Γεννήθηκε το 2000 στην Πάτρα και ζει στην
Αθήνα. Με πάθος για τη συγγραφή, ξεκίνησε από μια διαδικτυακή πλατφόρμα για
ερασιτέχνες συγγραφείς, όπου οι ιστορίες του κέρδισαν το κοινό. Στόχος του
είναι να δημιουργεί έργα που βυθίζουν τον αναγνώστη στην ανθρώπινη ψυχή,
αμφισβητώντας την πραγματικότητα και προκαλώντας βαθιά συναισθήματα. Φιλοδοξεί
να χαράξει τη δική του πορεία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, εμπνέοντας τους
αναγνώστες να κοιτάξουν πέρα από την επιφάνεια. Έργα του: «Το Φινάλε» (2026, εκδόσεις Πηγή).
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης
για το βιβλίο σας «Το Φινάλε»;
Η πρώτη
εικόνα του «Φινάλε» γεννήθηκε στο μετρό. Είχα παρατηρήσει έναν άγνωστο άνθρωπο,
ο οποίος έμοιαζε απορροφημένος στις σκέψεις του. Δεν συνέβη κάτι ιδιαίτερο. Δεν
μιλήσαμε, δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν και πιθανότατα δεν θα τον ξανασυναντήσω. Κι
όμως, για κάποιο λόγο, άρχισα να φτιάχνω στο μυαλό μου τη ζωή του.
Αναρωτήθηκα πού πήγαινε, τι άνθρωπος ήταν, τι μπορεί να
είχε χάσει, τι μπορεί να ήθελε από τη ζωή του. Κάπου μέσα σε αυτές τις σκέψεις
άρχισε να σχηματίζεται ο Λεωνίδας.
Φυσικά, ο άνθρωπος εκείνος δεν είναι ο Λεωνίδας. Ήταν απλώς
η αφορμή. Αυτό είναι κάτι που με γοητεύει πολύ στη συγγραφή: μπορείς να δεις
κάτι για μερικά δευτερόλεπτα και, χωρίς να το καταλάβεις, αυτό να γίνει η αρχή
ενός ολόκληρου κόσμου.
Στη συνέχεια άρχισαν να προστίθενται όλα τα υπόλοιπα. Η
αγάπη του για τον κινηματογράφο, η φιλοδοξία του, η απώλεια, η ανάγκη του να
δημιουργήσει κάτι που θα αφήσει πίσω του. Και όσο έγραφα, τόσο περισσότερο με
ενδιέφερε να δω τι θα συμβεί αν ένας άνθρωπος αφήσει αυτή την ανάγκη να
μεγαλώσει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να ελέγξει.
Θέλετε
να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο είναι αυτό;
Δεν
ξεκίνησα να γράφω «το Φινάλε» λέγοντας ότι θέλω να περάσω ένα
συγκεκριμένο
μήνυμα και γενικότερα είμαι λίγο επιφυλακτικός με την ιδέα ότι ένα μυθιστόρημα
πρέπει απαραίτητα να διδάξει κάτι στον αναγνώστη. Προτιμώ να δημιουργεί
ερωτήματα.
Στην περίπτωση του Λεωνίδα, ένα από αυτά είναι μέχρι που
μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για ένα όνειρο. Συνήθως μιλάμε για τα όνειρα και
τη φιλοδοξία ως κάτι αποκλειστικά θετικό. «Μην τα παρατάς», «κυνήγησε το μέχρι
τέλους», αλλά υπάρχει άραγε ένα σημείο όπου το «μέχρι τέλους» γίνεται
επικίνδυνο; Πότε η επιμονή μετατρέπεται σε εμμονή; Και κυρίως, αντιλαμβανόμαστε
εμείς οι ίδιοι πότε έχουμε περάσει αυτή τη γραμμή;
Δεν θα ήθελα να δώσω εγώ την απάντηση. Θα προτιμούσα δέκα
άνθρωποι να διαβάσουν το βιβλίο και να φύγουν έχοντας δέκα λίγο διαφορετικές
σκέψεις.
Γιατί από τη στιγμή που ένα βιβλίο εκδίδεται, κατά κάποιον
τρόπο σταματά να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που το έγραψε.
Σας
ενδιαφέρει ο χώρος του κινηματογράφου; Στο βιβλίο σας η Έβδομη Τέχνη παίζει
κομβικό ρόλο.
Πάντα με
ενδιέφερε ο κινηματογράφος, αλλά περισσότερο με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο
αφηγείται μια ιστορία.
Στη λογοτεχνία έχουμε τις λέξεις. Στον κινηματογράφο μπορεί
να υπάρχει μία σκηνή στην οποία κανείς δεν μιλά και παρ’ όλα αυτά, να έχουν
ειπωθεί τα πάντα. Ένα βλέμμα, μια κίνηση της κάμερας, η μουσική ή ακόμη και η
απουσία της μπορούν να αλλάξουν εντελώς αυτό που αισθάνεται ο θεατής.
Ίσως για αυτό, όταν γράφω, βλέπω πολύ συχνά τις σκηνές σαν
εικόνες. Πριν ακόμη βρω τις σωστές λέξεις, έχω συνήθως στο μυαλό μου τον χώρο,
τους ανθρώπους, το φως, τον τρόπο που κινούνται.
Στο «Φινάλε» βέβαια ο κινηματογράφος είναι κάτι
περισσότερο. Είναι ουσιαστικά η γλώσσα του Λεωνίδα. Είναι το όνειρο του, το
καταφύγιο του και σταδιακά, γίνεται και η εμμονή του και μου άρεσε πολύ αυτή η
αντίφαση, κάτι τόσο δημιουργικό και όμορφο να μπορεί, όταν χαθούν τα όρια, να
αποκτήσει μια πολύ σκοτεινή πλευρά
Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
Νομίζω πως
είναι, ακόμη κι όταν ο συγγραφέας δεν ξεκινά με αυτή την πρόθεση.
Δεν γράφουμε σε κενό. Οι χαρακτήρες που δημιουργούμε ζουν
σε μια κοινωνία, έχουν οικονομικές δυσκολίες, σχέσεις, οικογένειες, φιλοδοξίες,
απογοητεύσεις, φόβους. Επηρεάζονται από την εποχή τους, όπως επηρεαζόμαστε κι
εμείς.
Ακόμη και η επιλογή του τι θεωρούμε άξιο να γίνει ιστορία
λέει κάτι για εμάς και για την εποχή μας.
Από την άλλη, προσωπικά δεν θα ήθελα ποτέ να αντιμετωπίσω
τη λογοτεχνία σαν κήρυγμα. Θεωρώ πολύ πιο ισχυρό ένα βιβλίο που σε κάνει να
αισθανθείς και να αναρωτηθείς, παρά ένα βιβλίο που σου λέει τι πρέπει να
σκεφτείς.
Μπορεί η λογοτεχνία να δρομολογήσει
αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο;
Μπορεί,
αλλά ίσως όχι πάντα με τον θεαματικό τρόπο που φανταζόμαστε όταν ακούμε τη λέξη
«αλλαγή».
Ένα βιβλίο μπορεί να μη μεταμορφώσει από μόνο του μια
κοινωνία. Μπορεί όμως να αλλάξει έναν άνθρωπο. Να τον βάλει για μερικές ώρες
στη θέση κάποιου που δεν του μοιάζει καθόλου. Να τον αναγκάσει να δει μια
κατάσταση από μια πλευρά που δεν είχε σκεφτεί και θεωρώ ότι αυτή είναι μια πολύ
ουσιαστική δύναμη της λογοτεχνίας.
Γιατί πριν αλλάξει οτιδήποτε σε συλλογικό επίπεδο, συνήθως
έχει προηγηθεί μια αλλαγή στον τρόπο που κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται,
αισθάνονται ή αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους.
Πότε
καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;
Δεν θυμάμαι να
υπήρξε μία συγκεκριμένη στιγμή που είπα «θέλω να γίνω συγγραφέας».
Γράφω από περίπου έντεκα ετών. Τότε φυσικά δεν υπήρχε στο
μυαλό μου ούτε έκδοση ούτε βιβλιοπωλεία ούτε οτιδήποτε από αυτά. Υπήρχε απλώς η
ανάγκη να φτιάχνω ιστορίες. Νομίζω ότι στην αρχή ήταν περισσότερο παιχνίδι.
Δημιουργούσα ανθρώπους και κόσμους και μπορούσα να αποφασίσω τι θα τους συμβεί.
Στα δεκαεπτά μου άρχισα να δημοσιεύω ιστορίες διαδικτυακά
και εκεί γνώρισα για πρώτη φορά κάτι εντελώς διαφορετικό, τον αναγνώστη.
Ξαφνικά κάτι που μέχρι τότε υπήρχε μόνο για μένα μπορούσε να κάνει έναν άγνωστο
άνθρωπο να αισθανθεί κάτι.
Με τα χρόνια η συγγραφή σταμάτησε να είναι απλώς μια
ασχολία που μου άρεσε. Έγινε ένας τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι και
επεξεργάζομαι ιστορίες, ανθρώπους και καταστάσεις.
Το να κρατήσω όμως το πρώτο μου βιβλίο στα χέρια μου ήταν
ίσως η στιγμή που συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ ότι θέλω αυτό το ταξίδι
να συνεχιστεί.
Ποια
ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
Είναι πολύ
δύσκολο να περιγράψεις αυτή τη στιγμή χωρίς να ακουστείς λίγο υπερβολικός.
Για τόσο καιρό «Το Φινάλε» ήταν κάτι άυλο. Ένα αρχείο στον
υπολογιστή μου. Παράγραφοι που άλλαζαν, κεφάλαια που ξαναγράφονταν, σημειώσεις,
διορθώσεις. Ήξερα φυσικά ότι θα γίνει βιβλίο, αλλά άλλο είναι να το γνωρίζεις
και άλλο να το βλέπεις μπροστά σου.
Θυμάμαι ότι όταν το κράτησα για πρώτη φορά, το κοιτούσα
περισσότερο από όσο το ξεφύλλιζα. Υπήρχε αυτή η παράξενη σκέψη «Αυτό κάποτε δεν
υπήρχε πουθενά. Ήταν απλώς μια ιδέα μέσα στο κεφάλι μου» και τώρα είχε
εξώφυλλο, σελίδες, βάρος.
Ένιωσα μεγάλη χαρά και συγκίνηση, αλλά μαζί και μια μικρή
αμηχανία. Γιατί συνειδητοποιείς ότι κάτι αρκετά προσωπικό φεύγει πλέον από
εσένα. Θα το πάρουν άνθρωποι που δεν γνωρίζεις, θα το διαβάσουν, θα το
αγαπήσουν ή δεν θα το αγαπήσουν, θα σχηματίσουν άποψη για τους χαρακτήρες σου.
Αυτό είναι λίγο τρομακτικό, αλλά είναι και ο λόγος που
γράφουμε βιβλία.
Τι
συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
Για μένα
δεν τελειώνουν μαζί με το βιβλίο. Όταν περνάς μήνες γράφοντας έναν χαρακτήρα,
καταλήγεις να γνωρίζεις πολύ περισσότερα για αυτόν από όσα τελικά γράφονται.
Ξέρεις πώς θα αντιδρούσε σε καταστάσεις που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, τι θα
φοβόταν, τι θα τον εκνεύριζε. Υπάρχει δηλαδή ένα κομμάτι του χαρακτήρα που δεν
φτάνει ποτέ στον αναγνώστη.
Όταν γράφω την τελευταία σελίδα, υπάρχει ένα παράξενο κενό.
Για μήνες αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας μου και
ξαφνικά δεν χρειάζεται να σκεφτώ τι θα κάνουν αύριο.
Από εκείνο το σημείο όμως αρχίζουν να υπάρχουν στο μυαλό
κάποιου άλλου και νομίζω ότι αυτή είναι ίσως η ωραιότερη δεύτερη ζωή που μπορεί
να αποκτήσει ένας φανταστικός χαρακτήρας.
Έχετε
βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
Φυσικά,
αλλά όχι απαραίτητα τις καταστάσεις που βιώνουν εκείνοι.
Για να γράψεις για την απώλεια, δεν χρειάζεται να έχεις
χάσει ότι έχασε ο χαρακτήρας σου. Για να γράψεις για τη φιλοδοξία, δεν
χρειάζεται να έχεις φτάσει εκεί όπου φτάνει ο Λεωνίδας.
Τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα είναι κοινά. Όλοι έχουμε
φοβηθεί, έχουμε αισθανθεί μόνοι, έχουμε απογοητευτεί, έχουμε θελήσει κάτι πάρα
πολύ.
Από εκεί ξεκινώ. Παίρνω ένα συναίσθημα που μπορώ να
καταλάβω και το τοποθετώ μέσα σε μια εντελώς διαφορετική ζωή.
Ίσως τελικά αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα
στη συγγραφή, μπορείς να γράψεις για έναν άνθρωπο που δεν σου μοιάζει καθόλου
και παρ’ όλα αυτά να βρεις κάπου μέσα του κάτι που αναγνωρίζεις.
Σας
μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
Δεν θα
έλεγα ότι κάποιος χαρακτήρας μου είναι αυτοβιογραφικός. Σίγουρα όμως αφήνουμε
μικρά κομμάτια μας στους ανθρώπους που δημιουργούμε, πολλές φορές χωρίς καν να
το καταλαβαίνουμε.
Στον Λεωνίδα, για παράδειγμα, μπορώ να αναγνωρίσω τη
δημιουργική ανησυχία και την επιθυμία να πάρεις κάτι που υπάρχει μόνο μέσα στο
κεφάλι σου και να το κάνεις πραγματικότητα. Μπορώ επίσης να καταλάβω τη
φιλοδοξία του και την ανάγκη του να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει κάτι
σημαντικό.
Ευτυχώς, οι ομοιότητές μας μάλλον σταματούν κάπου εκεί!Αλλά αυτό ακριβώς βρίσκω ενδιαφέρον στους χαρακτήρες. Δεν
χρειάζεται να συμφωνώ μαζί τους για να μπορώ να τους καταλάβω και ως συγγραφέας
πρέπει, έστω για όσο γράφω, να μπορώ να μπω στο μυαλό τους χωρίς να τους
δικάζω.
Ποιος
είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
Δεν είμαι
από τους ανθρώπους που δείχνουν κάθε καινούργια σελίδα μόλις τη γράψουν. Νομίζω
ότι ειδικά στην αρχή, μια ιστορία είναι αρκετά εύθραυστη. Μπορεί να έχω στο
μυαλό μου μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και λίγες σελίδες αργότερα να ανακαλύψω
ότι τελικά θέλει να με οδηγήσει κάπου εντελώς διαφορετικά. Για αυτό χρειάζομαι
πρώτα να μείνω λίγο μόνος μαζί της.
Θέλω να γνωρίσω τους χαρακτήρες μου χωρίς να χρειάζεται
ακόμη να τους εξηγήσω σε κάποιον άλλον. Να κάνω λάθη, να αλλάξω γνώμη, να γράψω
μια σκηνή και την επόμενη ημέρα να αποφασίσω ότι δεν μου αρέσει καθόλου και να
τη διαγράψω. Σε αυτό το στάδιο προσπαθώ περισσότερο να ακούσω την ιστορία παρά
να σκεφτώ πως θα τη διαβάσει κάποιος.
Ίσως υπάρχει και κάτι προστατευτικό σε αυτό. Όταν μια
ιστορία είναι ακόμη μόνο δική μου, δεν θέλω να επηρεαστώ από μια εξωτερική
γνώμη πριν προλάβω να σχηματίσω τη δική μου. Γιατί ακόμη και ένα πολύ
καλοπροαίρετο σχόλιο μπορεί να φυτέψει μια αμφιβολία και ξαφνικά να αρχίσεις να
γράφεις έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού σου τι θα αρέσει ή τι δεν θα αρέσει
στον άλλον. Κι εκεί θεωρώ ότι υπάρχει ο κίνδυνος να χάσεις κάτι από την αρχική
σου πρόθεση.
Όταν όμως αισθανθώ ότι η ιστορία έχει αποκτήσει πλέον τη
δική της ταυτότητα, τότε αλλάζει και η ανάγκη μου. Εκεί θέλω το δεύτερο βλέμμα.
Κάποιον που δεν έχει περάσει μήνες μέσα στο κεφάλι μου και μπορεί να δει
πράγματα που εγώ πλέον θεωρώ αυτονόητα. Να μου πει ότι κάπου χάθηκε, ότι ένας
χαρακτήρας αντέδρασε με τρόπο που δεν κατάλαβε ή ακόμη και ότι μια σκηνή που
εγώ θεωρούσα σημαντική δεν του προκάλεσε τίποτα.
Ποιος
είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
Δεν μπορώ
να τον περιγράψω ηλικιακά ή να πω ότι γράφω αποκλειστικά για έναν συγκεκριμένο
τύπο ανθρώπου.
Ιδανικός αναγνώστης για μένα είναι εκείνος που θα επιτρέψει
στην ιστορία να τον βάλει λίγο σε άβολη θέση.
Ειδικά στο «Φινάλε» δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν
πρωταγωνιστή που ο αναγνώστης απλώς θα αγαπήσει ή θα μισήσει. Με ενδιαφέρει
περισσότερο εκείνο το ενδιάμεσο σημείο. Να θυμώνεις με τον Λεωνίδα και λίγες
σελίδες αργότερα να τον λυπάσαι. Να καταλαβαίνεις γιατί κάνει κάτι χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι το δικαιολογείς.
Αν λοιπόν κάποιος κλείσει την τελευταία σελίδα και ο
Λεωνίδας συνεχίσει να υπάρχει για λίγο μέσα στο κεφάλι του, ακόμη κι αν δεν
έχει αποφασίσει τι ακριβώς αισθάνεται για αυτόν, για μένα αυτό είναι ίσως το
μεγαλύτερο κομπλιμέντο.
Γράφοντας,
έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
Πολλά και
κάποια όχι αμέσως. Υπάρχουν φορές που γράφεις κάτι θεωρώντας ότι αφορά
αποκλειστικά τον χαρακτήρα σου και όταν επιστρέφεις σε αυτό μήνες αργότερα
καταλαβαίνεις ότι ίσως υπήρχε μέσα του κάτι δικό σου.
Η συγγραφή σε αναγκάζει επίσης να κάνεις συνεχώς ερωτήσεις.
Γιατί αυτός ο άνθρωπος συμπεριφέρεται έτσι; Τι φοβάται πραγματικά; Τι προσπαθεί
να αποδείξει; Γιατί θέλει τόσο πολύ αυτό που θέλει;
Και πολλές φορές, στην προσπάθεια να απαντήσεις για τον
χαρακτήρα σου, καταλήγεις να απαντάς και για εσένα.
Μέσα από το «Φινάλε» κατάλαβα ακόμη περισσότερο πόσο με
ενδιαφέρουν οι αντιφάσεις των ανθρώπων. Δεν με γοητεύει ιδιαίτερα ο απόλυτα
καλός ή ο απόλυτα κακός χαρακτήρας. Με ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που
μπορεί να αγαπά και ταυτόχρονα να πληγώνει, που μπορεί να έχει δίκιο για κάτι
και να κάνει εντελώς λάθος επιλογές.
Γιατί νομίζω ότι εκεί κρύβεται κάτι πολύ πιο αληθινό.
Υπήρξε
κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
Το ίδιο το
βιβλίο μου ανέτρεψε κυρίως την πεποίθηση ότι ο συγγραφέας πρέπει να γνωρίζει τα
πάντα πριν ξεκινήσει.
Όταν άρχισα το «Φινάλε», πίστευα ότι ήξερα αρκετά καλά που
πήγαινα. Υπήρχε σχεδιασμός και μάλιστα, υπήρχε διαφορετικό τέλος.
Στην πορεία όμως οι χαρακτήρες και οι επιλογές τους άρχισαν
να οδηγούν την ιστορία αλλού και κάποια στιγμή έπρεπε να αποφασίσω αν θα τους
αναγκάσω να ακολουθήσουν το αρχικό μου σχέδιο ή αν θα ακολουθήσω εγώ εκείνους.
Επέλεξα το δεύτερο.
Αυτό μου έμαθε κάτι που προσπαθώ να κρατήσω και στα επόμενα
κείμενα μου χρειάζεται να έχεις σχέδιο, αλλά χρειάζεται και να ξέρεις πότε
πρέπει να το εγκαταλείψεις. Μερικές φορές η ιστορία καταλαβαίνει πριν από εσένα
πού πρέπει να καταλήξει.
Σας
αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
Πάρα πολύ
και τώρα που το βιβλίο βρίσκεται πλέον στα χέρια αναγνωστών, το ανακαλύπτω
ακόμη περισσότερο.
Για πολύ καιρό η σχέση με το «Φινάλε» ήταν σχεδόν μοναχική.
Ήμουν εγώ, η οθόνη και οι χαρακτήρες. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας άνθρωπος που δεν
γνωρίζεις και σου μιλά για τον Λεωνίδα σαν να τον γνωρίζει κι εκείνος.
Αυτό είναι ένα πολύ περίεργο αλλά όμορφο συναίσθημα και δεν
με ενδιαφέρει μόνο να ακούω ότι άρεσε σε κάποιον το βιβλίο. Με ενδιαφέρει πολύ
περισσότερο να ακούσω γιατί. Ποια σκηνή του έμεινε, με ποιον χαρακτήρα θύμωσε,
τι περίμενε ότι θα συμβεί, σε ποιο σημείο άλλαξε γνώμη.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι το βιβλίο έχει αρχίσει να ζει χωρίς
εσένα.
Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας
«υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
Ναι, και
νομίζω ότι είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί να συμβούν σε έναν
συγγραφέα.
Έχω ακούσει διαφορετικές ερμηνείες για συμπεριφορές και
στιγμές του Λεωνίδα και μερικές φορές η πρώτη μου σκέψη ήταν «Δεν το είχα δει
έτσι».
Παλαιότερα ίσως πίστευα ότι υπάρχει μία «σωστή» ερμηνεία
ενός κειμένου, αυτή που είχε ο συγγραφέας όταν το έγραφε. Τώρα δεν είμαι
καθόλου βέβαιος για αυτό.
Ο αναγνώστης έρχεται στο βιβλίο κουβαλώντας τη δική του ζωή
και τις δικές του εμπειρίες. Επομένως βλέπει πράγματα που εγώ ενδεχομένως δεν
μπορούσα να δω και δεν θέλω να του τα αφαιρέσω λέγοντας «όχι, εγώ δεν εννοούσα
αυτό». Αν υπάρχει μέσα στο κείμενο και εκείνος το ένιωσε, τότε από τη στιγμή
που το βιβλίο έφυγε από τα χέρια μου, αυτή η ανάγνωση του ανήκει.
Υπάρχει
κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
Δυσκολεύομαι
να επιλέξω έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και να πω ότι αυτός με επηρέασε, γιατί
πιστεύω ότι κάθε ιστορία που διαβάζουμε αφήνει κάτι μέσα μας, ακόμη κι όταν δεν
το αντιλαμβανόμαστε.
Υπάρχουν βιβλία που με έχουν επηρεάσει για την ατμόσφαιρα
τους, άλλα για τον τρόπο που χτίζουν τους χαρακτήρες τους και άλλα επειδή
τόλμησαν να πάνε την ιστορία κάπου που δεν περίμενα.
Αυτό που προσπαθώ πάντως να αποφύγω είναι να κάθομαι να
γράψω έχοντας στο μυαλό μου ότι θέλω να μοιάσω σε κάποιον. Ειδικά τώρα, στα
πρώτα μου συγγραφικά βήματα, θεωρώ πολύ σημαντικό να ανακαλύψω τη δική μου φωνή
και αυτό μάλλον δεν συμβαίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Χτίζεται βιβλίο με το
βιβλίο.
Είναι
εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
Είναι
δύσκολη, αλλά αν ήταν μόνο δύσκολη, κανείς μας δεν θα επέστρεφε συνεχώς σε
αυτή.
Υπάρχουν μέρες που μπορεί να γράψω αρκετές σελίδες και να
νιώθω ότι η ιστορία προχωρά σχεδόν χωρίς προσπάθεια και υπάρχουν άλλες που
μπορεί να περάσω πολλή ώρα πάνω από μία παράγραφο και στο τέλος να τη διαγράψω.
Το δύσκολο για μένα δεν είναι πάντα να βρω τι θα συμβεί.
Είναι να βρω τον σωστό τρόπο να το πω.
Το πρώτο draft του «Φινάλε» γράφτηκε σχετικά γρήγορα, περίπου μέσα σε
τρεις με τέσσερις μήνες. Μετά όμως ήρθε το πραγματικό γράψιμο, οι διορθώσεις,
οι αλλαγές, τα σημεία που δεν λειτουργούσαν, το ξαναγράψιμο. Μέχρι να φτάσει
στην τελική του μορφή πέρασε περίπου ένας χρόνος και κάπου εκεί κατάλαβα ότι το
να γράψεις «Τέλος» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τελείωσες.
Τι είναι λοιπόν το γράψιμο για μένα; Νομίζω ένας τρόπος να
δίνω μορφή σε πράγματα που διαφορετικά θα έμεναν απλώς σκέψεις. Μια εικόνα που
είδα στο μετρό μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος. Ο άνθρωπος να αποκτήσει παρελθόν.
Το παρελθόν να δημιουργήσει μια επιλογή. Και κάποια στιγμή όλα αυτά βρίσκονται
τυπωμένα σε ένα βιβλίο που κρατά ένας άγνωστος.
Ακόμη μου φαίνεται λίγο παράξενο όταν το σκέφτομαι.
Αν
και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε
κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
Υπάρχει
και ίσως λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε!
Δεν σταμάτησα να γράφω όταν ολοκληρώθηκε το «Φινάλε». Το
αντίθετο. Υπάρχουν ήδη επόμενες ιστορίες, κάποιες περισσότερο προχωρημένες και
κάποιες που προς το παρόν υπάρχουν ως σημειώσεις, σκηνές και ιδέες.
Ένα από τα πράγματα που συνειδητοποίησα μετά το «Φινάλε»
είναι ότι δεν θέλω να γράψω ξανά την ίδια ιστορία με διαφορετικά ονόματα. Θέλω
κάθε καινούργιο βιβλίο να με δυσκολεύει λίγο και να με αναγκάζει να δοκιμάσω
κάτι διαφορετικό.
Αυτό που φαίνεται όμως ότι με ακολουθεί είναι το ενδιαφέρον
μου για την ανθρώπινη ψυχολογία. Με ενδιαφέρει τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος
πιέζεται στα άκρα, τι επιλέγει να κρύψει από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο
του τον εαυτό και πόσο αξιόπιστη είναι τελικά η πραγματικότητα που
αντιλαμβάνεται.
Για το τι ακριβώς έρχεται μετά «Το Φινάλε», θα κρατήσω προς
το παρόν λίγη από τη μυστικότητα που ζητάω και από τις ιστορίες μου.
Μπορώ όμως να πω ότι το «Τέλος» του πρώτου βιβλίου δεν ήταν
το δικό μου συγγραφικό φινάλε, μάλλον ήταν η αρχή.