8 Φεβ 2013

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 310, Νοέμβριος 2012


     Πριν από λίγους μήνες, κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.
     Σ’ ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, το Τριφύλλι, στα χρόνια της χούντας, ο δάσκαλος Κοσμίδης, πατέρας πέντε παιδιών, που χαίρει γενικής εκτίμησης, αναλαμβάνει να μυήσει τρεις νεαρούς μαθητές του, στα μυστήρια της ζωής. Ένας εξ αυτών είναι ο Βασίλης. Ο γιος του. Τους μιλάει για την Ιστορία πέρα από αυτή που αναφέρουν τα επίσημα σχολικά βιβλία, τους διδάσκει φιλοσοφία, τους αναφέρει δύσκολες έννοιες και ιδέες, ενώ όταν μπαίνουν στην εφηβεία, τους μυεί (με τη βοήθεια μιας βολικής και φιλοχρήματης γυναίκας του χωριού) στο σεξ. Τους εκπαιδεύει και τους διαπαιδαγωγεί με τέτοιο τρόπο, ώστε στη ζωή τους να θέτουν υψηλούς στόχους και να επιτυγχάνουν την πραγματοποίησή τους. Η τριάδα δείχνει να τα καταφέρνει καλά. Μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο, εισάγονται στη Νομική. Όταν φτάνει η ώρα να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, παραμένουν αχώριστοι. Τοποθετούνται και οι τρείς σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στην Κομοτηνή. Ώσπου μια μέρα, ο Βασίλης, «ο γιος του δάσκαλου», αυτοκτονεί. Το νέο πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία και με μιας ανατρέπει τη ζωή της οικογένειας Κοσμίδη. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί, από τη στιγμή μάλιστα, που ο αυτόχειρας, δεν άφησε κάποιο σημείο που να δίνει κάποια εξήγηση.
     Την εποχή που «σκοτώθηκε» ο Βασίλης, (η λέξη «αυτοκτονία» είχε εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο της οικογένειας Κοσμίδη), ο Νικόδημος, ο μικρότερος γιος (και αφηγητής της ιστορίας), είναι στην πρώτη εφηβική ηλικία. Το γεγονός τον σημάδεψε, αλλά «το χειρίστηκε αλλιώς, σαν πιο νέος». Αφού έζησε χάρη σε μια κληρονομιά για πολλά χρόνια στο Παρίσι, χωρίς σχεδόν καμιά επαφή με την οικογένειά του, επέστρεψε στην Αθήνα. Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, για να αποφύγει μια ξαφνική μπόρα, μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Ενώ περιφέρεται μέχρι να κοπάσει η νεροποντή, στο σταντ με τις προσφορές, ένα βιβλίο με τίτλο «Γεια σας παιδιά», μιας τελείως άγνωστης συγγραφέως, του τραβάει την προσοχή. Όταν διαβάζει το οπισθόφυλλο, το αγοράζει αμέσως, γιατί διαισθάνεται πως μέσα από τις γραμμές του, θα βρει το μίτο που θα τον οδηγήσει στο λαβύρινθο της αποκάλυψης των αιτιών, που οδήγησαν τον Βασίλη στην αυτοκτονία.
     Ο Γιάννης Ξανθούλης, καταφέρνει για μια ακόμη φορά να εντυπωσιάσει. Οι περιγραφές των διαδρομών των χαρακτήρων, είτε στα υγρά από τη βροχή στρατόπεδα της Θράκης, είτε στα εσωτερικά ψυχολογικά μονοπάτια (κυρίως του Βασίλη και του σχεδόν αποσυνάγωγου Νικόδημου), είναι εξαιρετικά εύστοχες. Πολλά στοιχεία από τη «συλλογή των εμμονών» του συγγραφέα είναι παρόντα. Στα τοπία κυρίως της Θράκης, αλλά και της Αθήνας, κυριαρχεί η συνεχής βροχόπτωση. Για μια ακόμη φορά η πατρώα γη και κυρίως τα μίζερα στρατόπεδά της είναι από τους τόπους όπου εξελίσσεται η αφήγηση. Όπως οι σχέσεις εξουσίας –και κατάχρησής της πολλές φορές, που οδηγούν σε άλλες ατραπούς-που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς. Ακόμα, τα μεταφυσικά «επεισόδια», ο Χόρστ Μπούχολντς (!!), η δύναμη της σύμπτωσης που παρεμβαίνει και αλλάζει δραματικά πολλές φορές την πορεία της ζωής…
     Όλα αυτά και η αφηγηματική δεινότητα, όπως και ο τρόπος γραφής με τη λεπτή ειρωνεία και το υποδόριο χιούμορ, απογειώνουν το βιβλίο και το κατατάσσουν σε ένα από τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.

26 Ιαν 2013

Ο ΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΡΕΝΟΥΑΡ
ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 150, Νοέμβριος 2012

     Έχω αναφέρει στο παρελθόν, με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός άλλου βιβλίου του, ότι ο Αντρέα Καμιλλέρι, είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς.
     Ο Καμιλλέρι είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας το 1925. Μέχρι το 1978, δούλευε ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της τηλεόρασης. Όταν στα 53 του χρόνια αποφάσισε να στραφεί στη λογοτεχνία, τα βιβλία του πέρασαν απαρατήρητα. Η επιτυχία ήρθε να τον συναντήσει είκοσι χρόνια μετά, όταν έγινε ένας από τους εμπορικότερους συγγραφείς της Ιταλίας, κυρίως με τη σειρά των βιβλίων του με κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μονταλμπάνο, στα οποία χρησιμοποιεί στοιχεία της τοπικής σικελικής διαλέκτου. Το επίθετο του αστυνόμου, είναι ένας φόρος τιμής, που ο Καμιλλέρι θέλει με αυτόν τον τρόπο να αποτίσει, στον ισπανό συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, του οποίου υπήρξε ένθερμος θαυμαστής.
     Επιτυχία όμως γνώρισαν και τα βιβλία εκτός της σειράς Μονταλμπάνο, όπου, διατηρώντας πάντα τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος, εξετάζει πτυχές της, σικελικής κυρίως, κοινωνίας.
     Στο βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα-και είναι εκτός της σειράς Μονταλμπάνο-μια όμορφη, νεαρή και αινιγματική γυναίκα, προσπαθεί να προσεγγίσει τον ηλικιωμένο και μάλλον συντηρητικό συμβολαιογράφο του Αγκριτζέντο, Μικέλε Ριότα. Ο Ριότα, είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν, μια μελέτη, σχετικά με το ταξίδι του δάσκαλου του ιμπρεσιονισμού Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, στην Ιταλία και τις εργασίες συντήρησης που έκανε σε τοιχογραφίες μιας εκκλησίας στο χωριό Καπιστράνο. «Μου αναφέρετε λοιπόν, ότι σε έναν πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία στο Τορίνο ανακαλύψατε ένα βιβλίο μου, τυπωμένο (κακοτυπωμένο θα έλεγα!), το 1960, από έναν μικρό εκδοτικό οίκο του Ρέτζιο Καλάμπρια ο οποίος έχει κλείσει εδώ και χρόνια και ότι όχι μόνο το αγοράσατε και το διαβάσατε, αλλά αναφέρεστε σε αυτό με απολύτως κολακευτικά σχόλια».
     Με αφορμή αυτό το βιβλίο, που αναφέρεται στον μεγάλο ζωγράφο και το ταξίδι του στην Ιταλία και το οποίο μπορεί να μην είναι και το μοναδικό, οι δύο ήρωες της ιστορίας, άγνωστοι μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξεκινούν αλληλογραφία. Ο ηλικιωμένος συμβολαιογράφος κολακεύεται αρχικά και στη συνέχεια γοητεύεται από τη νεαρή γυναίκα, ιδιαίτερα όταν αυτή του στέλνει κάποιες μάλλον αποκαλυπτικές φωτογραφίες της. Η «σχέση» τους εξελίσσεται (ανταλλάσουν επιστολές από το Δεκέμβρη του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του επόμενου έτους και συναντιούνται κάποιες ελάχιστες φορές), αλλά όταν φτάνει στο συναισθηματικό κρεσέντο, διακόπτεται ξαφνικά και ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσω των επιστολών που στέλνει ο Ριότα στην αγαπημένη του Άλμα Κοράντι, κι όταν αυτός εξαφανίζεται, μέσω των αναφορών που κάνει στους προϊσταμένους του, ο πεισματάρης κι επίμονος Αστυνόμος Α! Αρτούρο Μπονοφάτσι, ο οποίος ερευνά την υπόθεση, μετά τη δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε ο ανιψιός του συμβολαιογράφου Τζόρτζο.
     Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, στο γνωστό –με ειρωνεία και υποδόριο χιούμορ-στυλ του μεγάλου τεχνίτη της γραφής, στο οποίο η αστυνομική πλοκή, συναντά τον κόσμο της Τέχνης.

15 Ιαν 2013

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΝΑ ΠΩ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ
Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ
Σελ. 317, Απρίλιος 2012


     Στο ιστορικό μυθιστόρημα κατατάσσει το έργο του ο Γ. Καπράνος, αλλά πιστεύω ότι θα του ταίριαζε περισσότερο η κατάταξή του στη μυθιστορηματική βιογραφία. Γιατί μπορεί το βιβλίο, να ζωντανεύει και να αποτυπώνει κάποιες κρίσιμες εποχές της σύγχρονης ιστορίας του τόπου, αλλά αυτό γίνεται μέσα από την περιγραφή της ζωής του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη.
«Δεν έχω τίποτα άλλο να πω…»     Ο Λ. Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Κέρκυρα. Μετά τις σπουδές του στην Ελλάδα, συνέχισε μαθήματα φιλοσοφίας στο εξωτερικό. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, βρέθηκε στο περιβάλλον του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Μαβίλη και τον έκανε κοινωνό του οράματός του, να θεμελιώσει ένα σύγχρονο κράτος. Ένιωσε μεγάλη απογοήτευση, όταν με τις μηχανορραφίες της βασιλικής οικογένειας, ο Τρικούπης έχασε τις εκλογές.
     Όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση, λόγω της φιλοπατρίας του και του ιπποτικού του πνεύματος, πήγε εθελοντής. Πολέμησε στα βουνά της Κρήτης, όπου τραυματίστηκε ελαφρά. Εκεί γνώρισε τον σχεδόν συνομήλικό του δικηγόρο κι επαναστάτη, Ελ. Βενιζέλο.
     Το 1897, έζησε την ταπείνωση του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου. Αργότερα ενστερνιζόμενος τα οράματα του Βενιζέλου, ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχτηκε βουλευτής στην Κέρκυρα και στη διάρκεια της θητείας του, υποστήριξε με θέρμη την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Σύντομα όμως, απογοητεύτηκε από την ευτέλεια των κομματικών συμπεριφορών και των πελατειακών σχέσεων που μαστίζουν διαχρονικά την πολιτική ζωή και απομακρύνθηκε.
     Πριν από μερικά χρόνια, είχε γνωρίσει τη νεαρή Θεώνη Δρακοπούλου, για την οποία έτρεφε κάποια αισθήματα. Αλλά λόγω της διαφοράς ηλικίας και λόγω του ότι πίστευε ότι ο γάμος και η δημιουργία οικογένειας, θα τον αποσπούσε από τις προσπάθειες που έκανε για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων ακόμα περιοχών, δεν τόλμησε να προχωρήσει. Επειδή η Θεώνη ήταν μια κοπέλα με διαφορετική νοοτροπία, πολύ μπροστά από την εποχή της, οι γονείς της, για να τη «συνετίσουν» την πάντρεψαν! Μετά τη γέννηση του γιού της, χώρισε με τον άντρα της. Ξανασυναντήθηκαν τυχαία με τον Λορέντζο και εξομολογήθηκε ο ένας στον άλλο τον έρωτά τους. Η Θεώνη είχε εξελιχθεί σε πολύ καλή ηθοποιό και ποιήτρια, που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Μυρτιώτισσα. (Ο τίτλος του βιβλίου, φαίνεται ότι βασίζεται σε στίχο ενός ποιήματος της Θεώνης, το «Σ’ αγαπώ», το οποίο έγραψε για τον Λορέντζο. Το ποίημα αυτό, τη δεκαετία του ’70, μελοποίησε ο Μάνος Χατζηδάκις και περιλήφθηκε σ’ ένα από τα σημαντικότερα έργα του συνθέτη, που έχει τίτλο «Ο Μεγάλος Ερωτικός»). Η Θεώνη τον στήριξε σε κάθε του προσπάθεια και ενέργεια.
     Το 1912, με το ξέσπασμα του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, και ενώ ήταν ήδη 53 χρονών, ο Λορέντζος, κατατάχτηκε στη μονάδα των Γαριβαλδίνων εθελοντών, που συνέδραμε τον ελληνικό στρατό, στις επιχειρήσεις που έκανε στα βουνά της Ηπείρου. Σε μια μάχη στο ύψωμα Δρίσκο κοντά στα Γιάννινα, ο Μαβίλης τραυματίστηκε θανάσιμα.
     Ο Μαβίλης, ήταν μια συναρπαστική και θυελλώδης προσωπικότητα. Ένας αγνός πατριώτης, που έδωσε και τη ζωή του, για την πατρίδα, σε αντίθεση με άλλους που χρησιμοποιούν τον «πατριωτισμό», για να δικαιολογήσουν ανομίες και να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά, ιδιοτελή, συμφέροντά τους. «Στον τόπο μας πολλές φορές, ο πατριωτισμός των αγνών Ελλήνων και ο «πατριωτισμός» κάποιων σκοτεινών κύκλων, είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Για τους πολιτικούς, στρατιωτικούς και πάσης άλλης φύσεως απατεώνες, ο πατριωτισμός είναι η άμαξα που θα τους μεταφέρει με άνεση στον τελικό τους σκοπό».
     Έζησε σε μια ταραγμένη περίοδο και με την προσωπικότητα, την φιλοπατρία, τη διάθεση για προσφορά αλλά και το ποιητικό του έργο, κατάφερε να αφήσει έντονα σημάδια, στην ιστορική πορεία του τόπου.
     Ένα βιβλίο, που συνδυάζει ιδανικά ιστορία και λογοτεχνία, για μια μάλλον παραγνωρισμένη για το μέγεθος της προσφοράς της, προσωπικότητα.

3 Ιαν 2013

ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΥ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΡΙΣΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 227, Νοέμβριος 2012


     Πρέπει να ομολογήσω, ότι μέχρι να διαβάσω το βιβλίο «Κάτοικος Μεταξουργείου», δεν ήξερα τον Δημήτρη Τριανταφυλλίδη, παρά το γεγονός ότι έχει, απ’ ότι εκ των υστέρων έμαθα, τακτική παρουσία σε blogs, που παρακολουθεί πολύς κόσμος. Πρέπει επίσης να ομολογήσω, πως αφότου διάβασα το βιβλίο, παρακολουθώ-όσο μπορώ-αυτά που γράφει είτε στη σελίδα του στο facebook, είτε αλλού.
     Όπως είπε ο εκδότης του βιβλίου Π. Παπασαραντόπουλος στην παρουσίαση που έγινε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2012, το βιβλίο οφείλει την ύπαρξή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν τα κείμενα, εκεί τα διάβασε και αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση ορισμένων από αυτά, με τη μορφή ενός σχετικά ολιγοσέλιδου βιβλίου. Την επιλογή τους έκανε ο συγγραφέας και παρουσίασε ένα σχεδόν ολοκληρωμένο βιβλίο σε μόλις…τρεις μέρες.
     Ο Δ.Τ. στο δικό του μέρος της παρουσίασης, ανέφερε, πως τα κείμενα είναι γραμμένα με θυμό και με αγάπη για τον άνθρωπο. Θυμό στα κείμενα εγώ δεν βρήκα, σε αντίθεση με την αγάπη (και την πίστη στον άνθρωπο) που ξεχειλίζει. «Γραμμένα εν θερμώ, μα με σκέψη νηφάλια και χέρι σταθερό, τα κείμενα αυτά, αποτελούν την καταγραφή των προβλημάτων, των σκέψεων, των αγωνιών και των προσδοκιών, ενός ανθρώπου που ζει στην πόλη και πιάστηκε αιχμάλωτος στην περιδίνηση της ιστορίας».
     Το βιβλίο ξεκινά με ένα από τα πιο «δυνατά» κατά την άποψή μου κείμενα, με τίτλο «Credo. Η δική μου Αριστερά», που είναι το «Πιστεύω» (αυτό άλλωστε σημαίνει το credo) του συγγραφέα, για το πώς θέλει και πως πρέπει να είναι η Αριστερά στην Ελλάδα του σήμερα. Ακολουθούν μια σειρά από κείμενα (18) «της κρίσης», όπου στο «Θα ‘θελα να ‘μουν περήφανος», ο Δ. Τ., καταφέρνει μέσα σε επτά σελίδες, να αποτυπώσει όλα τα στραβά που ταλανίζουν τα τελευταίες δεκαετίες την ελληνική κοινωνία και την οδήγησαν εδώ που βρίσκεται. Τα κείμενα αυτά, καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο του βιβλίου, αλλά δεν αποτελούν μόνο «πύρινες» καταγγελίες, ή μάλλον δεν αποτελούν καθόλου τέτοιες. Κάτι τέτοιο άλλωστε, δεν ταιριάζει ούτε στο ήθος, ούτε στο ύφος του συγγραφέα. Αντίθετα, προτείνονται λύσεις και δίνονται διέξοδοι στα αδιέξοδα. «Η σωτηρία της κοινωνίας, είναι η ίδια η κοινωνία. Μια κοινωνία οργανωμένη ορθολογικά, αξιολογικά. Μια κοινωνία, η οποία θα έχει ως βασικό της μέλημα την εξάλειψη των ελλειμμάτων, είτε πρόκειται για ελλείμματα του προϋπολογισμού, είτε, κυρίως, για ελλείμματα πολιτισμού και συνείδησης. Μια κοινωνία με αξιακό σύστημα που να ενθαρρύνει τη δημιουργία, την πρόοδο, την ευθύνη-ατομική και συλλογική».
     Τα υπόλοιπα κείμενα, βρίσκονται στις ενότητες «της ελπίδας», «της πόλης, γενέθλιας και μητριάς», «της αναδυόμενης εποχής της λιτής ευτυχίας», ενώ το βιβλίο κλείνει με ένα επίμετρο «ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης».
     Πριν κλείσω αυτή τη μικρή παρουσίαση αυτού του μεγάλου σε αξία βιβλίου, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραθέσω ένα ακόμα απόσπασμα. «Η χώρα έχει ανάγκη από νηφαλιότητα, ψυχραιμία, ορθολογικές προτάσεις διεξόδου από την πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κρίση που τη μαστίζει και όχι από υπονόμευση των θεσμών και των διαδικασιών της Δημοκρατίας».
     Το αξιολογότατο αυτό βιβλίο, ΠΡΕΠΕΙ να διαβαστεί από κάθε νοήμονα, σκεπτόμενο και συνειδητοποιημένο πολίτη που επιζητά λύσεις και διεξόδους, μακριά από κραυγές και «ανέξοδα», εύκολα αλλά και αδιέξοδα συνθήματα. Πιστεύω ότι θα νιώσει ότι κι εγώ: ότι δηλ. βλέπει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του, γραμμένες στο χαρτί.

22 Δεκ 2012

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 480, Νοέμβριος 2012

     Η Συρία, είναι μια φιλική προς την Ελλάδα, αλλά όχι και τόσο γνωστή χώρα. «Η Συρία στους παγκόσμιους τουριστικούς οδηγούς, χαρακτηρίζεται ως η γη που όσο την ξεφλουδίζεις, τόσα περισσότερα βρίσκεις κάτω απ’ αυτή. Είναι ο τόπος όπου αναμίχθηκαν πολιτισμοί και θρησκείες, συγκρούστηκαν θεοί, βασιλιάδες και ληστές κι άφησαν τα ίχνη τους καραβάνια εμπόρων, σπαθιά σταυροφόρων και μελάνι περιηγητών. Ένα μωσαϊκό ιστορίας και θρύλων». Τον τελευταίο καιρό αναφέρεται τακτικά στα δελτία ειδήσεων, καθώς μαίνεται ένας εμφύλιος με χιλιάδες νεκρούς και άδηλη-προς το παρόν-κατάληξη. Αυτή η χώρα, την οποία απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, διάλεξε ως «σκηνικό» του πρόσφατου εξαιρετικού μυθιστορήματός της, η Ι. Θεοδώρου.
     Η Τζένη Ράλλη, κόρη διάσημου και καρδιοκατακτητή έλληνα ηθοποιού, από μια αναπάντεχη συγκυρία, βρίσκεται στη Συρία (λίγο πριν από την έναρξη του εμφυλίου). Έχει μόλις βγει, για μια ακόμη φορά, με τραυματικό τρόπο, από μια ακόμη ερωτική σχέση, αυτή τη φορά με παντρεμένο συνάδελφό της. «Είμαι πολύ μόνη. Με παράτησε ο παντρεμένος φίλος μου και ο πατέρας μου δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για μένα. Κάνω λάθη που τρομάζουν τη μάνα μου και οι γκόμενοι λακίζουν μόλις μου βγάλουν το βρακί. Έχω μοναξιά, πολλή μοναξιά». Βλέπει αυτό το ταξίδι-που διοργάνωσε μια ταξιδιωτική πράκτορας, γνωστή της μητέρας της από τα παιδικά τους χρόνια-ως ένα τρόπο να ξεφύγει από ότι ταράζει και αναστατώνει ακόμη περισσότερο, τον ήδη βαριά διαταραγμένο ψυχικό της κόσμο από την απόρριψη του πατέρα της και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά-που κινείται από την αδιαφορία ως την αρρωστημένη προσκόλληση πάνω της-της μητέρας της. Το ταξίδι διοργανώθηκε αρχικά για τη μητέρα της και δύο αγγλίδες φίλες της, οι οποίες θέλησαν να ακολουθήσουν την πορεία της εκκεντρικής αγγλίδας Τζέιν Ντίγκμπι, η οποία «Το 1853, απογοητευμένη από θυελλώδεις έρωτες και τρία διαζύγια, τολμάει και ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή καθ’ οδό προς την Παλμύρα, όπου «ανάμεσα στα χρυσορόδινα ερείπια ή κάτω από μια αστραφτερή πανσέληνο» ερωτεύεται των σεΐχη Ελ Μεζράμπ, τον συνοδό-μεταφραστή της, μυείται στη νομαδική ζωή των Βεδουίνων και μένοντας μαζί του, γίνεται το σύμβολο του αντικομφορμισμού στην εποχή της». Ένα ατύχημα όμως που συνέβη σε μία από τις τρείς κυρίες, τις καθήλωσε στην Αθήνα και για να μην πάει χαμένο το ταξίδι, η Τζένη, που βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που θα πήγαινε οπουδήποτε, άδραξε την ευκαιρία.
     Στη Δαμασκό γνωρίζει τον Ρωμανό Καφαντάρη, γιο της ιδιοκτήτριας του ταξιδιωτικού γραφείου, ο οποίας αναλαμβάνει να την ξεναγήσει και να την συνοδέψει στο ταξίδι της. Οι δύο νέοι, αισθάνονται ερωτική έλξη ο ένας για τον άλλο, αλλά το παρελθόν θα ορθώσει ανυπέρβλητα εμπόδια.
     Όπως γράφω και πιο πάνω, το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικό και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Εκτός από το στήσιμο του μύθου και η περιγραφή των ψυχολογικών μεταπτώσεων και του χείμαρρου των συναισθημάτων που κατακλύζουν τους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι αναλυτικότατη, εύστοχη και συγκλονιστική.
     Εξίσου εξαιρετικό είναι και το «ταξίδι» στο παρελθόν της Συρίας, στο οποίο μας οδηγεί με μοναδικό τρόπο και γραφή η συγγραφέας, μέσα από το κείμενό της, που δείχνει βαθιά γνώση και αγάπη για τη χώρα αυτή. Από τις περιγραφές της όμως, δεν λείπει και το τραγικό παρόν, αφού ο εμφύλιος, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου.
     Τον τελευταίο καιρό, είχα την ευκαιρία και τη χαρά, να διαβάσω ορισμένα πολύ αξιόλογα βιβλία. Το «Η Γεύση Της Ερήμου» είναι ένα από αυτά και το συστήνω ανεπιφύλακτα.


15 Δεκ 2012

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 200, Απρίλιος 2012

     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, στο οποίο η συγγραφέας θίγει πολλά θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι αυτό που θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Τζένη Ιαβέρη, μια γυναίκα που παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται πια στην πρώτη της νεότητα, παραμένει ωραία και γοητευτική και η οποία βρίσκεται για πολλά χρόνια στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας των θεατρικών δρώμενων, κατευθύνεται με την κόρη της, σ’ ένα πολυτελές θέρετρο ανάρρωσης «για λίγους». «Με το βλέμμα της περιηγήθηκε γρήγορα όλη την έκταση και είδε τεράστιους κήπους και γήπεδα και πισίνες και ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια, περιποιημένα, ανεξάρτητα διαμερίσματα. Ήταν ένα μικρό χωριό και ένας ιδανικός τρόπος για να κοροϊδέψει κανείς τον εαυτό του και, αν όχι να ξεχάσει, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει καλύτερα το πρόβλημά του. Με μια πρώτη ματιά λοιπόν, φαινόταν ότι άξιζε τα χρήματα που είχε δώσει, μάλιστα προκαταβολικά». Πριν από λίγο καιρό, είχε διαγνωστεί καρκίνος των λεμφαδένων στη Τζένη και μετά τις θεραπείες στις οποίες χρειάστηκε να υποβληθεί, αποφάσισε να περάσει μερικές εβδομάδες σ’ αυτόν τον ξενώνα για ν’ αναλάβει δυνάμεις.
     Στον ίδιο χώρο, φιλοξενείται και άλλος κόσμος, όλοι φυσικά για τον ίδιο λόγο. Από τις πρώτες μέρες, η Τζένη γίνεται μέλος μιας παρέας που την αποτελούν μια ιστορικός τέχνης και διακοσμήτρια (Βάντα), μια νοικοκυρά (Μαρίκα), μια ιδιωτική υπάλληλος (Ελεονόρα) και μια αγρότισσα (Άννα). Έμμεσα, στην ίδια παρέα «συμμετέχει» κι ένας καθηγητής γενετικής.
     Η Τζένη, χάρη στον αρχηγικό της χαρακτήρα, κατάφερε να πείσει τους ενοίκους του ξενώνα, να ανεβάσουν μια παράσταση. Μετά από αναγνώσεις διάφορων έργων, αποφάσισαν να ανεβάσουν το έργο του Γ. Ξενόπουλου «Το Μυστικό Της Κοντέσας Βαλέραινας», έργο που όπως και τα άλλα που μελέτησαν αναφέρονταν «…στα εσώψυχα της γυναικείας ψυχολογίας, στα οριακά ακραία συναισθήματα στα οποία οδηγείται η γυναίκα απ’ τον απόλυτο, εξοντωτικό έρωτα, από το δυνατό ρόλο της μητρότητας που όπως μπορεί να την απογειώσει συναισθηματικά μπορεί και να την αποστραγγίσει…».
    Στηριζόμενη σε αυτό το μύθο του βιβλίου, η συγγραφέας, έχει την ευκαιρία να ασχοληθεί-όπως γράφω και στην αρχή- με πολλά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα. Θέματα όπως οι σχέσεις μάνας-παιδιού (που στην περίπτωση της κόρης της Τζένης ήταν τουλάχιστον τραυματική), οι σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, τον εγωκεντρισμό που αναπτύσσουν υπό ορισμένες συνθήκες κάποια άτομα, τη γενετική ηθική, το πόσο λάθος ιεραρχούμε τις προτεραιότητες μας, (μέχρι που ένα γύρισμα της μοίρας μας προσγειώνει-συνήθως ανώμαλα), το θέατρο, την επίδραση της τέχνης στη ζωή μας, την οικονομική κρίση και άλλα. Κι όλα αυτά, δοσμένα με όμορφο τρόπο, ενταγμένα στη δομή του μύθου, χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού ή προσπάθεια επίδειξης «σοφίας» και «πνεύματος».
    Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που αξίζει να γίνει γνωστό και να διαβαστεί.


5 Δεκ 2012

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430-1950
MARK MAZAWER
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 575, Οκτώβριος 2006


     Όσοι διανύουμε την πέμπτη δεκαετία της ζωής μας-και όσοι βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά-διδαχτήκαμε την Ιστορία στα σχολεία μας, με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν παρά ένα εθνικιστικό παραλήρημα, που ελάχιστη σχέση είχε με την προσέγγιση και ανάλυση που απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Οι διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι ήταν συνεχείς. Τα παραδείγματα άπειρα. Εγώ για παράδειγμα, με αληθινή έκπληξη έμαθα πριν από κάποια χρόνια, ότι ο όρος Βυζάντιο και βυζαντινός, είναι νεότατοι. Είναι εφεύρημα κάποιων δυτικών καθολικών διανοούμενων μοναχών, που ασχολούνταν με την Ιστορία και χρησιμοποιήθηκε για να διαχωρίσουν τους «αιρετικούς» (ορθόδοξους) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από τους υπηκόους, της καθολικής Δυτικής. Και επίσης έμαθα, ότι οι βυζαντινοί, άρχοντες και λαός, δεν αυτοαποκαλούνταν ούτε βυζαντινοί, ούτε έλληνες, αλλά…Ρωμαίοι (εξ ου και το Ρωμιός). Πέρα απ’ το γεγονός, ότι «γνώση» της Ιστορίας, σήμαινε αποστήθιση στη «ληξιαρχική» λογική, γεννήθηκε, βασίλεψε, πέθανε (και κάπου ανάμεσα και κανένα πολέμησε).
     Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι αν ο καθένας μας, δεν προσπαθήσει μόνος του ν’ αναζητήσει την ιστορική πραγματικότητα, θα έχει στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της χώρας. Βέβαια, πάντα την Ιστορία την έγραφαν οι νικητές και πάντα εξυπηρετούσε και στήριζε τις επιδιώξεις του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, το κακό… παράγινε.
     Όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», που ξαναδιάβασα τώρα, επηρεασμένος από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1430, χρονιά της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς, ως το 1950. «…ξεκινώ με την άλωση της πόλης από ο σουλτάνο Μουράτ Β! το 1430, περιγράφω την καθημερινή ζωή στα χρόνια των διαδόχων του και ανιχνεύω τη μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύγλωσσο οθωμανικό κόσμο-ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα και οι λούστροι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν έξι-εφτά γλώσσες για τις ανάγκες της δουλειάς τους-στο ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του εικοστού αιώνα, όπου πια το 1950, περισσότερο από το ενενήντα πέντε τις εκατό των κατοίκων ήταν, με βάση οποιοδήποτε κριτήριο, Έλληνες».
     Ο συγγραφέας στο εξαιρετικό του βιβλίο, μας δίνει την εικόνα μιας πόλης πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρεύει τον Θεό στον οποίο πίστευε και στην οποία οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά. Οι προστριβές που υπήρχαν, ήταν λίγες και μικρής σημασίας. Περιγράφει με πολλές και δυσεύρετες λεπτομέρειες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων σε κάθε εποχή και πως τραγικά ιστορικά γεγονότα, (πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, Ολοκαύτωμα), λίγο-λίγο, αποστέρησαν από την πόλη τον πολυφυλετικό της χαρακτήρα, για να φτάσει σήμερα, να είναι μια αμιγώς ελληνική πόλη, με τα σημάδια του πολυφυλετικού παρελθόντας να είναι λίγα.
     Πολύτιμη μελέτη, για τους λάτρεις της Ιστορίας και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα, που παλεύει να μάθει το παρελθόν του και να διδαχτεί από αυτό.