6 Μαΐ 2018

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 331, Νοέμβριος 2017

     Ένα μυθιστόρημα-όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας-με κεντρικό χαρακτήρα την Πηνελόπη Δέλτα, είναι το καινούριο βιβλίο του Στ. Δάνδολου
     Η άμεση σχέση του θέματος του μυθιστορήματος με την Π. Δέλτα, είναι εμφανής από τον τίτλο του έργου, που παραπέμπει ευθέως στο «Παραμύθι Χωρίς Όνομα», της πολύ σημαντικής ελληνίδας συγγραφέως.
     Το μυθιστόρημα επικεντρώνεται στη θυελλώδη-όπως εξελίχθηκε-σχέση της Δέλτα με τον Ίωνα Δραγούμη και πως η σχέση αυτή επηρέασε την ευαίσθητη ψυχικής της υγεία.  Η Π. Δέλτα ήταν κόρη του Εμ. Μπενάκη, ο οποίος μετακόμισε με την οικογένειά του από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα το 1882. Τρία χρόνια αργότερα η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον έμπορο Στέφανο Δέλτα-με συνοικέσιο όπως όριζαν οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Απέκτησαν τρείς κόρες, την Σοφία, την Βιργινία και την Αλεξάνδρα. Το 1905, η οικογένεια Δέλτα μετακομίζει στην Αλεξάνδρεια, όπου η Πηνελόπη γνωρίζει τον Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετούσε ως υποπρόξενος στο εκεί Γενικό Προξενείο. «Η γνωριμία τους έγινε στα τέλη Μαρτίου εκείνης της χρονιάς. Ήταν τα εγκαίνια του Μικρού Ασύλου, του ορφανοτροφείου που είχε δημιουργήσει ο πατέρας της. Ενώ ξεναγούσε τον Πρόξενο στου χώρους που η ίδια είχε διακοσμήσει, το βλέμμα της στάθηκε σ’ έναν μαυροντυμένο άντρα που κοίταζε μια ασημένια Παναγία στον τοίχο. Όταν βρήκε την ευκαιρία να τον πλησιάσει, τους σύστησε η αδελφή της που τον είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ σε μια δεξίωση». Κινούνταν στον ίδιο κοινωνικό κύκλο και γι’ αυτό συναντιόταν συχνά. Απολάμβανε ο ένας την παρέα του άλλου και συχνά συζητούσαν για ώρα, αδιαφορώντας για τον περίγυρο. Η Πηνελόπη «αισθάνθηκε ότι η ύπαρξη αυτού του ανθρώπου έδινε νόημα στην καθημερινότητά της. Και άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η οικειότητά τους πήγαζε από μια πρωτόγνωρη αίσθηση… κάτι που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε στον εαυτό της». Σε λίγο καιρό, με μια… τολμηρή για την εποχή κίνηση, ο Ίωνας, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του. Αυτή αρχικά αντέδρασε, αλλά μετά από λίγο καιρό του είπε ότι και αυτή είχε τα ίδια αισθήματα.
     Η ανάγκη του ενός για τον άλλο ήταν τόσο έντονη, που ο Ίωνας φοβήθηκε ότι θα τους αντιληφθούν και θα ξεσπάσει σκάνδαλο. Γι’ αυτό ζήτησε μετάθεση στο Διδυμότειχο. Η απομάκρυνσή τους, στοίχησε πολύ στην Πηνελόπη. «Το ίδιο κιόλας βράδυ εκείνη κατέρρευσε. Ανέβασε πυρετό. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Τη μεθεπόμενη μέρα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και πρόσεξε τρεις λευκές τρίχες να χιονίζουν τον κρόταφό της». Ο άντρας της θορυβημένος και μη μπορώντας να εξηγήσει την κατάστασή της, την έστειλε στην Αθήνα, χωρίς τα παιδιά, για να συνέλθει κοντά στους γονείς της. Το ίδιο χρονικό διάστημα, ο Ίωνας βρίσκεται κι αυτός στην Αθήνα, περιμένοντας τον διορισμό του. Συναντιούνται κρυφά, ενώ η Πηνελόπη έχει κάνει διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Της δίνει κουράγιο πριν αναχωρήσει για το Διδυμότειχο και την παρακαλεί να μην επιχειρήσει πάλι κάτι ανάλογο. Η Πηνελόπη επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια.
     Το καλοκαίρι του 1906 σε ένα ταξίδι της οικογένειας Δέλτα στη Γαλλία, η Πηνελόπη εξομολογείται τα πάντα στον άντρα της, ο οποίος την αντιμετωπίζει-όπως ήταν αναμενόμενο-με σκαιό τρόπο. Την επόμενη χρονιά η οικογένεια που ζει σε μια «αρρωστημένη νηνεμία», μετακομίζει στη Φραγκφούρτη για επιχειρηματικούς λόγους. Τον Γενάρη του 1907, συναντήθηκαν στη Βιέννη, πέρασαν μαζί είκοσι οκτώ ώρες και διαπίστωσαν ότι «ο έρωτάς τους είχε μείνει ανέγγιχτος». Το δράμα του να ζουν χωριστά οι δυο τους πρέπει με κάποιο τρόπο να τελειώσει. «Ικέτευσε τον άντρα της, ζητώντας του να βρεθεί μια λύση στο φριχτό αδιέξοδό της, και βρέθηκε πάλι αντιμέτωπη με το τείχος της οικογένειας. Μόνο που αυτή τη φορά η αντίδραση όλων έπεσε σαν καταπέλτης. Ο σύζυγός της την κατακεραύνωσε. Της επανέλαβε αυτό που της είχε πει κάποτε, ότι θα έχανε για πάντα τα παιδιά της αν έφευγε με τον άλλον. Οι γονείς της την απαρνήθηκαν. Τα αδέλφια της την έβρισαν. Την είχαν δαμάσει». Το Πάσχα της ίδιας χρονιάς, ανακοίνωσε στο σύζυγό της, ότι θα έμενε μαζί του, κυρίως για χάρη των παιδιών. «Συγκλήθηκε νέο οικογενειακό συμβούλιο και η απόφαση ήταν ομόφωνη. Έπρεπε να πάει κάπου για να θεραπευθεί μια για πάντα. Να γιατρέψει την ανήθικη καρδιά της». Έτσι οδηγείται στο Γκάινφαρν, στα περίχωρα της Βιέννης, στο θεραπευτήριο του ψυχίατρου Δρ. Φρίντμαν. Ο οποίος  θα αντιμετωπίσει την Πηνελόπη με κατανόηση και συμπάθεια, δεν θα προσπαθήσει να την αλλάξει, αλλά θα τη βοηθήσει να βρει την ψυχική της ηρεμία. Ο Ίων, την επισκέφθηκε στη διάρκεια της «θεραπείας» της, έζησαν μαζί για τρεις ολόκληρες μέρες και προσπάθησε να την πείσει να κάνει το μεγάλο βήμα. Να κλείσει  μάτια και αυτιά στις επιταγές του καθωσπρεπισμού και των κοινωνικών συμβάσεων για να ζήσουν μαζί…
     Η Πηνελόπη αναπολεί τη ζωή της τον Απρίλιο του 1941, όταν μετά την κατάρρευση του μετώπου, τα γερμανικά στρατεύματα βρίσκονται στα προάστια των Αθηνών. Η ήττα και τη κατάληψη της χώρας  της στοίχησε πολύ, κλόνισε τον ψυχισμό της και την οδήγησε στην αυτοκτονία.
     Ένα συγκινητικό πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για τον δυνατό έρωτα, τους φραγμούς που θέτει η κοινωνία και η οικογένεια στα «θέλω» των ανθρώπων, την αίσθηση της τιμής (ο έρωτας της Πηνελόπης και του Ίωνα παρέμεινε πλατωνικός, αφού η Πηνελόπη δεν ήθελε να προχωρήσουν όσο παρέμενε παντρεμένη), την οδύνη που προκαλεί η απώλεια, την αγνή αγάπη για την πατρίδα, θέματα που απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον εξαιρετικό τρόπο γραφής του Στ. Δάνδολου και τη ευφυή δομή που έχει δώσει στο έργο του, κάνουν το μυθιστόρημα πολύ καλή αναγνωστική επιλογή κι ένα από τα κορυφαία βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό.    

1 Μαΐ 2018

ΓΙΝΑΤΙ

Ο ΣΟΦΟΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 566, Μάρτιος 2018

     Το νέο μυθιστόρημα του Γ, Καλπούζου, με τίτλο «Γινάτι» κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες.
     Εκτυλίσσεται στην Ήπειρο, τα χρόνια λίγο μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1913 και φτάνει μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ο Ζώτος και η Χαβαή. Ο Ζώτος Φραξινός είναι ένας έφηβος 17 ετών, που ζει σ’ ένα χωριό της Ηπείρου. «Πατούσε στα δεκαεπτά, όμως έδειχνε είκοσι δύο. Ξεγελούσε πρωτίστως το μουστάκι του και η πρόωρη πυκνή τριχοφυΐα του… Καλοθώρητος, με μπόι ίσαμε ένα κι ογδόντα, με γερά μπράτσα και φαρδύ στέρνο…». Για την εποχή του θεωρείται αρκετά μορφωμένος, αφού έχει τελειώσει το Δημοτικό, το Σχολαρχείο κι έχει φοιτήσει στο Ημιγυμνάσιο της Μοσχόπολης, που στα χρόνια της ακμής της, (γύρω στα 1700) είχε 65.000 κατοίκους, κυρίως Έλληνες (σήμερα ανήκει στην Αλβανία, έχει το όνομα Βοσκοπόγιε και δεν έχει πάνω από 700 κατοίκους). Η επίθεση που δέχτηκε η πόλη το 1916 από άτακτους αλβανούς, ανάγκασε τους χριστιανούς να την εγκαταλείψουν. «Εξαιτίας τούτων των γεγονότων στράφηκε στο χωριό δίχως να ξεσκολίσει απ’ το τριτάξιο Ημιγυμνάσιο». Ενώ βοηθάει το πατέρα του στα μικρά χωράφια τους, προσπαθεί ν’ αποφασίσει για την πορεία που θέλει ν’ ακολουθήσει στη ζωή του. «Θα συνέχιζε τις σπουδές του στην Κόνιτσα, προκειμένου να γίνει δάσκαλος όπως ονειρευόταν; Δύσκολο. Αφενός λόγω οικονομικής ανέχειας, αφετέρου ένεκα της ανώμαλης κατάστασης καθώς οι Ιταλοί κατέλαβαν και την Κόνιτσα στις αρχές του μήνα». Όμως εμπλέκεται σε έναν καβγά που οδηγεί σε φόνο και για ν’ αποφύγει την αντεκδίκηση θα καταφύγει στα Γιάννενα.  Όπου προσπαθώντας να ορθοποδήσει, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Χαβαής.
     Η Χαβαή, είναι μουσουλμάνα, μέλος της πολυπληθούς κοινότητας που ζει στην πρωτεύουσα της Ηπείρου. «Η Χαβαή παντρεύτηκε στα δεκαέξι της χρόνια τον Ρεούφ, μόνιμο Τούρκο αξιωματικό με καταγωγή από το Ουσάκ της Μικράς Ασίας και έκαμνε όνειρα για το μέλλον τους. Μουσουλμάνα Γιαννιώτισσα η ίδια, γόνος πλούσιας οικογένειας, είχε φοιτήσει στο τουρκικό Γυμνάσιο Θηλέων ή άλλως Σχολή Αλή Τζαλάλ Πασά, γνώριζε γαλλικά, τουρκικά και ασφαλώς τη μητρική της γλώσσα, τα ελληνικά. Λάμπρυναν και τον Ρεούφ η στρατιωτική του καριέρα και οι σπουδές του στη Γερμανία. Δύο εβδομάδες μετά τον γάμο τους άρχισε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1912… Στις έξι Γενάρη 1913, η πολιορκία της πόλης συμπλήρωνε τρεις μήνες… Εκείνη τη βροχερή μέρα ήρθε και το μαντάτο ότι σκοτώθηκε ο Ρεούφ στο Μπιζάνι».
     Όταν ο Ζώτος φτάνει στα Γιάννινα, η Χαβαή είναι ήδη τέσσερα χρόνια χήρα και η μητέρα της αλλά και ο θείος της (ο πατέρας της και τα αδέλφια της έχουν πεθάνει), θέλουν να την παντρέψουν. Η ίδια δεν είναι αντίθετη στην ιδέα του γάμου, αλλά θέλει να διαλέξει η ίδια τον άντρα που θα γίνει σύζυγός της και ανταποκρίνεται στην ερωτική «πολιορκία» του Ζώτου. Μάλιστα για τον παντρευτεί θα κάνει το μεγάλο βήμα: θα αλλάξει θρησκεία, κάτι που θα τη φέρει σε ρήξη με την οικογένειά της.
     Γύρω τους κινούνται ιστορικά πρόσωπα, αλλά και δημιουργήματα της πλούσιας και γόνιμης φαντασίας του συγγραφέα: ένας αινιγματικός βαρκάρης που με τα όσα λέει «οδηγεί» τον Ζώτο να πάρει τις σωστές αποφάσεις, ο παπα-Λέρας που το όνομά του συναγωνίζεται το «ποιόν» του, οι Ιταλοί που το 1917 κατέλαβαν περιοχές της Ηπείρου, οι ρουμανόβλαχοι που ονειρεύονταν τη δημιουργία του αυτόνομου Βλάχικου Πριγκιπάτου της Πίνδου, θρασύτατοι και ανηλεείς ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο και τα βουνά, ένας κομπογιαννίτης που υποδύεται τον γιατρό, μικροκομπιναδόροι και μεγαλοκαρχαρίες που βρήκαν την ευκαιρία με την ανταλλαγή να καταπατήσουν τις μουσουλμανικές περιουσίες, γυναίκες που δεν ορρωδούν προ ουδενός προκειμένου να «περάσει το δικό τους»… Άνθρωποι που ο καθένας έχει τα δικά του μυστικά, τη δική του ιστορία, που ο συγγραφέας πλέκει με δεξιοτεχνία και την εντάσσει στον κεντρικό μύθο του βιβλίου.
      Ο εξαιρετικά δομημένος μύθος, οι στέρεοι χαρακτήρες, η προσεγμένη χρήση των πραγματολογικών στοιχείων, η τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής και μιας ολόκληρης πόλης,  με τα νερά της  λίμνης να ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων και τέλος ο μοναδικός τρόπος γραφής του Γ. Καλπούζου κάνουν το βιβλίο να ξεχωρίζει
     Ο Γιάννης Καλπούζος, με το «Γινάτι» του, μας δείχνει για μια ακόμη φορά, με τον πιο εμφατικό τρόπο, πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι.
  

25 Απρ 2018

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

ARMANDO LUCAS CORREA
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΙΠΗ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 463, Νοέμβριος 2017

     Την ιστορία μιας οικογένειας που ήταν ανάμεσα στους επιβάτες του υπερωκεάνιου Σεντ Λούις, αφηγείται στο μυθιστόρημα του, ο A.L. Correa.
     Στις αρχές του 1939, το ναζιστικό καθεστώς, έδωσε τη δυνατότητα σε 937 εβραίους που ζούσαν στη Γερμανία, να φύγουν από τη χώρα. Οι οικογένειες αυτές, είχαν εξασφαλίσει βίζα είτε από το Υπουργείο Εξωτερικών και Εργασίας της Κούβας, είτε από τον διευθυντή της Κουβανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης, έναντι υψηλότατης αμοιβής. Επίσης, υποχρεώθηκαν να αγοράσουν ιδιαίτερα ακριβά εισιτήρια μετ’ επιστροφής (!!), για το πλοίο Σεντ Λούις των γραμμών Hamburg-Amerika Linie (HAPAG), με προορισμό την Αβάνα. Μπορούσαν να πάρουν μαζί τους ελάχιστο μέρος της κινητής περιουσίας-κυρίως ρουχισμό και κάποια κοσμήματα-ενώ αναγκάστηκαν να παραδώσουν την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία τους με «νομότυπο» τρόπο σε στελέχη του ναζιστικού κόμματος.
     Το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι του Αμβούργου στις 13 Μαΐου του 1939. Έφτασε στην Αβάνα στις 27 Μαΐου. Εκεί όμως περίμενε τους επιβάτες μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο πρόεδρος της Κούβας, με διάταγμά του, ακύρωνε τις βίζες που είχε παραχωρήσει ο διευθυντής της Υπηρεσίας Μετανάστευσης. Επιτράπηκε να αποβιβαστούν μόνο 22 άτομα, τα οποία είχαν βίζες του Υπουργείου Εξωτερικών.
     Ο καπετάνιος του πλοίου Γούσταφ Σρέντερ, σε μια προσπάθεια να βρει κάποιες άλλες χώρες που θα δέχονταν τους πρόσφυγες, κατευθύνθηκε προς τις ΗΠΑ, όπου όμως δεν του επιτράπηκε να εισέλθει. Το ίδιο έγινε και στον Καναδά. Να σημειώσω εδώ, ότι πριν από λίγα χρόνια, οι κυβερνήσεις των δύο κρατών, ζήτησαν επίσημα συγγνώμη για τη στάση που κράτησαν οι συμπατριώτες τους, εκείνο τον καιρό. Το πλοίο αναγκάστηκε να επιστρέψει προς τη Γερμανία. Λίγο πριν φτάσει στο Αμβούργο, μια επιτροπή κατάφερε να πείσει κάποιες χώρες να δεχτούν τους πρόσφυγες. Έτσι η Μεγ. Βρετανία δέχτηκε 287, η Γαλλία 224, το Βέλγιο 214 και η Ολλανδία 181. Λίγους μήνες αργότερα ξέσπασε ο πόλεμος και οι χώρες αυτές-πλην της Μ. Βρετανίας-κατακτήθηκαν από τους ναζί. Γι’ αυτό, μόνο οι 287 που κατέφυγαν εκεί σώθηκαν. Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν και εξολοθρεύτηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
     Μετά τον πόλεμο ο Σρέντερ παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά χάρη στις μαρτυρίες των επιζώντων, οι κατηγορίες αποσύρθηκαν. Ήταν ο πρώτος που έγραψε γι’ αυτή την ιστορία. Αργότερα γράφτηκαν και άλλα βιβλία. Σε ένα από αυτά βασίστηκε η ταινία που γυρίστηκε το 1976 με τίτλο «Το Ταξίδι Των Καταραμένων» με τους Μαξ φον Σίντοφ, Όσκαρ Βέρνερ, Όρσον Γουέλς, Φ. Ντάναγουέι κ. α.
     Βασισμένο σ’ αυτή την ιστορία είναι το μυθιστόρημα του Correa, που αφηγείται την προσπάθεια της οικογένειας Ρόζενμπεργκ να εγκαταλείψει το Βερολίνο που δεν ήταν πια αυτό που ήξεραν. Αφηγήτρια είναι το μοναχοπαίδι της οικογένειας, η 11χρονη Χάννα, που αναγκάστηκε να μεγαλώσει απότομα και να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις. «…από τότε που η πόλη είχε καλυφθεί από σπασμένα τζάμια και είχε πλημμυρίσει από τη μόνιμη αποφορά του μπαρουτιού, του μετάλλου και του καπνού. Τότε ήταν που άρχισαν να σχεδιάζουν την απόδρασή μας. Αποφάσισαν ότι θα εγκαταλείπαμε το σπίτι όπου είχα γεννηθεί και μου απαγόρευσαν να πηγαίνω στο σχολείο, όπου κανένας δεν με έκανε πια παρέα».
      Ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα, για την πορεία μιας οικογένειας μέσα στη ζοφερή ατμόσφαιρα και περιβάλλον του Βερολίνου και στη συνέχεια στην Κούβα όπου η υποτιθέμενη προσωρινή παραμονή, διήρκησε μια ολόκληρη ζωή.


19 Απρ 2018

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ

ΕΛΕΝΗ ΜΠΕΝΤΙΛΛΑ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 350, Οκτώβριος 2017

     Με ένα διαφορετικής θεματολογίας από τα προηγούμενα μυθιστορήματά της, επιστρέφει η Ε. Μπεντίλλα στα εκδοτικά πράγματα. Ένα μυθιστόρημα με έντονα στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.
     «Περιέργεια, συμπάθεια, οίκτος, καθήκον, ο Θεός ο ίδιος! Όλα αυτά μαζί αναμετρήθηκαν με την απόφαση που έπρεπε να πάρει η Μίρα εκείνο το παγωμένο απόγευμα του Δεκέμβρη καθώς διέσχιζε την αυλή της καθολικής εκκλησίας, όπως συνήθως για να κόψει δρόμο και αντίκρισε την Άμπη με το μωρό της, ένα κουβάρι πάνω στο παγκάκι. Η κοπέλα δεν παρουσίαζε την εικόνα μιας συνηθισμένης φτωχής γυναίκας που περίμενε να εμφανιστεί ο εφημέριος για το εσπερινό και να του ζητήσει κάποια χάρη. Φορούσε ζεστά ρούχα καλής ποιότητας, ακριβά. Την πλησίασε τότε η Μίρα χωρίς να αναρωτηθεί η ίδια για τις αληθινές της προθέσεις, που ανιχνεύονται μόνο στο υποσυνείδητο κάθε ανθρώπου». Η Μίρα, που μετανάστευσε από τη Βοσνία στην Ελβετία, είναι ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε η Άρτεμις (Άμπη) Αναγνωστοπούλου τις πρώτες ώρες της, στο ελβετικό χωριό Χόρμπ. Χωρίς να κάνει πολλές ερωτήσεις, βοήθησε την όμορφη νεαρή μητέρα να βρει κατοικία και να εγκατασταθεί με το νεογέννητο μωρό της, αλλά και να βρει δουλειά ώστε να αρχίσει να εξοικονομεί κάποια χρήματα για να ζήσει.
     Η 18χρονη Άρτεμη ταξίδεψε στην Ελβετία για να γεννήσει το εκτός γάμου μωρό της και να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί, επειδή ντρεπόταν την (ευκατάστατη) οικογένειά της στην Αθήνα. Πατέρας του παιδιού είναι ο Μάνος , που «… τον φιλοξένησαν στο σπίτι τους με αφορμή έναν οικογενειακό γάμο και έτσι τον γνώρισε, πως ήταν ο πιο όμορφος άντρας του κόσμου, ο πιο ευγενικός και ο πιο παθιασμένος… πως έκαναν έρωτα για πρώτη φορά κάποιο άλλο βράδυ πάνω στην άμμο στην αρχή της άνοιξης, πως θα παντρευόταν στην Κρήτη, στο νησί του, το ερχόμενο καλοκαίρι…». Ο οποίος όμως εξαφανίστηκε μυστηριωδώς λίγες μέρες μετά την φιλοξενία. Η εξαφάνιση του Μάνου-που δεν εμφανίστηκε ούτε στο πατρικό του στην Κρήτη-και η φυγή της Άμπη, πυροδότησαν εξελίξεις στην οικογένεια Αναγνωστόπουλου που σχεδόν διαλύθηκε. Ο πατέρας Σπύρος, εγκατέλειψε σπίτι κι επιχειρήσεις και μετανάστευσε στην Αμερική, η μητέρα Λήδα αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση, η οικιακή βοηθός Δήμητρα που ήταν πολλά χρόνια με την οικογένεια και θεωρούνταν μέλος της «χάθηκε μέσα στη νύχτα της Αθήνας». Έμεινε μόνο η αδελφή της Λήδας η Κατερίνα και οι γονείς τους να στηρίξουν τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας. Χωρίς ευτυχώς να αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα, αφού ο Σπύρος έστελνε τακτικά εμβάσματα για να καλύπτουν τα έξοδα.
     Όμως το μυστήριο με την εξαφάνιση του Μάνου παραμένει. Οι μόνες που έμειναν να τον αναζητούν είναι η Άμπη και η μητέρα του…
     Ένα καλογραμμένο θρίλερ με έντονο το ψυχολογικό στοιχείο, σασπένς που κλιμακώνεται και μυστικά που φτάνουν να διαλύσουν μια οικογένεια, τα οποία μπορεί να αποκαλύπτονται σχετικά νωρίς, αλλά με συνέπειές που κρατούν δέσμιους τους ήρωες για μεγάλο χρονικό διάστημα.   

16 Απρ 2018

FANTASMAGORIA 2018


FANTASMAGORIA 2018

     Το Σάββατο 21 και την Κυριακή 22 Απριλίου 2018, θα διεξαχθεί στη Θεσσαλονίκη το 2ο Φεστιβάλ Φανταστικού, Fantasmagoria.
     Η διοργάνωση που θα διεξαχθεί σε τέσσερις χώρους του Νέου Δημαρχιακού Μεγάρου, θα περιλαμβάνει 60 παρουσιάσεις, ομιλίες, συναυλίες και άλλα events από 100+ δημιουργούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες, ενώ θα συμμετέχουν και περισσότεροι από 60 εκθέτες.
     Φέτος οι διοργανωτές κατάφεραν να εξασφαλίσουν την παρουσία του γνωστού συγγραφέα Graham Masterton, ο οποίος θα πραγματοποιήσει ένα σεμινάριο συγγραφής. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν περισσότερα από 20 βιβλία του Masterton, από τις εκδόσεις Οξύ και Jemma Press. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο «Πορφυρή Χήρα» κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες.
     Το φεστιβάλ περιλαμβάνει ακόμη: σεμινάρια Stratego, επίδειξη όπλων και αναβίωση οπλομαχίας του 13ου-15ου αιώνα, το The Cosplay Parade με μεταμφιέσεις εμπνευσμένες από έργα του Φανταστικού, θέατρο, προβολή παιδικών animation ταινιών, αφήγηση παραμυθιών και μύθων συνοδεία ζωντανής μουσικής, stand up Fantasy, χορό και πολλές παρουσιάσεις βιβλίων. Ανάμεσά τους τα: «Ο Μικρός Άγγελος Και Ο Σχολικός Εκφοβισμός» του ψυχολόγου Γ. Δασκαλάκη, «Το Happy Της Μαμάς!» της Μαρίας Αμανατίδου, «Ο Κύκλος Της Φυσικής Καταστροφής» της Λένας Κικίδου, «Τότε Που Το Νερό Πολεμούσε Τη Φωτιά» της Λ. Μαυροκεφάλου, «Γεννημένη Στις 13» του Χ. Αντώναρου, «Θυσία» της Μαρίας Ζαχαράκη, «Το Τέταρτο Άλογάκι» του Διονύση Λεϊμόνη και άλλα.
     Ένα εξαιρετικό διήμερο, που θα συναρπάσει τους φαν του είδους, αλλά και που αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για όσους δεν έχουν εντρυφήσει στο είδος να κάνουν μια γνωριμία. Περισσότερες πληροφορίες στο προσεγμένο και κατατοπιστικό site του φεστιβάλ (www.fantasyfest.gr).

13 Απρ 2018

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΜΑΤΖΑΡΙΔΟΥ

     Η Ευσταθία Ματζαρίδου γεννήθηκε το 1962 στην Ορεστιάδα. Το 1985 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας). Συνέχισε τις σπουδές της στην Ψυχολογία και τη Συμβουλευτική Οικογενειών στη Γερμανία, όπου έζησε και εργάστηκε επί χρόνια. Από το 2006 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έργα της: «Ένας Κόμπος Όλα» (2009, Μεταίχμιο), «Τα Ρούχα» (2017, Σμίλη).
 
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Έψαχνα έναν ελκυστικό τρόπο να αφηγηθώ μια ιστορία έρωτα/αγάπης και μια ξεχασμένη κάλτσα κάποτε μου έδωσε την ιδέα να την αφηγηθώ με όχημα τα ρούχα.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το αυτό και ποιο είναι αυτό;
          Δεν θα το έλεγα ακριβώς  μήνυμα, ήθελα να πω ότι ο έρωτας εμπεριέχει τα πάντα, πάθος, αγάπη, ανταγωνισμούς, πολλές συγκρούσεις, αντιζηλίες, πολλές κακίες, τα τραύματά μας επίσης βγάζει στην επιφάνεια, καίγεσαι και δροσίζεσαι ταυτόχρονα και ότι δεν είναι κάτι τόσο ρομαντικό όσο ίσως το έχουμε στο μυαλό μας.

Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
          Η λογοτεχνία μπορεί νομίζω να ευαισθητοποιήσει, να θέσει προβληματισμούς, να άρει ταμπού και προκαταλήψεις, αλλά αυτό δεν είναι η πρόθεση ή δεν θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον η πρόθεση κανενός συγγραφέα, γράφοντας θέλω να πω πρέπει να είναι απαλλαγμένος από προθέσεις, αλλιώς θα γράφει στρατευμένος. Αν όλο αυτό προκύπτει αβίαστα και έμμεσα από το έργο του γιατί συμπίπτει με τις αγωνίες του καλώς, ειδάλλως θα είναι κάτι πολύ φτιαχτό, θα είναι ένα είδος κηρύγματος και θα αποτύχει και σαν έργο και σαν κήρυγμα.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
          Δεν το πολυκατάλαβα, δεν είχα νομίζω αισθήματα,  ήμουν και αρκετά μεγάλη πια για να έχω τον ενθουσιασμό, αργότερα όμως όταν έπρεπε να μιλήσω γι’ αυτό σε παρουσιάσεις και εκπομπές είχα τον τρόμο της έκθεσης,  τρόμο να πάρω θέση γι’ αυτό…, σαν να έπρεπε να απολογούμαι ή να λέω για προθέσεις που δεν είχα. Όταν γράφω, γράφω για τις αγωνίες μου, δεν θέλω οπωσδήποτε να μεταφέρω κάτι σε κάποιον, τώρα, αν οι αγωνίες μου συμπίπτουν και με τις αγωνίες των αναγνωστών, αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
          Είναι εγκλωβισμένοι για πάντα στην ιστορία τους, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο γι’ αυτούς.

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Ναι, οπωσδήποτε, αφού το είδος που γράφω είναι ψυχογράφημα, εμπλέκομαι συχνά συναισθηματικά στην υπόθεση, κάποια στοιχεία βιωματικά, όσο και να θέλω να τα φιλτράρω περνούν στην ιστορία αλλά όχι συχνά. Όταν τελειώσω πάντως το βιβλίο και το αφήσω και το αφήνω και χρόνια, έχω πια δηλαδή μεγάλη απόσταση από τους ήρωες, δύσκολα αναγνωρίζω κάτι δικό μου…

Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Ναι, οι ήρωές μας είμαστε νομίζω εμείς, οι πολλαπλές μας ταυτότητες, αν δεν είμαι ο ήρωάς μου δεν μπορώ να τον υποστηρίξω, να τον παρακολουθήσω, είμαι τουλάχιστον ο συνήγορός του ώσπου να τελειώσω το βιβλίο…

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
          Δεν έχω οπωσδήποτε κάποιον αναγνώστη, επειδή γράφω χρόνια και έχω αρκετά γραπτά, τον πρώτο καιρό  έδινα σε φίλους που έχουν καλή σχέση με τη λογοτεχνία να δουν κάποια μου κείμενα, αυτά ήταν και τα χρόνια της μεγάλης ανασφάλειας. Τώρα πια γράφω χωρίς να νοιάζομαι αν αρέσει, για την ιστορία μιλάω πάντα. Αν βρει, λοιπόν, εκδότη καλώς, αν όχι, ας μείνει στο συρτάρι…

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Ιδανικοί αναγνώστες θα ήταν αυτοί που μου μοιάζουν, έχουμε τον ίδιο ψυχισμό ίσως, για να μπορέσουν να αντέξουν το βάρος των θεμάτων μου.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
          Ναι, οπωσδήποτε, η γραφή είναι μια εξόρυξη, σκάβεις το μέσα σου, καμιά φορά τρομάζω με τα μονοπάτια που ακολουθώ, με τη σκληρότητα που γράφω ή με τον πόνο που βγάζω, αλλά δεν λογοκρίνομαι πια, τα αφήνω να βγαίνουν όλα, πικρά, φαρμακερά, διαστροφικά. Πολλές φορές ξεκινώ με πρόθεση να βγάλω κάτι πιο σαρκαστικό, πιο χαρούμενο ίσως, αλλά βγάζω πάντα πόνο. Μου το λένε και οι άλλοι, μα γράψε λίγο πιο χαρούμενα, δεν βγαίνει όμως και εκπλήσσομαι και η ίδια.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Όχι, δεν νομίζω…

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Όχι, γενικά έρχομαι σε πολύ δύσκολη θέση όταν πρέπει να μιλήσω για τα γραπτά μου, ακόμη και τα κολακευτικά λόγια με φέρνουν σε αμηχανία.

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Ναι, στο πρώτο μου βιβλίο για παράδειγμα, ενώ το κυρίαρχο θέμα είναι η απομυθοποίηση της μητρότητας, η δύσκολη σχέση μάνας-κόρης ή η σχέση των δύο φύλων ή ακόμη και μια δυσλειτουργική οικογένεια, πολλοί θεώρησαν ότι απλώς ήθελα να μιλήσω για τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης και το είδαν σαν ένα καθαρά γυναικείο βιβλίο που μια γυναίκα μιλάει για τη φύση της. Έχω καταλάβει όμως πλέον ότι ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τα βιώματά του, την κοσμοθεωρία του και τις ανάγκες του κάνει και τη δική του «ανάγνωση», είναι αυτό που λένε ότι το βιβλίο άπαξ και φύγει από το δημιουργό του, ανήκει πια στον αναγνώστη.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Δεν ξέρω, αν με επηρέασε, αλλά λατρεύω τον Τόμας Μπέρνχαρτ, τον έχω διαβάσει πολύ, ίσως να έχω κι εγώ το βάρος των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Κάποιες φορές είναι δύσκολη, με την έννοια ότι πρέπει να  συγκεντρωθείς και να κλειστείς για να γράψεις, ενώ έξω μπορεί να σε καλεί η ζωή με τα καλά της και τα κακά της και παλεύεις να βρεις αυτό το χρόνο και το χώρο μερικές φορές. Η γραφή όμως είναι ευχαρίστηση μεγάλη, μου δίνει ισορροπία και χαρά που δεν έχω, σαν άτομο είμαι συνήθως θλιμμένη και σε μόνιμο άγχος, το γράψιμο τα σαρώνει όλα αυτά.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
     Έχω αρκετό υλικό προς έκδοση γιατί γράφω πολλά χρόνια χωρίς να εκδίδω, θα ήθελα να βγάλω πάλι ένα μυθιστόρημα, αλλά μόλις κοπάσει κάπως ο θόρυβος αυτού του βιβλίου και νιώσω ότι έχω επάρκεια δυνάμεων, γιατί το επόμενο θα είναι ένα πολύ δύσκολο βιβλίο, πρόκειται για την ιστορία μιας νεαρής ανάπηρης γυναίκας μεγαλωμένη όμως μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, διπλό βάρος δηλαδή.

Σας ευχαριστώ πολύ!

7 Απρ 2018

ΧΟΛΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑ

PATRICK DEVILLE
Μετάφραση: ΑΝΝΥ ΣΠΥΡΑΚΟΥ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 250, Νοέμβριος 2017

     Το όνομα του Αλεξάντρ Γερσέν, του Ελβετού (με γαλλική υπηκοότητα) μικροβιολόγου,  δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Το γνωρίζουν ίσως μόνο όσοι βρίσκονται στο χώρο της ιατρικής. Κι όμως: είναι ένας άνθρωπος που έσωσε εκατομμύρια ζωές. Αφού από το 1894, ευρισκόμενος στο Χονγκ Κονγκ και παίρνοντας με δωροδοκία άγγλων στρατιωτών πτώματα από το νεκροτομείο ανθρώπων που είχαν πεθάνει από βουβωνική πανώλη που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε έξαρση και κυριολεκτικά θέριζε τον πληθυσμό, κατόρθωσε να απομονώσει για πρώτη φορά τον βάκιλο της βουβωνικής πανώλης, που αργότερα ονομάστηκε επιστημονικά προς τιμήν του Yersinia pestis. Λίγο καιρό αργότερα μάλιστα, αφού πειραματίστηκε σε πολλά είδη ζώων, κατόρθωσε να παρασκευάσει από το αίμα μολυσμένων αλόγων, τον ορό που θεραπεύει την ασθένεια.
     Την πολυτάραχη ζωή του Γερσέν, περιγράφει στο «Χολέρα και Πανούκλα», ο συγγραφέας Πατρίκ Ντεβίλ. Και ξεκινάει κάπως παράδοξα. Από το… τέλος ή σχεδόν από το τέλος. Βρισκόμαστε στο Παρίσι, τον Μάιο του 1940. Ο Γερσέν, στα 77 του χρόνια, είναι «ένας άνδρας που έχει χάσει πια σχεδόν όλα του τα μαλλιά, με λευκή γενειάδα και μάτια γαλανά». Στο αεροδρόμιο του Μπουρζέ, ετοιμάζεται με ακόμη ένδεκα ευκατάστατους παριζιάνους, να επιβιβαστούν σε ένα υδροπλάνο, που θα τους οδηγήσει μακριά από τα προελαύνοντα γερμανικά στρατεύματα. Ειδικά ο Γερσέν, ετοιμάζεται να ταξιδέψει δέκα ολόκληρες μέρες, για να φτάσει στον τελικό του προορισμό, που είναι η αγαπημένη του Ινδοκίνα, όπου είχε δημιουργήσει πρότυπες και προσοδοφόρες επιχειρήσεις. «Το αεροπλάνο τραντάζεται και χιμάει στον αέρα. Οι φυγάδες σκουπίζουν το μέτωπό τους. Θα περάσουν πολλά χρόνια προτού ξαναπετάξει η Air France-αυτή εδώ είναι η τελευταία πτήση. Δεν το ξέρουν ακόμη. Είναι και για τον Γερσέν η τελευταία πτήση. Δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στο Παρίσι…». Θα πεθάνει τρία χρόνια αργότερα στο Νχα Τρανγκ.
     Ο Ντεβίλ, με συνεχή ταξίδια στο χώρο και στο χρόνο, θα καταφέρει να μετατρέψει την αφήγηση της ζωής του Γερσέν, σε συναρπαστικό ανάγνωσμα. Σ’ αυτό βέβαια συντελεί και η πολυδιάστατη ζωή του βιογραφούμενου. Ο οποίος μετά από την ενασχόλησή του με επιτυχία με τη μικροβιολογία στο ινστιτούτο Παστέρ της γαλλικής πρωτεύουσας, εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, για χάρη των… εξερευνήσεων. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε την ενασχόλησή του με τις επιστήμες. Όλες τις επιστήμες. Ήταν άνθρωπος πολυπράγμων. «Καθισμένος στο γραφείο του, σε μια ψάθινα καρέκλα μπροστά σε μια στοίβα επιστημονικά περιοδικά, ο Γερσέν μελετά φυσική, μηχανική, ηλεκτρισμό». Και μάλιστα δεν ασχολείται επιφανειακά ή στο βαθμό που η επιστημονική γνώση τον βοηθά να βελτιώσει τις επιχειρήσεις του. «Όταν καταπιάνεται με κάτι, δεν το αφήνει ποτέ στη μέση. Ανασκουμπώνεται για τα καλά, γιατί πρέπει πάντα να τα μαθαίνει όλα ο Γερσέν, είναι πάνω από τις δυνάμεις του».
     Η μυθιστορηματική βιογραφία του Αλεξάντρ Γερσέν, είναι ένα καλογραμμένο, συναρπαστικό ανάγνωσμα, για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, μια μορφή που σημάδεψε την πορεία της επιστήμης.
     Μια παρατήρηση μόνο, που αφορά τη μεταφράστρια και τη διορθώτρια του κειμένου. Δεν υπάρχουν «τουλίπες καπνού», όπως αναφέρεται στο κείμενο και μάλιστα δύο φορές, αλλά «τολύπες καπνού».