24 Φεβ 2020

IBBUR. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ


IBBUR. ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΤΟΥΡΑΣ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 257, Δεκέμβριος 2018

     Την περιπέτεια και την τραγική μοίρα της εβραϊκής κοινότητας της Κρήτης, περιγράφει στο βιβλίο του ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας.
     Τη συγγραφή και την έκδοση αυτού του βιβλίου τη θεώρησε ως ένα χρέος σ’ αυτούς που χάθηκαν. «Στον εβραϊκό μυστικισμό η λέξη «Ibbur» σημαίνει εγκυμοσύνη και αναφέρεται στην προσωρινή μετοικεσία άλλης πρόσθετης ψυχής στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου, ώστε να επιτελεστεί ένα έργο. Αισθάνθηκα ότι οι ψυχές των Εβραίων της Κρήτης που χάθηκαν άδικα στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής του νησιού με στοίχειωσαν. Έτσι, ως ένα είδος χρέους σ’ αυτές, προσπάθησα να συγκεντρώσω σε μορφή μαρτυρίας-χρονικού αφηγήσεις, έγγραφα και φωτογραφίες ώστε ο αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με την ιστορία του νησιού να αντιληφθεί την αδιάλειπτη παρουσία τους από το 1900, μια παρουσία η οποία προσέθεσε πολλά στην πολυμορφία του κοινωνικού ιστού, τον άδικο χαμό τους το 1944 και την περιπέτεια των ελάχιστων εκείνων που διασώθηκαν».
     Οι εβραίοι ζούσαν στην Κρήτη από την αρχαιότητα. Ρωμαίοι γεωγράφοι, κατατάσσουν την Κρήτη στις περιοχές «με μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό». Στη διάρκεια της ενετικής κατοχής «…ο αριθμός των Εβραίων δεν ήταν μεγάλος. Όμως η δύναμη και η σημασία τους οφειλόταν στα μεγάλα χρηματικά κεφάλαια τα οποία κατείχαν». Σύμφωνα με ιστορικές πηγές της εποχής, ήταν υποχρεωμένοι να ζουν σε γκέτο, οι πύλες των οποίων έκλειναν το βράδυ. Επίσης υπήρχαν περιορισμοί, όσο αφορούσε την απόκτηση ακίνητης περιουσίας. Την ίδια εποχή, ανέπτυξαν έντονη πολιτιστική και θρησκευτική δραστηριότητα. Υπήρχαν ανάμεσά τους πολλοί λόγιοι και ποιητές. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν ο ραβίνος Μιχαήλ μπεν Σαμπετάι Κοέν Μπάλμπο, που έγινε «γνωστός στην Ελλάδα για τον θρήνο του για την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453».
    Αν και οι σχέσεις ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες ήταν σε γενικές γραμμές καλές, στην πορεία των αιώνων, δεν έλειψαν οι αντισημιτικές εκδηλώσεις, όπως αυτές που έγιναν το 1861, 1870 και 1884. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι περισσότεροι εβραίοι ζούσαν στα Χανιά. Οι κοινότητες στις άλλες πόλεις συρρικνώθηκαν. Λίγο πριν από τον Β! παγκόσμιο πόλεμο, ζούσαν στα Χανιά περί τους 400 εβραίους, ενώ ελάχιστοι έμεναν στο Ηράκλειο. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, οι εβραίοι αντιμετώπισαν διακρίσεις, όπως άλλωστε σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα ακολουθούσε.
     Μια μέρα του 1942, ο πατέρας του συγγραφέα, συνάντησε έναν φίλο του χριστιανό, που εργαζόταν στη Γκεστάπο, ο οποίος  «τον προέτρεψε να εγκαταλείψει το νησί, γιατί οι Γερμανοί ετοίμαζαν κάτι πολύ κακό για τους Εβραίους». Το δίλημμα για την οικογένεια ήταν μεγάλο. Τελικά μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισαν να φύγουν. Μετά από ένα επικίνδυνο ταξίδι αρκετών ημερών μ’ ένα μικρό καΐκι που μετέφερε χαρούπια, έφτασαν στις ακτές της Αττικής. Με τον ίδιο τρόπο επέλεξαν να φύγουν και κάποιοι ακόμα εβραίοι, πού είτε προέβλεψαν το τι θα γινόταν, είτε είχαν ανάλογες πληροφορίες.
     Για όσους έμειναν όσα επακολούθησαν ήταν τραγικά. «Στις 21 Μαΐου 1944, πριν ακόμα χαράξει, η Γκεστάπο περικύκλωσε τα εβραϊκά σπίτια και συνέλαβε όλους τους Χανιώτες Εβραίους. Οι δύστυχοι για έντεκα μέρες έζησαν με κακουχίες κι εξευτελισμούς στις φυλακές της Αγυιάς…». Στη συνέχεια φορτώθηκαν στα αμπάρια του πλοίου «Ταναϊς», στις 8 Ιουνίου. Λίγο μετά τον απόπλου, το βρετανικό υποβρύχιο Vivid που περιπολούσε στην περιοχή, εντόπισε και τορπίλισε το πλοίο, αγνοώντας (;) ποιο ήταν το φορτίο του. Το πλοίο «…βυθίστηκε σε 15 λεπτά σε βάθος 1858 μέτρων». Το πλήρωμα διασώθηκε μπαίνοντας σε σωσίβιες λέμβους, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες, που κατέληξαν στον υγρό τάφο. Σε κατάλογο του 1943, είναι γραμμένοι 279 εβραίοι των Χανίων, ενώ σε αντίστοιχο του Ηρακλείου αναγράφονται μόνο οι άρρενες, που είναι 26. Απ’ όλους αυτούς διασώθηκαν μόνο όσοι διέφυγαν εγκαίρως. Οι υπόλοιποι χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου.
     Μετά την απελευθέρωση, επέστρεψε μόνο ένα ζευγάρι στην Κρήτη. «…ο Αλβέρτος Μινέρβας και η γυναίκα του Βικτωρία, αποφάσισαν να επιστρέψουν και να εγκατασταθούν στα Χανιά… διατηρώντας το θρήσκευμά τους».
     Ο Ι.Βεντούρας, η διάσωση της οικογένειας του οποίου υπήρξε δύσκολη και περιπετειώδης, συνέλλεγε υλικό για πολλά χρόνια. Όταν τον Ιούλιο του 2016 επέστρεψε στα Χανιά για να γιορτάσει με την οικογένειά του τη θρησκευτική ενηλικίωση των εγγονών του στην ιστορική συναγωγή Etz Hayyim που αναστηλώθηκε τη δεκαετία του ‘90, ξύπνησαν οι μνήμες της παιδικής του ηλικίας κι αποφάσισε αυτό το υλικό να το αξιοποιήσει. Έτσι «γεννήθηκε» αυτό το βιβλίο που περιλαμβάνει: Πολλές προσωπικές μαρτυρίες, ορισμένες από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Έγγραφα επίσημων αρχών, αλλά και προσωπικά. Φωτοτυπίες δημοσιευμάτων. Πολλές φωτογραφίες κι εκτενή ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Ένα πολύ καλό βιβλίο που εκτός από το πολύτιμο υλικό που περιλαμβάνει, φωτίζει μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές των κακουργημάτων των Ναζί σε βάρος των Ελλήνων εβραίων.      

18 Φεβ 2020

ΓΡΑΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΤΑΣΚΕΝΔΗ


ΓΡΑΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΤΑΣΚΕΝΔΗ
ΜΕ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΣΕ ΣΕΝΑ ΠΑΤΡΙΔΑ
ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 393, Οκτώβριος 2019

     Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω τη σημερινή παρουσίαση με μια προσωπική ιστορία. Όταν ήμουν μικρό παιδί-πριν πολλά χρόνια και πριν εισβάλλει η τηλεόραση στα ελληνικά σπίτια-συναντιόταν πολύ συχνά η οικογένειά μου, με την οικογένεια που έμεινε στο διπλανό σπίτι. Δεν ήμασταν συγγενείς, αλλά είχαμε πολύ καλή σχέση και είχαμε μάλιστα βρει τρόπο να πηγαίνουμε από το ένα σπίτι στο άλλο, χωρίς να χρειαστεί να κατεβαίνουμε στο δρόμο. Όταν βρισκόμασταν πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο, οι γονείς μας έπιναν ένα κρασί και τα έλεγαν, και μεις τα παιδιά καθόμασταν και παρακολουθούσαμε την κουβέντα. Όσο περνούσε η ώρα και τέλειωνε η συζήτηση για τα «καθημερινά»- στεναχώριες, βάσανα, χαρές, λύπες, επιτυχίες- κι όσο το κρασί χαλάρωνε τις καρδιές, η κουβέντα άλλαζε πορεία. Η εμπιστοσύνη ανάμεσα στις οικογένειες ήταν απόλυτη κι έτσι μπορούσαν να μιλούν για θέματα «δύσκολα» σε χαλεπούς καιρούς, αλλά πάντα χαμηλόφωνα για ευνόητους λόγους. Αναφέρονταν σε αυτούς που έλειπαν. Αυτούς που βρίσκονταν στο «παραπέτασμα» όπως έλεγαν τότε. (Ο όρος «σιδηρούν παραπέτασμα» ήταν λεκτικό εφεύρημα του 1946  του Τσόρτσιλ και τον χρησιμοποιούσαν ΜΜΕ και δυτικές κυβερνήσεις σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου για να προπαγανδίζουν την απαγόρευση της ελεύθερης επικοινωνίας των πολιτών της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της με τον υπόλοιπο κόσμο). Στη Νάουσα, οι περισσότερες οικογένειες είχαν συγγενείς που ήταν πολιτικοί πρόσφυγες και ζούσαν σε χώρες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ και κυρίως στην ΕΣΣΔ. Έτσι συχνά στην κουβέντα επανερχόταν πάντα χαμηλόφωνα, η λέξη Τασκένδη. Γι’ αυτό και η λέξη αυτή, στο μυαλό ενός μικρού παιδιού, είχε αποκτήσει μια άλλη διάσταση.
     Για τους Έλληνες που έζησαν στην Τασκένδη, την πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, που ήταν μία από τις σοβιετικές δημοκρατίες, μιλά το βιβλίο της Α. Παπαδημητρίου. Οι Έλληνες που βρέθηκαν στα βάθη της Ασίας, ήταν μαχητές του ΔΣΕ και άμαχοι, που μετά την ήττα το καλοκαίρι του 1949 στο Γράμμο και το Βίτσι, κατέφυγαν στην Αλβανία. «Τον Οκτώβριο του ‘49, αποφασίστηκε τους τραυματίες και ανάπηρους, τις μωρομάνες και τα παιδιά τους, όπως και τους γέρους, να τους στείλουν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης […] Τους νεότερους και γερούς, του έστειλαν στο μακρινό Ουζμπεκιστάν […] Εκεί οι Ρώσοι έστειλαν τα περισσότερα εργοστάσιά τους όταν ξέσπασε ο Β! Παγκόσμιος πόλεμος. Στην πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, την Τασκένδη, έφτασαν οι νέοι Έλληνες που τους προσέλαβαν αμέσως στα εργοστάσια και τις φάμπρικες».
     Οι άνθρωποι αυτοί, προσπάθησαν να ξαναστήσουν τη ζωή τους και να ορθοποδήσουν μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Πάντα όμως πρώτο τους μέλημα, ήταν να βρουν τρόπο να επιστρέψουν. «Αχ, αυτός ο ξενιτεμός! Μέσα από τα βάθη της ψυχής βγαίνανε οι εικόνες της παιδικής τους ζωής που την αναζητούσαν σε κάθε συνάντηση μεταξύ τους Σε κάθε κουβέντα που άκουγες, μιλούσαν για τους τόπους που αφήσανε οι μεγαλύτεροι, για την οικογένεια που έμεινε στην Ελλάδα, για τα αγαπημένα πρόσωπα, μια νοσταλγία για την πατρίδα που μεταδιδόταν και στα παιδιά τους που μεγάλωναν δίπλα τους». Επικρατούσε μάλιστα μεγάλος ενθουσιασμός, όταν κάποια οικογένεια κατάφερνε να πάρει την πολυπόθητη άδεια επαναπατρισμού. Το βιβλίο περιγράφει τους κόπους, τα βάσανα, τον διαρκή αγώνα σε ένα περιβάλλον που μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα κι εχθρικό. Ήταν αναγκασμένοι να συμβιώνουν με ένα λαό, τους Ουζμπέκους, με τελείως διαφορετική κουλτούρα, πολιτισμό και νοοτροπία. Μάλιστα δεν είχαν καν τα δικαιώματα των υπόλοιπων πολιτών. «Ουσιαστικά έως το 1964 οι Έλληνες της Τασκένδης είχαν ένα χαρτί κίτρινου χρώματος αντί ταυτότητας που έγραφε «άδεια παραμονής για πρόσωπα χωρίς ιθαγένεια». Τέτοιου είδους κίτρινο χαρτί είχαν και οι Σοβιετικοί πολίτες οι οποίοι έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα για διάφορα κακουργήματα ή παραπτώματα και δεν είχαν δικαίωμα μετακίνησης σε άλλους τόπους […] Μετά το 1964 πήραν τις νέες κάρτες-ταυτότητες, όπου το χωρίς ιθαγένεια αντικαταστάθηκε με το «πολιτικός μετανάστης». Πάλι δεν επιτρεπόταν το ταξίδι στις άλλες πόλεις του Ουζμπεκιστάν, ή τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες, όπου είχαν συγγενείς και είχαν χρόνια να ειδωθούν με αυτούς». Αργότερα, ευτυχώς τα δεδομένα άλλαξαν. Τους δόθηκαν καινούρια σπίτια με περισσότερες ανέσεις, ενώ στα παιδιά τους δόθηκε η δυνατότητα να σπουδάσουν, αν και κάποια παιδιά, αντιμετώπισαν προβλήματα από κομματικούς εγκάθετους, γιατί ανήκαν σε οικογένειες μη αρεστές. Όμως ο νόστος, ήταν πάντα ο κρυφός πόθος, το όνειρο και-όταν κι όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες της κάθε χρονικής περιόδου-η πιο μεγάλη τους επιδίωξη.
     Το πολύ καλό αυτό βιβλίο, μας κάνει κοινωνούς, μιας λιγότερο γνωστής επίπτωσης που επέφερε ο Εμφύλιος στη ζωή των ανθρώπων. «Εκείνο που δεν έχει αναδειχθεί έως τώρα είναι το πώς βίωναν οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι απόγονοί τους την ιδιαιτερότητα της εγκατάστασης και, γενικότερα, της ζωής τους εκεί. Το φαινόμενο δεν επιδέχεται σχηματικές γενικεύσεις, γιατί βέβαια αλλιώς το βίωσαν αυτοί που είχαν ενταχθεί στο ΔΣΕ με δική τους επιλογή, αλλιώς αυτοί που επιστρατεύτηκαν παρά τη θέλησή τους, αλλιώς τα μέλη των οικογενειών που επέλεξαν να ακολουθήσουν στον υποχρεωτικό εκπατρισμό τους δικούς τους ανθρώπους που συμμετείχαν στο πόλεμο, αλλιώς οι τελείως αμέτοχοι, οι οποίοι, από διάφορες συγκυρίες αναγκάστηκαν χωρίς να το θέλουν να ακολουθήσουν στον εκπατρισμό τους ηττημένους μαχητές, αλλιώς τα παιδιά που σημαδεύτηκαν από τις περιπέτειες του πολέμου και του ξεριζωμού που έζησαν ακολουθώντας τους μεγάλους, και αλλιώς εκείνα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην προσφυγιά». Ακόμα, μέσα από τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών, μαθαίνουμε για γεγονότα του αδελφοκτόνου Εμφυλίου πολέμου τα οποία σκοπιμότητες κάθε είδους, είχαν παρουσιάσει με άλλο τρόπο και υπό διαφορετική οπτική.
     Μια τελευταία παρατήρηση. Το βιβλίο «πάσχει» από επιμέλεια. Η οποία ή δεν έγινε καθόλου ή έγινε πρόχειρα κι επιφανειακά. Εντόπισα δεκάδες ορθογραφικά και συντακτικά λάθη, καθώς και λάθη έκφρασης. Αν ήταν δύο-τρία, θα έλεγα ότι μπορεί να ξέφυγαν σε ένα τόσο πυκνογραμμένο κείμενο. Όμως είναι πολλά περισσότερα. Κάτι που πρέπει να προσεχθεί σε περίπτωση μελλοντικής έκδοσης του βιβλίου. Ήταν μια δυσάρεστη διαπίστωση, αφού τα βιβλία των εκδόσεων Επίκεντρο, είναι συνήθως πιο προσεγμένα.   

13 Φεβ 2020

ΘΑΛΕΙΑ ΚΟΥΝΟΥΝΗ


ΘΑΛΕΙΑ ΚΟΥΝΟΥΝΗ

     Η Θάλεια Κουνούνη-Πολυβίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει με τον σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά τους στην Κύπρο. Έχει σπουδάσει Ακουολογία στο Λονδίνο και σήμερα διευθύνει εταιρεία που έχει αντικείμενο τον έλεγχο και την ενίσχυση της ακοής. Έργα της: «Το Τέλος Ήταν Μόνο Η Αρχή» (2009), «Όπου Και Να ‘Σαι Σ’ Αγαπώ» (2010),  «Κράτα Με… Η Κιβωτός Σαλπάρει» (2010), «Ευτυχία Εδώ Ή Λίγο Πιο Πέρα» (2013), «Δεν Υπήρξα Ποτέ» (2014), «Η Παναγία Των Δελφινιών» (2015), «Μαμά Μην Πας Στη Δουλειά» (2016), «Greek Θέραπι» (2016), «L.A.V. Θέραπι» (2017), «Τα Χρώματα Της Ζωής Μου» (2018), «Κασετίνα» (2019), όλα από τον Εκδοτικό Οργανισμό Α. Α. Λιβάνης.
     Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας Κασετίνα;
     Οι πρώτοι θάλαμοι αερίων στη Γερμανία για τους ψυχικά νοσούντες και τα ιατρικά πειράματα στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου.   
     Στον μύθο του βιβλίου περιλαμβάνονται στοιχεία της Ιστορίας της ναζιστικής Γερμανίας και του Ολοκαυτώματος. Χρειάστηκε να κάνετε κάποια έρευνα;                                                                                           Μεγάλη, πολυετή και επίπονη. Χρειάστηκε, επίσης, να επισκεφτώ το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Πίρνα και το Άουσβιτς.  
                                                                                                    
     Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το βιβλίο Κασετίνα και ποιο είναι αυτό;                                                                                                      
      Ένα νέο ολοκαύτωμα πάντα θα παραμονεύει αν, αγνοώντας το παρελθόν, επαναλάβουμε τα ίδια τραγικά λάθη. 
     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;                                        Σίγουρα είναι και οφείλει να είναι. Η Κασετίνα, για παράδειγμα, είναι φόρος τιμής σ’ αυτούς που τόσο άδικα έχασαν τη ζωή τους και σε όλους όσοι αγωνίστηκαν υπέρ δικαίου. Είναι η φωνή όσων δεν πρόλαβαν να ακουστούν. Και όπως ανέφερα στην προηγούμενη ερώτησή σας, είναι η φωνή της συνείδησής μας. Η κραυγή του παρελθόντος, της Ιστορίας που μας εκλιπαρεί να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη
      Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;                                                                                              
     Συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από τον κόσμο που διαβάζει τα βιβλία.                                                                                             
     Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας; 
     Με κάποιους ήρωες σίγουρα.   
      Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωές σας;                                                 
     Πιστεύω πως, υποσυνείδητα τουλάχιστον, βάζω αρκετά στοιχεία του χαρακτήρα μου σε κάποιους ήρωές μου.   
      Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;                                              
     Το σκέφτηκα, αλλά δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση.                                                                            
     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας; 
     Ναι.                                                                                                   
     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;                                                                                                  
     Δεν νομίζω. Οι πεποιθήσεις δημιουργούνται μέσα από εντατική και πολύπλευρη μελέτη. Όταν ξεκινώ ένα έργο, άσχετα αν μέσα από αυτό θα προβληθούν πολλές απόψεις, έχω ήδη κατασταλάξει σε αυτό που ασπάζομαι και είμαι έτοιμη να το υποστηρίξω.                                                                                                           
     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;              
     Πολύ.                                                                                                          
     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;                                                                              
    Ναι, έχει συμβεί.                                                                               
     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε; 
     Κάθε βιβλίο που με αγγίζει με επηρεάζει. Κάθε βιβλίο που με διδάσκει με επηρεάζει. Αλίμονο αν τα αναγνώσματα, ειδικά των παλαιότερων, δεν άφηναν το στίγμα τους μέσα μου.  
      Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;                                                                                                             
     Η διαδικασία της έρευνας είναι δύσκολη και θέλει έξυπνη και οργανωμένη τακτική. Η συγγραφή είναι ξεγύμνωμα ψυχής, επίπονη φιλοσοφία και ταυτόχρονα οξυγόνο.   
      Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;                                                              Έτοιμο βιβλίο όχι, ποικίλες σημειώσεις πολλές. Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη.
Εγώ σας ευχαριστώ για το χρόνο που διαθέσατε!

7 Φεβ 2020

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ
PIERRE LEMAITRE
Μετάφραση ΕΦΗ ΚΟΡΟΜΗΛΑ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 629, Σεπτέμβριος 2019

     Το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας είναι το μυθιστόρημα του Π. Λεμέτρ με τίτλο «Τα Χρώματα Της Πυρκαγιάς», το οποίο όμως μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα να διαβαστεί ανεξάρτητα, αφού η σύνδεση με το προηγούμενο είναι «χαλαρή». (Πρόκειται για το «Καλή Αντάμωση Εκεί Ψηλά» που κυκλοφόρησε το 2014 και αναρτήθηκε παρουσίαση στο παρόν blog τον Απρίλιο του 2015).
     Βρισκόμαστε στο Παρίσι στις αρχές του 1927. Ο μεγάλος οικονομικός παράγοντας της Γαλλίας Μαρσέλ Περικούρ, φεύγει από τη ζωή επτά χρόνια μετά την τραγική αυτοκτονία του γιου του Εντουάρ, ο οποίος είχε τραυματιστεί σοβαρά ψυχολογικά και σωματικά στη διάρκεια του Α! παγκοσμίου πολέμου είχε μείνει χωρίς… πρόσωπο και για να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο χρησιμοποιούσε μάσκες! Το βάρος της διεύθυνσης της οικονομικής αυτοκρατορίας που δημιούργησε ο πατέρας της και είχε σαν ναυαρχίδα την Τράπεζα Περικούρ, πέφτει στους ώμους της 37χρονης  κόρης του Μαντλέν. «Ήταν γεροντοκόρη. Διαζευγμένη για την ακρίβεια, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν το ίδιο. Ο πρώην σύζυγός της Ανρί ντ’ Ολνέ-Πραντέλ σάπιζε στη φυλακή μετά από μια δίκη που είχε κάνει πάταγο». Η Μαντλέν, είχε πλήρη άγνοια για τα οικονομικά και τη διοίκηση των επιχειρήσεων, γι’ αυτό αφήνει τη διαχείριση της οικογενειακής περιουσίας στον έμπιστο διευθυντή της Τράπεζας, Γκιστάβ Ζουμπέρ.
      Την ημέρα της κηδείας, ο επτάχρονος γιος της Πολ, που προαλειφόταν για διάδοχος του παππού του μετά την ενηλικίωσή του, κάνει μια τραγική και ανεξήγητη πράξη, που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του ίδιου-θα καταλήξει σε αναπηρικό αμαξίδιο-και της μητέρας του.
     Η άγνοια της Μαντλέν για τα οικονομικά, επιτρέπει στον μοχθηρό και άπληστο Ζουμπέρ, με τις συμβουλές του, να την κατευθύνει-καταχρώμενος την εμπιστοσύνη της και προς δικό του όφελος, αλλά και για να ικανοποιήσει τον μοχθηρό χαρακτήρα του-προς λάθος επενδύσεις. «Στο τέλος του πρωινού της 10ης Μαρτίου του 1929[…] η Μαντλέν είχε επενδύσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της, σ’ ένα χαρτοφυλάκιο πετρελαϊκών μετοχών στη Ρουμανία και σε συνδεδεμένες εταιρείες και από το κεφάλαιο στην τράπεζα του πατέρα της, δεν είχε μείνει παρά το 0,97%».  Όταν η ρουμανική εταιρεία σε σύντομο χρονικό διάστημα καταρρέει, η Μαντλέν βρίσκεται χωρίς κανένα εισόδημα και για να επιβιώσει, αναγκάζεται να πουλήσει σε δυσανάλογα χαμηλή  τιμή την πατρική κατοικία και την οικοσκευή που αποτελείται από αντικείμενα υψηλής αισθητικής και οικονομικής αξίας. Μετακομίζει με τον γιό της σε ένα διαμέρισμα που αγόρασε με ένας μέρος όσων εισέπραξε από την πώληση και με τα υπόλοιπα, κάνοντας αιματηρές οικονομίες προσπαθούν να επιβιώσουν.
     Όμως, έχει κληρονομήσει το πείσμα των Περικούρ και δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη. Επιστρατεύοντας την εξυπνάδα και την αποφασιστικότητά της, θα ψάξει και θα βρει τρόπο για να εκδικηθεί όσους έβλαψαν την ίδια και το γιό της.
     Για μια ακόμα φορά, ο Π. Λεμέτρ, αποδεικνύει ότι είναι μεγάλος τεχνίτης της γραφής. Δημιουργεί μια εξαιρετική ιστορία, πλάθει μοναδικά τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός του και όλα αυτά τα συνδυάζει με τον υπέροχο τρόπο που συνθέτει την τοιχογραφία της εποχής του μεσοπολέμου. Μιας εποχής στην οποία σιγόκαιγε η πυρκαγιά που ξέσπασε στην Ευρώπη λίγο αργότερα, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και του φασισμού στην Ιταλία, την Ισπανία και αλλού, και που οδήγησε στη μεγάλη σφαγή του Β! παγκοσμίου πολέμου.

31 Ιαν 2020

Η ΑΛΥΣΙΔΑ


Η ΑΛΥΣΙΔΑ
ADRIAN Mc KINTY
Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΙΑΣ
Εκδόσεις: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σελ. 461, Ιούνιος 2019

     Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Η Αλυσίδα», δεν είναι νέος στο χώρο της λογοτεχνίας, αλλά μέχρι τώρα, έχουν μεταφραστεί μόνο τρία έργα του στα ελληνικά, με «πρωταγωνιστή» τον επιθεωρητή Σον Ντάφι. Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, (το τέταρτο που μεταφράζεται στη γλώσσα μας) είναι εντελώς διαφορετικό και δεν ανήκει στη συγκεκριμένη «σειρά».
     Η Ρέιτσελ Κλάιν, είναι μια 35χρονη γυναίκα, που ζει με την 13χρονη κόρη της Κάιλι, στην περιοχή της Βοστώνης. Μετά από μια περίοδο που πολλά πράγματα πήγαιναν στραβά στη ζωή της, τώρα κάτι φαίνεται να αλλάζει. «Για ένα διάστημα είχε πιστέψει ότι ήταν το αγαπημένο παιδί της κακοτυχίας. Μα τώρα όλα έχουν αλλάξει. Το διαζύγιο είναι πλέον πίσω της. Γράφει τις φιλοσοφικές διαλέξεις της για την καινούρια της δουλειά που ξεκινά τον Ιανουάριο. Τα περισσότερα μαλλιά της έχουν ξαναβγεί μετά τη χημειοθεραπεία, είχε ξαναβρεί τη δύναμή της και παίρνει βάρος. Το ψυχικό τίμημα για την περασμένη χρονιά πληρώθηκε. Έχει ξαναγίνει η συγκροτημένη, δυναμική γυναίκα που δούλευε σε δύο δουλειές…».
     Το τηλεφώνημα που παίρνει εκείνο το πρωινό του Νοεμβρίου, αρχικά το θεωρεί σαν μια κακόγουστη φάρσα. Μια γυναίκα την πληροφορεί ότι η κόρη της έχει απαχθεί. Για να την ξαναδεί ζωντανή, θα πρέπει να καταβάλει 25 χιλ. δολάρια. Επίσης, θα πρέπει να απαγάγει και η ίδια ένα άλλο παιδί. «Πρέπει να απαγάγει ένα παιδί; Γελάει πικρά. Πως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Είναι τρέλα. Καθαρή και απόλυτη τρέλα. Πως μπορεί αυτή, να κάνει κάτι τέτοιο;». Η γυναίκα της λέει ότι είναι μητέρα ενός αγοριού που έχει επίσης απαχθεί, το οποίο θα απελευθερωθεί μόνο αν η Ρέιτσελ κάνει αυτό που της ζητάει. Αν αρνηθεί, τότε το αγόρι και η κόρη της θα πεθάνουν. Κι όχι μόνο αυτό. Από αυτούς που οργάνωσαν την απαγωγή, θα κινδυνέψουν και οι οικογένειες των δύο παιδιών. «Πρέπει να κρατήσεις την ψυχραιμία σου και να ακούσεις προσεκτικά όσα σου πω. Πρέπει να κάνεις ακριβώς ότι έκανα κι εγώ. Πρέπει να γράψεις τους κανόνες και δεν πρέπει να παρεκκλίνεις από αυτούς. Αν δεν τηρήσεις τους κανόνες ή αν τηλεφωνήσεις στην αστυνομία, θα ρίξουν το φταίξιμο και σ’ εσένα και σ’ εμένα. Θα πεθάνει η κόρη σου και θα πεθάνει κι ο γιος μου».
     Η Ρέιτσελ, είναι μια απλή, καθημερινή γυναίκα, αλλά αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει πολλά περιθώρια ελιγμών. Το να βρει τα χρήματα είναι πρόβλημα, αλλά μπορεί έστω και δύσκολα να βρεθεί μια λύση. Όμως να γίνει και η ίδια απαγωγέας ενός παιδιού; «Και πάλι αναρωτιέται γιατί τη διάλεξαν. Τι είδαν σ’ αυτήν, που τους έκανε να πιστέψουν ότι θα ήταν ικανή να κάνει κάτι τόσο απίστευτα κακό, όπως η απαγωγή ενός παιδιού; Αυτή ήταν πάντα το καλό κορίτσι. Αριστούχος μαθήτρια στο λύκειο Hunter College. Αρίστευσε στις εξετάσεις κι έσκισε στη συνέντευξη για το Χάρβαρντ. Δεν τρέχει με το αυτοκίνητο, πληρώνει τους φόρους της, δεν καθυστερεί ποτέ πουθενά, αγχώνεται αν πάρει έστω και μια κλίση για παράνομο παρκάρισμα. Και τώρα πρέπει να κάνει ένα από τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς σε μια οικογένεια;».
     Με την απαγωγή της Κάιλι, η Ρέιτσελ έγινε κι αυτή ένας κρίκος  της Αλυσίδας. Μιας τρομακτικής οργάνωσης, που μετατρέπει τους ανθρώπους σε θύτες και θύματα ταυτόχρονα κι από την οποία δεν ξεφεύγει κανείς, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η Ρέιτσελ, είναι πεισματάρα κι αποφασισμένη. Με όπλο την ευφυΐα της, θα θελήσει να αντισταθεί στον τρόμο. Θα τα καταφέρει να είναι αυτή που θα σπάσει την Αλυσίδα;
     Το μυθιστόρημα «Η Αλυσίδα», είναι ένα συναρπαστικό θρίλερ, με αγωνία, σασπένς κι ένα φινάλε γεμάτο ένταση. Όμως το βιβλίο έχει ένα δεύτερο και ακόμη πιο ενδιαφέρον επίπεδο ανάγνωσης. Δείχνει το πώς ένας μέσος, συγκροτημένος κι απολύτως λογικός άνθρωπος, που δεν μπορεί να βλάψει ούτε μυρμήγκι, που έχει αρχές, βαθιές ηθικές αξίες και πιστεύω, μπορεί να μετατραπεί σε ένα τέρας, που είναι έτοιμο να κατασπαράξει έναν όμοιό του, όταν το απαιτήσουν οι καταστάσεις και οι συνθήκες κι όταν βρεθεί υπό πίεση. Πως βρίσκεται διατεθειμένος να προβεί σε πράξεις που μέχρι πριν από λίγες ώρες, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν ικανός να κάνει. Είναι ένα μυθιστόρημα που εκτός από τον εξαιρετικό μύθο που συναρπάζει τον αναγνώστη, τον θέτει απέναντι σε τεράστια ηθικά διλήμματα κι ερωτήματα, που για να απαντηθούν- αν μπορεί να δοθεί μια απάντηση- απαιτείται έντονη περίσκεψη.


26 Ιαν 2020

ΘΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ


ΘΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 214, Οκτώβριος 2019

     Το δεύτερο μυθιστόρημα της Λ. Δέρβη που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες, έχει τίτλο «Θέα Ακρόπολη».
     Καλοκαίρι του 1992 στην Αθήνα. Ένα από τα εμβληματικά και πιο ακριβά ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος, το Athens Excelsior, είναι πλήρες. «…ήταν πλήρες βδομάδες πριν και δεν μπορούσε να δεχτεί πελάτες χωρίς κράτηση. Μαγεμένοι οι τουρίστες χάζευαν τα βράδια από το πεζοδρόμιο της πλατείας τα αναμμένα φώτα των δωματίων. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική του δεκαόροφου κτιρίου με τα διακόσια πενήντα δωμάτια και την εντυπωσιακή είσοδο το έκανε να φαντάζει εξίσου εντυπωσιακό με τη Βουλή των Ελλήνων διαγωνίως απέναντι».
     Για την εξυπηρέτηση και την άνετη διαμονή των διάσημων και ευκατάστατων πελατών, έπρεπε όλοι οι εργαζόμενοι να δουλεύουν με ευσυνειδησία, επαγγελματισμό, να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και να είναι έτοιμοι να ικανοποιήσουν κάθε τους επιθυμία. «Το Athens Excelsior, ήταν ένα μικρό χωριό τριακοσίων πενήντα κατοίκων-υπαλλήλων, ένας μικρόκοσμος». Εκτός από αυτούς που φαίνονταν, (ρεσεψιονίστ, σερβιτόροι, καμαριέρες, θυρωροί), υπήρχε ένας ακόμα «αόρατος στρατός» εργαζόμενων. «Οι υπάλληλοι από τα πλυντήρια, το σιδερωτήριο, τις πρέσες […] οι υπάλληλοι του τμήματος συντήρησης με τις γκρι φόρμες, οι τηλεφωνήτριες, οι υπάλληλοι του λογιστηρίου, των πωλήσεων, των επισιτιστικών τμημάτων…». Επόμενο ήταν, μεταξύ τους, να αναπτύσσονται φιλίες, αντιπάθειες, έρωτες-αν και η διεύθυνση απαγόρευε τις ερωτικές σχέσεις ανάμεσα στους υπαλλήλους-ανταγωνισμοί και γενικά όλη η γκάμα των ανθρώπινων σχέσεων.
     Αυτές τις σχέσεις περιγράφει η συγγραφέας και για να το πετύχει εστιάζει την προσοχή της σε κάποια από τα μέλη του προσωπικού, που ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα για διάφορους και διαφορετικούς λόγους. Όπως ο Μάκης Ιγγλέσης, υπεύθυνος βάρδιας των ρεσεψιονίστ. Το καλύτερο παιδί του ξενοδοχείου. Στον οποίο, ένα δυστύχημα που συνέβη πριν χρόνια, άφησε μια ελαφρά χωλότητα στο ένα πόδι κι ένα βαθύ τραύμα στην ψυχή. Κάτι που η άστοργη μητέρα του εκμεταλλεύτηκε, για πολλά χρόνια και κατάφερε να τον χειραγωγεί. Όπως η Θέκλα, μια δυναμική καμαριέρα του έβδομου ορόφου που προορίζεται για την «ελίτ της ελίτ του ξενοδοχείου», με την οποία ο Μάκης είναι κρυφά ερωτευμένος. Όπως η Χαρούλα, μια διοικητική υπάλληλος που «καλοβλέπει» τον Μάκη.  Όπως ο Ηλίας, που θέλει την Έμιλι, την εκπαιδευόμενη στην ρεσεψιόν. Αυτές και άλλες  ιστορίες  των ανθρώπων του ξενοδοχείου περιγράφει η συγγραφέας στο καλογραμμένο της μυθιστόρημα και παράλληλα μέσα από την ενδιαφέρουσα και ρέουσα αφήγηση, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει συμπεριφορές, νοοτροπίες, τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων, αντιλήψεις και αντιδράσεις, αλλά και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ πελατών κι εργαζόμενων.
     

21 Ιαν 2020

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ


ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ
KATE ATKINSON
Μετάφραση ΙΩΑΝΝΑ ΗΛΙΑΔΗ
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σελ. 399, Ιούνιος 2019

     Η βρετανίδα συγγραφέας K. Atkinson, με το μυθιστόρημα «Παραπλάνηση», μας εισάγει στον κόσμο των κατασκόπων. Πολλοί συγγραφείς στο παρελθόν επιχείρησαν να κάνουν το ίδιο. Κάποιοι-λίγοι-έκαναν εξαιρετική δουλειά. Αρκετοί τα κατάφεραν πολύ καλά. Άλλοι λιγότερο καλά και κάποιοι απέτυχαν παταγωδώς. Κανείς όμως δεν το έκανε με τον τρόπο της Atkinson. Δηλαδή με τόσο χιούμορ, που σε κάνει να νομίζεις ότι πρόκειται για ένα ανάλαφρο, χιουμοριστικό, κατασκοπικό θρίλερ ή μια παρωδία, ενώ δεν είναι καθόλου έτσι.
     Μια 60χρονη γυναίκα, βρίσκεται χτυπημένη από αυτοκίνητο σε ένα δρόμο του Λονδίνου, την άνοιξη του 1981. «Πεσμένη στο πεζοδρόμιο της Ουίγκμορ Στριτ με ανήσυχους περαστικούς παντού γύρω της, κατάλαβε πως δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει από αυτό που είχε συμβεί. Ήταν μόλις εξήντα ετών, αν και η ζωή της φαινόταν να έχει διαρκέσει πολύ. Κι όμως ξάφνου όλα έμοιαζαν με ψευδαίσθηση, με ένα όνειρο που συνέβη σε κάποιον άλλο. Τι παράξενο πράγμα που ήταν η ύπαρξη».
     Η γυναίκα είναι η Τζούλιετ Άρμστρονγκ, που έχει μόλις επιστρέψει στην Αγγλία, μετά από μακρά παραμονή στο εξωτερικό. Το ατύχημα αποτελεί το έναυσμα για να αναπολήσει τη ζωή της από το 1940, όταν νεαρή κοπέλα έκανε αίτηση να καταταγεί στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά τελικά κλήθηκε να υπηρετήσει στην ΜΙ5. «Η Τζούλιετ δεν είχε κάνει αίτηση στην Υπηρεσία Ασφαλείας. Ήθελε να καταταγεί σε μία από τις γυναικείες ένοπλες δυνάμεις, όχι από ιδιαίτερο πατριωτισμό αλλά επειδή είχε εξαντληθεί από την προσπάθεια να επιβιώνει μόνη της τους μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας της». Την ενέταξαν σε μια ομάδα της οποίας το καθήκον ήταν να παρακολουθεί φιλοναζιστές βρετανούς, που θα μπορούσαν να μεταφέρουν πληροφορίες στους Γερμανούς ή να επιδοθούν σε δολιοφθορές. «Κανείς δεν τους είχε μιλήσει για τη δολιότητα της ΜΙ5. Δεν είχαν μάθει ποτέ ότι μαγνητοφωνούνταν με μικρόφωνα ενσωματωμένα στον σοβά των τοίχων του διαμερίσματος στο Ντόλφιν Σκουέρ όπου πήγαιναν τόσο πρόθυμα κάθε εβδομάδα. Ούτε είχαν την παραμικρή ιδέα ότι ο Γκόντφρι Τόμπι δούλευε για την ΜΙ5 και δεν ήταν πράκτορας της Γκεστάπο στον οποίο πίστευαν ότι μετέφεραν προδοτικές πληροφορίες. Και θα εκπλήσσονταν πολύ αν μάθαιναν ότι την επόμενη μέρα, στο διαμέρισμα της διπλανής πόρτας, μια κοπέλα καθόταν μπροστά από μια μεγάλη γραφομηχανή Imperial και απομαγνητοφωνούσε εκείνες τις προδοτικές συνομιλίες […] Κι εκείνη η κοπέλα […] ήταν η Τζούλιετ». Η ομάδα αυτή, κατάφερε να εξουδετερώσει τους φιλοναζιστές και να εξαρθρώσει το δίκτυο που είχαν δημιουργήσει πριν γίνουν επικίνδυνοι.
     Στις Υπηρεσίες Ασφαλείας, παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. «Μετά, όπως τόσοι άλλοι, απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από την Υπηρεσία. Βρήκε καταφύγιο στο Μάντσεστερ και στο BBC».
     Όμως από τη στιγμή που θα μπεις σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο, όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σε κανένα, δεν ξεφεύγεις ποτέ. Μια δεκαετία σχεδόν αργότερα, τα φαντάσματα του παρελθόντος θα επιστρέψουν και οι λογαριασμοί που παρέμεναν ανοιχτοί, θα πρέπει να κλείσουν…
     Το μυθιστόρημα έχει πολλές αρετές! Έναν πολύ καλό μύθο, έναν μοναδικό τρόπο γραφής, με ανελέητο, σαρκαστικό χιούμορ, έναν εξαιρετικά δομημένο κεντρικό χαρακτήρα (όπως επίσης εξαιρετικά φτιαγμένοι είναι και οι υπόλοιποι χαρακτήρες), αλλά και την μεγάλη ανατροπή στο τέλος. Γι’ αυτό και σας το συνιστώ.