την ποινή του θανάτου. Η δίκη του διεξάγεται δημόσια, όσο οι φίλοι οδηγούν το ειδικά διαμορφωμένο όχημα, απ’ τη μια άκρη της Ευρώπης στην άλλη. Στην πορεία τους, φιλοξενούνται από τις πόλεις-κάστρα, πόλεις-θέατρα, πόλεις-σανατόρια, πόλεις-μοναστήρια, πόλεις-βιβλιοθήκες, πόλεις-οίκοι ανοχής, που αποτελούν τις έδρες των αντίστοιχων συντεχνιών και παράλληλα είναι μέλη του δικαστηρίου (εισαγγελέας, συνήγορος υπεράσπισης κλπ). Ένορκοι είναι όλοι οι πολίτες οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν υπέρ της αθωότητας ή της ενοχής του κατηγορούμενου και κατ’ επέκταση (με την τροπή που έχει δώσει στη δίκη η Εθνοσυνέλευση), το μέλλον του καθεστώτος.
     Το βιβλίο βρίθει αλληγοριών και συμβολισμών. Κι επειδή ο κάθε αναγνώστης «ερμηνεύει» τις αλληγορίες και τους συμβολισμούς με βάση τις εμπειρίες και το υπόβαθρό του, δεν θέλω να προκαταλάβω κανέναν, δίνοντας τις δικές μου «ερμηνείες». Αυτό που μπορώ όμως να κάνω χωρίς κανένα ενδοιασμό, είναι να σας προτείνω να διαβάσετε αυτό το μυθιστόρημα, που είναι κάτι ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και το γοτθικό παραμύθι. Θα προβληματίσει, θα «θυμίσει» καταστάσεις πολύ οικείες και σημερινές, θα ταράξει πολλές βεβαιότητες για την αστική δημοκρατία, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και άλλες εκφάνσεις της ζωής. Αλλά πάνω και πέρα από αυτά, θα σας συναρπάσει αφού είναι ένα εμπνευσμένο, ευρηματικό και καλογραμμένο μυθιστόρημα, με σφιχτοδεμένη δομή, εικόνες που παραπέμπουν ενίοτε στον κινηματογράφο, με πλοκή και χαρακτήρες που μας είναι «ξένοι», αλλά ταυτόχρονα τόσο οικείοι. Ένα βιβλίο που θα ανακαλείτε ξανά και ξανά για πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή του.
     Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Συγγραφεί μυθιστορήματα και θεατρικά. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά  «Το Μπουντουάρ Του Ναδίρ» (2003), «Το Μυστικό Νερό» (2005), «Τι Είδε Η Γυναίκα Του Λωτ;» (2007, Βραβείο του περιοδικού δε(κατα) «Athens Prize For Literature») καθώς και το βιβλίο για παιδιά «Το Ταξίδι Των Τρολ» (2009).