23 Σεπ 2026

ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

    Γεννήθηκε το 2000 στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Με πάθος για τη συγγραφή, ξεκίνησε από μια διαδικτυακή πλατφόρμα για ερασιτέχνες συγγραφείς, όπου οι ιστορίες του κέρδισαν το κοινό. Στόχος του είναι να δημιουργεί έργα που βυθίζουν τον αναγνώστη στην ανθρώπινη ψυχή, αμφισβητώντας την πραγματικότητα και προκαλώντας βαθιά συναισθήματα. Φιλοδοξεί να χαράξει τη δική του πορεία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, εμπνέοντας τους αναγνώστες να κοιτάξουν πέρα από την επιφάνεια. Έργα του: «Το Φινάλε» (2026, εκδόσεις Πηγή).

 

         Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Το Φινάλε»;

      Η πρώτη εικόνα του «Φινάλε» γεννήθηκε στο μετρό. Είχα παρατηρήσει έναν άγνωστο άνθρωπο, ο οποίος έμοιαζε απορροφημένος στις σκέψεις του. Δεν συνέβη κάτι ιδιαίτερο. Δεν μιλήσαμε, δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν και πιθανότατα δεν θα τον ξανασυναντήσω. Κι όμως, για κάποιο λόγο, άρχισα να φτιάχνω στο μυαλό μου τη ζωή του.

 Αναρωτήθηκα πού πήγαινε, τι άνθρωπος ήταν, τι μπορεί να είχε χάσει, τι μπορεί να ήθελε από τη ζωή του. Κάπου μέσα σε αυτές τις σκέψεις άρχισε να σχηματίζεται ο Λεωνίδας.

 Φυσικά, ο άνθρωπος εκείνος δεν είναι ο Λεωνίδας. Ήταν απλώς η αφορμή. Αυτό είναι κάτι που με γοητεύει πολύ στη συγγραφή: μπορείς να δεις κάτι για μερικά δευτερόλεπτα και, χωρίς να το καταλάβεις, αυτό να γίνει η αρχή ενός ολόκληρου κόσμου.

 Στη συνέχεια άρχισαν να προστίθενται όλα τα υπόλοιπα. Η αγάπη του για τον κινηματογράφο, η φιλοδοξία του, η απώλεια, η ανάγκη του να δημιουργήσει κάτι που θα αφήσει πίσω του. Και όσο έγραφα, τόσο περισσότερο με ενδιέφερε να δω τι θα συμβεί αν ένας άνθρωπος αφήσει αυτή την ανάγκη να μεγαλώσει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να ελέγξει.

 

     Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο είναι αυτό;

     Δεν ξεκίνησα να γράφω «το Φινάλε» λέγοντας ότι θέλω να περάσω ένα
συγκεκριμένο μήνυμα και γενικότερα είμαι λίγο επιφυλακτικός με την ιδέα ότι ένα μυθιστόρημα πρέπει απαραίτητα να διδάξει κάτι στον αναγνώστη. Προτιμώ να δημιουργεί ερωτήματα.

 Στην περίπτωση του Λεωνίδα, ένα από αυτά είναι μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για ένα όνειρο. Συνήθως μιλάμε για τα όνειρα και τη φιλοδοξία ως κάτι αποκλειστικά θετικό. «Μην τα παρατάς», «κυνήγησε το μέχρι τέλους», αλλά υπάρχει άραγε ένα σημείο όπου το «μέχρι τέλους» γίνεται επικίνδυνο; Πότε η επιμονή μετατρέπεται σε εμμονή; Και κυρίως, αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ίδιοι πότε έχουμε περάσει αυτή τη γραμμή;

 Δεν θα ήθελα να δώσω εγώ την απάντηση. Θα προτιμούσα δέκα άνθρωποι να διαβάσουν το βιβλίο και να φύγουν έχοντας δέκα λίγο διαφορετικές σκέψεις.

 Γιατί από τη στιγμή που ένα βιβλίο εκδίδεται, κατά κάποιον τρόπο σταματά να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που το έγραψε.

 

     Σας ενδιαφέρει ο χώρος του κινηματογράφου; Στο βιβλίο σας η Έβδομη Τέχνη παίζει κομβικό ρόλο. 

      Πάντα με ενδιέφερε ο κινηματογράφος, αλλά περισσότερο με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται μια ιστορία.

 Στη λογοτεχνία έχουμε τις λέξεις. Στον κινηματογράφο μπορεί να υπάρχει μία σκηνή στην οποία κανείς δεν μιλά και παρ’ όλα αυτά, να έχουν ειπωθεί τα πάντα. Ένα βλέμμα, μια κίνηση της κάμερας, η μουσική ή ακόμη και η απουσία της μπορούν να αλλάξουν εντελώς αυτό που αισθάνεται ο θεατής.

 Ίσως για αυτό, όταν γράφω, βλέπω πολύ συχνά τις σκηνές σαν εικόνες. Πριν ακόμη βρω τις σωστές λέξεις, έχω συνήθως στο μυαλό μου τον χώρο, τους ανθρώπους, το φως, τον τρόπο που κινούνται.

 Στο «Φινάλε» βέβαια ο κινηματογράφος είναι κάτι περισσότερο. Είναι ουσιαστικά η γλώσσα του Λεωνίδα. Είναι το όνειρο του, το καταφύγιο του και σταδιακά, γίνεται και η εμμονή του και μου άρεσε πολύ αυτή η αντίφαση, κάτι τόσο δημιουργικό και όμορφο να μπορεί, όταν χαθούν τα όρια, να αποκτήσει μια πολύ σκοτεινή πλευρά

 

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;

     Νομίζω πως είναι, ακόμη κι όταν ο συγγραφέας δεν ξεκινά με αυτή την πρόθεση.

Δεν γράφουμε σε κενό. Οι χαρακτήρες που δημιουργούμε ζουν σε μια κοινωνία, έχουν οικονομικές δυσκολίες, σχέσεις, οικογένειες, φιλοδοξίες, απογοητεύσεις, φόβους. Επηρεάζονται από την εποχή τους, όπως επηρεαζόμαστε κι εμείς.

 Ακόμη και η επιλογή του τι θεωρούμε άξιο να γίνει ιστορία λέει κάτι για εμάς και για την εποχή μας.

 Από την άλλη, προσωπικά δεν θα ήθελα ποτέ να αντιμετωπίσω τη λογοτεχνία σαν κήρυγμα. Θεωρώ πολύ πιο ισχυρό ένα βιβλίο που σε κάνει να αισθανθείς και να αναρωτηθείς, παρά ένα βιβλίο που σου λέει τι πρέπει να σκεφτείς.

 

     Μπορεί η λογοτεχνία να δρομολογήσει αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο;

     Μπορεί, αλλά ίσως όχι πάντα με τον θεαματικό τρόπο που φανταζόμαστε όταν ακούμε τη λέξη «αλλαγή».

 Ένα βιβλίο μπορεί να μη μεταμορφώσει από μόνο του μια κοινωνία. Μπορεί όμως να αλλάξει έναν άνθρωπο. Να τον βάλει για μερικές ώρες στη θέση κάποιου που δεν του μοιάζει καθόλου. Να τον αναγκάσει να δει μια κατάσταση από μια πλευρά που δεν είχε σκεφτεί και θεωρώ ότι αυτή είναι μια πολύ ουσιαστική δύναμη της λογοτεχνίας.

 Γιατί πριν αλλάξει οτιδήποτε σε συλλογικό επίπεδο, συνήθως έχει προηγηθεί μια αλλαγή στον τρόπο που κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται, αισθάνονται ή αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους.


      Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;

     Δεν θυμάμαι να υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή που είπα «θέλω να γίνω συγγραφέας».

 Γράφω από περίπου έντεκα ετών. Τότε φυσικά δεν υπήρχε στο μυαλό μου ούτε έκδοση ούτε βιβλιοπωλεία ούτε οτιδήποτε από αυτά. Υπήρχε απλώς η ανάγκη να φτιάχνω ιστορίες. Νομίζω ότι στην αρχή ήταν περισσότερο παιχνίδι. Δημιουργούσα ανθρώπους και κόσμους και μπορούσα να αποφασίσω τι θα τους συμβεί.

 Στα δεκαεπτά μου άρχισα να δημοσιεύω ιστορίες διαδικτυακά και εκεί γνώρισα για πρώτη φορά κάτι εντελώς διαφορετικό, τον αναγνώστη. Ξαφνικά κάτι που μέχρι τότε υπήρχε μόνο για μένα μπορούσε να κάνει έναν άγνωστο άνθρωπο να αισθανθεί κάτι.

 Με τα χρόνια η συγγραφή σταμάτησε να είναι απλώς μια ασχολία που μου άρεσε. Έγινε ένας τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και επεξεργάζομαι ιστορίες, ανθρώπους και καταστάσεις.

 Το να κρατήσω όμως το πρώτο μου βιβλίο στα χέρια μου ήταν ίσως η στιγμή που συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ ότι θέλω αυτό το ταξίδι να συνεχιστεί.

 

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;

     Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις αυτή τη στιγμή χωρίς να ακουστείς λίγο υπερβολικός.

 Για τόσο καιρό «Το Φινάλε» ήταν κάτι άυλο. Ένα αρχείο στον υπολογιστή μου. Παράγραφοι που άλλαζαν, κεφάλαια που ξαναγράφονταν, σημειώσεις, διορθώσεις. Ήξερα φυσικά ότι θα γίνει βιβλίο, αλλά άλλο είναι να το γνωρίζεις και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου.

 Θυμάμαι ότι όταν το κράτησα για πρώτη φορά, το κοιτούσα περισσότερο από όσο το ξεφύλλιζα. Υπήρχε αυτή η παράξενη σκέψη «Αυτό κάποτε δεν υπήρχε πουθενά. Ήταν απλώς μια ιδέα μέσα στο κεφάλι μου» και τώρα είχε εξώφυλλο, σελίδες, βάρος.

 Ένιωσα μεγάλη χαρά και συγκίνηση, αλλά μαζί και μια μικρή αμηχανία. Γιατί συνειδητοποιείς ότι κάτι αρκετά προσωπικό φεύγει πλέον από εσένα. Θα το πάρουν άνθρωποι που δεν γνωρίζεις, θα το διαβάσουν, θα το αγαπήσουν ή δεν θα το αγαπήσουν, θα σχηματίσουν άποψη για τους χαρακτήρες σου.

 Αυτό είναι λίγο τρομακτικό, αλλά είναι και ο λόγος που γράφουμε βιβλία.

 

      Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;

      Για μένα δεν τελειώνουν μαζί με το βιβλίο. Όταν περνάς μήνες γράφοντας έναν χαρακτήρα, καταλήγεις να γνωρίζεις πολύ περισσότερα για αυτόν από όσα τελικά γράφονται. Ξέρεις πώς θα αντιδρούσε σε καταστάσεις που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, τι θα φοβόταν, τι θα τον εκνεύριζε. Υπάρχει δηλαδή ένα κομμάτι του χαρακτήρα που δεν φτάνει ποτέ στον αναγνώστη.

 Όταν γράφω την τελευταία σελίδα, υπάρχει ένα παράξενο κενό. Για μήνες αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας μου και ξαφνικά δεν χρειάζεται να σκεφτώ τι θα κάνουν αύριο.

 Από εκείνο το σημείο όμως αρχίζουν να υπάρχουν στο μυαλό κάποιου άλλου και νομίζω ότι αυτή είναι ίσως η ωραιότερη δεύτερη ζωή που μπορεί να αποκτήσει ένας φανταστικός χαρακτήρας.

 

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;

     Φυσικά, αλλά όχι απαραίτητα τις καταστάσεις που βιώνουν εκείνοι.

 Για να γράψεις για την απώλεια, δεν χρειάζεται να έχεις χάσει ότι έχασε ο χαρακτήρας σου. Για να γράψεις για τη φιλοδοξία, δεν χρειάζεται να έχεις φτάσει εκεί όπου φτάνει ο Λεωνίδας.

 Τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα είναι κοινά. Όλοι έχουμε φοβηθεί, έχουμε αισθανθεί μόνοι, έχουμε απογοητευτεί, έχουμε θελήσει κάτι πάρα πολύ.

 Από εκεί ξεκινώ. Παίρνω ένα συναίσθημα που μπορώ να καταλάβω και το τοποθετώ μέσα σε μια εντελώς διαφορετική ζωή.

 Ίσως τελικά αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη συγγραφή, μπορείς να γράψεις για έναν άνθρωπο που δεν σου μοιάζει καθόλου και παρ’ όλα αυτά να βρεις κάπου μέσα του κάτι που αναγνωρίζεις.

 

      Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;

      Δεν θα έλεγα ότι κάποιος χαρακτήρας μου είναι αυτοβιογραφικός. Σίγουρα όμως αφήνουμε μικρά κομμάτια μας στους ανθρώπους που δημιουργούμε, πολλές φορές χωρίς καν να το καταλαβαίνουμε.

 Στον Λεωνίδα, για παράδειγμα, μπορώ να αναγνωρίσω τη δημιουργική ανησυχία και την επιθυμία να πάρεις κάτι που υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι σου και να το κάνεις πραγματικότητα. Μπορώ επίσης να καταλάβω τη φιλοδοξία του και την ανάγκη του να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει κάτι σημαντικό.

 Ευτυχώς, οι ομοιότητές μας μάλλον σταματούν κάπου εκεί!Αλλά αυτό ακριβώς βρίσκω ενδιαφέρον στους χαρακτήρες. Δεν χρειάζεται να συμφωνώ μαζί τους για να μπορώ να τους καταλάβω και ως συγγραφέας πρέπει, έστω για όσο γράφω, να μπορώ να μπω στο μυαλό τους χωρίς να τους δικάζω.

 

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;

     Δεν είμαι από τους ανθρώπους που δείχνουν κάθε καινούργια σελίδα μόλις τη γράψουν. Νομίζω ότι ειδικά στην αρχή, μια ιστορία είναι αρκετά εύθραυστη. Μπορεί να έχω στο μυαλό μου μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και λίγες σελίδες αργότερα να ανακαλύψω ότι τελικά θέλει να με οδηγήσει κάπου εντελώς διαφορετικά. Για αυτό χρειάζομαι πρώτα να μείνω λίγο μόνος μαζί της.

 Θέλω να γνωρίσω τους χαρακτήρες μου χωρίς να χρειάζεται ακόμη να τους εξηγήσω σε κάποιον άλλον. Να κάνω λάθη, να αλλάξω γνώμη, να γράψω μια σκηνή και την επόμενη ημέρα να αποφασίσω ότι δεν μου αρέσει καθόλου και να τη διαγράψω. Σε αυτό το στάδιο προσπαθώ περισσότερο να ακούσω την ιστορία παρά να σκεφτώ πως θα τη διαβάσει κάποιος.

 Ίσως υπάρχει και κάτι προστατευτικό σε αυτό. Όταν μια ιστορία είναι ακόμη μόνο δική μου, δεν θέλω να επηρεαστώ από μια εξωτερική γνώμη πριν προλάβω να σχηματίσω τη δική μου. Γιατί ακόμη και ένα πολύ καλοπροαίρετο σχόλιο μπορεί να φυτέψει μια αμφιβολία και ξαφνικά να αρχίσεις να γράφεις έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού σου τι θα αρέσει ή τι δεν θα αρέσει στον άλλον. Κι εκεί θεωρώ ότι υπάρχει ο κίνδυνος να χάσεις κάτι από την αρχική σου πρόθεση.

 Όταν όμως αισθανθώ ότι η ιστορία έχει αποκτήσει πλέον τη δική της ταυτότητα, τότε αλλάζει και η ανάγκη μου. Εκεί θέλω το δεύτερο βλέμμα. Κάποιον που δεν έχει περάσει μήνες μέσα στο κεφάλι μου και μπορεί να δει πράγματα που εγώ πλέον θεωρώ αυτονόητα. Να μου πει ότι κάπου χάθηκε, ότι ένας χαρακτήρας αντέδρασε με τρόπο που δεν κατάλαβε ή ακόμη και ότι μια σκηνή που εγώ θεωρούσα σημαντική δεν του προκάλεσε τίποτα.

 

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;

     Δεν μπορώ να τον περιγράψω ηλικιακά ή να πω ότι γράφω αποκλειστικά για έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου.

 Ιδανικός αναγνώστης για μένα είναι εκείνος που θα επιτρέψει στην ιστορία να τον βάλει λίγο σε άβολη θέση.

 Ειδικά στο «Φινάλε» δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν πρωταγωνιστή που ο αναγνώστης απλώς θα αγαπήσει ή θα μισήσει. Με ενδιαφέρει περισσότερο εκείνο το ενδιάμεσο σημείο. Να θυμώνεις με τον Λεωνίδα και λίγες σελίδες αργότερα να τον λυπάσαι. Να καταλαβαίνεις γιατί κάνει κάτι χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το δικαιολογείς.

 Αν λοιπόν κάποιος κλείσει την τελευταία σελίδα και ο Λεωνίδας συνεχίσει να υπάρχει για λίγο μέσα στο κεφάλι του, ακόμη κι αν δεν έχει αποφασίσει τι ακριβώς αισθάνεται για αυτόν, για μένα αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κομπλιμέντο.

 

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;

     Πολλά και κάποια όχι αμέσως. Υπάρχουν φορές που γράφεις κάτι θεωρώντας ότι αφορά αποκλειστικά τον χαρακτήρα σου και όταν επιστρέφεις σε αυτό μήνες αργότερα καταλαβαίνεις ότι ίσως υπήρχε μέσα του κάτι δικό σου.

 Η συγγραφή σε αναγκάζει επίσης να κάνεις συνεχώς ερωτήσεις. Γιατί αυτός ο άνθρωπος συμπεριφέρεται έτσι; Τι φοβάται πραγματικά; Τι προσπαθεί να αποδείξει; Γιατί θέλει τόσο πολύ αυτό που θέλει;

 Και πολλές φορές, στην προσπάθεια να απαντήσεις για τον χαρακτήρα σου, καταλήγεις να απαντάς και για εσένα.

 Μέσα από το «Φινάλε» κατάλαβα ακόμη περισσότερο πόσο με ενδιαφέρουν οι αντιφάσεις των ανθρώπων. Δεν με γοητεύει ιδιαίτερα ο απόλυτα καλός ή ο απόλυτα κακός χαρακτήρας. Με ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που μπορεί να αγαπά και ταυτόχρονα να πληγώνει, που μπορεί να έχει δίκιο για κάτι και να κάνει εντελώς λάθος επιλογές.

 Γιατί νομίζω ότι εκεί κρύβεται κάτι πολύ πιο αληθινό.

 

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;

     Το ίδιο το βιβλίο μου ανέτρεψε κυρίως την πεποίθηση ότι ο συγγραφέας πρέπει να γνωρίζει τα πάντα πριν ξεκινήσει.

 Όταν άρχισα το «Φινάλε», πίστευα ότι ήξερα αρκετά καλά που πήγαινα. Υπήρχε σχεδιασμός και μάλιστα, υπήρχε διαφορετικό τέλος.

 Στην πορεία όμως οι χαρακτήρες και οι επιλογές τους άρχισαν να οδηγούν την ιστορία αλλού και κάποια στιγμή έπρεπε να αποφασίσω αν θα τους αναγκάσω να ακολουθήσουν το αρχικό μου σχέδιο ή αν θα ακολουθήσω εγώ εκείνους.

 Επέλεξα το δεύτερο.

 Αυτό μου έμαθε κάτι που προσπαθώ να κρατήσω και στα επόμενα κείμενα μου χρειάζεται να έχεις σχέδιο, αλλά χρειάζεται και να ξέρεις πότε πρέπει να το εγκαταλείψεις. Μερικές φορές η ιστορία καταλαβαίνει πριν από εσένα πού πρέπει να καταλήξει.

 

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;

     Πάρα πολύ και τώρα που το βιβλίο βρίσκεται πλέον στα χέρια αναγνωστών, το ανακαλύπτω ακόμη περισσότερο.

 Για πολύ καιρό η σχέση με το «Φινάλε» ήταν σχεδόν μοναχική. Ήμουν εγώ, η οθόνη και οι χαρακτήρες. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζεις και σου μιλά για τον Λεωνίδα σαν να τον γνωρίζει κι εκείνος.

 Αυτό είναι ένα πολύ περίεργο αλλά όμορφο συναίσθημα και δεν με ενδιαφέρει μόνο να ακούω ότι άρεσε σε κάποιον το βιβλίο. Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο να ακούσω γιατί. Ποια σκηνή του έμεινε, με ποιον χαρακτήρα θύμωσε, τι περίμενε ότι θα συμβεί, σε ποιο σημείο άλλαξε γνώμη.

 Εκεί καταλαβαίνεις ότι το βιβλίο έχει αρχίσει να ζει χωρίς εσένα.

 

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;

      Ναι, και νομίζω ότι είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί να συμβούν σε έναν συγγραφέα.

 Έχω ακούσει διαφορετικές ερμηνείες για συμπεριφορές και στιγμές του Λεωνίδα και μερικές φορές η πρώτη μου σκέψη ήταν «Δεν το είχα δει έτσι».

 Παλαιότερα ίσως πίστευα ότι υπάρχει μία «σωστή» ερμηνεία ενός κειμένου, αυτή που είχε ο συγγραφέας όταν το έγραφε. Τώρα δεν είμαι καθόλου βέβαιος για αυτό.

 Ο αναγνώστης έρχεται στο βιβλίο κουβαλώντας τη δική του ζωή και τις δικές του εμπειρίες. Επομένως βλέπει πράγματα που εγώ ενδεχομένως δεν μπορούσα να δω και δεν θέλω να του τα αφαιρέσω λέγοντας «όχι, εγώ δεν εννοούσα αυτό». Αν υπάρχει μέσα στο κείμενο και εκείνος το ένιωσε, τότε από τη στιγμή που το βιβλίο έφυγε από τα χέρια μου, αυτή η ανάγνωση του ανήκει.

 

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;

     Δυσκολεύομαι να επιλέξω έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και να πω ότι αυτός με επηρέασε, γιατί πιστεύω ότι κάθε ιστορία που διαβάζουμε αφήνει κάτι μέσα μας, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε.

 Υπάρχουν βιβλία που με έχουν επηρεάσει για την ατμόσφαιρα τους, άλλα για τον τρόπο που χτίζουν τους χαρακτήρες τους και άλλα επειδή τόλμησαν να πάνε την ιστορία κάπου που δεν περίμενα.

 Αυτό που προσπαθώ πάντως να αποφύγω είναι να κάθομαι να γράψω έχοντας στο μυαλό μου ότι θέλω να μοιάσω σε κάποιον. Ειδικά τώρα, στα πρώτα μου συγγραφικά βήματα, θεωρώ πολύ σημαντικό να ανακαλύψω τη δική μου φωνή και αυτό μάλλον δεν συμβαίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Χτίζεται βιβλίο με το βιβλίο.

 

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;

     Είναι δύσκολη, αλλά αν ήταν μόνο δύσκολη, κανείς μας δεν θα επέστρεφε συνεχώς σε αυτή.

 Υπάρχουν μέρες που μπορεί να γράψω αρκετές σελίδες και να νιώθω ότι η ιστορία προχωρά σχεδόν χωρίς προσπάθεια και υπάρχουν άλλες που μπορεί να περάσω πολλή ώρα πάνω από μία παράγραφο και στο τέλος να τη διαγράψω.

 Το δύσκολο για μένα δεν είναι πάντα να βρω τι θα συμβεί. Είναι να βρω τον σωστό τρόπο να το πω.

 Το πρώτο draft του «Φινάλε» γράφτηκε σχετικά γρήγορα, περίπου μέσα σε τρεις με τέσσερις μήνες. Μετά όμως ήρθε το πραγματικό γράψιμο, οι διορθώσεις, οι αλλαγές, τα σημεία που δεν λειτουργούσαν, το ξαναγράψιμο. Μέχρι να φτάσει στην τελική του μορφή πέρασε περίπου ένας χρόνος και κάπου εκεί κατάλαβα ότι το να γράψεις «Τέλος» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τελείωσες.

 Τι είναι λοιπόν το γράψιμο για μένα; Νομίζω ένας τρόπος να δίνω μορφή σε πράγματα που διαφορετικά θα έμεναν απλώς σκέψεις. Μια εικόνα που είδα στο μετρό μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος. Ο άνθρωπος να αποκτήσει παρελθόν. Το παρελθόν να δημιουργήσει μια επιλογή. Και κάποια στιγμή όλα αυτά βρίσκονται τυπωμένα σε ένα βιβλίο που κρατά ένας άγνωστος.

 Ακόμη μου φαίνεται λίγο παράξενο όταν το σκέφτομαι.

 

     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Υπάρχει και ίσως λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε!

 Δεν σταμάτησα να γράφω όταν ολοκληρώθηκε το «Φινάλε». Το αντίθετο. Υπάρχουν ήδη επόμενες ιστορίες, κάποιες περισσότερο προχωρημένες και κάποιες που προς το παρόν υπάρχουν ως σημειώσεις, σκηνές και ιδέες.

 Ένα από τα πράγματα που συνειδητοποίησα μετά το «Φινάλε» είναι ότι δεν θέλω να γράψω ξανά την ίδια ιστορία με διαφορετικά ονόματα. Θέλω κάθε καινούργιο βιβλίο να με δυσκολεύει λίγο και να με αναγκάζει να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό.

 Αυτό που φαίνεται όμως ότι με ακολουθεί είναι το ενδιαφέρον μου για την ανθρώπινη ψυχολογία. Με ενδιαφέρει τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πιέζεται στα άκρα, τι επιλέγει να κρύψει από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό και πόσο αξιόπιστη είναι τελικά η πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται.

 Για το τι ακριβώς έρχεται μετά «Το Φινάλε», θα κρατήσω προς το παρόν λίγη από τη μυστικότητα που ζητάω και από τις ιστορίες μου.

 Μπορώ όμως να πω ότι το «Τέλος» του πρώτου βιβλίου δεν ήταν το δικό μου συγγραφικό φινάλε, μάλλον ήταν η αρχή.

 

14 Σεπ 2026

ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ

SHAUN WALKER
Μετάφραση ΕΛΕΝΗ ΚΟΤΣΥΦΟΥ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 406, Μάιος 2026

      Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη, είναι το βιβλίο «Οι Παράνομοι» του γνωστού δημοσιογράφου S. Walker, που εργάζεται στην εφημερίδα The Guardian.

     Το βιβλίο, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας σε άρθρα, αρχεία, βιβλία, αλλά και προσωπικών συνεντεύξεων με όσους από τους «πρωταγωνιστές» της ιστορίας βρίσκονται στη ζωή και θέλησαν να μιλήσουν, αναφέρεται στο πιο φιλόδοξο κι επιτυχημένο πρόγραμμα στην ιστορία της παγκόσμιας κατασκοπίας, που εκπονήθηκε και ξεκίνησε στη Σοβιετική Ένωση, αλλά το οποίο συνεχίστηκε και μετά την κατάρρευση του καθεστώτος.

«Ο βασικός ρόλος των υπηρεσιών πληροφορίων είναι να αποκτούν πληροφορίες για άλλες χώρες που δεν είναι διαθέσιμες μέσω ανοικτών διαύλων. Μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς γίνεται στα κρυφά και οι περισσότερες υπηρεσίες χρησιμοποιούν μυστικούς πράκτορες. Ο απλούστερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να μεταμφιεστούν οι πράκτορες σε διπλωμάτες». Όμως οι διπλωμάτες είναι γνωστοί με αποτέλεσμα να εντοπίζονται και να παρακολουθούνται εύκολα.

     Οι μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας, εκπόνησαν ένα ευφυές και τολμηρό σχέδιο. «Υπέβαλαν απλούς Σοβιετικούς πολίτες σε πολυετή εκπαίδευση για να τους μετατρέψουν σε Δυτικούς. Στη συνέχεια ζούσαν για δεκαετίες στο εξωτερικό, ώστε να ενσωματωθούν στις κοινωνίες υποδοχής τους». Ταυτόχρονα λειτουργούν και ως πράκτορες. Εντοπίζουν «αδύναμους κρίκους» σε χώρους υψηλού ενδιαφέροντος και με δέλεαρ πολλά χρήματα, καταφέρνουν να αποσπούν σημαντικές πληροφορίες. Οι πράκτορες αυτοί στην αργκό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών ονομάζονται «παράνομοι». Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι πιο ικανοί από αυτούς έκαναν εξαιρετική δουλειά στην πορεία του χρόνου. Οι καλύτεροι από αυτούς κατάφεραν να προσεταιριστούν ανθρώπους που χειρίζονταν ευαίσθητες πληροφορίες και τεχνολογικά μυστικά και να αποσπάσουν πολλά από αυτά.

     Οι πρώτοι «παράνομοι» στάλθηκαν στη Δύση, στις απαρχές της οκτωβριανής επανάστασης, όταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες εμιγκρέδες εγκαταλείπουν την νεότευκτη Σοβιετική Ένωση και κατευθύνονται στη Δύση. Ανάμεσά τους «κρύφτηκαν» και κάποιοι «παράνομοι» με σκοπό να κατασκοπεύουν τις δυτικές χώρες.

     Το βιβλίο ξεκινά με μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις «παράνομων». Του ζεύγους Ντον Χιθφιλντ και Αν Φόλεϊ, που συνελήφθησαν από το FBI τον Ιούνιο του 2010, στο σπίτι τους στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, όπου ζούσαν για δεκαετίες, είχαν δημιουργήσει οικογένεια και επιχειρήσεις, αλλά ήταν οι Ρώσοι πράκτορες Αντρέι Μπεζρούκοφ και Έλενα Βαβίλοβα.

     Η συνέχεια είναι μια συναρπαστική αφήγηση μυστικών επιχειρήσεων, άλλων επιτυχημένων και άλλων αποτυχημένων, δολοφονιών, ψυχολογικής κατάρρευσης ανθρώπων που δεν άντεξαν και λύγισαν από την πίεση της διπλής ζωής. Πολύ σημαντικό κι ενδιαφέρον βιβλίο!  

7 Σεπ 2026

ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΠΗΓΗ
Σελ. 215, Απρίλιος 2026

      Ένα ψυχολογικό θρίλερ, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ι. Θεοδωρόπουλου

     Στη σύγχρονη Αθήνα, ζει ο νεαρός Λεωνίδας, ο οποίος προσπαθεί να ορθοποδήσει μετά από το ισχυρό σοκ που βίωσε με το θάνατο της μητέρας του, που ήταν ο μοναδικός συγγενής που του είχε απομείνει. Σοκ που ήταν και οικονομικό, αφού οι ανάγκες για τη φροντίδα της, εξανέμισαν όλες του τις οικονομίες.

     Για να επιβιώσει εργάζεται σε μια καφετέρια. Όμως έχει ένα πάθος κι ένα όνειρο που τον κινητοποιεί. Θέλει να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία του κινηματογράφου. Γι’ αυτό, παρά τις δυσκολίες, φροντίζει να αποταμιεύει ένα μικρό ποσό από κάθε μεροκάματο που κάνει, για να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του: μία κάμερα!

     Ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμαζόταν να κλείσει την καφετέρια και να φύγει, ένας παράξενος άντρας, του έδωσε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο ενός διαγωνιστικού φεστιβάλ κινηματογράφου. «Τα μάτια του κινήθηκαν γρήγορα πάνω στις γραμμές του κειμένου. Φεστιβάλ. Αναζητούμε νέα ταλέντα. Ευκαιρία καριέρας στον χώρο του κινηματογράφου. Η λέξη «φεστιβάλ» αναβόσβηνε στο μυαλό του, λες και κάποιος την είχε χαράξει με φωτιά μέσα στο κρανίο του […] Ίσως, σκέφτηκε, αυτό το χαρτί να ήταν το εισιτήριό του για κάτι περισσότερο. Κάτι μεγαλύτερο».

     Αποφάσισε να συμμετάσχει, αφού την ίδια εποχή, οι αιματηρές οικονομίες που είχε κάνει απέδωσαν καρπούς. Είχε συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό και βρέθηκε στο κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών, για να αποκτήσει αυτό για το οποίο μόχθησε τόσον καιρό. «Η κάμερα. Μικρή, κομψή, λαμπερή. Κάθε λεπτομέρεια της κατασκευής της, φώναζε επαγγελματισμός. Κάθε πλήκτρο, κάθε μικρή ροδέλα, κάθε φωτεινή ένδειξη-όλα ήταν ακριβώς όπως τα είχε φανταστεί. Αλλά τώρα δεν ήταν εικόνα από κάποιο σάιτ ή διαφήμιση. Ήταν στα χέρια του […] Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Αυτή η κάμερα ήταν το εισιτήριό του για μια άλλη ζωή».

     Σύντομα ολοκλήρωσε και το σενάριο της ταινίας του. Έμενε πια να βρει την πρωταγωνίστριά του. Την οποία βρήκε εντελώς αναπάντεχα, στο πρόσωπο της όμορφης και αινιγματικής Χριστίνας, μιας άνεργης ηθοποιού. Και τότε άλλαξαν όλα…

     Το μυθιστόρημα «Το Φινάλε», είναι ένα ενδιαφέρον θρίλερ, που αν και είναι το πρώτο του συγγραφέα, δεν έχει τις αδυναμίες που έχουν ορισμένα πρωτόλεια. Αξιοσημείωτη είναι επίσης, η πολύ καλή χρήση της γλώσσας. Θα περιμένουμε το επόμενο βιβλίο, για να δούμε την συγγραφική εξέλιξη του Ι. Θεοδωρόπουλου. Μια επισήμανση μόνο. Μια πιο προσεκτική επιμέλεια-όχι μόνο ορθογραφική και συντακτική-θα μπορούσε να απαλείψει κάποιες-λίγες ανακολουθίες.

31 Αυγ 2026

ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

343 ΜΕΡΕΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 342, Απρίλιος 2026

      Τη συγκλονιστική αφήγηση του εφιάλτη που βίωσε ο πολυβραβευμένος συγγραφέας νεανικής κι εφηβικής λογοτεχνίας Β. Παπαθεοδώρου, περιλαμβάνει το βιβλίο της σημερινής παρουσίασης.

     Στις 2 Νοεμβρίου 2022, η είδηση πέφτει σαν βόμβα. Συνελήφθη πριν λίγες μέρες ο γνωστός συγγραφέας Β. Παπαθεοδώρου για κατοχή αρχείων παιδικής πορνογραφίας! Αμέσως ΜΜΕ, μεσημεριανάδικα, και «ειδησεογραφικά» sites, που μοναδικό και κύριο μέλημά τους είναι η «νηφάλια» και «έγκυρη ενημέρωση», αρχίζουν τις γνωστές τερατολογίες τους: αγνοούν το τεκμήριο της αθωότητας και τον αποκαλούν τον μεγαλύτερο διακινητή παιδικής πορνογραφίας στην Ελλάδα, κάνουν λόγο για κατοχή 800 terabyte(!!) αρχείων, τον χαρακτηρίζουν ως μέλος εγκληματικής συμμορίας και κάποιοι προχωρούν ακόμη περισσότερο κάνοντας λόγο για live θέαση βιασμού μωρών!!

     Τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα; Όντως ο γνωστός συγγραφέας είχε έναν ελάχιστο αριθμό τέτοιων αρχείων στην κατοχή του, τα περισσότερα από τα οποία δεν είχε καν ανοίξει. Τα είχε «κατεβάσει» στα πλαίσια της έρευνας που έκανε για το επόμενο βιβλίο του που είχε θέμα την παιδική πορνογραφία (πρόκειται για το «Χωρίς Φίλτρα» που γράφτηκε εξ ολοκλήρου στο κυλικείο των φυλακών Τρίπολης κι εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Bell). Με κάποιο τρόπο το download εντοπίστηκε και ο συγγραφέας συνελήφθη, οδηγήθηκε στην ανακρίτρια και τον εισαγγελέα που τον έκριναν επικίνδυνο και ως εκ τούτου προφυλακιστέο. Οδηγήθηκε στο κατάστημα κράτησης Τρίπολης.

     Την Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023, μετά από 343 μέρες (και μετά την πρωτόδικη απόφαση), αφέθηκε ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, το οποίο ορίστηκε για τις 24 Μαΐου 2024. Σ’ αυτό το διάστημα ξεκίνησε έναν αγώνα για να βρει στοιχεία που θα τον αθώωναν. «Άρχισα να αναζητώ διπλωματικές και διδακτορικά πάνω στο θέμα της παιδικής πορνογραφίας. Κοιτούσα τις υποσημειώσεις και τη βιβλιογραφία τους. Κάπου αναφερόταν η Συνθήκη του Λανζαρότε. Την αναζήτησα και τη βρήκα, ήταν πανεύκολο. Διάβασα το σημείο που αφορούσε την περίπτωσή μου στα αγγλικά, στα ελληνικά και στα γερμανικά, μην τυχόν και υπήρχε λάθος στη μετάφραση […] Η ερμηνευτική, και στις τρείς γλώσσες, εξαιρούσε τους διωκτικούς και δικαστικούς σκοπούς, τους καλλιτεχνικούς, τους επιστημονικούς , ιατρικούς λόγους». Με βάση τα όσα ορίζει αυτή η συνθήκη και ορισμένα άλλα στοιχεία, ετοίμασε την απολογία του στο Εφετείο. «Ήταν η καλύτερη ομιλία που έχω κάνει στη ζωή μου, καμία εκδήλωση σε σχολείο δεν την φτάνει στο παραμικρό. Ήμουν ο άνθρωπος που αδικήθηκε, που υπέφερε, που υπέφεραν οι δικοί του, που προσποιήθηκε για να δίνει θάρρος, που έκανε υπομονή, που διασύρθηκε και ταπεινώθηκε, που εκμηδενίστηκε, που ένιωσε παρίας, όμως ήμουν ταυτόχρονα και το άτομο που βρήκε το κουράγιο να μαζέψει τα κομμάτια του, να οργανωθεί, να πιστέψει στον εαυτό του, να ανακαλύψει δυνάμεις ψυχικές που δεν γνώριζε πως είχε, να βασισθεί στη διαίσθηση και στις ικανότητές του». Το Εφετείο, με εισήγηση της εισαγγελέως τον έκρινε αθώο. Πανηγυρικά αθώο!

     Φυσικά τα λαλίστατα στην περίπτωση της σύλληψης ΜΜΕ, σχεδόν στο σύνολό τους αποσιώπησαν το γεγονός. Μια αθώωση όμως, εκτός του ότι τους ξεφτιλίζει για όσα «τέρατα» είχαν πει και είχαν γράψει προηγουμένως, δεν πουλάει. Όσο για κάποια έκφραση συγνώμης… Ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν αυτοί που ψέλλισαν κάποια λόγια.

     Ο Β. Παπαθεοδώρου, έγραψε ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Περιγράφει με μοναδικό τρόπο την αγνόηση του τεκμήριου αθωότητας, τον άδικο κοινωνικό στιγματισμό, την ανατροπή της ζωής του από την μια στιγμή στην άλλη, τη διαπίστωση ότι υπάρχει άγνοια των νόμων ακόμη και από ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι επιφορτισμένοι να τους τηρούν, την προφυλάκιση, την «προδοσία» κάποιων από τους οποίους περίμενε μια διαφορετική συμπεριφορά, αλλά και την αλληλεγγύη από άλλους σχεδόν άγνωστους που πίστεψαν στην αθωότητά του. Ακόμη, συναρπαστική είναι η αφήγηση των συνθήκων και όσων βίωσε στις φυλακές. Αυτό που μένει πια να αποκατασταθεί, μετά την δικαστική, είναι η κοινωνική δικαίωση, κάτι που δεν θα αργήσει. Κι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η σταδιακή επανέκδοση των βιβλίων του από τις εκδόσεις Bell (ο προηγούμενος εκδοτικός οίκος με το άκουσμα της είδησης πολτοποίησε(!!) όσα βιβλία του είχε στις αποθήκες του) και το εξαιρετικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Σπασμένος Χρόνος» που σας παρουσίασα σήμερα.  


23 Αυγ 2026

ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ

ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 375, Μάρτιος 2026

      Το βιβλίο του Ξ. Κοντιάδη που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας της μνήμης». Τα άλλα δύο είναι «Η Τρέλα Ν’ Αλλάξουν Τον Κόσμο» (Τόπος, 2022) και «Η Νύχτα Που έφυγε Ο Παύλος» (Τόπος, 2023). Όπως και στα δύο προηγούμενα, έτσι και σε αυτό, τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι πραγματικά.

     Στο βιβλίο παρακολουθούμε την πορεία δύο ανδρών, που ξεκίνησαν από την ίδια κοινωνική, οικονομική αλλά κι επιστημονική αφετηρία, όμως μετά την κατάκτηση της χώρας από τις δυνάμεις του Άξονα, ακολούθησαν διαμετρικά αντίθετες πορείες.

     Ο ένας είναι ο γιατρός Πέτρος Κόκκαλης, ο οποίος εντάχθηκε στην εαμική αντίσταση, μετά τον χειμώνα του 1941. «…ο τρόπος που έβλεπε ο Πέτρος τα πράγματα ανατράπηκε βίαια εκείνο το χειμώνα. Αυτά που ακολούθησαν έχουν τις ρίζες τους ακριβώς σε όσα ζήσαμε τότε […] Η φρίκη του λιμού σημάδεψε όλους μας, άλλαξε τον τρόπο που βλέπαμε τη ζωή και τον θάνατο. Για τον Πέτρο ήταν η στιγμή της μεγάλης στροφής, ηθικά, διανοητικά και πολιτικά».

     Ο άλλος είναι ο επίσης γιατρός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, ο οποίος συνεργάστηκε εξ αρχής με τους κατακτητές, λαμβάνοντας μάλιστα υψηλά αξιώματα. «Συμφωνήσαμε να διοριστώ αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εθνικής Πρόνοιας και προσωρινός υπουργός Παιδείας […] Ορκιστήκαμε στις 20 Απριλίου 1941, τρεις ημέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα». Αργότερα μάλιστα, διατέλεσε και πρωθυπουργός για διάστημα τεσσάρων μηνών.

     Το βιβλίο περιλαμβάνει την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση της ιστορίας από τέσσερα διαφορετικά άτομα. Της Νίκης, συζύγου του Πέτρου Κόκκαλη, του ίδιου του Πέτρου Κόκκαλη, της Γερμανίδας συζύγου του Λογοθετόπουλου Έλλης Hell, και του ίδιου του γερμανόφιλου δωσίλογου, που ενώ αποχώρησε μαζί με τους Γερμανούς μετά την απελευθέρωση, τελικά συνελήφθη από τους Συμμάχους, απελάθηκε στην Ελλάδα, δικάστηκε και φυλακίστηκε.

     Το «Δωσίλογοι Και Ονειροπόλοι» είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο. Καταδεικνύει με μοναδικό τρόπο τις διαφορετικές διαδρομές που επέλεξαν να ακολουθήσουν οι δύο άνδρες, αλλά και το πως επηρέασε αυτή τους η πορεία τη ζωή των ίδιων και των οικογενειών τους. Μια συναρπαστική αληθινή ιστορία. Ένα πολύ σημαντικό ανάγνωσμα!    

16 Αυγ 2026

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΑΜΗΣ

      Ο Β. Τσιάμης, γεννήθηκε το 1971. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατάγεται από την Καλαμπάκα. Ζει στην Αθήνα κι εργάζεται ως επιμελητής κειμένων. Το 2023 του απονεμήθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ το λογοτεχνικό βραβείο «Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου. Έργα του: «54 Ημέρες. Η πολιορκία και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης» (Κέδρος. 2021). «Ο Τζογαδόρος» (Κέδρος, 2026).

 

      Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Ο Τζογαδόρος»;

      Η κοινωνική πραγματικότητα. Η έξαρση του στοιχηματισμού. Η φρενίτιδα των διαφημίσεων στοιχηματικών εταιρειών που κλείνουν το μάτι στον ανυποψίαστο τηλεθεατή. Η σιωπή της κοινωνίας και των πολιτικών ταγών (ας γελάσω). . 

 

     Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο είναι αυτό;

     Κανένα μήνυμα. Οι άνθρωποι έχουν τις κοινωνίες που θέλουν. Αν ήθελαν άλλες θα είχαν άλλες. Φαίνεται πως εμείς γουστάρουμε φουλ τζόγο.

 

     Το ψυχογράφημα των εθισμένων παικτών που κάνετε στο μυθιστόρημά σας, είναι διεισδυτικό. Έχετε έρθει σε επαφή με άτομα εθισμένα στο τζόγο για να αντλήσετε έμπνευση και στοιχεία;

     Μία προσεκτική ματιά τριγύρω μας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Οι εξαρτημένοι γύρω μας είναι πολλοί και συνηθισμένοι άνθρωποι. Δεν έχει τόσο σημασία τα χρήματα που παίζει κανείς όσο το χρόνο που αφιερώνει. Είμαστε μια κοινωνία που πριμοδοτεί τον τζόγο.

 

     Ο εθισμένος στο τζόγο έχει αντίληψη του εθισμού του ή θεωρεί ότι η συμπεριφορά του είναι απολύτως φυσιολογική;

     Δεν μπορώ να απαντήσω μετά βεβαιότητας. Δεν γνωρίζω. Ανεξάρτητα όμως από το επίπεδο συνειδητότητας ο εθισμός βρίσκει πάντα δίοδο να εκδηλωθεί.

 

     Το μυθιστόρημα σας αυτό, είναι το δεύτερο βιβλίο. Το πρώτο ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Σας αρέσει να εναλλάσσεστε σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη;

     Βεβαίως. Άλλους περιορισμούς το ένα, άλλους το άλλο, το καθένα έχει όμως τις προκλήσεις του.

 

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;

      Όχι. Δεν έχει καμία τέτοια υποχρέωση. Αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της. Έτσι νομίζω τουλάχιστον.

 

     Μπορεί η λογοτεχνία να δρομολογήσει αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο;

     Από μόνη της όχι. Δεν είναι αυτή η αποστολή της.

 

     Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;

     Δεν αναρωτήθηκα ποτέ. Προέκυψε τυχαία. Δεν το είχα σκοπό. Είχα κολλήσει με το θέμα της Άλωσης και η συσσωρευμένη πληροφορία θέλησε διέξοδο. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Τζογαδόρο.

 

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;

     Μετρημένη συγκίνηση. Μέχρις εκεί όμως.

 

      Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;

       Ανασαίνουν. Παίρνουν τον δικό τους δρόμο.

 

      Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;

      Εν μέρει ναι εν μέρει όχι.

 

     Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;

      Ένα 10% των στοιχείων του χαρακτήρα μου είναι διάσπαρτο μέσα σε κάθε βιβλίο.

 

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;

     Δεν υπάρχει.

 

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;

     Ο απαιτητικός. Ο καταρτισμένος. Ο ψυλλιασμένος.

 

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;

     Νομίζω ότι ανακαλύπτω. Δεν πιστεύω ότι μπορείς μέσα από μια διαδικασία γραψίματος να βρεις πράματα για τον εαυτό σου. Πάρα μόνο αντικατοπτρισμούς.

 

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;

     Όχι. Ίσως γιατί δυσκολεύομαι με τις πεποιθήσεις.

 

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;

     Δεν βγάζει πολύ νόημα. Είμαι ανοιχτός πάντως κ συγκαταβατικός.

 

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;

     Ναι βεβαίως κ ήταν ευχάριστο και καλοδεχούμενο. Συνηθέστερα όμως γίνονται παρανοήσεις, μικρές ή μεγάλες.

 

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;

     Όχι. Μου αρέσουν πολλοί αλλά το ύφος είναι αυστηρά προσωπικό.

 

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;

     Εξαρτάται. Σε ο, τι με αφορά αποδείχτηκε πάρα πολύ δύσκολη κ επίπονη διαδικασία. Εξουθενωτική. Οι άνθρωποι σήμερα δεν αγαπούν τα δύσκολα πράματα που τους ξεβολεύουν. Που τους δυσαρεστούν. Τείνω να συμφωνήσω μαζί με την πλειοψηφία.

 

     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Τα καλύτερα βιβλία είναι στο συρτάρι ενός γραφείου ή στην επιφάνεια ενός υπολογιστή. Υπάρχει υλικό. Αδιάφορο παντελώς αν βρει το δρόμο του στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

          Σας ευχαριστώ πολύ.