29 Δεκ 2011

ΖΟΗ ΜΕ ΟΜΙΚΡΟΝ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ
Σελ. 222, Ιούνιος 2011


     Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο της συγγραφέως, που μέχρι τώρα είχε ασχοληθεί μόνο με τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του δεν είναι από τα συνηθισμένα, αφού αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικής καταγωγής μετανάστες, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
     Ο Γιούρι, είναι ένας νέος ποντιακής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Αμπχαζία, όπου ζει με τη χήρα μητέρα του και άλλους συγγενείς. Όταν ένας θείος, μετά την έναρξη του πολέμου με τη Γεωργία, αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του, ο Γιούρι τον ακολούθησε μόνος. Η μητέρα του, έμεινε πίσω στην προγονική γη. «Δεν αφήνω τα καντήλια των πεθαμένων μου στα χέρια τους», έλεγε κάθε φορά που προέκυπτε θέμα μετανάστευσής της. Η Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς η «γη της επαγγελίας» και ο τόπος των ονείρων τους. Η μέρα της άφιξής τους στη Θεσσαλονίκη, ήταν η καλύτερη της ζωής τους. «Δε θυμάμαι να σου πω τι ακριβώς άκουγα, μόνο που ένιωθα σα να το ‘χα μέσα μου το μπουζούκι, σαν κάποιος να ‘παιζε, από μέσα τις χορδές. Πάλι με πιάσανε τα κλάματα, αλλά ήταν άλλα κλάματα αυτά. Ελλάδα είναι εκεί που ακούγονται τα ελληνικά. Όλα καλά θα πάνε, είπα».
     Όταν ο Γιούρι αυτονομήθηκε από την οικογένεια του θείου του, στην αρχή δυσκολεύτηκε αρκετά. Όμως τα ελληνικά που μιλούσε τον βοήθησαν. «η Αθηνά, η καλομάνα του, η γιαγιά του δηλαδή, δικαιώθηκε για την επιμονή της να του διαβάζει Καζαντζάκη και Λουντέμη, να του ζητά να γράψει και να μιλήσει τα ελληνικά και να παρακολουθεί τα παρακάθια, τα νυχτέρια με τις ιστορίες που λέγανε οι γριές στους συγγενείς και γείτονες…».
     Μετά την περιπλάνησή του σε διάφορες δουλειές και τη «θητεία» στην μικρο-παραβατικότητα, αποφάσισε να αλλάξει. Έπιασε δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, όπου χάρη στην ευστροφία του ξεχώρισε. Νοίκιασε κι ένα μικρό διαμέρισμα και είδε λίγο-λίγο τη ζωή του να αλλάζει. Βέβαια στην πολυκατοικία αντιμετώπισε τις ίδιες αντιδράσεις που αντιμετώπισε και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αποδοχή από τους λίγους. Μίσος, φόβο, μισαλλοδοξία, και ρατσισμό από τους πολλούς. Αν και ποτέ δεν έδωσε κανένα δικαίωμα. «Δεν έκανε φασαρία, είπαν κάποιοι, δικαίωμα στην πολυκατοικία μας δεν έδωσε ποτέ. Αυτό του ‘λειπε! Γυναίκα δεν είχε εμφανίσει. Πείτε μου εσείς. Είναι φυσιολογικό αυτό; Τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο τα ‘δινε μόλις πατούσε ο μήνας. Που τη βρήκε τη συνέπεια αυτός που δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Και κείνη η ευγένεια, οι καλοσύνες τάχα, τα χαμόγελα, ποια πονηριά ήθελαν να καλύψουν; Δεν είμαι κορόιδο εγώ, τα ξέρω αυτά τα κόλπα. Μόλις έκλεινε η πόρτα πίσω του, μας έφτυνε χολή. Δεν φτάνουν τα προβλήματα που έχει ο τόπος, αυτοί μας λείπανε».
     Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε στωικά και χωρίς να δίνει πολύ σημασία. Μέχρι που ήρθε η ζωή και σ’ ένα γύρισμά της, έφερε τα πάνω κάτω. Ο Γιούρι κλονίστηκε. Λίγο έλειψε να λυγίσει. Όμως αναμετρήθηκε με τον χειρότερο εχθρό του: τον κακό του εαυτό. Και νίκησε!
     Καλογραμμένο μυθιστόρημα, με κινηματογραφικό ρυθμό, σωστά δομημένους χαρακτήρες και μ’ ένα θέμα ρεαλιστικό, σημερινό και θέλω να ελπίζω όχι διαχρονικό. Το βιβλίο, περιλαμβάνει ένα ολιγοσέλιδο, αλλά περιεκτικό σχόλιο, για τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, που υπογράφει ο ιστορικός Βασίλειος Τσενκελίδης.
     Η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Δημοσιογραφία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αθήνα και το Λονδίνο με αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα έντυπα της χώρας ως αρθρογράφος, ενώ την τελευταία διετία, εργάζεται στον ηλεκτρονικό τύπο. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικό διαγωνισμό κι έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό (δε)κατα.

21 Δεκ 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ
Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Σελ. 414, Νοέμβριος 2011


     Το νέο μυθιστόρημα της Τ. Μπάιλα, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες. Είναι εντελώς διαφορετικό θεματικά από το προηγούμενο και υπήρξε τραγικά προφητικό. Επειδή δεν μου αρέσει να χαλάω την απόλαυση του αναγνώστη ν’ ανακαλύπτει λίγο-λίγο το βιβλίο, δεν θέλω να γράψω περισσότερα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ.
     Με το μυθιστόρημα αυτό, η συγγραφέας, μέσω της ηρωίδας της, της Χριστίνας, μας ταξιδεύει στην Ιαπωνία και μας κάνει κοινωνούς της αγάπης της, για τη χώρα του «ανατέλλοντος ηλίου» και του πολιτισμού της, που μας είναι μάλλον άγνωστος. Όσα γνωρίζουμε οι περισσότεροι, τα γνωρίζουμε από ταινίες ή βιβλία, που αφορούν την περίοδο του Β! Παγκοσμίου πολέμου, τα οποία υπερβάλλουν στην προβολή της φιλοπόλεμης πτυχής του ιαπωνικού πολιτισμού που πηγάζει από τον πατριωτισμό, την αίσθηση του καθήκοντος και την τυφλή υπακοή στον αυτοκράτορα και αποσιωπούν τις υπόλοιπες.
     Η Χριστίνα, πιεζόμενη από τους εφιάλτες της και έχοντας βιώσει την τραγική απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, αποφασίζει ξαφνικά να παρατήσει δουλειά, γονείς και σύζυγο και να καταφύγει στην μακρινή Ιαπωνία, χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε Εκεί ζητά τη φιλοξενία του Τοσίο, τον οποίο είχε γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι πριν από ορισμένα χρόνια κι από τότε διατηρούσαν τακτική επαφή. Ο Τοσίο τη δέχτηκε χωρίς να κάνει καμιά ερώτηση για τους λόγους που την οδήγησαν στη χώρα του. Με τον τρόπο του, χωρίς ποτέ να δείξει ότι τη διδάσκει, την εισήγαγε σε έναν άλλο τρόπο ζωής, όπου ο χρόνος κυλά με ρυθμούς διαφορετικούς και κυριαρχούν, η αρμονία, η τάξη αλλά και η ιεραρχία. Όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά στα άνθη μιας κερασιάς, στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι που αχνοφαίνεται μέσα στη βλάστηση που το περιβάλλει. Όπου το να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι είναι ολόκληρη ιεροτελεστία Ένα τρόπο ζωής που θα τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά της.
     Ακόμη, μέσω της ιστορίας της Χιρόκο, μιας νεαρής ανιψιάς του Τοσίο, που εξασκεί την τέχνη της γκέισα, μας δείχνει μια διαφορετική νοοτροπία και αντίληψη από αυτή του δυτικού ανθρώπου, σε ότι αφορά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Και πόσο μάλλον των συγκεκριμένων που στη Δύση θα χαρακτηρίζονταν ως «ελευθερίων ηθών».
     Θέλω να επαναλάβω αυτό που γράφω στον πρόλογο αυτής της παρουσίασης. Οι ιστορίες που αναπτύσσονται στο βιβλίο είναι τόσο συναρπαστικές, που δεν θέλω αποκαλύπτοντας κάποιο «μυστικό» να στερήσω την αναγνωστική απόλαυση, γι’ αυτό διστάζω να γράψω περισσότερα.
Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι, αν και η φυγή της Χριστίνας, χωρίς να αφήσει πίσω της κανένα ίχνος, φαντάζει στα μάτια μου υπερβολική. Αλλά αυτό συμβαίνει λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω του ότι είμαι…άντρας και δεν μπορώ να μπω στους λαβύρινθους του γυναικείου μυαλού. Αυτή την εξήγηση μου έδωσαν κάποιες φίλες και εγώ εκών - άκων την ασπάζομαι.
     Αλλά όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα το ατού είναι η γραφή. Τα όσα έγραψα το Σεπτέμβριο για το «Πορτρέτο Της Σιωπής» εξακολουθούν να ισχύουν γι’ αυτό ας μην τα επαναλάβω και γίνω κουραστικός. Για του λόγου το αληθές, σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που επέλεξα τυχαία ανάμεσα σε πολλά αντίστοιχης ομορφιάς: «Ήταν σούρουπο και ο ήλιος είχε βάψει βιολετί τον σκούρο γαλάζιο ουρανό, μετατρέποντας το τοπίο σε μια μυσταγωγική πανδαισία χρωμάτων. Σαν ένα υπερμέγεθες χρυσάνθεμο να είχε ανοίξει τα πέταλά του στον ουρανό, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο όμορφος. Κατά μήκος του δρόμου, μια σειρά από ροζ χάρτινα φαναράκια είχαν ήδη ανάψει και χόρευαν ρυθμικά στους ρυθμούς που ενορχήστρωνε τρυφερά ο αέρας».
Έχω πει στο παρελθόν, ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ΕΝΑ καλό βιβλίο. Ο αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας όμως, φαίνεται στην πορεία του χρόνου. Και όπως φαίνεται, η Τέσυ Μπάιλα, το στοίχημα με τη «λυδία λίθο» του χρόνου το έχει κερδίσει.

15 Δεκ 2011

Ο ΧΙΤΛΕΡ, ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΙ Η "ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ"


IAN KERSHAW
Μετάφραση: ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 500, Σεπτέμβριος 2011


     Ο Ian Kershaw, καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας, σε όλη τη διάρκεια της ακαδημαϊκής του καριέρας, ασχολείται ιδιαίτερα με το φαινόμενο του Ναζισμού και όλα τα έργα του που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, αναφέρονται σε αυτό το θέμα.
     Στην εξαιρετική και διορατική μελέτη που σας παρουσιάζουμε σήμερα, αναφέρεται στη στάση που τήρησε ο γερμανικός λαός κατά τη διάρκεια της κατάληψης της εξουσίας από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ. Αυτό που κυρίως εξετάζει είναι οι αντιδράσεις των «απλών» ανθρώπων. Εστιάζει μάλιστα τη μελέτη του, στη στάση των Γερμανών, απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και οι οποίες είχαν σαν κατάληξη την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων.
     Οι διώξεις ξεκίνησαν το 1933. «Κρίσιμο σε αυτή την «πορεία προς τη βαρβαρότητα» στάθηκε το γεγονός ότι το 1933 τα προσκόμματα στα εγκεκριμένα από το κράτος μέτρα κατάφωρης σκληρότητας άρθηκαν σχεδόν εν μία νυκτί. Ότι μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητο, ξαφνικά κατέστη εφικτό». Στην αρχή τα μέτρα ήταν κυρίως νομοθετήματα, που είχαν σα σκοπό να θέσουν τους Εβραίους στο περιθώριο της κοινωνίας και εκτός οικονομικής δραστηριότητας. Στη φάση αυτή, σύμφωνα με το συγγραφέα, η πλειονότητα του γερμανικού λαού, δεν έτρεφε έντονα αντιεβραικά αισθήματα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις στις οποίες έγινε χρήση βίας από μέλη του Ναζιστικού κόμματος, αρκετοί Γερμανοί, είτε βοήθησαν, είτε διαμαρτυρήθηκαν.
     Τα πράγματα άλλαξαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο γερμανικός λαός, έχοντας να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, αδιαφόρησε! «Ο δρόμος για το Άουσβιτς μπορεί να φτιάχτηκε από μίσος, αλλά στρώθηκε με αδιαφορία». Ακόμα και όταν έγιναν γνωστές οι πρώτες μαζικές εκτελέσεις-κυρίως στην Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής, όπου είχαν αρχικά μεταφερθεί οι Εβραίοι της Γερμανίας με σκοπό μετά τη νίκη των Γερμανών επί της Σοβιετικής Ένωσης να μεταφερθούν στις εσχατιές της χώρας όπως ήταν το αρχικό «σχέδιο»-οι αντιδράσεις ήταν ανύπαρκτες. Αν και ο Kershaw έχει πολλές αμφιβολίες για το τι γινόταν πραγματικά γνωστό σε ένα καθεστώς που έλεγχε πλήρως εφημερίδες και ραδιόφωνο. «Κανένα τεκμηριωμένο στοιχείο δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα «τι ακριβώς γνώριζαν οι Γερμανοί»; και δεδομένης της γενικά επικρατούσας σιωπής και των δυσκολιών σε επίπεδο ερμηνείας, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε».
     Τα κεφάλαια του εξαιρετικού αυτού βιβλίου που προσφέρει μια σφαιρική εικόνα της στάσης και συμπεριφοράς των απλών Γερμανών ενόσω ο διωγμός των Εβραίων κλιμακωνόταν, χωρίζονται σε τρεις ενότητες: «Ο Χίτλερ και η Τελική Λύση», «Η λαϊκή γνώμη και οι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία» και «Η Τελική Λύση στην ιστοριογραφία», ενώ υπάρχει και μια εισαγωγή κι ένα πολύ ενδιαφέρον επίμετρο σχετικά με τη «Μοναδικότητα του Ναζισμού».
     Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε την εξαιρετική εργασία που έγινε στην ελληνική έκδοση, όσο αφορά τις παραπομπές που κάνει ο συγγραφέας σε άλλα βιβλία, αφού για όσα έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, υπάρχουν πλήρη στοιχεία, ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί εύκολα να τα βρει.
     Ο Ian Kershsaw (γεν. Απρίλιος 1943), είναι καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ. Για την προσφορά του στην ιστοριογραφία του έχουν απονεμηθεί ο γερμανικός Ομοσπονδιακός Σταυρός Αξίας, ο τίτλος του Ιππότη και το μετάλλιο Norton Madlicott της Historical Association. Μερικά από τα κυριότερα έργα του είναι: «Χίτλερ, 1889-1936: Ύβρις» (εκδ. Scripta), «Χίτλερ, 1936-1945: Νέμεσις» (εκδ. Scripta), που τιμήθηκε με τα βραβεία Wolfson Literary Award For History και Bruno Kriesky, «Making Friends With Hitler: Lord Londonderry And The British Road To War» που απέσπασε το Elizabeth Longford Prize For Historical Biography, «Μοιραίες Επιλογές: Δέκα Αποφάσεις Που Άλλαξαν Τον Κόσμο 1940-1941» (εκδ. Πατάκης) και το πιο πρόσφατο «The End: Hitler’s Germany».

8 Δεκ 2011

ΑΘΩΟΣ

SCOTT TUROW
Μετάφραση ΚΛΑΙΡΗ ΛΑΪΝΑ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 456, Ιούνιος 2011

     Ο Σκοτ Τάροου, έγινε γνωστός κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα, όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αθώος Μέχρι Αποδείξεως Του Εναντίου». Τώρα 25 χρόνια κι εφτά βιβλία μετά, μας παρουσιάζει τη «συνέχειά» του.
     Πριν ξεκινήσει τη συγγραφή, το σκέφτηκε αρκετά γιατί όπως λέει: «Ανέκαθεν θεωρούσα πως το να προσπαθεί ένας συγγραφέας να μιμηθεί τον εαυτό του, είναι κάτι που εγγενώς τον περιορίζει και φοβόμουν να προσπαθήσω να ανταγωνιστώ ένα βιβλίο του οποίου η επιτυχία εκείνη την εποχή βασίστηκε εν μέρει στο γεγονός ότι άνοιγε καινούργιους δρόμους».
     Όμως ξεπέρασε τους αρχικούς δισταγμούς και αποφάσισε να γράψει όχι ακριβώς μια συνέχεια, αλλά ένα μυθιστόρημα που έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές με το πρώτο. «Πλησίαζα κι εγώ τα εξήντα και αναλογιζόμουν το παρελθόν και το μέλλον για διάφορους προσωπικούς λόγους. Τώρα αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν είχα δει τότε: ότι ήθελα να επιστρέψω στην αρχή και να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν. Και σ’ εκείνη τη φάση, δεν ανησυχούσα μήπως αυτοπεριοριζόμουν».
     Για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την υπόθεση αυτού του βιβλίου, δεν είναι απαραίτητο να έχει διαβάσει το πρώτο. Οι αναφορές σ’ εκείνο είναι ελάχιστες. Στην ουσία στα χέρια μας έχουμε ένα καινούριο μυθιστόρημα, με μια καινούρια υπόθεση να μας απασχολεί. Ακόμα και οι ήρωες μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι «καινούριοι», αφού από πάνω τους έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια και είναι φορτωμένοι με τις εμπειρίες που τους άφησε μια αντιπαράθεση που τους σημάδεψε, τους άλλαξε και εν πολλοίς καθόρισε τις ζωές τους. Αν και ο συγγραφέας πιστεύει ότι: «Μια από τις βαθύτερες αλήθειες στη ζωή είναι ότι πολλές φορές οι άνθρωποι, για λόγους τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, επαναλαμβάνουν παρορμητικά τα ίδια λάθη».
     Πριν από είκοσι χρόνια, ο Ράστι Σάμπιτς και ο Τόμι Μόλτο, διασταυρώθηκαν σε μια μονομαχία, στην πολύκροτη δίκη του πρώτου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε την ερωμένη του. Μια παλιά ιστορία, που όμως κάποιοι μέσα κι έξω από το δικαστικό μέγαρο του Κιντλ δεν την έχουν ξεχάσει. «Νικητής» τότε αναδείχτηκε ο Σάμπιτς, αφού αθωώθηκε. Τώρα, στα εξήντα του, είναι Πρόεδρος του Εφετείου της Τρίτης Εφετειακής Περιφέρειας και υποψήφιος για το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας. Ως την ημέρα που η γυναίκα του βρίσκεται νεκρή στο κρεβάτι, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ένα θάνατο για τον οποίο ο Σάμπιτς θα ενημερώσει την αστυνομία και τις υπόλοιπες αρχές, αφού περάσουν 24 ώρες από το στιγμή που θα επέλθει! Όλοι υποψιάζονται εγκληματική ενέργεια και Νο 1 ύποπτος είναι ο Σάμπιτς που βρίσκεται πάλι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
     Απέναντί του, στο έδρανο του Δημόσιου Κατήγορου, βρίσκεται ο Τομαζίνο (Τόμι) Μόλτο, ο 3ος προσωρινός Δημόσιος Κατήγορος της κομητείας του Κιντλ.
     Όλοι πιστεύουν ότι τώρα οι δύο άντρες θα παίξουν τη ρεβάνς. Καριέρες, υπολήψεις και μυστικά καλά φυλαγμένα μια ολόκληρη ζωή, όλα θα διακυβευτούν στη δικαστική αίθουσα, από την οποία ένας θα βγει νικητής. Ή μήπως όχι;
     Το βιβλίο δεν είναι απλά ένα δικαστικό θρίλερ, αλλά και ένα ψυχογράφημα των χαρακτήρων που αναγκάζονται να περάσουν για δεύτερη φορά μια παρόμοια περιπέτεια. Επίσης μας δείχνει, πως ένα δικαστικό σύστημα μπορεί να λειτουργεί γρήγορα και δε διστάζει να στέλνει στο εδώλιο ακόμα και «υψηλά ιστάμενους» τιμώντας με αυτό τον τρόπο την αποστολή του και γεμίζοντάς μας θλίψη, για τον τρόπο που λειτουργεί στην Ελλάδα, όπου η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης με διάφορα νομικίστικα τερτίπια, αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας, με ότι αυτό συνεπάγεται.

29 Νοε 2011

ΑΓΙΟΣ ΗΡΑΚΛΗΣ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 235, Ιούνιος 2011

     Με τη «βιογραφία» του Ηρακλή, του «απόλυτου» Έλληνα ήρωα, ασχολείται στο καινούριο του βιβλίο ο Θ. Καλλιφατίδης. Μια «βιογραφία» που δεν αρκείται στην απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά ψάχνει και το γιατί που κρύβεται πίσω κυρίως από τις πράξεις του ήρωα.
      Ξεκινά με τα της σύλληψης και της γέννησης του Ηρακλή. Ο Δίας (ο οποίος ήταν γνωστός μπερμπάντης) ερωτεύτηκε την Αλκμήνη, γυναίκα του Αμφιτρύωνα, και για να μπορέσει να την αποπλανήσει, παίρνει τη μορφή του άντρα της, που εκείνο τον καιρό έλειπε στον πόλεμο. Μάλιστα «διέταξε τον ήλιο να μη βγει για τρία μερόνυχτα κι έτσι έγινε η πιο μεγάλη νύχτα στην ιστορία του έρωτα…». Ο Αμφιτρύωνας, όταν κατάλαβε τι έγινε θύμωσε, αλλά ο μάντης Τειρεσίας στον οποίο κατέφυγε για συμβουλές του είπε «Έχεις μια ευλογημένη γυναίκα…πρέπει να μεγαλώσεις το παιδί που περιμένει σα να ήταν δικό σου».
     Λίγο μετά τη γέννησή του, ο Ηρακλής, έπνιξε στην κούνια του, δύο φίδια που έστειλε η Ήρα, η οποία ζήλευε το Δία για τις διαρκείς απιστίες του με θεές και θνητές κι όχι μόνο. Σαν παιδί, εκτός από τον πατέρα του, είχε και άλλους καλούς δασκάλους: τον Κάστορα στη χρήση των όπλων, τον Αίλυκο στην πάλη, τον Εύρυτο στο τόξο, τον κένταυρο Χείρωνα στις επιστήμες και τον Λίνο στη μουσική, τον οποίο ο Ηρακλής επειδή δεν μπορούσε να ελέγξει τον οξύθυμο και παρορμητικό χαρακτήρα του, σκότωσε γι ασήμαντη αφορμή. Όταν έφτασε σε εφηβική ηλικία, προκάλεσε πόλεμο μεταξύ της γενέτειράς του Θήβας και του Ορχομενού. Ως ανταμοιβή για τη νίκη την οποία σχεδόν μόνος κατήγαγε, ο βασιλιάς Κρέοντας, του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Μεγάρα. Μαζί απέκτησε τρία παιδιά. Τα οποία όμως ένα βράδυ μεθυσμένος και κυριευμένος από μένος, τα σκότωσε. Αμέσως έγινε στα μάτια όλων ένας παρίας. Όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος του εγκλήματος που έκανε, πήγε στο μαντείο των Δελφών, για να λάβει χρησμό. Η Πυθία, του είπε ότι για να εξιλεωθεί, θα έπρεπε να τεθεί για δώδεκα χρόνια, στην υπηρεσία του βασιλιά της Τίρυνθας, Ευρυσθέα. «Εφταμηνίτης άνθρωπος, μισοέτοιμος, κακός και φιλόδοξος».
     Ο Ηρακλής έφερε σε πέρας όποια δοκιμασία του έβαλε ο Ευρυσθέας και ακόμη περισσότερες Έτσι απέκτησε πάλι τη παλιά του αίγλη. Αυτά, είναι λίγο-πολύ γνωστά από τη μυθολογία. Ο συγγραφέας όμως, δεν επιχειρεί να ξαναγράψει μια ακόμη μυθολογία. Αντίθετα, πραγματοποιεί μια καταβύθιση στον ψυχισμό του Ηρακλή. Μας δείχνει έναν άνθρωπο παντοδύναμο μεν, αλλά κουρασμένο και μάλλον παραιτημένο. Που δέχεται αδιαμαρτύρητα τον ορισμό που του δίνει ο Προμηθέας για το τι είναι ήρωας («Ξέρεις τι είναι ένας ήρωας; Εκείνος που κάνει τα αναγκαία εγκλήματα») και που στο τέλος της ζωής του, μένει να αναρωτιέται αν αυτό που έζησε άξιζε ή αν σπατάλησε άδικα το δώρο της ύπαρξης. «Τι νόημα έχει η ζωή, αφού τελικά όλα γίνονται σκιές; Τι σημασία έχουν όλες οι νίκες που κερδίζεις, όλες οι γυναίκες που μπήκαν στο κρεβάτι σου, όλοι οι εχθροί που σκότωσες, αφού το τέλος είναι αυτό που είναι; Η ζωή είναι μια πλάνη».
     Πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που διαβάζεται απνευστί και το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα Μάλιστα αν δεν υπήρχε και η δικτατορία του ενός και μοναδικού βιβλίου για τη διδασκαλία στα σχολεία, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και εγχειρίδιο, που με τον ζωντανό και μοναδικό τρόπο που είναι γραμμένο, θα μπορούσε να εμπνεύσει τους μαθητές να σκύψουν με περισσότερο ενδιαφέρον πάνω από την ελληνική μυθολογία.
     Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, αφού πρώτα έγινε γνωστός στο εξωτερικό και αργότερα στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Λακωνία το 1938. Γιος δασκάλου από τον Πόντο, μετακόμισε στην Αθήνα το 1946. Το 1964, εγκαταστάθηκε στη Σουηδία, όπου σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Αργότερα δίδαξε φιλοσοφία στο ίδιο πανεπιστήμιο Άρχισε να γράφει στα σουηδικά το 1969 και από το 1976, ζει αποκλειστικά από το γράψιμο. Από το 1994, γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, ταξιδιωτικά δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχει γράψει κινηματογραφικά σενάρια, ενώ έχει σκηνοθετήσει και μία ταινία. Έχει τιμηθεί με σημαντικά διεθνή λογοτεχνικά βραβεία και τα βιβλία του κυκλοφορούν σε είκοσι γλώσσες.

19 Νοε 2011

ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


ΝΙΚΟΣ Κ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ
Σελ. 333, Ιανουάριος 2౦11


     Θέλω να ξεκινήσω την παρουσίαση αυτού του ιστορικού μυθιστορήματος, κάπως παράξενα. Δηλ. σχολιάζοντας τον τίτλο. Ο οποίος θεωρώ ότι "ξεγελά" τον αναγνώστη αλλά και αδικεί το βιβλίο. Κι αυτό γιατί το μυθιστόρημα δεν αναφέρεται μόνο στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά κυρίως στο μέσω ποιών διεργασιών έφτασαν οι Αθηναίοι να υπερασπιστούν σύσσωμοι την πόλη τους και πως το δημοκρατικό πολίτευμα, "δημιούργησε" αυτούς τους μαχητές. Όπως λέει και ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου: "Πως θα μπορούσα να φανταστώ πως τούτη η μικρή άσημη, άγνωστη ακόμα και στους περισσότερους Αθηναίους πεδιάδα θα γινόταν σύμβολο προσπάθειας, ανοχής, μάχης και νίκης που θα αντιλαλούσε στις μνήμες των ελεύθερων ανθρώπων, θα γινόταν συνώνυμη με την ελευθερία; Σύμβολο πως ελεύθεροι άνθρωποι δεν λυγίζουν, δεν υποτάσσονται όποιοι και αν είναι οι όροι της αναμέτρησης, δε μετρούν το πλήθος των εχθρών αλλά το ανάστημα της ψυχής τους. Τολμούν, πολεμούν και θριαμβεύουν, γράφοντας τούτη τη λέξη "Μαραθώνας" στην ιστορία και το μύθο, παράδειγμα και οδηγό για τις μελλοντικές γενιές".
     Για να πετύχει το σκοπό του, ο συγγραφέας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα χαρακτήρα για τον οποίο πρωτοέγραψε το 1996, το Νικομήδη τον Αθηναίο, ποιητή και Ολυμπιονίκη. Μέσα από τη "βιογραφία" του, παρακολουθούμε όλα τα γεγονότα και τις εξελίξεις της εποχής του. Ο Νικομήδης, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες του. Ξεκινά με τη συμμετοχή του στην 65η Ολυμπιάδα του 520 π.Χ. Στη συνέχεια περιγράφει πως έφτασε στη Σάμο, αιχμάλωτος αρχικά και στη συνέχεια φιλοξενούμενος, χάρη στον ομότεχνό του Ανακρέοντα. Εκεί πάλεψε και νίκησε για χάρη μιας γυναίκας, που έγινε στη συνέχεια η σύζυγός του, της Χρυσόθεμης. Όταν ξέφυγαν από τη Σάμο, μετά την κατάληψη του νησιού από τους Πέρσες, γνωρίστηκε με την οικογένεια της γυναίκας του, τους Αλκμαιωνίδες. Μια αθηναϊκή δημοκρατική οικογένεια που ζούσε εξόριστη στην Κόρινθο εξ αιτίας της τυραννίας του Ιππία. Θείος της Χρυσόθεμης, ήταν ο Κλεισθένης. ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα, όχι μόνο επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά και την κυβέρνησε κάνοντας μεταρρυθμίσεις που "έδωσαν στην αθηναϊκή δημοκρατία τη μορφή που είχε τους επόμενους δύο αιώνες και έτσι έγιναν προϋπόθεση για την ακμή της". Ο Νικομήδης υπήρξε μέλος του επιτελείου του Κλεισθένη και ενεργώντας πάντα -από επολογή του-στις παρυφές της εξουσίας, συνέβαλε αποφασιστικά στην ακμή της πόλης του.
     Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, βοηθά τον αναγνώστη να μπει στο πνεύμα του Νικομήδη και κατ' επέκταση στον τρόπο σκέψης της πλειονότητας των Αθηναίων Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση-λόγω των "ολοζώντανων" διαλόγων-ότι παρακολουθεί ως αυτήκοος μάρτυρας, τις συζητήσεις των μεγάλων ηγετικών μορφών της Αθήνας: του Κλεισθένη, του Μιλτιάδη, του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη. Ότι παρευρίσκεται στις θυελλώδεις αγορεύσεις τους στην εκκλησία του δήμου, ότι πολεμά με την οπλιτική φάλαγγα τους Πέρσες στο Μαραθώνα, αισθάνεται και μοιράζεται τις χαρές, τις λύπες, τους έρωτες και την αγάπη του πρωταγωνιστή, η ιστορία του οποίου δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά γίνεται η ιστορία της Αθήνας και της Ελλάδας, που αντιστέκονται στην Περσική βαρβαρότητα. Εκτός όμως από συναρπαστικό μυθιστόρημα, το βιβλίο, βασισμένο σε πολυετή έρευνα, ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στα ήθη και τα πιστεύω και φωτίζει τις αξίες μιας εποχής, που μπορούν και σήμερα, στη δύσκολη αυτή συγκυρία, να εμπνεύσουν και να καθοδηγήσουν. Ο Νίκος Κ. Κυριαζής, είναι καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστήμιου Θεσσαλίας και συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, βιβλίων ποίησης, στρατηγικής και οικονομίας και εκατοντάδων άρθρων σε διεθνή και ελληνικά ΜΜΕ.

7 Νοε 2011

SΦΑΓΕΙΟ SΑΛΟΝΙΚΗΣ


ΘΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 366, Φεβρουάριος 2011


      "Κλείνουμε" τον κύκλο των παρουσιάσεων βιβλίων που αφορούν τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, με την παρουσίαση αυτού του μυθιστορήματος Η "αστυνομική" λογοτεχνία, μου αρέσει. Ιδιαίτερα αν υπερβαίνει το "αστυνομική" και γίνεται κάτι περισσότερο, μια τάση που εκπροσωπούν ιδιαίτερα οι Σκανδιναβοί συγγραφείς του είδους. Κάτι που συμβαίνει και με το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα. Γράφω τα αρχικά S των δύο λέξεων του τίτλου με λατινικούς χαρακτήρες, προσπαθώντας να αποδώσω κατά το δυνατό τον τίτλο, όπως είναι γραμμένος στο εξώφυλλο. Όπου είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραπέμπουν ευθέως στο σύμβολο των ταγμάτων εφόδου των Ναζί, τε περίφημα SS. Μια προσεκτική ματιά στο εξώφυλλο θα σας δώσει να καταλάβετε τι εννοώ.
     Βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη, στην αρχή της άνοιξης του 1943, μεσούσης της γερμανικής κατοχής. "Τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα μετά το Γενάρη και την παράδοση της Έκτης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ, όσο οι ήττες των Γερμανών διαδέχονταν η μία την άλλη και η αποχώρησή τους φαινόταν πλέον πιθανή, οι κάθε λογής πολιτικές ομάδες που ζούσαν στη σκιά της πόλης και θρέφονταν από την ανωμαλία, αλληλοσκοτώνονταν με ρυθμούς στρατοπέδου εξόντωσης. Οι κομμουνιστές και οι ταγματασφαλίτες σφάζονταν πια ανοιχτά στους δρόμους. Βόμβες στα σπίτια και στα μαγαζιά έσκαγαν κάθε ώρα της μέρας και της νύχτας, άνθρωποι σέρνονταν στα πεζοδρόμια κι εκτελούνταν για παραδειγματισμό ή έμεναν για πάντα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους με μια σφαίρα στον κρόταφο".
     Μέσα σ' αυτό το κλίμα, άλλος ένας φόνος έστω και με δύο θύματα που βρέθηκαν σε περίεργη στάση, δεν θα ήταν εξαιρετική είδηση. Εκτός κι αν κινούσε το ενδιαφέρον του Φρανς Μάισνερ, του ιδιαίτερου γραμματέα του Μαξ Μέρτεν, ο οποίος "κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, ήταν αναπληρωτής διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης και Αιγαίου, καθώς επίσης και αντιπρόσωπος του Ναζιστικού Κόμματος". Επίσης είχε προσωπική διαταγή από τον Χίτλερ, να "τακτοποιήσει" το θέμα των Εβραίων της Ελλάδας.
     Την υπόθεση αναλαμβάνει ο ανθυπαστυνόμος Στέφανος Ασλάνογλου της Γενικής Ασφάλειας. Όταν φτάνει στον τόπο του εγκλήματος, βρίσκει τον υποδιοικητή της Γκεστάπο, υπολοχαγό Σούμπερτ. (Στη δράση του Φρανς Σούμπερτ -που δεν ήταν υπολοχαγός αλλά κατώτερος αξιωματικός- αναφέρεται το βιβλίο "Ναζιστική Τρομοκρατία Στην Ελλάδα", που παρουσίασα πριν από λίγες ημέρες). Ο Σούμπερτ, ούτε λίγο, ούτε πολύ, του ζητάει να κλείσει την υπόθεση με την εξήγηση ότι πρόκειται για ερωτικό έγκλημα μεταξύ ομοφυλόφιλων (όπως προκύπτει από την εμφάνιση των θυμάτων) και να τη βάλει στο αρχείο. Ο Ασλάνογλου δε φέρνει σοβαρές αντιρρήσεις-ποιός θα μπορούσε εξάλλου να αντιτεθεί στη θέληση της Γκεστάπο-και συνυπογράφει την αναφορά που συνέταξε ο Σούμπερτ, ικανοποιημένος που δεν θα χρειαστεί να ασχοληθεί με δύο ακόμα φόνους.
     Με την επιστροφή του στο κτίριο της υπηρεσίας του, συντάσσει μια ολιγόλογη αναφορά και φεύγει να ξεκουραστεί, αφού εκτός από ανθυπαστυνόμος, ήταν και ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού (με συνέταιρο τον Αποστόλη κι ένα γερμανό στρατιωτικό και φυσικά κρυφά από της υπηρεσία) που πρόσφερε ποτά και γυναίκες σε όσους εκείνη την εποχή μπορούσαν να πληρώσουν: τους Γερμανούς, τους ταγματασφαλίτες και τους μαυραγορίτες.
     Την επόμενη όμως τον περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο διοικητής του, έξαλλος από την προχειρότητα με την οποία χειρίστηκε την υπόθεση και πιεζόμενος από υψηλά κλιμάκια της γερμανικής διοίκησης -όπου υπήρχαν συγκρουόμενα συμφέροντα όσο αφορά το χειρισμό της υπόθεσης-τον βάζει να ξαναπιάσει το νήμα της από της αρχή. Όμως εκτός από τα πτώματα που έχουν εξαφανιστεί μυστηριωδώς, το ίδιο μυστηριωδώς έχει εξαφανιστεί από τα εργαστήρια της Ασφάλειας, το φιλμ με τις πρόχειρες φωτογραφίες που έβγαλε ο βοηθός του, στον τόπο του εγκλήματος! Ο διοικητής του, του αφαιρεί την υπόθεση και τον θέτει σε αργία, όχι μόνο γιατί είναι θυμωμένος, αλλά και για να τον προστατέψει από την οργή των Γερμανών. Ο Ασλάνογλου το δέχεται με ανακούφιση. Δεν θέλει να τραβήξει την προσοχή των Γερμανών. Όχι μόνο λόγω του "μαγαζιού" που έχει, αλλά και για ένα πιο σοβαρό λόγο. Ένα μυστικό που αν αποκαλυφθεί θα του στοιχίσει τη ζωή: στο σπίτι του κρύβει μια νεαρή Εβραία με την οποία είναι ερωτευμένος. Και μάλιστα σε μια εποχή που οι Ναζί έχουν βάλει στο μάτι τα μέλη της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης 46091 άνθρωποι στάλθηκαν στο Άουσβιτς. Επέστρεψαν 1950. Κάτι που έδωσε την "ευκαιρία" σε κάποιους Θεσσαλονικείς ανώνυμους και επώνυμους, να βάλουν στο μάτι την ακίνητη περιουσία τους. Δύο χιλ. καταστήματα και δώδεκα χιλ. διαμερίσματα
     Τη συνέχεια για ευνόητους λόγους δεν την αποκαλύπτω. Όπως γράφω και στην αρχή, το μυθιστόρημα μπορεί να φέρει τον προσδιορισμό "αστυνομικό", αλλά είναι κάτι περισσότερο και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Είναι συναρπαστικό καλογραμμένο, με γρήγορο κινηματογραφικό ρυθμό, περιγράφει εξαιρετικά το ζοφερό κλίμα της εποχής και είναι εξόχως διδακτικό,όσο αφορά πτυχές της σύγχρονης ιστορίας της Θεσσαλονίκης, που παραμένουν στο ημίφως, γιατί αν αποκαλυφθούν μπορεί να εξηγήσουν πολλά, αλλά θα ενοχλήσουν και πολλούς.
     Ο Θάνος Δραγούμης, γεννήθηκε το 1965. Έχει γράψει εννέα μυθιστορήματα ενηλίκων και τρία παιδικά. Ασχολείται επίσης με τη συγγραφή σεναρίων και θεατρικών έργων. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.