20 Νοε 2019

ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΝΩΝ


ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΝΩΝ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΚΟΛΤΣΟΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 421, Ιούνιος 2019

     Το δεύτερο μυθιστόρημα του Α. Γκόλτσου σας παρουσιάζω σήμερα.
     Ο Αλκιβιάδης Πικρός, είναι ένας 36χρονος συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών. Μετά από ένα βίαιο και μεγάλο ψυχικό τραύμα που βίωσε πριν από λίγο καιρό, δεν μπορεί να γράψει ούτε γραμμή. Έχει ένα μοναδικό συγγενή, τον θείο Αλκιβιάδη, με τον οποίο δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε σχέση. Ζει μόνος σε ένα διαμέρισμα στο Μετς. Το τραύμα έχει εντείνει την τάση του να αποφεύγει τους ανθρώπους. Έχει επαφή με ελάχιστους, κυρίως τηλεφωνικά, όποτε απαντά στο τηλέφωνο ή όταν το έχει συνδεδεμένο στην πρίζα. Όσο για το κινητό του, το θεωρεί μηχάνημα του… διαβόλου. Η συμπεριφορά του είναι εντελώς αλλοπρόσαλλη. Άλλες φορές περνάει ατέλειωτες ώρες καπνίζοντας, πίνοντας αμέτρητους καφέδες και κοιτώντας το ταβάνι. Άλλες νιώθει τους τοίχους να τον πλακώνουν και παίρνει τους δρόμους. Όπως είναι φυσικό, λόγω της συμπεριφοράς του και λόγω των όσων βίωσε, η δημιουργία σχέσης, δεν περνά ούτε καν σαν σκέψη από το μυαλό του. Μόνο αραιά και που, φροντίζει η βόλτα του να περνά έξω από το μπαρ Odeon, όπου εργάζεται η Ζουλού (κατά κόσμον Λίζα Λέκκα), με την οποία γνωρίζονται και ανταλλάσουν έναν χαιρετισμό. Αυτό είναι ότι πιο κοντινό έχει σε ερωτική σχέση. Ένα νεύμα κάπου-κάπου. Έχει αντιστρέψει τη φυσική τάξη. Κοιμάται ή καλύτερα προσπαθεί να κοιμηθεί τη μέρα-η σχέση του με τον ύπνο είναι πολύ κακή-και παραμένει ξύπνιος τη νύχτα.
     Ένα βράδυ δέχεται την επίσκεψη ενός από τους λίγους ανθρώπους που έχει επαφή. Είναι ο Απόστολος Αποστόλου, ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου Ασπάλακας, όπου ο Πικρός εκδίδει τα βιβλία του. Έχει να του πει ενδιαφέροντα νέα. «Κάποιος άφησε έναν φάκελο στο γραμματοκιβώτιο του Ασπάλακα. Έναν φάκελο με ένα γράμμα γραμμένο σε υπολογιστή. Μη με ρωτάς, αποστολέας άγνωστος. Το περασμένο Σάββατο. Ήταν για σένα και για μένα». Ο άγνωστος, που αποκαλούσε τον εαυτό του ενθουσιώδη αναγνώστη και θαυμαστή του έργου του Αλκιβιάδη, του πρότεινε, έναντι αδρής αμοιβής, να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με μόνο αναγνώστη τον ίδιο. Το μυθιστόρημα θα είναι σε τέσσερις ενότητες των είκοσι χιλ. λέξεων η κάθε μία. Κάθε ενότητα έπρεπε να παραδίδεται ανά τρίμηνο και θα αμείβονταν με το ποσό των οκτώ χιλ. ευρώ, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για τα οικονομικά του Πικρού, που είχαν αρχίσει να παίρνουν την κάτω βόλτα.
     Αρχικά ο Πικρός, αντιμετωπίζει την πρόταση με έντονη δυσπιστία. Πιστεύει ότι «Κάποιος δικός σου, προκειμένου να σε ξυπνήσει και να σε φέρει πίσω στη ζωή ντύνεται «ενθουσιώδης αναγνώστης» και σε βγάζει από το τέλμα, αυτό δεν είναι;». Όταν κάμπτεται η αρχική του δυσπιστία, αποφασίζει να γράψει το μυθιστόρημα, τηρώντας τους όρους που θέτει ο «ενθουσιώδης αναγνώστης». Μια απόφαση που πυροδοτεί αλυσίδα εξελίξεων, τόσο εκρηκτικών, που θα κάνει το ερώτημα της Phyllis Dorothy James, «Έχει κάθε μυθιστοριογράφος μια ηθική ευθύνη για τις πιθανές επιπτώσεις των όσων γράφει;» επίκαιρο όσο ποτέ.
     Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με χιούμορ, έχει έντονα του στοιχεία του σασπένς, που εντείνουν οι ανατροπές και τα ερωτήματα που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του μύθου, ιδιαίτερο τρόπο γραφής, που φανερώνει επιρροές από τους αμερικανούς κλασικούς συγγραφείς του είδους, κι έναν πολύ έντεχνα και διεισδυτικά δομημένο κεντρικό χαρακτήρα, που με τη συμπεριφορά, τις εμμονές και τις ιδιαιτερότητές του, προκαλεί σωρεία-πολλές φορές αντιφατικών-συναισθημάτων στον αναγνώστη.    


16 Νοε 2019

Η ΤΡΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ


Η ΤΡΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΣΑΒΙΑΝΟ
Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 453, Μάιος 2019

     Ο ιταλός δημοσιογράφος Ρ. Σαβιάνο, μετά τις έρευνες και τα ρεπορτάζ που έκανε για την Καμόρρα, τη ναπολιτάνικη μαφία, έγραψε μερικά βιβλία, που αποκαλύπτουν την εγκληματική της δραστηριότητα και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί. Από το 2006, που εκδόθηκε το πρώτο από αυτά τα βιβλία, (έχει τίτλο «Γόμορρα» και έχει μεταφραστεί σε 50 γλώσσες!) η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο και ζει σε καθεστώς αστυνομικής προστασίας. Το βιβλίο «Η Τράτα Των Παιδιών», εμπνευσμένο από όσα είδε στη διάρκεια των ρεπορτάζ που έκανε, είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
     «Τράτα» στη ναπολιτάνικη διάλεκτο, ονομάζεται μια συμμορία που δρα στα πλαίσια της Καμόρρα, δέχεται εντολές μόνο από τους αρχηγούς της και λογοδοτεί –αν χρειαστεί-πάλι σε υψηλά ιστάμενους. Τα μέλη της, θεωρούν ότι τους δένουν άρρηκτοι δεσμοί.
     Την ιστορία της δημιουργίας μιας τράτας, μας αφηγείται στο βιβλίο του ο συγγραφέας. Ένας φιλόδοξος, αδίστακτος και με ηγετικές ικανότητες 16χρονος, που δεν έχει τελειώσει ακόμη το λύκειο, ο Νίκολας Φιορίλλο, γνωστός ως Μαραζά, διαβλέποντας ένα κενό στο κέντρο της Νάπολι, θέλει να δημιουργήσει, με τους επίσης ανήλικους φίλους του, μια τράτα. «Κι αυτός έπρεπε να βρει κάποιον υψηλά ιστάμενο να κάνει μια συμφωνία. Αλλά ποιόν; Ο δον Φελιτσιάνο Στριάνο είχε μετανοήσει, ο Κοπακαμπάνα βαστούσε γερά, αλλά, σε κάθε περίπτωση, βρισκόταν στο Ποτζορεάλε και ο Μιτσόνε ήταν ο ξένος που έτρωγε την καρδιά της Νάπολης». Όμως ο Μαραζά, θέλει να φτιάξει μια τράτα η οποία θα δρα ανεξάρτητα, δεν θα είναι υποχείριο καμιάς «οικογένειας», δεν θα δίνει λογαριασμό σε κανένα και θα διαχειρίζεται όπως επιθυμούν τα μέλη, τα «κέρδη» της.
     Λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν τους δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Ο Μαραζά όμως, με μακιαβελικές κινήσεις-στο σχολείο δεν πήγαινε πολύ καλά, αλλά όταν το μάθημα αναφερόταν στον Μακιαβέλι και το έργο του, ήταν όλος αυτιά- καταφέρνει να εξασφαλίσει οπλισμό, αλλά και χώρο που θα χρησιμοποιούσαν ως κρησφύγετο. «Ο Μαραζά ήξερε ακριβώς αυτό: ότι όλα θα ξεκινούσαν πραγματικά όταν θα έβαζαν μαζί τα λεφτά τους, όταν θα είχαν στ’ αλήθεια ενωθεί, όταν το μέρος απ’ όπου θα ξεκινούσαν για να κάνουν τις δουλειές τους θα ήταν όντως κοινό. Έτσι δημιουργείται η οικογένεια. Έτσι θα έκανε πραγματικότητα το όνειρό του: την τράτα».
     Τώρα, πανέτοιμοι πια, θα βγουν στους δρόμους της Νάπολι να σπείρουν τον τρόμο και να πάρουν τα λεφτά. Γιατί λεφτά έχουν αυτοί «που πάνε να τα πάρουν και δεν περιμένουν να τους τα δώσει κάποιος».
     Ο Ρ. Σαβιάνο, μπαίνει στο μυαλό των πρωταγωνιστών του, γνωρίζει τον τρόπο σκέψης τους, τους κώδικές τους, τις αξίες τους, τις αδυναμίες τους και καταφέρνει να μας δώσει μια μοναδική τοιχογραφία του υπόκοσμου της Νάπολι και ιδιαίτερα της νεανικής εγκληματικότητας. Που ξεκινά από απλά «κόλπα» στις παιδικές χαρές και φτάνει μέχρι τις άγριες δολοφονίες.
     Το βιβλίο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο με τίτλο «Η Μεγάλη Νύχτα Της Νάπολης». Έχει αποσπάσει την Αργυρή Άρκτο για το καλύτερο σενάριο στην Berlinale 2019 καθώς κι το βραβείο της κριτικής επιτροπής του Festival International Du Film Policier De Beaune 2019. Στην Ελλάδα ξεκίνησε να προβάλλεται από τις 26 Σεπτεμβρίου.

10 Νοε 2019

ΣΤΡΑΤΗΣ ΓΑΛΑΝΟΣ


ΣΤΡΑΤΗΣ ΓΑΛΑΝΟΣ
      Ο Στρατής Γαλανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Διαμένει μόνιμα στη Νέα Ιωνία Αττικής. Είναι εκ γενετής τετραπληγικός και μετακινείται με αναπηρικό αμαξίδιο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών απ’ όπου αποφοίτησε το 1991. Μιλά τέσσερις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά, με αντίστοιχα πτυχία πανεπιστημίων του εξωτερικού.
Μετά την πρακτική του εξάσκηση, εργάστηκε αρχικά ως δικηγόρος (1993-1996), κατόπιν ως υπάλληλος γραμματειακής υποστήριξης στον ΑΝΤΕΝΝΑ (1996) και τέλος ως διοικητικός υπάλληλος στην ΕΥΔΑΠ (1997-2012), από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Διετέλεσε μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής του Πανελλήνιου Συλλόγου Παραπληγικών - ΠΑΣΠΑ. Έργα του: «Η Διαδρομή Και Το Κόμιστρο» (2019, Ε.Ο. Λιβάνη).
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Η πρώτη ύλη του μυθιστορήματός μου προέρχεται από προφορικές αφηγήσεις ατόμων του στενού οικογενειακού μου περιβάλλοντος, μαρτυρίες της μητέρας μου, των αδελφών και ξαδέλφων της, των γιαγιάδων μου. Γύρω από έναν πυρήνα αληθινών περιστατικών και γεγονότων, σαρκώνεται ο καρπός της μυθοπλασίας, τι είναι όμως πραγματικό και τι επινοημένο από τη συγγραφική φαντασία, αυτό είναι δυσδιάκριτο ακόμα και σε μένα τον ίδιο. Γιατί κάθε φορά που διηγούμαστε μια ιστορία, αναγκαστικά την εφευρίσκουμε και την δημιουργούμε εξαρχής επιλέγοντας τις λέξεις με τις οποίες θα την περιγράψουμε.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το αυτό και ποιο είναι αυτό;
     Στο μέτρον του δυνατού θα ήθελα να αποφύγω τον πειρασμό του διδακτισμού και της ηθικολογίας. Δε γνωρίζω μετά βεβαιότητος τι είναι σωστό και τι λάθος, ούτε είμαι σε θέση να διακρίνω ξεκάθαρα τη λεπτή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το Καλό απ’ το Κακό ώστε να την υποδείξω και στον αναγνώστη κι η μόνη αρετή την οποία θα επιθυμούσα να του εμφυσήσω, θα ήταν αυτή της διαρκούς δυσπιστίας και αμφισβήτησης απέναντι σε κάθε αυτόκλητη αυθεντία, του εαυτού μου μη εξαιρουμένου.

Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Βεβαίως ναι, περιορισμένης όμως έκτασης και ισχύος. Τα βιβλία μυθοπλασίας ή ποίησης έχουν από τη φύση τους περιορισμένες φιλοδοξίες, συνήθως αρκούνται στο να παρέχουν ψυχαγωγία, να διεγείρουν συναισθήματα, να διαμορφώνουν ευαισθησίες, να παρέχουν γνώσεις και σε ορισμένες, εξαιρετικές περιπτώσειςμεγάλων, κλασικών αριστουργημάτων, να συγκροτούν έναν ορισμένο τρόπο να αντιλαμβανόμαστε τον Άνθρωπο και τον Κόσμο, πλην όμως σπανίως τους αλλάζουν κι ακόμη σπανιότερα τους βελτιώνουν, είναι τα κείμενα δοκιμιακού ή θρησκευτικού περιεχομένου εκείνα που διεκδίκησαν και σφετερίστηκαν ετούτο το αμφίβολο προνόμιο υποσχόμενα Ουτοπίες, οι οποίες όμως ουδέποτε υλοποιήθηκαν επί της γης.

Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;
     Αργά, στα σαράντα μου, σαν σύμπτωμα κρίσης της μέσης ηλικίας.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Αμφίθυμα και αντιφατικά. Από τη μια πλευρά, έντονη ικανοποίηση, βαθύτερη από κάθε απλή χαρά που είχα βιώσει ως τότε, μια αίσθηση αυτοπραγμάτωσης καθώς έφτανα στον προορισμό μου και εκπλήρωνα τον μείζονα στόχο που είχα θέσει στη ζωή μου δίχως συμβιβασμούς και εκπτώσεις. Από την άλλη, μια παράξενη και σχεδόν ανεξήγητη αίσθηση αποξένωσης που μου είναι δύσκολο να την εκφράσω με λόγια, αλλά θα την παραλλήλιζα με το συναίσθημα μίας μάνας που αποχωρίζεται το μοναχοπαίδι της. Αυτό το βιβλίο το έγραφα λέξη προς λέξη επί χρόνια ολόκληρα, οι ήρωές του με είχαν συντροφεύσει σε όλο αυτό το μακρύ διάστημα της κυοφορίας και τώρα που είχε πια τυπωθεί ένιωθα ότι δεν μου ανήκε πλέον, ότι είχε αυτονομηθεί και περνούσε στα χέρια αλλωνών, των αναγνωστών, των κριτικών, των μεταφραστών, των εκδοτών. Ήμουν ακόμη ο δημιουργός του, όμως εκείνο ξεκινούσε μια δική του ανεξάρτητη ζωή που ποιος ξέρει πού θα το οδηγήσει;

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Χάνονται στην ομίχλη της Ιστορίας, όπως ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού. Εκτός από αυτούς που πεθαίνουν ή που τους σκοτώνουν οι λέξεις μου εν τω μέσω της αφήγησης, όλοι οι υπόλοιποι θα εξακολουθήσουν να ζουν τις ζωές τους στη φαντασία των αναγνωστών αλλά και στα μελλοντικά κείμενά μου, δημιουργώντας έναν κλειστό, αυτοτροφοδοτούμενο και αυτάρκη μικρόκοσμο, παρόμοιο με αυτούς που επινόησαν ο Μπαλζάκ ή ο Φώκνερ· αυτή τουλάχιστον είναι η πρόθεσή μου.

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Ανήκω σε μια ευνοημένη γενιά που δε γνώρισε πόλεμο, Κατοχή, λιμοκτονία, εξέγερση ή Εμφύλιο σπαραγμό· ακόμη κι από την πιο πρόσφατη περίοδο της Απριλιανής δικτατορίας, μόνο αμυδρές και συγκεχυμένες παιδικές αναμνήσεις διατηρώ. Θα ήταν λοιπόν αλαζονικό και ανεδαφικό συνάμα εάν ισχυριζόμουν ότι έχω βιώματα και συναισθήματα ανάλογα με αυτά των πρωταγωνιστών του βιβλίου μου. Η συγγραφή ωστόσο, μεταξύ άλλων είναι και μία διαρκής και επίπονη άσκηση ενσυναίσθησης, μια συνειδητή προσπάθεια να μπεις στο πετσί ενός άλλου, να καταλάβεις πώς σκέφτεται και τι αισθάνεται σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή που διαφέρει ριζικά από την εποχή μας. Αυτή η απόσταση που μας χωρίζει από το παρελθόν είναι ταυτόχρονα εμπόδιο και προνόμιο για τον συγγραφέα· εμπόδιο επειδή δεν μπορεί να βασιστεί στη δική του πείρα για να κατανοήσει τις πράξεις των προγόνων, προνόμιο διότι του δίνει την ευκαιρία του αναστοχασμού σε συνθήκες νηφαλιότητας, απαλλαγμένες από τον επικαιρικό φανατισμό των πολιτικών και εθνικών αντιπαλοτήτων.

Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Και ναι και όχι. Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι πλάσματα υβριδικά, συνετέθησαν δηλαδή από κομμάτια και πλευρές της προσωπικότητας πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σύμφωνα με την συνταγή για το τέλειο βοδινό του κυρίου Νορπουά που υποδεικνύει ο Μαρσέλ Προυστ στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Κάποια από αυτά τα κομμάτια είναι δικά μου, κάποια άλλα όμως προέρχονται από τις βιογραφίες και την ψυχοσύνθεση ατόμων που έτυχε να γνωρίσω προσωπικά. Η κεντρική αφηγήτρια, ένα αυτοκίνητο ονόματι Πατρίτσια είναι ον δικέφαλο, μισή εγώ, μισή η γυναίκα η οποία υπήρξε η πιο μακρόχρονη και σταθερή ερωτική σχέση της μέχρι τώρα ζωής μου, σε εκείνην ανήκει κατά κύριο λόγο το συναισθηματικό μέρος του χαρακτήρα, σε μένα το νοητικό- εγκυκλοπαιδικό. Η μέγιστη δυσκολία έγκειται νομίζω στην περιγραφή και την ενδοσκόπηση του ριζικά αλλότριου: πώς περιγράφεις έναν ναζιστή δίχως ούτε να τον ωραιοποιήσεις, ούτε και να τον δαιμονοποιήσεις,  όταν δεν είσαι ναζιστής; Πώς να αναπαραστήσεις την εμπειρία ενός λιμοκτονούντα ή μίας πόρνης, όταν δεν έχεις ποτέ πεινάσει ή εκπορνευτεί.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Ήταν η καλή φίλη Νάσια Μπίθα, την οποία θέλω να ευχαριστήσω και δημοσίως για την ενθάρρυνση, την υποστήριξη αλλά και τις κριτικές παρατηρήσεις της.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Δεν ξέρω εάν υπάρχει στ’ αλήθεια ο ιδανικός αναγνώστης, θα τον φανταζόμουνα όμως ως κάποιον φιλότεχνο εστέτ, ο οποίος θα είχε τα ίδια διαβάσματα, ακούσματα και θεάματα με εμένα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί δίχως επεξηγήσεις τις πολλαπλές και συχνά συγκαλυμμένες διακειμενικές αναφορές του κειμένου ή την επίδραση που άσκησαν στον συγγραφέα του η μουσική, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Δεν είναι η Πολύτροπος Μούσα που σε κάνει καλλιτέχνη, ούτε ο φύλακας άγγελός σου ή η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, καλλιτέχνη σε κάνουν οι δαίμονές σου, αυτούς με τους οποίους συνδιαλέγεσαι, συνυπάρχεις και αντιπαλεύεις καθημερινά. Τους προσωπικούς μου δαίμονες ανακάλυψα γράφοντας: την αναβλητικότητα, τη φυγοπονία, τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, τις εμμονές μου, την έλξη προς το Κακό, την ικανότητα να ψεύδομαι συστηματικά και καθ’ έξιν, την αδιακρισία μου που οικειοποιείται τις ιδιωτικές στιγμές των άλλων σαν ηδονοβλεψίας που κοιτάει κρυφά από την κλειδαρότρυπα. Η ίδια η συγγραφή όμως είναι πράξη μετουσίωσης αλχημιστικής φύσεως, μια σχεδόν μαγική και ανεξιχνίαστη διαδικασία, η οποία μετατρέπει το ταπεινό και χθαμαλό σε δημιουργικό έργο· δεν ήταν μήπως ο Άμος Οζ που έγραψε ότι «κουτσομπολιό και υψηλή λογοτεχνία είναι δύο πρώτες ξαδέλφες μαλωμένες χρόνια μεταξύ τους;».

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Συνέβη συχνά, ναι. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, όπως είναι Η Διαδρομή και το Κόμιστρο απαιτεί μεγάλη ερευνητική προεργασία κατά τη διάρκεια της οποίας αναθεώρησα αρκετά στερεότυπα τα οποία έτρεφα σχετικά με το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν. Το μεγαλύτερο όφελος από αυτή τη διαδικασία ήταν ότι ξεπέρασα μια μανιχαϊστική προσέγγιση των γεγονότων και των πρωταγωνιστών τους, αποποιήθηκα την μονοδιάστατη και απλουστευτική απεικόνιση των χαρακτήρων, των κινήτρων και των πράξεών τους, διαπίστωσα τα ασαφή και δυσδιάκριτα όρια μεταξύ Καλού και Κακού, Άσπρου και Μαύρου, αλλά και την απέραντη γκρίζα ζώνη που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους. Γνώση και φανατισμός είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα, όσο μεγαλώνει η πρώτη, μειώνεται ο δεύτερος, ελπίζω την ίδια εντύπωση να αποκομίσουν και οι αναγνώστες. 

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Είναι μια καινούργια εμπειρία για μένα και το εφετινό καλοκαίρι, στα πλαίσια μιας αναγνωστικής λέσχης, αποδείχθηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευεργετική. Πέρα από το γεγονός ότι μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω για την λογοτεχνία και την διαδικασία της συγγραφής, για πρώτη φορά διαπίστωσα ιδίοις όμμασι τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις επενεργούν πάνω στο θυμικό και την συνείδηση των αναγνωστών ή των ακροατών τους κι αυτή η ανακάλυψη, όχι μόνο τόνωσε την αυτοπεποίθησή μου, αλλά λειτουργεί και σαν κίνητρο για να συνεχίσω την προσπάθεια.

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Πρόσφατα ένας αναγνώστης μου έκανε την εξής ερώτηση: «Αν το βιβλίο σου ηχούσε σαν κάποιο μουσικό όργανο, ποιο νομίζεις ότι θα ήταν;». Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά λεπτά της ώρας και πολλή, βασανιστική σκέψη για να μπορέσω να του απαντήσω. Δεν είχα ποτέ φανταστεί πως στα αυτιά ή στα μάτια ενός ακροατή ή ενός αναγνώστη οι λέξεις θα αποκτούσαν ένα συγκεκριμένο και χαρακτηριστικό ηχόχρωμα παρόμοιο με αυτό ενός μουσικού οργάνου. Κάτι τέτοιες στιγμές που ένα τρίτο πρόσωπο αναδεικνύει μια κρυμμένη διάσταση συλλαμβάνοντάς την με την δική του ατομική ευαισθησία, είναι πραγματικά αποκαλυπτικές του τρόπου με τον οποίο το κείμενο επιδρά πάνω στον ψυχισμό του αποδέκτη του.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Είναι αρκετοί αυτοί τους οποίους αναγνωρίζω και τιμώ ως «δασκάλους» μου και το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από πληθώρα διακειμενικών αναφορών που αποτίουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής. Θα αναφέρω ενδεικτικά τρεις λογοτέχνες οι οποίοι -διόλου τυχαία- συνέγραψαν πολύτομα έργα, τριλογίες ή τετραλογίες: τον Τζον Ντος Πάσος, τον Λόρενς Ντάρελ και τον ημέτερο και συνονόματο Στρατή Τσίρκα. Θα ήταν όμως άδικο να μην συμπεριλάβω τον Γουίλιαμ Φώκνερ καθώς επίσης και τρεις ιστορικούς, τα βιβλία των οποίων με συντρόφευσαν καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της συγγραφής, τον Μαρκ Μαζάουερ, τον Χάγκεν Φλάισερ και τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη, ο οποίος μάλιστα με ετίμησε με την συμμετοχή του στην παρουσίαση του μυθιστορήματός μου.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Για έναν τετραπληγικό συγγραφέα η συγγραφή ενός τόσο ογκώδους έργου είναι διπλά δύσκολη υπόθεση: πέρα από το αμιγώς ερευνητικό και δημιουργικό μέρος της με τις άπειρες αμφιβολίες, αμφιταλαντεύσεις και αναθεωρήσεις που σε ταλανίζουν, η ίδια η διαδικασία της πληκτρολόγησης ή της δακτυλογράφησης αποδεικνύεται μια χρονοβόρα, επίπονη και κουραστική χειρωνακτική εργασία.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
     Υλικό υπάρχει, είναι όμως work in progress και όχι κάτι έτοιμο προς δημοσίευση. Η Διαδρομή και το Κόμιστρο έχει σχεδιαστεί να αποτελέσει τον πρώτο τόμο μιας τριλογίας. Καλύπτει χρονικά την περίοδο απ’  το μεγάλο Κραχ του 1929 στην Αμερική έως την Απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα τον Οκτώβριο του 1944. Ο δεύτερος τόμος, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου έχει ήδη γραφτεί, πραγματεύεται το σύντομο δίμηνο της Ειρήνης και το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών και ολοκληρώνεται με την καταστροφή του αυτοκινήτου που πρωταγωνιστεί στον επίλογο της εμφύλιας αναμέτρησης. Ο τρίτος τόμος, εάν ποτέ υπάρξει, θα περιγράφει αποσπασματικά και με χρονικά άλματα τη δύσκολη μεταπολεμική εποχή της ανοικοδόμησης, της μετανάστευσης και της εύθραυστης Δημοκρατίας.

Σας ευχαριστώ πολύ!


5 Νοε 2019

ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΣΤΗ ΜΕΚΚΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ


ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΣΤΗ ΜΕΚΚΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ
ΙΩΣΗΦ Α. ΜΕΒΟΡΑΧ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 206, Μάρτιος 2019

     «Μέκκα Του Καπνού» ονομαζόταν την εποχή του μεσοπολέμου η Καβάλα που μαζί με την Ξάνθη, ήταν οι περιοχές που παρήγαγαν μια εξαιρετική ποικιλία καπνού, τον «Μπασμά», εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου. Η Καβάλα, μέχρι τον Β! παγκόσμιο πόλεμο, είχε μια ανθούσα εβραϊκή κοινότητα. Σήμερα, δεν υπάρχει ούτε ένας. «Το χειρότερο είναι πως, σήμερα, κανείς Εβραίος δεν ζει στην «πόλη σύμβολο» αρμονίας και συμβίωσης των μειονοτήτων». Την ιστορία αυτής της κοινότητας αφηγείται ο Ι. Μεβοράχ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καβάλα, αλλά τώρα ζει στο Ισραήλ. Όμως ποτέ  δεν ξέχασε τον τόπο του, τον οποίο επισκέπτεται συχνά. «Καβάλα. Η γενέτειρά μου. Πάντα ερωτεύσιμη, πάντα εντυπωσιακή και μόνη της σε οδηγεί εκεί που ελάχιστες πόλεις στη χώρα μας μπορούν να σε πάνε».
     Η πρώτη εμφάνιση των Εβραίων στη Μακεδονία χρονολογείται από το 513 π. Χ. Τους απογόνους τους, φαίνεται ότι συνάντησε ο απόστολος Παύλος στους Φιλίππους, όταν περιόδευσε στη Μακεδονία. Τη Βυζαντινή περίοδο «Οι Εβραίοι τράβηξαν σταδιακά την προσοχή τα ηγεσίας της αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη. Ορισμένοι αυτοκράτορες επεδίωξαν με ζήλο να αποκτήσουν τον έλεγχο του πλούτου που κατείχαν και τους επέβαλαν ειδικούς φόρους…». Παρ’ όλα αυτά, οι κοινότητες συνέχισαν να μεγαλώνουν. Η μεγάλη όμως αύξηση, έγινε την Οθωμανική περίοδο. Οι διωγμοί που ξεκίνησαν ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα της Ισπανίας το 1492, ανάγκασαν διακόσιες χιλ. Εβραίους να εγκαταλείψουν τη χώρα και να κατευθυνθούν σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Ένας αριθμός κατευθύνθηκε στις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτοί όχι μόνο έγιναν ευνοϊκά δεκτοί από τον σουλτάνο που πίστευε ότι με εμπορικό τους δαιμόνιο θα συνέβαλλαν στην οικονομία της αυτοκρατορίας, αλλά και τους παραχώρησε ειδικές φορολογικές απαλλαγές. Τότε ξεκίνησε και η ανάπτυξη της κοινότητας στην Καβάλα. Σταδιακά οι Εβραίοι ενεπλάκησαν στο εμπόριο του καπνού και αρκετοί από αυτούς, κατόρθωσαν με την εργατικότητά τους και τις έξυπνες επιχειρηματικές κινήσεις, να δημιουργήσουν αξιόλογες περιουσίες. Αλλά και αυτοί που δεν είχαν τέτοιες δυνατότητες, εργαζόμενοι στα καπνομάγαζα, κατάφερναν να διατηρούν ένα καλό βιοτικό επίπεδο.
     Ο 20ος αιώνας, υπήρξε ιδιαίτερα πυκνός σε ιστορικά γεγονότα. Η εβραϊκή κοινότητα, γνωρίζει τη μεγάλη άνθηση, αλλά και την απόλυτη καταστροφή. Τον Μάρτιο του 1943, συλλαμβάνονται από τους Βούλγαρους κατακτητές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, 1.484 Εβραίοι της Καβάλας. Επίσης συλλαμβάνονται και οι Εβραίοι όλης τη περιφέρειας. Συνολικά 11.384, που στάλθηκαν στα κρεματόρια. Από αυτούς, ελάχιστοι επέστρεψαν. «Τυχεροί» θεωρούνται 42 νέοι από την Καβάλα, που βρίσκονταν εκτοπισμένοι στη Βουλγαρία σε καταναγκαστική εργασία και γλίτωσαν. Αυτοί μετά την επιστροφή τους, προσπάθησαν να «αναστήσουν» την κοινότητά της πόλης «…είχαν την ηθική υποχρέωση απέναντι στον εαυτό τους, αλλά και σε εκείνους που δεν γύρισαν ποτέ, να ξαναφτιάξουν την Κοινότητά τους». Όμως η εχθρική προς τους  εβραίους πολιτική που ακολούθησαν πολλές μεταπολεμικές κυβερνήσεις, οδήγησε πολλούς από αυτούς να μεταναστεύσουν είτε στο Ισραήλ, είτε σε άλλες χώρες. Η τελευταία τελετή που έγινε στη συναγωγή της Καβάλας, ήταν ένας γάμος που έγινε τον Οκτώβριο του 1970. Έκλεισε οριστικά ένα χρόνο αργότερα. Η κοινότητα έπαψε να υπάρχει και τυπικά το 1980.
     Το πολύ αξιόλογο αυτό βιβλίο, είναι αποτέλεσμα προσπάθειας πολλών ετών. «Για χρόνια προσπάθησα να μαζέψω πληροφορίες για τους Εβραίους της Καβάλας ώστε να παραδώσω στην τοπική κοινωνία, αλλά και σε όλους τους ενδιαφερόμενους , μια αληθινή, ιστορική περιγραφή για το πέρασμα και την παρουσία των Εβραίων […] Σήμερα, αισθάνομαι πως ολοκλήρωσα ένα έργο ζωής. Και αυτό διότι κ Καβάλα υπήρξε πυλώνας συνύπαρξης και αρμονικής συμβίωσης των μειονοτήτων για πολλά χρόνια». Την αφήγηση συμπληρώνουν πολλές φωτογραφίες, βιβλιογραφία και μια Λίστα μνήμης, που περιλαμβάνει 1135 ονόματα εβραίων της Καβάλας, που θανατώθηκαν στο Ολοκαύτωμα. «Λείπουν τα ονόματα 349 παιδιών έως δεκατριών ετών που θανατώθηκαν αλλά δεν καταγράφτηκαν […] Γιατί το κάθε όνομα ήταν μια ξεχωριστή ύπαρξη, μια διαφορετική ανθρώπινη ιστορία. Ο λίγος χρόνος που χρειάζεται από τον καθένα μας για την ανάγνωση των ονομάτων τους αποτελεί τον ελάχιστο φόρο τιμής».       

31 Οκτ 2019

Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ ΠΟΤΕ


Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ ΠΟΤΕ
LOLA LAFON
Μετάφραση ΚΑΡΟΛΙΝΑ ΜΕΡΜΗΓΚΑ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 330, Μάρτιος 2019

     Μια μυθιστορηματική βιογραφία της γυμνάστριας που κατέπληξε το κοινό σε όλο τον κόσμο με τις εμφανίσεις της και τις επιδόσεις της στην ενόργανη γυμναστική σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια πρωταθλήματα, της Νάντια Κομανέτσι, είναι το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα.
     Βέβαια, όπως διευκρινίζει η ίδια η συγγραφέας, το μυθιστόρημα υπερισχύει της βιογραφίας. «Αν και σεβάστηκα τις ημερομηνίες, τους τόπους και τα γεγονότα, για όλα τα υπόλοιπα επέλεξα να συμπληρώσω τις σιωπές της ιστορίας κι εκείνες της ηρωίδας και να διατηρήσω τα ίχνη των πολλαπλών υποθέσεων και εκδοχών ενός χαμένου κόσμου».
     Το βιβλίο ξεκινά με την περιγραφή της μέρας του Ιουλίου του 1976, που άλλαξε για πάντα την ενόργανη γυμναστική. Ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Μόντρεαλ, όπου η Νάντια Κομανέτσι, μια λιλιπούτεια κοπελίτσα 14 ετών, που μετά βίας ξεπερνούσε τα σαράντα κιλά, γνωρίστηκε με το κοινό σε όλο τον κόσμο. Μια μέρα που η Longines, η εταιρεία που είχε αναλάβει την ηλεκτρονική υποστήριξη των αγώνων, θέλει να ξεχάσει για πάντα μετά το φιάσκο που έπαθε. Οι προγραμματιστές της, δεν πρόβλεψαν να βάλουν δύο θέσεις για ψηφία στον πίνακα που έδειχνε τη βαθμολογία πριν από το κόμμα και η βαθμολογία της Νάντια αντί για «10,00», εμφανίστηκε ως «1,00». « “Η Ολυμπιακή Επιτροπή μας είχε διαβεβαιώσει στις προπαρασκευαστικές μας συναντήσεις ότι στην ενόργανη γυμναστική δεν υπάρχει περίπτωση για Δέκα” διαμαρτύρονται οι μηχανικοί της Longines». Όμως η μικρή γυμνάστρια από τη Ρουμανία, διέλυσε τις «βεβαιότητες» των ειδημόνων και κατόρθωσε το ακατόρθωτο. Με μια σειρά εκπληκτικών εμφανίσεων, πήρε το απόλυτο Δέκα. «Αυτό που κατάφερε εκείνη τη μέρα, κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει γιατί υπάρχουν τα όρια των γνωστών λέξεων, που δεν μπορούν να περιγράψουν αυτό που ποτέ δεν μπορέσαμε να φανταστούμε».
     Στη συνέχεια πιάνει την ιστορία από την αρχή. Περιγράφει την πορεία της Κομανέτσι, από την Πειραματική Σχολή Ενόργανης Γυμναστικής που ίδρυσε με πολλούς κόπους και βάσανα στο Ονέστι της Ρουμανίας, ο Μπέλα Κάτονα και η σύζυγός του Μάρτα, στην οποία η Νάντια ήταν από τις πρώτες αθλήτριες, μέχρι τη φυγή της στη Δύση, το Δεκέμβριο του 1989, λίγες μέρες πριν ξεσπάσει η ρουμανική επανάσταση που ανέτρεψε το καθεστώς Τσαουσέσκου.
     Η συγγραφέας αν και περιγράφει τους πιο σημαντικούς αγώνες της Νάντια και τα γεγονότα που αποτέλεσαν σταθμό στη ζωή της, αθλητική και προσωπική, εστιάζει κυρίως στον χαρακτήρα της. Το πείσμα της και την αίσθηση καθήκοντος που τη διέκρινε και την έκανε να εμφανίζεται πάντα πρώτη στις προπονήσεις, να μην παραπονιέται ποτέ, να προσπαθεί ξανά και ξανά, να επιχειρεί ασκήσεις και προγράμματα που δεν τόλμησε καμιά γυμνάστρια στο παρελθόν.
     Μια βιογραφία που διατηρώντας την αξιοπιστία της, δεν μετατρέπεται σε αγιογραφία. Εκτός από τα ανυπέρβλητα κατορθώματα της Νάντια, παρατίθενται και τα σφάλματα που διέπραξε στην πορεία της, που κάποια ήταν αρκετά σοβαρά, ώστε να «θολώσουν» την εικόνα της. Έξυπνο το εύρημα των «τηλεφωνικών συνομιλιών» της συγγραφέως με την βιογραφούμενη, που προσδίδει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο κείμενο.

25 Οκτ 2019

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ


Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 204, Απρίλιος 2019

     Ένας κατατοπιστικότατος και πλήρης «Ιστορικός και περιηγητικός οδηγός», του γνωστού δημοσιογράφου και συγγραφέα βιβλίων ιστορικής έρευνας (κυρίως) για τη Θεσσαλονίκη, Χ. Ζαφείρη, είναι το βιβλίο «Η Θεσσαλονίκη Των Οθωμανών».
     Μέχρι τώρα, η παρουσίαση των αρχιτεκτονικών ιχνών που άφησαν οι Οθωμανοί στη Θεσσαλονίκη στα πεντακόσια χρόνια της παρουσίας τους, ήταν τελείως αποσπασματική. Ακόμη «Η εθνοκεντρική και ειδικά η ελληνοκεντρική τακτική που ακολούθησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η ελληνική Διοίκηση, δίνοντας προτεραιότητα στη διάσωση και προβολή των ελληνορθόδοξων ιστορικών και αρχιτεκτονικών καταλοίπων στη Θεσσαλονίκη, οδήγησε στην περιθωριοποίηση και την εξαφάνιση πολλών μνημείων που ανήκουν στα σύνοικα εθνοτικοθρησκευτικά στοιχεία της πόλης […] Το ιστορικό χάσμα που χώριζε επί αιώνες τους ελληνορθόδοξους και τους Οθωμανούς μουσουλμάνους κατοίκους της Θεσσαλονίκης έφτασε στο έσχατο όριό του το 1925,με την κατεδάφιση 26 μιναρέδων σε χριστιανικούς ναούς και τζαμιά της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, διατηρήθηκαν πολλά μουσουλμανικά μνημεία, τζαμιά, σπίτια, κρήνες, που έχοντας άλλες χρήσεις σήμερα τονίζουν τη μουσουλμανική κληρονομιά…».
     Σ’ αυτά τα εναπομείναντα μνημεία «μεταξύ των οποίων και το σήμα κατατεθέν της Θεσσαλονίκης, ο Λευκός Πύργος», αναφέρεται αναλυτικά και με πολλές χρήσιμες λεπτομέρειες-προϊόν έρευνας σε αρχεία και συλλογές-ο συγγραφέας του οδηγού. Όμως ο οδηγός αυτός, είναι κάτι περισσότερο από μια σειρά κειμένων που περιγράφουν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τη σημερινή τους χρήση. Ο συγγραφέας, ξεκινά με μια αναφορά στις «τρεις εθνοτικοθρησκευτικές κοινότητες (που) έζησαν κατά κάποιον με πειθαναγκαστική αρμονία στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», δηλ. τους Έλληνες, τους Εβραίους και τους Τούρκους. Ακολουθεί ένα χρονολόγιο από το 1430 μέχρι το 1912 και μια αναφορά στους ιστορικούς σταθμούς της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης, από την κατάληψη της πόλης  μέχρι το τέλος της μουσουλμανικής παρουσίας. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι θεσμοί και η λειτουργία της πόλης υπό Οθωμανική διοίκηση, ενώ υπάρχουν ξεχωριστά κεφάλαια για τους ντονμέδες, όπως αποκαλούνταν οι εξισλαμισμένοι εβραίοι, για το μουσείο Ατατούρκ και για τα οθωμανικά κατάλοιπα στα κοντινά στη Θεσσαλονίκη Γιαννιτσά, που υπήρξε ιερή πόλη των μουσουλμάνων. Ο λόγος είναι ότι εκεί βρίσκεται «το μαυσωλείο του Γαζή Εβρενός, ενός από τους θρησκευτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες του Ισλάμ στα πρώτα χρόνια της εξάπλωσής του στα Βαλκάνια».
     Ο εξαιρετικός, ξεχωριστός και ιδιαίτερα κατατοπιστικός αυτός οδηγός, συμπληρώνεται από γλωσσάρι, επιλεγμένη βιβλιογραφία, ευρετήριο, χάρτες και πολλές-πολλές φωτογραφίες, οι περισσότερες από τις οποίες δημιουργήθηκαν ειδικά για την παρούσα έκδοση.

21 Οκτ 2019

ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ


ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
ROSELLA POSTORINO
Μετάφραση ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΚΙΑΡΙΔΗ
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σελ. 381, 2019

     Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα είναι η ιστορία που αφηγείται η ιταλίδα συγγραφέας R. Postorino στο βιβλίο της με τίτλο «Στο Τραπέζι Του Λύκου».
     Το φθινόπωρο του 1943, ο Χίτλερ έχει εγκατασταθεί στο μυστικό στρατηγείο του, το Βολφσάντσε (η φωλιά του λύκου) στα ανατολικά της Γερμανίας, κοντά στο χωριό Γκρος-Παρτς, μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος που το αποκρύπτει τελείως-χάρη και στις τεχνικές καμουφλάζ-από τα αεροπλάνα των Συμμάχων. Ο Χίτλερ και η ελίτ των ναζί, είναι βέβαιοι πως οι εχθροί-εσωτερικοί και εξωτερικοί-θα αναζητήσουν κάποιον πρόθυμο, που θα προσπαθήσει να τον δηλητηριάσει. Για να προστατευτεί θα δώσει διαταγή να στρατολογηθούν δέκα νεαρές γυναίκες από το κοντινό χωριό, που θα γίνουν η ασπίδα του. Θα δοκιμάζουν το φαγητό του, πριν το φάει εκείνος. Μετά θα περιμένουν μια ώρα για να μάθουν αν θα πεθάνουν ή όχι!
     Ανάμεσα στις γυναίκες είναι και η 26χρονη Ρόζα Ζάουερ. Η Ρόζα μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες ζούσε στο Βερολίνο με τον άντρα της Γκρέγκορ. Όμως ξαφνικά έχασε τα πάντα! Ο άντρας της κατατάχτηκε εθελοντικά για να πολεμήσει στο ανατολικό μέτωπο. Πήγε να ζήσει με τη χήρα μητέρα της, αλλά σε ένα βομβαρδισμό η μητέρα της σκοτώθηκε και το διαμέρισμα καταστράφηκε. Έτσι, μη έχοντας πια κανένα δεσμό με την πρωτεύουσα αλλά και για λόγους ασφαλείας, αποφάσισε να μετοικήσει στην ανατολική Πρωσία, στο Γκρος-Παρτς, απ’ όπου καταγόταν ο άντρας της και όπου ζούσαν οι γονείς του.
     Εκεί την  εντόπισαν τα SS και της έδωσαν τη διαταγή. «Είχαν παρουσιαστεί την προηγούμενη μέρα στο σπίτι των πεθερικών μου, χωρίς προειδοποίηση και είχαν πει ότι ψάχνουν τη Ρόζα Ζάουερ[…] «Ο Φίρερ σας χρειάζεται». Δεν με είχε δει ποτέ κατά πρόσωπο ο Φίρερ. Με είχε ανάγκη». Με αυτό τον τρόπο βρέθηκε με άλλες εννέα γυναίκες στη Φωλιά του Λύκου. «Λύκος ήταν το προσωνύμιο του. Αφελής σαν την Κοκκινοσκουφίτσα, κατέληξα στο στομάχι του. Μια λεγεώνα κυνηγών τον αναζητούσε. Για να τον πιάσουν στα χέρια τους, θα έπρεπε να ξεφορτωθούν και μένα».
     Όταν ο νέος επικεφαλής της ομάδας, ένας υπολοχαγός των SS, δείχνει αμέσως μια ξεχωριστή αδυναμία και την «πολιορκεί» με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η Ρόζα συνειδητοποιεί ότι πρέπει να πάρει μια σειρά κρίσιμων αποφάσεων, που αφορούν την ίδια της την επιβίωση.
     Το μυθιστόρημα, εξετάζει με διεισδυτικότητα τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στις δέκα γυναίκες, την αγωνία μέχρι να περάσει το κρίσιμο χρονικό διάστημα, όταν τα δευτερόλεπτα φαντάζουν σαν ώρες, τα αντιφατικά συναισθήματα της Ρόζα για τον κηρυχθέντα αγνοούμενο άντρα της και τον εραστή της, καθώς και το αίσθημα ενοχής, απέναντι στους γονείς του Γκρέγκορ, που παραμένει ασαφές, αν αντιλήφθηκαν τη σχέση της νύφης τους με τον αξιωματικό. Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο!

13 Οκτ 2019

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΙΣΗΣ


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΙΣΗΣ
     Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ζει μεταξύ Ελλάδας, Σουηδίας και ΗΠΑ. Ταξιδεύοντας με το τρένο από το Έρεμπρο προς τη Στοκχόλμη συνάντησε τυχαία τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αποφάσισε να αφηγείται τις ιστορίες του. Έργα του: «Το Μίσος» (2014, Διόπτρα), «Το Κάστρο» (2016, 2018 Διόπτρα), «Ο Χορός Των Νεκρών» (2017, Διόπτρα), «Η Σκιά» (2018, Διόπτρα), «Η Γυναίκα Του Ίσνταλ» (2019, Διόπτρα). Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Η Αποκάλυψη» (2018, Παπαδόπουλος), «Τα Βατράχια» (2018, Bell). Επίσης, έχει κάνει τη μετάφραση δεκάδων βιβλίων. 

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Η Γυναίκα Του Ίσνταλ»;
     Η ίδια η ανεξιχνίαστη υπόθεση, στην οποία το βιβλίο βασίζεται. Μία γυναίκα αγνώστων στοιχείων ανακαλύπτεται νεκρή στη μέση του πουθενά. Φαίνεται πως προσπάθησε αρκετά να καλύψει τα ίχνη της, αλλά και την ταυτότητά της, γι’ αυτό και ταξίδευε με τουλάχιστον εννιά διαφορετικές ταυτότητες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Η υπόθεση από μόνη της ήταν ενδιαφέρουσα, ήταν πρόκληση να την πάω ένα επίπεδο παραπέρα.

Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα είδος, το αστυνομικό μυθιστόρημα, που μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να «απενοχοποιείται» στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού;
     Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Στίβεν Κινγκ, τι σας κάνει να πιστεύετε πως το επέλεξα; Δεν ήταν ακριβώς απόφαση/ επιλογή, αλλά φυσικό επακόλουθο της αγάπης μου για το είδος.

Σας δυσκόλεψε η απουσία παράδοσης στο συγκεκριμένο είδος;
     Όχι, δεδομένου πως ασχολούμαι με το υποείδος του Σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Έχω σημεία αναφοράς τους Σκανδιναβούς συγγραφείς και πατάω σε ώμους γιγάντων.

Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Μπορεί, δεν είναι όμως αναγκαίο.

Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;
     Μετά την υπογραφή του συμβολαίου για το δεύτερο βιβλίο. Άρχισα να πιστεύω ότι μάλλον κάτι κάνω καλά.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Περηφάνια, χαρά, τα συναισθήματα που νιώθει ένας μέσος άνθρωπος όταν καταφέρνει κάτι όμορφο.

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Επειδή τελειώνει η συγγραφή ενός βιβλίου δε σημαίνει πως τελειώνει η συγγραφή ως διαδικασία. Λίγο αφότου ξεκίνησα να γράφω το δεύτερο βιβλίο μου, έκανα ένα σχεδιάγραμμα με το μέλλον της σειράς. Τι θα ήθελα να συμβεί στα επόμενα βιβλία. Κάθε βιβλίο είναι ένα snapshot της ζωής των ηρώων -και ενώ συνεχίζω να εργάζομαι πάνω σ’ αυτό μέχρι το βιβλίο να πάει στο τυπογραφείο, παράλληλα εξελίσσω τις ιστορίες των επόμενων βιβλίων.

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Καθημερινά συναισθήματα βιώνουν, όπως όλοι μας, οπότε ναι. Και εγώ και όσοι διαβάζουν αυτές τις γραμμές.

Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Κανένας. Θα ήταν πολύ βαρετό να δημιουργούσα χαρακτήρες που μοιάζουν με κάποιον που ήδη ξέρω. Προτιμώ να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Η αδερφή μου.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Δεν έχω κάποιο μοντέλο ιδανικού αναγνώστη στο μυαλό μου. Μου φτάνει να αγαπάει τα βιβλία.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
      Συνήθως γίνεται το ανάποδο, ανακαλύπτεις πράγματα για τον εαυτό σου ή για τον κόσμο κι αυτό σε παρακινεί να γράψεις, επειδή έχεις μία ιστορία να αφηγηθείς. Επειδή θες να μοιραστείς αυτά που έχεις ανακαλύψει.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Ναι, η στερεοτυπική απεικόνιση των συγγραφέων ως ανθρώπων που γράφουν όταν έχουν έμπνευση. Έμαθα πως η συγγραφή είναι δουλειά, είναι σκληρή δουλειά που θέλει πειθαρχία, οργάνωση, σχεδιασμό. Μπορεί κάποιος να γίνει συγγραφέας αν περιμένει τη Μούσα να του πει τι να γράψει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα γίνει καλός συγγραφέας. Για να γίνεις καλός, επαγγελματίας, θέλει εξάσκηση. Θέλει δουλειά.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Φυσικά. Σε ποιον δε θα άρεσε;

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Θα πω ναι, δίχως όμως να θυμάμαι καθαρά κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Οι περισσότεροι Σκανδιναβοί συγγραφείς. Ξεχωρίζω τους Nesbø, Dahl. Αλλά και απ’ την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, έχω δεχθεί επιρροές από Pelecanos, Ellroy.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Φυσικά και είναι δύσκολη. Όπως εξήγησα πιο πάνω, το γράψιμο ισοδυναμεί με σκληρή δουλειά. Παρόλα αυτά, δεν είναι κάτι που κάνω με βαρυγκώμια. Το λατρεύω.

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;
      Το πέμπτο βιβλίο στη σειρά του Άντερς Οικονομίδη είναι έτοιμο και θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2020, ενώ αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω στο μεθεπόμενο βιβλίο μου. Είπαμε: σκληρή και συνεχής δουλειά.

Σας ευχαριστώ πολύ!


7 Οκτ 2019

ΑΠΑΤΗΛΗ ΣΕΛΗΝΗ


ΑΠΑΤΗΛΗ ΣΕΛΗΝΗ
ΜΠΕΝ ΠΑΣΤΟΡ
Μετάφραση ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 354, Απρίλιος 2019

     Το δεύτερο μυθιστόρημα (από τα δώδεκα της σειράς) με κεντρικό χαρακτήρα τον ταγματάρχη του γερμανικού στρατού Μάρτιν Μπόρα, κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Το πρώτο με τίτλο «Lumen» κυκλοφόρησε στις αρχές του 2019. Η παρουσίασή του αναρτήθηκε τον Ιούνιο.
     Ο Μπόρα το 1943, βρίσκεται στο Λάγκο, στην περιοχή της Βερόνα στην Ιταλία. Η χώρα είναι διαιρεμένη. Στο βορρά το φασιστικό καθεστώς, υπό τον απόλυτο έλεγχο των Γερμανών, διατηρεί την εξουσία. Πιο κάτω, στο νότο, το καθεστώς έχει καταρρεύσει και η κυβέρνηση που έχει αναλάβει, συνθηκολόγησε με τους Συμμάχους, οι οποίοι αργά αλλά σταθερά κερδίζουν μάχες κι έδαφος.
      Ο ταγματάρχης, έχει μεταφερθεί στο νοσοκομείο σοβαρά τραυματισμένος μετά από επίθεση παρτιζάνων στην ομάδα της οποίας ηγούνταν και είχε βγει στα βουνά για περιπολία. Έχει ακρωτηριαστεί στο αριστερό χέρι στο ύψος του καρπού και φέρει θραύσματα στο αριστερό πόδι.
     Δύο μήνες αργότερα, όταν πια έχει κάπως αναρρώσει, του ανατίθεται μια αποστολή. Να βοηθήσει την ιταλική αστυνομία και πιο συγκεκριμένα τον επιθεωρητή Σάντρο Γκουίντι να διαλευκάνει μια δολοφονία. Το θύμα είναι ο Βιτόριο Λίζι, από τα ιδρυτικά μέλη του φασιστικού κόμματος, ο οποίος τα τελευταία χρόνια, δημιούργησε μεγάλη περιουσία με όχι και τόσο καθαρές μεθόδους, αλλά βρισκόταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο. Οι φασίστες θέλουν να αναλάβει κάποιος Γερμανός την έρευνα. Αφ’ ενός δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ιταλική αστυνομία και αφ’ ετέρου θέλουν κάποιος τρίτος, έξω από τον «αιμομικτικό μικρόκοσμο της τοπικής πολιτικής σκηνής» να αποφανθεί αν πρόκειται για  δολοφονία που έχει πολιτικά κίνητρα, αν έχει σχέση με τις σκοτεινές οικονομικές δοσοληψίες του θύματος ή αν υπάρχει κάποια άλλη αιτία.
     Οι πρώτες υποψίες πέφτουν στη νεαρή σύζυγο του θύματος, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση. «Ζούσαν χώρια, και ο χωρισμός τους δεν είχε προκύψει φιλικά. Μάλιστα, εξακολουθούσαν να προκύπτουν κατά καιρούς έντονες λογομαχίες μεταξύ τους. Προφανώς, η χήρα αρνείται όλες τις κατηγορίες και επιμένει ότι δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την υπόθεση αν και φαίνεται πως δεν ήταν δε θέση να παρουσιάσει κάποιο άλλοθι για το επίμαχο απόγευμα».
     Ο επιθεωρητής Γκουίντι και ο ταγματάρχης Μπόρα, ενώνουν τις δυνάμεις τους για να βρουν μια λύση. Όμως ο Μπόρα, εκτός από αυτά που του θέτει η υπόθεση, έχει και άλλα προβλήματα να λύσει: όπως το πώς θα ξεπεράσει τον τραυματισμό του, οι επιπλοκές του οποίου μπορεί να του δημιουργήσουν σοβαρά θέματα υγείας, πως θα μάθει να λειτουργεί με το ένα χέρι, αφού το προσθετικό μέλος είναι ελάχιστα ή και καθόλου λειτουργικό, πως θα πάψει να ανησυχεί για τα αισθήματα της γυναίκας του απέναντί του, πως θα πάψει να αισθάνεται τύψεις για όσα αναγκάστηκε να κάνει στην Πολωνία και τη Ρωσία. Τέλος, επειδή η αντιπάθειά του για τους ναζί, τα SS και τις μεθόδους τους άρχισε να γίνεται εμφανής, πρέπει να προσέχει τη συμπεριφορά του, για να μην τους προκαλεί.
     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, με μεγάλο προσόν το διεισδυτικό ψυχογράφημα των χαρακτήρων. Ελπίζουμε στο μέλλον, να απολαύσουμε και τις άλλες ιστορίες του ταγματάρχη Μάρτιν Μπόρα.