25 Απρ 2020

Ο ΧΑΡΑΚΙΑΣ


Ο ΧΑΡΑΚΙΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις Ε.Ο. ΛΙΒΑΝΗ
Σελ. 638, Ιανουάριος 2020

     Η τριπλή κατοχή (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία) της Ελλάδας στη διάρκεια του Β! παγκοσμίου πολέμου, έδωσε την ευκαιρία να βλαστήσουν πολλά και κάθε είδους επιβλαβή ζιζάνια. Αναφέρομαι στους δοσίλογους που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και σκόρπισαν τον τρόμο στον πληθυσμό των πόλεων αλλά κυρίως των χωριών. Κάποιοι από αυτούς (Πούλος, Δάγκουλας, Παπαδόπουλος, Διαμάντης κ.α.) δημιούργησαν ένοπλες ομάδες, οι οποίες αποτελούνταν κατά βάση από έναν εσμό εγκληματιών, αποβρασμάτων και κακοποιών. Εξοπλίστηκαν από τις δυνάμεις Κατοχής με ότι πιο σύγχρονο υπήρχε εκείνη την εποχή και ξεχύθηκαν να σκορπίσουν τον τρόμο. Αν και όπως λέει ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του πανεπιστήμιου της Λοζάνης Πιέρ Ντε Σεναρκλάν «οι ιδεολογίες δικαιολογούν τα ξεσπάσματα βίας», εν τούτοις, η ένταξη των αποβρασμάτων στις ομάδες αυτές, δεν είχε ιδεολογική χροιά. Αντίθετα έγινε για λόγους ξεκαθαρίσματος παλιών διαφορών και «λογαριασμών», για λόγους παράνομου πλουτισμού και πολύ συχνά για την ικανοποίηση σαδιστικών και φονικών ενστίκτων. Με το πρόσχημα της καταπολέμησης του «μπολσεβικισμού» και υπό την πλήρη κάλυψη των κατοχικών αρχών, αποδόθηκαν σε ένα όργιο δολοφονιών, βιασμών, ξυλοδαρμών, λεηλασιών και πλιάτσικου. «Θα ‘λεγε κανείς πως τούτη η απάνθρωπη επέλαση των Ούννων, τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους εννοώ, καθώς και των φαντασμένων Ιταλών, που πίστεψαν οι άμοιροι πως μπορούσαν να αναστήσουν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θα ‘λεγε κανείς πως απελευθέρωσε ένστικτα άγρια και βαρβαρικές καταβολές, που ως Έλληνες πιστεύαμε πως είχαμε αφήσει πίσω μας χρόνια πριν. Ένστικτα πρωτόγονα, που τα θάψαμε από τα χρόνια της ιώνιας επανάστασης της σκέψης, τότε που δείξαμε στον κόσμο την αξία της λογικής, αλλά και από τα χρόνια του Χριστού και μετά, όταν οι Πατέρες μας δίδαξαν να είμαστε άνθρωποι αγαθοί και αλληλέγγυοι. Τούτος ο πόλεμος, όμως, μας αποκτήνωσε. Γινήκαμε σαν τους άλλους και χειρότεροι!».
     Ένα από αυτά τα αποβράσματα, είναι ο Χαρακιάς. Το όνομά του ήταν Τέγος (Στέργιος) και ήταν ένας βλάχος από το χωριό Μεγάλο Λιβάδι του Πάικου. Το προσωνύμιο «Χαρακιάς» -και το οποίο δεν του άρεσε καθόλου-το είχε λόγω των δύο ουλών που απέκτησε στη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του, μία σε κάθε παρειά. Το 1920, ο Χαρακιάς, που πλησιάζει τα 30 του χρόνια και δεν έχει αποκτήσει ακόμα τις ουλές, ετοιμάζεται να παντρευτεί. Η τυχερή- αφού πολλές τον ήθελαν- είναι η Ντάφα (Δάφνη), κόρη του μεγάλου τσέλιγκα με τα χίλια διακόσια γιδοπρόβατα, του γέρο Τίκα (Αριστείδης). «Ο γαμπρός ήταν ομορφάντρας. Πανύψηλος και μελαχρινός, με φαρδύ μέτωπο και πλάτες, μεγάλα μαύρα μάτια, κοντό γένι και στριφτό μουστάκι. Είχε τη φήμη δεινότατου πότη και γλεντοκόπου. Έπινε πολύ, αλλά ποτέ κανείς δεν τον είδε μεθυσμένο. Αλλά ήταν και άντρας εργατικός, που ‘πιάναν τα χέρια του. Καλός στα μαστορέματα, στο τσομπανιλίκι, στο σφάξιμο και στην κουρά. Όλα τα ‘κανε. Δουλειά όμως δεν στέριωνε κι ήταν από δω και από κει. Καθ’ ότι ήταν χαρακτήρας ιδιόμορφος με πολλές παραξενιές […] Κι άλλο στραβό είχε αλλά γι’ αυτό λίγοι μιλούσαν. Ακουγόταν πως είχε ύποπτα αλισβερίσια με ρουμανίζοντες και πιο πριν με Βούλγαρους εξαρχικούς». Για όλα αυτά τα «κουσούρια» του, ο Τίκας δεν τον ήθελε για γαμπρό του, αλλά υπέκυψε στην επιμονή της κόρης του, που «τα ‘χε τα χρονάκια της. Πάνω από είκοσι»!!!
     Λίγο καιρό αργότερα, μετά τη γέννηση του γιού του, απέκτησε την πρώτη χαρακιά, όταν στη διάρκεια ενός έντονου καβγά, η Ντάφα του επιτέθηκε με ένα μαχαίρι. Μετά από το επεισόδιο αυτό, ο Χαρακιάς έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, όπου έζησε σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ασχολούμενος με μάλλον ύποπτες δραστηριότητες. Μετά τον πόλεμο και την εισβολή των Γερμανών, πήγε στη Λάρισα. Εκεί, με τη στήριξη της ιταλικής διοίκησης, βλάχοι ιταλόφρονες, επιχειρούσαν να «αναστήσουν» τη νοοτροπία των ρωμαϊκών λεγεώνων και να δημιουργήσουν το Πριγκιπάτο της Πίνδου. Εκεί ξεκίνησε την «πολεμική δράση» του. Παράλληλα, κρυφά από όλους, προσπαθεί να παρακολουθεί την πορεία της ζωής του γιού του, που γύρισε τραυματισμένος από το μέτωπο και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο της Λάρισας. «Ο Μίχας γύρισε σακάτης απ’ τον πόλεμο, ενώ αυτός «πολεμούσε» εκ του ασφαλούς. Γερμανό ή Ιταλό ή και Βούλγαρο ακόμη, δεν είχε σκοτώσει. Μόνον Έλληνες είχε περάσει απ’ το μαχαίρι του». Αυτός είναι και ο μεγάλος του καημός. Ο γιος του και πως θα τον προσεγγίσει κι αν εκείνος τον δεχτεί, αφού για τόσα χρόνια ήταν απών. Όμως, η μοίρα θα παίξει ένα ακόμη παιχνίδι, που ξεπερνά και την πιο ζωηρή φαντασία…
     Την ιστορία του Χαρακιά, αφηγείται ένας απόγονός του, που αποφάσισε να ασχοληθεί με την οικογενειακή ιστορία. «Λένε πως όσο μεγαλώνουμε η επιθυμία μας να ψάξουμε για το παρελθόν μας γίνεται εντονότερη. Είναι γεγονός! Το διαπίστωσα στον εαυτό μου. Ήθελα να ξέρω από πού ήρθα, να ξέρω που στέκομαι και που πατώ. Κι ίσως να μάθω για πού πάω. Στην αρχή δειλά κι ύστερα με μεγαλύτερη ζέση, άρχισα να σκαλίζω το παρελθόν της οικογενείας μου κι ακόμη περισσότερο την ιστορία του τόπου όπου γεννήθηκα και ζούσα».
     Πρόκειται για ένα πολύ καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα. Ο μύθος του βιβλίου είναι ευφάνταστος και ο τρόπος που είναι γραμμένος εξαιρετικός. Ο συγγραφέας προσεγγίζει τα ιστορικά γεγονότα με προσοχή και την απαραίτητη νηφαλιότητα και περίσκεψη, ώστε να αποδώσει «τα του καίσαρος τω καίσαρι», και να μην αδικήσει κάποιον. Παράλληλα, μέσα από την αφήγηση, μαθαίνουμε για την δύσκολη ζωή των βλάχων-νομάδων, καθώς και για τα ήθη και έθιμα τους, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην πορεία των αιώνων. Μια εξαιρετική αναγνωστική πρόταση, που θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου