16 Μαΐ 2021

ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΕΣ

ΕΛΣΟΝ ΖΓΚΟΥΡΗ
Εκδόσεις ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ
Σελ. 141, Νοέμβριος 2020

                        

     Ο Ε. Ζγκούρη, γεννήθηκε στην Αλβανία, αλλά μεγάλωσε στην Ελλάδα. Για δύο χρονιές ο πατέρας του, έφευγε από το σπίτι στην αρχή της άνοιξης κι επέστρεφε στο τέλος του φθινόπωρου. Ερχόταν στην Ελλάδα, για να εργαστεί σε χωράφια στην Ημαθία και την Πέλλα.

     Μετά τη δεύτερη χρονιά, αποφάσισε να φέρει και την οικογένειά του στην Ελλάδα. Την σύζυγό του, τον εννιάχρονο Έλσον και την πιο μικρή κόρη του. Έτσι ξεκίνησε η ελληνική «περιπέτεια» για τον νεαρό Αλβανό (που σήμερα είναι πια έλληνας υπήκοος). Ήταν τυχερός, γιατί η οικογένεια εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα προσαρμογής και έντονα φαινόμενα ρατσιστικών συμπεριφορών.

     Σ’ αυτό το πρώτο του βιβλίο, που χωρίζεται σε δύο μέρη, περιγράφει τις εμπειρίες του. Στο πρώτο μέρος κυριαρχούν οι μέρες, οι καταστάσεις, οι συμπεριφορές  στο χωριό. Με ιδιαίτερη συγκίνηση αναφέρει την «κυρία Σοφία» και την «κυρία Μαρία», δύο πραγματικές δασκάλες που είχαν πλήρη αντίληψη του ρόλου τους και που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα πορεία του. «Την πρώτη μέρα των σχολείων οι γονείς μου είχαν φύγει προτού ακόμα ξημερώσει για δουλειά κι εγώ πήγα στο δημοτικό σχολείο του χωριού εντελώς μόνος και παρακολουθούσα από απόσταση τον καθιερωμένο αγιασμό. Αργότερα όταν χωρίστηκαν οι τάξεις κάποια από τα παιδιά αντιλήφθηκαν την παρουσία μου χαιρετώντας με εγκάρδια και εκείνη ακριβώς τη στιγμή των χαιρετισμών με εντόπισε το βλέμμα της κυρίας Σοφίας, της δασκάλας της τρίτης δημοτικού. Με πλησίασε αμέσως και με ρώτησε όνομα, ηλικία και γιατί καθόμουνα κρυμμένος εκεί πίσω […] Μου ζήτησε να την ακολουθήσω στο γραφείο της διευθύντριας, της κυρίας Μαρίας με το μεγάλο χαμόγελο. Στη συνέχεια με πήγε σε μια αίθουσα όπου μου έδωσε όλα τα βιβλία της πρώτης τάξης και βοηθώντας με να τα κουβαλήσω, πήγαμε στην αίθουσα με τα υπόλοιπα παιδιά της τρίτης τάξης […] Μέσα σε δύο μήνες είχα τελειώσει τα βιβλία της πρώτης και της δευτέρας δημοτικού και πλέον παρακολουθούσα κανονικά τα μαθήματα της τρίτης. Όλο αυτό το διάστημα η δασκάλα μου αφιέρωνε επιπλέον χρόνο σε μένα […] Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου εκείνη τη μέρα. Είναι από τις πιο χαρούμενες και γεμάτες στη ζωή μου, από αυτές που με σημάδεψαν για πάντα. Χρωστάω πολλά σ’ αυτές τις δύο Δασκάλες. Χρωστάω τα ελληνικά που έμαθα τόσο γρήγορα και τόσο σωστά δομημένα στο μυαλό μου, τα μαθηματικά και τα υπόλοιπα μαθήματα, τις ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού και γέλιου με τους συμμαθητές μου και φυσικά κάποιους φίλους που έμειναν στη ζωή μου μέχρι σήμερα! Η δασκάλα μου έκανε το αυτονόητο. Βρήκε ένα παιδί στην αυλή του σχολείου της και το πήρε μαζί της, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά».

     Βέβαια, ξέρουμε πολύ καλά, ότι η περίπτωση του Έλσον, είναι η εξαίρεση. Οι περισσότεροι Αλβανοί, αντιμετώπισαν εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις κι εχθρικές συμπεριφορές όχι μόνο από ξενοφοβικούς φασίστες και «δηλωμένους» ρατσιστές, ή από ανθρώπους του στυλ «εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…», αλλά ακόμη κι από άτομα «υπεράνω πάσης υποψίας». Αυτές τις περιπτώσεις, (επινοημένες; πραγματικές;)περιγράφει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τις πρώτες αφίξεις Αλβανών μεταναστών, απέχουμε πολύ από το να είμαστε μια ανεκτική κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι μετανάστες ενσωματώθηκαν πολύ γρήγορα στις τοπικές κοινωνίες. Χάρη στην εργατικότητά τους, κατάφεραν να δημιουργήσουν οικογένειες, να στήσουν επιχειρήσεις, να αγοράσουν σπίτια, να παντρευτούν έλληνες κι ελληνίδες, ενώ πολλά από τα παιδιά τους, διαπρέπουν στα σχολεία και στις σπουδές τους.     

     Τώρα την μήνι και το μίσος των ρατσιστών κι όχι μόνο, επισύρουν οι πρόσφυγες από τη Μέση Ανατολή, το Αφγανιστάν κλπ. Γι’ αυτό βιβλία σαν το «Όλες Οι Γάτες Είναι Όμορφες», παραμένουν χρήσιμα. Για να μας θυμίζουν ότι οι συμπεριφορές μας προκαλούν θυμό και πόνο. «Κάποιοι διαχειρίζονται αυτόν τον πόνο με σχετική ευκολία και κάποιους άλλους τους ταλαιπωρεί μια ολόκληρη ζωή. Η ευχή μου είναι να εξαλειφθεί εντελώς αυτός ο πόνος, αν και όπου υπάρχει. Να βλέπουμε περισσότερο τον καθένα ατομικά χωρίς τις ταμπέλες που κουβαλά. Διότι αν βγάλεις την ταμπέλα του μετανάστη, του πρόσφυγα, του «άλλου», του «δικού μας» από τους ανθρώπους, τι είναι αυτό που μένει; Δεν μένει τίποτα άλλο παρά μονάχα ο άνθρωπος. Να δούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο, δίχως καμία απολύτως ταμπέλα». Για να μάθουμε κάποια στιγμή όλοι μας, αλλά κυρίως το παιδί μας που είναι το μέλλον «να μάθει να μην ξεχωρίζει τους ανθρώπους από την καταγωγή, τη θρησκεία, το χρώμα, το φύλο, τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή τη γλώσσα που μιλάνε».

     Εξαιρετικό βιβλίο, που ανάμεσα και πίσω από τις γραμμές, μεταδίδει σημαντικά και ηχηρά μηνύματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου