10 Απρ 2020

ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ


ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ
VICTORIA HISLOP
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΙΠΗ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 540, Οκτώβριος 2019

     Όπως πολλά από τα προηγούμενα βιβλία της, έτσι και το νέο μυθιστόρημα της Β. Χίσλοπ, που έχει τίτλο «Όσοι Αγαπιούνται» (μια φράση που περιλαμβάνεται στο εμβληματικό έργο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου), αντλεί την έμπνευσή του, από την Ελλάδα και την ελληνική Ιστορία.
     Το μυθιστόρημα ξεκινά με την περιγραφή μιας ειδυλλιακής σκηνής. «Σ’ ένα μικρό αθηναϊκό διαμέρισμα, τέσσερις γενιές μιας οικογένειας ήταν μαζεμένες για να γιορτάσουν κάποια γενέθλια. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα με ασημιά μαλλιά χαμογελούσε, ενώ τα δισέγγονα της έτρεχαν χαρωπά τριγύρω από την ομήγυρη…». Η γυναίκα είναι η Θέμις Σταυρίδη και γύρω της η οικογένεια που με πολλές δυσκολίες δημιούργησε, αφού της έλαχε να ζήσει σε μια δύσκολη και σκληρή εποχή. Αυτή τη μέρα της γιορτής της-τα ενενηκοστά γενέθλια της γιορτάζει η οικογένεια-αποφάσισε να αφηγηθεί στα δύο πιο αγαπημένα της εγγόνια την ιστορία της πολυτάραχης ζωής της. «Στη διάρκεια εκείνης της μέρας, με όλη την οικογένειά της στριμωγμένη μέσα στο μικρό διαμέρισμα, η Θέμις είχε αναλογιστεί με κάποια θλίψη ότι δεν είχε τίποτα να αφήσει στα παιδιά και στα εγγόνια της. Ήταν ελάχιστα τα αντικείμενα αξίας […] Ή μήπως είχε κάποιου άλλου είδους κληρονομιά να τους αφήσει; […] Η ιστορία της ζωής της μπορεί να μην ήταν οικογενειακό κειμήλιο, ήταν όμως ότι είχε και δεν είχε, και ήθελε να το δώσει σ’ αυτούς τους δύο νέους». Έτσι ξεκινά να αφηγείται ξεκινώντας από το 1930 όταν είναι τεσσάρων χρονών κι έχει τις πρώτες αναμνήσεις για να φτάσει στο 2016.
     Η Θέμις ήταν το τέταρτο –και τελευταίο-παιδί του Παύλου και της Ελευθερίας Κοράλη. Ενός ναυτικού και της κόρης μιας οικογένειας εμπόρων. Ο πατέρας λόγω του επαγγέλματος, εμφανιζόταν σπάνια στο σπίτι. Η μητέρα, την οποίας η οικογενειακή περιουσία εξανεμίστηκε λόγω κακών χειρισμών, ήταν παρούσα-απούσα. Υπέφερε από κατάθλιψη και όλη την ημέρα την περνούσε ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι. Η κατάστασή της μάλιστα τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’30 επιδεινώθηκε τόσο, που κρίθηκε απαραίτητος ο εγκλεισμός της σε ίδρυμα. Έτσι το δύσκολο έργο της ανατροφής των τεσσάρων παιδιών, (Θανάσης, Πάνος, Μαργαρίτα, Θέμις) ανέλαβε η γιαγιά τους.
     Από νωρίς φάνηκε ότι τα παιδιά θα ακολουθούσαν αντίθετες πορείες στη ζωή τους. «Ήδη από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας τους, τα δύο αγόρια είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της χώρας τους. Ο Θανάσης τασσόταν υπέρ του Μεταξά […] Ο Πάνος από την άλλη αποστρεφόταν την αυστηρή επιβολή της τάξης που εκπροσωπούσε ο Μεταξάς». Τις απόψεις του Θανάση συμμεριζόταν και η Μαργαρίτα, ενώ η Θέμις όταν ήταν πια αρκετά μεγάλη για να έχει πληρέστερη αντίληψη των καταστάσεων, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του Πάνου.
     Από αυτό το σημείο ξεκινά ουσιαστικά η αφήγηση του βιβλίου. Οι περιπέτειες της Θέμιδας, δίνουν την ευκαιρία στη συγγραφέα να διατρέξει την νεώτερη ελληνική Ιστορία. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην Εθνική Αντίσταση και στα Δεκεμβριανά. Παράλληλα στηλιτεύει τις λανθασμένες αποφάσεις που πήραν κι εφάρμοσαν τα κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες, καθώς και τη γνωστή διαβρωτική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» του Τσόρτσιλ και του Foreign Office, που οδήγησαν στην διόγκωση των αντιθέσεων και τελικά στο ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου. Ενός πολέμου «άδικου» και «αχρείαστου» του οποίου οι πραγματικές  μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην οικονομική, πολιτική και κυρίως κοινωνική ζωή δεν έχουν γίνει πλήρως κατανοητές και που θα ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια ακόμα, παρά τις πολλές προσπάθειες που καλώς γίνονται, για να επέλθει η λήθη και η συμφιλίωση.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου