8 Ιουν 2026

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ CLUES

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΠΗΓΗ
Σελ. 172, Δεκέμβριος 2025

      Στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας κινείται και το τρίτο μυθιστόρημα του Γ. Κουντουράκη, ο τίτλος του οποίου «παίζει» με τον τίτλο του εξαιρετικού τραγουδιού του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (σε στίχους του Γιάννη (Μπαχ) Σπυρόπουλου), «Διδυμότειχο Blues».

     Στο Διδυμότειχο, η εγκληματικότητα του οποίου αγγίζει το μηδέν, δύο νέες γυναίκες εμφανίζονται πολύ νωρίς το πρωί στο αστυνομικό τμήμα. Η μία, η διαζευγμένη Δ. Σερέτη για να καταγγείλει την εξαφάνιση του 12χρονου γιού της Απόστολου και η άλλη, η χήρα Γ. Κεσίδου, την απαγωγή του επίσης 12χρονου γιου της, Μάριου! Όπως πληροφόρησε τον διοικητή του τμήματος υπαστυνόμο Παναγιωτούδη η αξιωματικός υπηρεσίας, «Χθες, νωρίς το βραδάκι, ο γιος της βγήκε για βόλτα και δεν γύρισε σπίτι. Αργά τη νύχτα της τηλεφώνησε κάποιος άγνωστος και της είπε ότι έχει απαγάγει το παιδί και ζήτησε λύτρα ένα εκατομμύριο ευρώ, γνωρίζοντας προφανώς ότι της έχει επιδικαστεί ένα τόσο μεγάλο ποσό. Αν και την απέτρεψε να μιλήσει με μας, αυτή έκρινε ότι έπρεπε να ζητήσει τη βοήθειά μας». Επίσης, όπως έμαθε η αξιωματικός υπηρεσίας συζητώντας με τις δύο γυναίκες «…τα παιδιά δεν φαίνεται να γνωρίζονται, καθώς τελειώνουν διαφορετικά δημοτικά σχολεία. Οι μητέρες, κατά δήλωσή τους, γνωρίζουν η μία την άλλη εξ όψεως, όχι προσωπικά […] Α, και κάτι ακόμη. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε κινητό…». 

       Ο υπαστυνόμος, αφού ολοκλήρωσε τις συνομιλίες του με τις δύο γυναίκες, έδωσε εντολές στο προσωπικό που κινούνταν σε περιπολίες να έχουν την προσοχή τους τεταμένη μήπως εντοπίσουν τον εξαφανισμένο Απόστολο, επικεντρώθηκε στην απαγωγή! Παρά το ότι οι καταθέσεις των μητέρων έδειχναν το αντίθετο, οι ομοιότητες και οι συμπτώσεις τον έκαναν να πιστεύει ότι υπάρχει συνάφεια. «Ο προβληματισμός του ήταν πολύ έντονος για τα επόμενα βήματά του, όχι μόνο εξαιτίας της δυσκολίας των περιστατικών, αλλά και λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε στην περίπτωση της απαγωγής. Μπορεί να ήταν απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Αστυνομίας και να ήταν πιστοποιημένος διαπραγματευτής, εν τούτοις ήταν μόνο τριάντα χρονών και δεν είχε αντιμετωπίσει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν».

       Αποφάσισε  να ζητήσει τη βοήθεια του αστυνόμου Μαυρίδη, της Ασφάλειας Ορεστιάδας. Ο οποίος του είπε ότι ήταν πολύ τυχερός. Γιατί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην περιοχή ένας συνταξιούχος συνάδελφος, που ήταν θρύλος στο Σώμα της Αστυνομίας για τις «αμέτρητες εξιχνιάσεις εγκλημάτων ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση, με χρήση κυρίως του κοφτερού μυαλού του και με σωστή ανάγνωση των στοιχείων», ο Σεραφείμ Παπαγιάννης, γνωστός- λόγω του ονόματός του- ως «αρχιεπίσκοπος». Με τη βοήθειά του, ο υπαστυνόμος θα βρεθεί πολύ κοντά στη λύση του γρίφου…

     Το «Διδυμότειχο Clues», είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με ενδιαφέρουσα πλοκή, που οδηγεί σε ένα συναρπαστικό και απρόσμενο φινάλε. Η λύση δίνεται χάρη στη βοήθεια του «αρχιεπισκόπου» που θυμίζει στον τρόπο με τον οποίο συνθέτει τις διάσπαρτες λεπτομέρειες και αντιλαμβάνεται την βαρύτητα κάποιων στοιχείων φαινομενικά αδιάφορων, τον Βέλγο ντετέκτιβ Hercules Poirot, κεντρικό χαρακτήρα ιστοριών της Agatha Christie, την οποία ο συγγραφέας έχει σαν πρότυπο.   

31 Μαΐ 2026

ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΡΑΠΤΗ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 350, Μάρτιος 2026

      

Ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, είναι το νέο (τρίτο) μυθιστόρημα της Μ. Ράπτη.

     Η Αλίκη Παπαδοπούλου, είναι μια ηθοποιός, η οποία έγινε γνωστή στην τηλεοπτική σειρά «Ένστικτο», που σκηνοθέτησε ο κολλητός  φίλος και συμμαθητής της στη δραματική σχολή, Κρις Αντωνίου. Τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά, ερμηνεύει δεύτερους ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. «Η σειρά αυτή, που φτιάξαμε μαζί ενώ ήμασταν κάτι παραπάνω από είκοσι ετών, όχι μόνο έκανε πραγματικό πάταγο όταν πρωτοπροβλήθηκε, αλλά εξακολουθεί να παίζεται σε επαναλήψεις σχεδόν κάθε καλοκαίρι και παραμένει μάλλον αγαπημένη παρά τα δεκαπέντε χρόνια που έχουν περάσει από τότε […] Έζησα το μπαμ της επιτυχίας και της αναγνωσιμότητας, το απόλαυσα, αλλά ύστερα απέτυχα να το εξαργυρώσω. Αυτή είναι η αλήθεια και έχω μάθει να την αποδέχομαι. Κι εδώ που τα λέμε γιατί να με πειράζει; Αγαπώ τη δουλειά μου, και ξέρω ότι είμαι απίστευτα τυχερή που έχω δουλειά σχεδόν κάθε σεζόν σε μια πόλη τόσο δύσκολη όσο η Θεσσαλονίκη».

     Αντίθετα ο Αντωνίου τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Εργάστηκε στην κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, κι έγινε ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε τα δύο κορυφαία Όσκαρ: Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας! Το 2024, επιστρέφει στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή, κι επιλέγει την Αλίκη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή αρχικά έχει αντιρρήσεις. «Παρόλο που η ταινία αυτή είναι κάτι σαν όνειρο ζωής, κάτι που λίγοι ηθοποιοί στην Ελλάδα θα τολμούσαν να ονειρευτούν, η ιδέα όλης της διαδικασίας -του ταξιδιού, των γνωριμιών, των προβών και τελικά των γυρισμάτων-μου προξενεί τώρα έναν φόβο σχεδόν παραλυτικό. Δεν ξέρω πως θα αντικρίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους. Πως θα τους μιλήσω, πως θα τολμήσω να πω το όνομά μου. Πως θα συνεργαστώ μαζί τους, ενώ τουλάχιστον δύο από αυτούς έχουν πάρει Όσκαρ. Και πως θα τα κάνω όλα αυτά χωρίς να είμαι κάποια κομπάρσα, αλλά σχεδόν η πρωταγωνίστρια». Τελικά όμως, μετά και από την αφόρητη πίεση του Αντωνίου, δέχεται!

     Η Αλίκη και ο Αντωνίου, ξεκινούν μαζί για την πανέμορφη ορεινή περιοχή της Ηπείρου, που βρίσκεται το χωριό Μαυρόδασος, όπου θα γυριστεί η ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα γεγονός που σημάδεψε την περιοχή το 1850-60, αλλά αφηγείται μια εντελώς σύγχρονη ιστορία. Θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο Black Forest, που έχει νοικιάσει η παραγωγή για να φιλοξενήσει την πολυάριθμη ομάδα και βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

     Όταν αρχίζουν τα γυρίσματα, η Αλίκη θα αντιληφθεί ότι στο ειδυλλιακό δάσος, κρύβονται μυστικά, που όταν αποκαλυφθούν θα θέσουν σε κίνδυνο ζωές, σχέσεις, καριέρες, αλλά και την ίδια την ταινία. Φαντάσματα θα αναδυθούν από το παρελθόν και θα απαιτήσουν δικαίωση και εκδίκηση.

     Η Μαρία Ράπτη, γίνεται καλύτερη συγγραφέας από βιβλίο σε βιβλίο. Ξέρει πως να δομεί την πλοκή, ξέρει πως να κλιμακώνει το σασπένς, ξέρει πως να κρατά τον αναγνώστη διαρκώς σε εγρήγορση και να ενσπείρει αμφιβολίες σε όσα αυτός πιστεύει, και τέλος, ξέρει πως να τον εκπλήσσει με τις «θεαματικές» ανατροπές που επιφυλάσσει στις τελευταίες σελίδες!      

25 Μαΐ 2026

ΔΕΝΔΡΙΝΩ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΑΝΑΛΕΚΤΟ
Σελ. 78, Απρίλιος 2026

      
Ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα (σε μέγεθος νουβέλας) είναι η πρώτη προσωπική λογοτεχνική προσπάθεια του Π. Χριστίδη, που έχει εκδώσει ήδη ένα δοκίμιο με τίτλο «Η Διπλωματία Του Ανέφικτου».

     Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Μαρίκα. Μια νέα γυναίκα που ζει σε ένα μικρό ημιορεινό χωριό και αποτελεί το αντικείμενο του πόθου των αντρών-κάποιων αντρών. Τόσο λόγω της εμφάνισής της, όσο και λόγω του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας της. «Μπορεί τι θάρρος της να ενοχλούσε τις συγχωριανές της, όμως δεν τις σκανδάλιζε πιά». Η Μαρίκα που την αποκαλούσαν Δενδρινώ. «Τη βάφτισαν Μαρίκα, αλλά μικρή τη φώναζαν Δενδρινώ. Γιατί ποτέ στη ζωή της τίποτα από τη φύση δεν θεώρησε κατώτερο από τον άνθρωπο». Που ερωτεύτηκε έναν άντρα με τον οποίο δεν μπόρεσε να ζήσει, αφού το νήμα της ζωής της κόπηκε νωρίς! Που ένας άλλος την αγάπησε βαθιά κι ένας την πόθησε όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, αλλά δεν μπόρεσαν να την αποκτήσουν.

     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με γραφή που ρέει αβίαστα και μια ιστορία που θα συνεπάρει τον αναγνώστη. Με εξαιρετική και διεισδυτική σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των διαδρομών που διανύει ο ψυχισμός τους. Ήρωες που είναι εξ αρχής σχεδόν όλοι συμπαθείς και γίνονται ακόμη περισσότερο λόγω των ματαιώσεων που υφίστανται. Αυτό όμως που το κάνει ξεχωριστό κι ακόμα πιο ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένο. Δεν θέλω να αποκαλύψω περισσότερα και να αφήσω τον αναγνώστη να κάνει τη δική του ανακάλυψη. Γι’ αυτόν τον τρόπο γραφής ο συγγραφέας κάνει ορισμένες επισημάνσεις στον πρόλογό του: «Στο αφηγηματικό σύμπαν που ξεδιπλώνεται στις λέξεις του κειμένου, η αυστηρή χρονολογική ακολουθία συνθλίβεται. Η πραγματικότητα περιγράφεται ως αλληλουχία επεισοδίων που προσομοιάζουν στη χαοτική και συνειρμική λειτουργία της μνήμης, η οποία δεν χρειάζεται να οργανωθεί οπωσδήποτε δε μια γραμμική αφήγηση. Η τελευταία αποτελεί ανθρώπινο εφεύρημα και όχι φυσική λειτουργία του νου. Η ελλειπτικότητα των κειμένων αποτελεί συνειδητή επιλογή».

     Παρουσίαση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου θα γίνει στη Νάουσα, σήμερα Δευτέρα 25 Μαρτίου 2026, στις 7 μ.μ., στην αίθουσα Βέτλανς του Πολυχώρου Πολιτισμού «Χρήστος Λαναράς». Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Γιώργος Λιάμπας, εκπαιδευτικός και η αρχιτέκτονας Κατερίνα Μπαδόλα. Θα προλογίσει ο εκδότης Άκις Θωμαΐδης. 

 

20 Μαΐ 2026

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


ARTURO
PEREZ-REVERTE
Μετάφραση ΤΙΤΙΝΑ ΣΠΕΡΕΛΑΚΗ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 378, Οκτώβριος 2025


      Ένα ακόμη μυθιστόρημα του πολυγραφότατου Ισπανού Α. Πέρεθ-Ρεβέρτε, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες.

     Το καλοκαίρι του 1960, ο βρετανός ηθοποιός Όρμοντ Μπάζιλ, που σιγά-σιγά οδηγείται προς τη δύση της καριέρας του, βρίσκεται μετά από πρόσκληση ενός φίλου του παραγωγού για διακοπές λίγων ημερών στην Κέρκυρα. Ο Μπάζιλ έγινε γνωστός, από την ενσάρκωση του ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς, σε περισσότερες από δεκαπέντε ταινίες.

     Όταν με το σκάφος του φίλου του επισκέφθηκαν το Μικρονήσι, λίγο έξω από τις ακτές της Κέρκυρας, ξέσπασε θαλασσοταραχή με αποτέλεσμα να αποκλειστούν στο νησί. Μέχρι να ηρεμήσει η θάλασσα, κατέλυσαν στο μικρό ξενοδοχείο του νησιού, το Hotel Auslander. «Βρεθήκαμε φυλακισμένοι σ’ εκείνο τη νησί που δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Παρότι αυτό δεν αποτελούσε παρηγοριά, υπήρχαν και άλλοι επισκέπτες σε παρόμοια θέση […] Συνολικά ήμασταν εννιά άτομα διάφορων εθνικοτήτων. Και όλοι ένοικοι του μοναδικού κατοικημένου μέρους, βρεθήκαμε εκεί με τη θέλησή μας ή αναγκαστικά».

     Οι μέρες κυλούν ευχάριστα. Το φυσικό περιβάλλον είναι μοναδικό και η περιποίηση της ιδιοκτήτριας και του ολιγομελούς προσωπικού εξαιρετική. Ο Μπάζιλ μάλιστα, στο πρόσωπο ενός Ισπανού μυθιστοριογράφου, του Φρανθίσκο (Πάκο) Φοξά, βρήκε έναν φανατικό θαυμαστή. Ο Φοξά είχε δει όλες τις ταινίες του, παραπάνω από μία φορά.

     Την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα θα διαταράξει ο θάνατος μίας από τις ενοίκους. Η 43χρονη Αγγλίδα Ίντιθ Μάντερ, βρέθηκε απαγχονισμένη σε μια μικρή αποθήκη της παραλίας, που χρησιμοποιούσαν οι λουόμενοι για να αλλάζουν τα βρεγμένα τους ρούχα. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ενημερώνει μέσω ασυρμάτου τις αστυνομικές αρχές της Κέρκυρας για την -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- αυτοκτονία της τουρίστριας. Όμως λόγω της θαλασσοταραχής δεν μπορούν να προσεγγίσουν στο νησί. Ένας γιατρός που βρίσκεται ανάμεσα στους ενοίκους θα ζητήσει να εξετάσει πιο προσεκτικά το πτώμα. Μετά την εξέταση θα εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το αν ο θάνατος οφείλεται σε αυτοχειρία, αναστατώνοντας τους υπόλοιπους. Οι οποίοι θορυβημένοι, θα ζητήσουν από τον Μπάζιλ, να πραγματοποιήσει μια έρευνα, μιμούμενος τον χαρακτήρα που ενσάρκωσε τόσες φορές στην οθόνη! Ο Μπάζιλ αρνείται κατηγορηματικά λέγοντας ότι ο Σέρλοκ Χολμς δεν υπήρξε ποτέ, αλλά «είναι ένα λογοτεχνικό εφεύρημα» και ότι «Όταν βλέπετε έναν ήρωα στην οθόνη, στην πραγματικότητα δεν βλέπετε αυτόν, αλλά έναν ηθοποιό ο οποίος κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα να κάνει, δηλαδή να υποδύεται έναν ρόλο». Τελικά όμως υποκύπτει στην φορτική επιμονή των υπόλοιπων. Και τότε τα πράγματα θα πάρουν μια αναπάντεχη τροπή…     

     Το μυθιστόρημα «Το Τελευταίο Πρόβλημα», έχει δύο επίπεδα ανάγνωσης. Στο πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε μια καλογραμμένη περιπέτεια μυστηρίου της οποίας τα στοιχεία αποκαλύπτονται λίγο-λίγο κι ο ένοχος στις τελευταίες σελίδες. Ένας «φόρος τιμής» στον Α. Κ. Ντόιλ και τον εμβληματικό ήρωά του, τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Στο δεύτερο επίπεδο, γίνονται συνεχείς αναφορές στην αστυνομική λογοτεχνία, τα «κόλπα» που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς για να κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και στην «χρυσή εποχή» του Χόλυγουντ και των αστέρων του κινηματογράφου!   

16 Μαΐ 2026

Ο ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ

ΤΣΙΑΜΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 404, Ιανουάριος 2026

      

Διαφορετική θεματολογία από το πρώτο (54 μέρες-Η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης») έχει το δεύτερο μυθιστόρημα του Β. Τσιάμη με τίτλο «Ο Τζογαδόρος».

     Ο Νότης, είναι ένας τριαντάχρονος απόφοιτος της Φιλοσοφικής, που όταν κατά καιρούς αποφασίζει είτε αυτοβούλως είτε μετά από πιέσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του να δουλέψει, εργάζεται ως διορθωτής σε εφημερίδες. Κύρια πηγή όμως του εισοδήματός του, είναι το παράνομο εκείνη την εποχή (τέλη της δεκαετίας του 1990) στοίχημα. Δουλεύει για τον Χοντρό, έναν από τους   μπουκμέϊκερ, που εκμεταλλευόμενος την ροπή των Ελλήνων στον τζόγο, προσφέρει- ασφαλές για τον ίδιο- στοίχημα. Γι’ αυτό χρειάζεται και τον Νότη. «Η δουλειά του ήταν να διαβάζει […] τα πάντα γύρω από τις κατηγορίες ποδοσφαίρου της Αγγλίας εκτός από την Premier League, δηλαδή την Championship, τη League One και τη League Two και να λέει την άποψή του για τα παιχνίδια. Ποια ήταν εκείνα που εμπεριείχαν υψηλό ρίσκο για τον μπουκμέικερ. Μελετούσε συστηματικά τα νέα των Μικρών Αγγλίδων, όπως τις είχε βαφτίσει, ότι στοιχεία μπορούσε να βρει περιδιαβάζοντας στα σάιτ των αγγλικών εφημερίδων».

     Παράλληλα είναι και ο ίδιος εθισμένος στον τζόγο και κυρίως στο στοίχημα. «…πίστευε πως είχε μεγάλο ταλέντο στον τζόγο και θεωρούσε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον ευνοούσε η συγκυρία για να το αποδείξει». Αυτό σε απλά ελληνικά σήμαινε ότι ήταν διαρκώς χαμένος, πράγμα που του δημιουργούσε πολλά προβλήματα στις σχέσεις του, και κυρίως σε αυτές με το αντίθετο φύλο.

     Όταν η γυναίκα της ζωής του, η Αριάδνη, τον χωρίζει λόγω της συμπεριφοράς του, θα βρει καταφύγιο στην αγκαλιά μιας σαραντάχρονης καλοδιατηρημένης Μολδαβής πόρνης. Μέχρι τη στιγμή που θα έρθει η συντριβή. «…χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος από τι ορμώμενος, μια και η ζωή του μέχρι τώρα δεν τον είχε δικαιώσει, θεωρούσε ότι είχε ισχυρή θέληση κι αυτοκυριαρχία και ότι μπορούσε σαν χαμαιλέοντας να προσαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις, οσοδήποτε θλιβερές και επώδυνες κι αν είναι αυτές, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος. Μονάχα όταν διαπίστωσε την έκταση του αποκλεισμού του από την κοινωνία, από τον επαγγελματικό του περίγυρο, από το οικογενειακό του περιβάλλον και από τους φίλους του, προσπάθησε να αντιδράσει. Αλλά ήταν πλέον αργά».

     Το μυθιστόρημα «Ο Τζογαδόρος» είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα των εθισμένων με τον τζόγο σε κάθε του μορφή (φρουτάκια, ιππόδρομος, καζίνο, λαχεία, χαρτοπαιξία, στοίχημα κλπ). Παράλληλα είναι και μια μοναδική τοιχογραφία μιας Ελλάδας στην οποία κυριαρχούν άνθρωποι και συμπεριφορές που κόστισαν και κοστίζουν πολλά, στους δύστυχους κατοίκους αυτής της χώρας!   

7 Μαΐ 2026

Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ

RILEY SAGER
Μετάφραση ΚΕΛΛΗ ΚΡΙΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 468, Νοέμβριος 2025

 

     Το ψυχολογικό θρίλερ «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Αμερικανού R. Sager (ψευδώνυμο του Todd Ritter).

     Το 1929, στις ακτές την πολιτείας Μέιν, που βρίσκεται στην βορειοανατολική περιοχή των ΗΠΑ, συνέβη ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Στην παραθαλάσσια έπαυλη της οικογένειας Χόουπ, μια νύχτα του Οκτώβρη που το προσωπικό είχε ρεπό, τρία από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας δολοφονήθηκαν. Το τέταρτο μέλος, η 17χονη Λενόρα, η μοναδική που επέζησε, ήταν η βασική ύποπτη. «Θα μπορούσε ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι να σκοτώσει τρεις ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο; Αυτά ήταν εγκλήματα που απαιτούσαν μυϊκή δύναμη. Να κόψει τον λαιμό του πατέρα της. Να μαχαιρώσει την μητέρα της. Να δέσει μια θηλιά γύρω από το λαιμό της αδερφής της και να την σηκώσει προς τον θάνατο». Παρά τις εντατικές έρευνες της αστυνομίας και τις συνεχείς ανακρίσεις, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν την Λενόρα, η οποία ισχυριζόταν πως κοιμόταν στο δωμάτιό της στο επίμαχο χρονικό διάστημα και δεν άκουσε τίποτα! Η υπόθεση έκλεισε για την αστυνομία χωρίς ποτέ να βρεθεί ο ένοχος, αλλά στην συλλογική άποψη των κατοίκων της περιοχής, η Λενόρα ήταν η φόνισσα! Μάλιστα βγήκαν και τραγουδάκια, που αναφέρονταν  στο γεγονός.

     Το 1983, η Κίτριζ (Κίτι) Μακ Ντίρι, είναι μέλος του προσωπικού του πρακτορείου «Φροντιστές κατ’ Οίκον Γκερλέν» που ειδικεύεται «…στη μακροχρόνια κατ’ οίκον φροντίδα-ένα από τα μοναδικά γραφεία του Μέιν που προσφέρουν αυτή την υπηρεσία. Στους τοίχους του γραφείου υπάρχουν αφίσες με χαμογελαστές νοσοκόμες, παρόλο που, όπως κι εγώ, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού του πρακτορείου δεν μπορεί να διεκδικήσει νόμιμα τον τίτλο του νοσοκόμου».

     Το πρακτορείο της αναθέτει να πάει στην έπαυλη των Χόουπ, για να φροντίζει την ηλικιωμένη πια Λενόρα, η όποια όλα αυτά τα χρόνια ζει έγκλειστη και μετά από μια σειρά εγκεφαλικά επεισόδια είναι σχεδόν παράλυτη (μπορεί να κινήσει μόνο το αριστερό της χέρι). Επικοινωνεί με το προσωπικό μόνο χτυπώντας το χέρι της μία ή δύο φορές, ανάλογα όταν θέλει να πει όχι ή ναι, αλλά και πληκτρολογώντας με πολύ κόπο σε μια παλιά γραφομηχανή που βρίσκεται στο δωμάτιό της. Η Κίτι χρειάστηκε να αναλάβει την φροντίδα της, επειδή η προηγούμενη «φροντίστρια», εγκατέλειψε μια νύχτα τη θέση της.

     Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της φροντίδας από την Κίτι, η Λενόρα γράφει μια δελεαστική πρόταση. Αποφάσισε να αποκαλύψει στην Κίτι, μετά από πενήντα πέντε χρόνια, τι έγινε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1929. «Έπειτα από δεκαετίες σιωπής, η Λενόρα Χόουπ θέλει να τα πει όλα. Και πρέπει να αποφασίσω αν θέλω να τα ακούσω. Ένα κομμάτι μου σκέφτεται, προφανώς, ναι. Αυτό το μέρος με το δολοφονικό παρελθόν του, την κλίση που μπερδεύει το μυαλό και το γενικότερο σκυθρωπό πλαίσιο, είναι ήδη πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Υποψιάζομαι ότι θα ήταν ευκολότερο αν ήξερα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα-και τον ρόλο που έπαιξε η Λενόρα. Ειδικά επειδή θα είμαι αυτή που θα περάσει τον περισσότερο χρόνο μαζί της. Αυτή που είναι επιφορτισμένη με το να την ταΐζει, να την κάνει μπάνιο, να την ντύνει, να την κρατάει ζωντανή […] Υπέθεσα ότι ήθελε να πει την ιστορία της σε μια προσπάθεια να καθαρίσει επιτέλους το όνομά της». 

     Όσο προχωρά η αφήγηση, η Κίτι αντιλαμβάνεται ότι η Λενόρα δεν λέει όλη την αλήθεια. Υπάρχουν μυστικά που δεν διατεθειμένη να αποκαλύψει. Μυστικά που ίσως θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή της Κίτι…

      Το «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι ένα ανατριχιαστικό θρίλερ. Οι ανατροπές που επιφυλάσσει είναι ολότελα απρόσμενες. Η πλοκή μοναδική. Δύο πράγματα όμως ξεχωρίζουν ιδιαίτερα: η απόδοση της παρακμιακής, ζοφερής ατμόσφαιρας, σε ένα κτίριο που καταρρέει, αλλά κυρίως η αριστοτεχνική περιγραφή των χαρακτήρων, που σημαδεύονται από τα τραύματα του παρελθόντος. Ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, που θα μείνει στο μυαλό του αναγνώστη, για καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης!

30 Απρ 2026

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ

ΕΛΕΝΑ ΜΠΟΛΟΝΑΣΗ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 330, Ιανουάριος 2026

   Τις προσπάθειες του τμήματος Ανθρωποκτονιών, για την ταυτοποίηση, τον εντοπισμό και τη σύλληψη ενός κατά συρροή δολοφόνου που οι αστυνομικοί αποκαλούν «παραμυθά», περιγράφει το μυθιστόρημα της δικηγόρου-εγκληματολόγου Ε. Μπολονάση.

     Ο «παραμυθάς» πραγματοποιεί δολοφονίες που παραπέμπουν στα πιο γνωστά παραμύθια, μόνο που το τέλος τους, δεν είναι χαρούμενο κι ευτυχισμένο, αφού το ξαναγράφει με τον δικό του τρόπο. «Είχα γράψει το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Έτσι όπως πρέπει, με το σωστό τέλος, όπου ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει πραγματικά».

     Ο «παραμυθάς» είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, σχολαστικός και μεθοδικός. Στους τόπους των εγκλημάτων η ομάδα του αστυνόμου Πετρίδη που έχει αναλάβει την υπόθεση, δεν βρίσκει κανένα στοιχείο, εκτός από αυτά που τοποθετεί ο δολοφόνος πάνω στα θύματά του και συνθέτουν την «υπογραφή» του «…εκτός από τη σκισμένη σελίδα, η υπογραφή του δράστη περιλάμβανε τουλάχιστον ένα κόκκινο αντικείμενο». Το μόνο που εντόπισαν οι αστυνομικοί είναι ότι «χτυπάει» πάντα την τρίτη μέρα του μήνα.

      Την δύσκολη κατάσταση έρχεται να επιτείνει η ασθένεια του αστυνόμου Πετρίδη που θα τον κρατήσει αρκετές μέρες εκτός δράσης. Στις έρευνες θα τεθεί επικεφαλής η υπαστυνόμος Νίκη Δελή, η οποία «μετατέθηκε στο Ανθρωποκτονιών έπειτα από πολύ σκληρή ατομική προσπάθεια». Τώρα για μια ακόμη φορά θα χρειαστεί να αποδείξει την αξία της. «Πρώτη φορά που θα έπρεπε να δουλέψει σε μια υπόθεση χωρίς τον Πετρίδη επικεφαλής. Η απουσία του της κόστισε τόσο πολύ, που αναρωτιόταν αν θα της άρεσε πραγματικά η δουλειά αν δεν τη στήριζε τόσο πολύ ο αστυνόμος».

     Η ομάδα έρευνας, αφού δεν μπόρεσε να εντοπίσει στοιχεία για τον θύτη, στράφηκε στο παρελθόν των θυμάτων. Κι εκεί προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία. «Το βασικό κοινό στοιχείο σε όλους τους φόνους είναι ο τύπος θυμάτων. Δεν αφορά αν είναι άντρας ή γυναίκα ούτε τον αφορά η ηλικία του θύματος. Δεν έχει σημασία αν είναι ο ίδιος γονιός ή αν μεγαλώνει κάποιο παιδί. Πρέπει όμως το θύμα να βρίσκεται κοντά σε ένα ή περισσότερα παιδιά για κάποιο λόγο και πρέπει να έχει βλαπτική συμπεριφορά προς το προστατευόμενο ανήλικο».

     Όμως ακόμη κι έτσι, ο εντοπισμός και η αποκάλυψη του δολοφόνου δεν είναι εύκολη υπόθεση…  

     Το «Μια Φορά Κι Ένας Φόνος» είναι μια καλογραμμένη αστυνομική ιστορία, με έξυπνο μύθο και πλοκή, προσεκτικά σχεδιασμένους χαρακτήρες, σασπένς, ρεαλιστικές σκηνές και μια «επική» ανατροπή λίγο πριν το φινάλε! Παράλληλα, βάζει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για το ζήτημα της αυτοδικίας, αφού ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, θεωρεί τον εαυτό του «εκδικητή» που έρχεται να διορθώσει τις αδικίες του κόσμου, για να ξορκίσει έτσι τα δικά του τραύματα!