31 Οκτ 2017

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΚΟΥΛΑΓΚ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΚΟΥΛΑΓΚ
ΛΕΒ ΚΟΝΣΟΝ
Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 164, Μάρτιος 2017

     Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που είναι από τα σημαντικότερα γεγονότα στην παγκόσμια Ιστορία.
     Η εγκαθίδρυση του σοβιετικού καθεστώτος, μετά την ανατροπή από το κόμμα των μπολσεβίκων και των συμμάχων τους, της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Ρωσίας, είχε δραματικές συνέπειες για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Ξεσπούν διώξεις κατά των ανθρώπων, που κατά τους μπολσεβίκους ήταν πιστοί υπηρέτες της τσαρικής εξουσίας. Εκτός από τους αξιωματούχους της τσαρικής αυλής και της κυβέρνησης, στο στόχαστρο μπήκαν γιατροί, δάσκαλοι, δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι, ιερείς κλπ. Κάποιοι από αυτούς-όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα-για να σώζουν τη ζωή τους, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα και να ζήσουν αυτοεξόριστοι σε χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Από το 1930 με αποκορύφωμα την περίοδο 1936-1939, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κατηγορούνται-συνήθως ψευδώς-ως πράκτορες του εχθρού και ως εχθροί του λαού και οδηγούνται σε δίκες-παρωδίες. Όσοι δεν καταλήγουν στο απόσπασμα, μεταφέρονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, από το 1921. Αυτό το κλίμα ζόφου και τρομοκρατίας, που κράτησε αμείωτο ως το 1953, αλλά και συνεχίστηκε και αργότερα με ηπιότερη όμως μορφή, είχε και μια διαφορετική πλευρά. «Ένας από τους πολυτιμότερους καρπούς αυτού του συστήματος, του συστήματος της βίας, της τρομοκρατίας, της καταπίεσης και του εξανδραποδισμού, ήταν η άνθιση της παράνομης λογοτεχνίας… Ένα από τα βιβλία αυτά είναι και το ανά χείρας. Γραμμένο από έναν Εβραίο που βρέθηκε στις μυλόπετρες της Ιστορίας, έζησε τον ζόφο στην κόλαση, επιβίωσε και πολλά χρόνια μετά την αποκατάστασή του κατά τη μετασταλινική εποχή έγραψε ένα  τμήμα των αναμνήσεων του».
     Για τον συγγραφέα του βιβλίου-που δεν είναι λογοτέχνης-ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Γεννήθηκε το 1927. Έχασε πατέρα και αδελφούς στο Β! παγκόσμιο πόλεμο και από την ηλικία των 16 ετών, φυλακίστηκε με την κατηγορία της αντισοβιετικής δράσης. Λίγο αργότερα «Στις 5 Αυγούστου του 1944 καταδικάζεται από τη Διεύθυνση Μόσχας του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, δηλαδή χωρίς δίκη, σε εγκλεισμό σε στρατόπεδο με βάση το άρθρο 58 του σοβιετικού ποινικού κώδικα». Αποφυλακίστηκε το 1952, αλλά μέχρι το 1955 ζούσε εξόριστος. Έγραψε το βιβλίο το 1983. Εκδόθηκε την ίδια χρονιά από παρισινό εκδοτικό οίκο. «Τα κείμενα του Λεβ Κονσόν-ο ίδιος τα αποκαλεί “μικρά διηγήματα”-είναι σύντομα κείμενα-εικόνες . Η έκτασή τους είναι από μερικές γραμμές, μέχρι μερικές σελίδες…».

     Για να κλείσω την παρουσίαση του μικρού σε μέγεθος, αλλά μεγάλης αξίας βιβλίου, θα σας μεταφέρω ένα ακόμα απόσπασμα από την εμπεριστατωμένη και διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή των κειμένων Δ. Τριανταφυλλίδη «…το βιβλίο του Λεβ Κονσόν παραμένει εσαεί επίκαιρο και μια διαρκής υπόμνηση πως μετά από αυτή τη γνώση η σιωπή είναι συνενοχή»

25 Οκτ 2017

ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ

ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ
ΜΑΝΙΝΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σελ. 254, Ιούνιος 2017

     Το όγδοο μυθιστόρημα της Μ. Ζουμπουλάκη που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, θα μας απασχολήσει στην σημερινή παρουσίαση.
     Η Δώρα, είναι μια 45χρονη διαζευγμένη γυναίκα, που μέσα στις αντιξοότητες της εποχής, προσπαθεί να αναθρέψει τα δύο της παιδιά, που βρίσκονται στην εφηβική και πρώτη μετεφηβική ηλικία, αλλά και να καταφέρει να διατηρήσει την επικοινωνία καθώς και μια υγιή σχέση μαζί τους. Όταν είδε ότι η δουλειά στο φροντιστήριο δεν αποδίδει, παράτησε τη φιλολογία κι έγινε ξεναγός. «Εδώ και μερικά χρόνια, η Δώρα έχει “περάσει στην παρανομία”, όπως ένα σωρός κόσμος-έκλεισε τα βιβλία της σαν ελεύθερη επαγγελματίας, έπαψε να είναι φιλόλογος και άφησε πίσω της φροντιστηριακές αίθουσες, μισθούς, κρατήσεις και τα σχετικά. Μετά από ένα χρόνο σκληρής ανεργίας, άρχισε να δουλεύει σαν ξεναγός ειδικού τύπου, με αυτούς τους “ιδιαίτερους τουρίστες” που ήθελαν κάτι παραπάνω από το να δουν απλώς τα αρχαία». Ήθελαν δηλ. να εμβαθύνουν κάπως περισσότερο και να ακούσουν την ιστορία ή το μύθο που περιέβαλλε κάθε αρχαιολογικό χώρο, αλλά είχαν και άλλες ιδιαιτερότητες. Κάτι που ενθουσίαζε τη Δώρα, αφού της άρεσε να διηγείται επεισόδια της ελληνικής μυθολογίας
     Ακόμα, η Δώρα έχει κι ένα χάρισμα. «Να αισθάνεται πράγματα για τους άλλους, να καταλαβαίνει τα τρομερότερα, τα πιο τρομαχτικά, αυτά που τρώνε τους ανθρώπους από μέσα και δεν τα λένε ποτέ. Ή αυτά που συνέβησαν, τα φριχτά και τους βασανίζουν ακόμα. Μερικές φορές και αυτά που πρόκειται να συμβούν, είτε πρόκειται να γλιτώσουν οι άνθρωποι είτε όχι… Έβλεπε μερικές φορές δηλαδή, είτε το ήθελε είτε όχι, κυρίως όταν ήταν στρεσαρισμένη, στριμωγμένη, αναστατωμένη, τότε έβλεπε τρομαχτικές εικόνες που είχαν να κάνουν με ανθρώπους με τους οποίους είχε προσωπική σχέση». Όμως, σαν μια νέα Κασσάνδρα, δεν γινόταν πιστευτή-πέρα από ένα πολύ στενό κύκλο λίγων δικών της ανθρώπων-όταν έκανε αυτές τις προβλέψεις!
     Με τον πρώην άντρα της τον Δημήτρη, που είναι άνεργος αθλητικογράφος, διατηρούν μια πολύ καλή φιλική σχέση. Χώρισαν όταν της αποκάλυψε ότι είναι ομοφυλόφιλος και  διαπίστωσαν ότι εξαιτίας αυτού, αλλά και άλλων γεγονότων, ο γάμος δεν μπορούσε να προχωρήσει. Σε μια από τις επισκέψεις στο σπίτι της, της δίνει κάποια χρήματα και της λέει ότι σύντομα η ζωή του και τα οικονομικά του, θα διορθωθούν. Μετά τη δημοσίευση κάποιων άρθρων του με στοιχεία από τις έρευνες που έκανε για τις εθνικιστικές-φασιστικές οργανώσεις, τον προσέγγισε ο Αντώνης Μαρτάκος, νέος , επιφανής και ανερχόμενος πολιτικός, γόνος παλιάς κι ευκατάστατης αθηναϊκής οικογένειας με μια δελεαστική πρόταση. Αφ’ ενός να τον προσλάβει για να του γράφει έναντι αμοιβής τους λόγους του και αφ’ ετέρου, να χρηματοδοτήσει την έκδοση ενός βιβλίου με τα άρθρα του για τις εθνικιστικές οργανώσεις και τις βίαιες μεθόδους και πρακτικές τους. Όμως ο Δημήτρης «υποψιάζεται» ότι τα κίνητρά του, είναι και… ερωτικά. Πιστεύει ότι ο Μαρτάκης είναι γκέι- αν και διατηρεί προφίλ straight για ευνόητους λόγους- και θέλει να τον προσεγγίσει όχι μόνο για δημοσιογραφικούς λόγους, αλλά και για κάτι παραπάνω! Ακόμα λέει στη Δώρα ότι σύντομα θα συναντηθούν για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους, στο διαμέρισμα του Δημήτρη.
      Όταν μετά από λίγες μέρες η Δώρα πληροφορείται από την αστυνομία ότι ο Μαρτάκης βρέθηκε δολοφονημένος στο διαμέρισμα του πρώην άντρα της και ότι ο ίδιος κρατείται ως βασικός ύποπτος, καταλαβαίνει ότι πρέπει να βάλει το «χάρισμά» της να δουλέψει υπερωρίες για να βρει την αλήθεια. Αλλά και να επιστρατεύσει όλη την πειθώ της, για να πείσει τους δύσπιστους να στρέψουν την έρευνα προς την κατεύθυνση που θα αποδεικνύει την αθωότητα του Δημήτρη.

     Ένα καλογραμμένο, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που θίγει θέματα όπως οι σχέσεις των ενηλίκων, οι σχέσεις γονιών-παιδιών, η βία των φασιστικών φιλοναζιστικών οργανώσεων, οι υπόγειες διαδρομές που συνδέουν αυτές τις οργανώσεις με φορείς του κρατικού μηχανισμού, οι σεξουαλικές επιλογές, αλλά και θέματα μεταφυσικά, όπως η ενόραση, η ισχυρή διαίσθηση και άλλα. Η συγγραφέας, αντιμετωπίζει τα θέματα με γνώση και σοβαρότητα, αλλά προσπαθεί-και τα καταφέρνει- να ελαφρύνει τον μύθο του βιβλίου, με τη γεμάτη χιούμορ γραφή της, που σε συνδυασμό με την ενδιαφέρουσα ιστορία που κλιμακώνεται μέχρι τις τελευταίες σελίδες, κάνουν το κείμενο ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο. Πολύ ενδιαφέρον το εύρημα της παράθεσης τμημάτων της ελληνικής μυθολογίας –με ηρωίδες γυναίκες-στην αρχή κάθε κεφαλαίου.   

19 Οκτ 2017

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΤΙ

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΤΙ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΚΟΛΛΑΡΟΥ
Εκδόσεις Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 383, Μάρτιος 2017

     Το δεύτερο μυθιστόρημα της Ιφ. Κολλάρου, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Λιβάνης.
     Ο Μάριος, παραγωγός και σκηνοθέτης τηλεοπτικών εκπομπών, με το που η οικονομική κρίση άρχισε να δείχνει τα δόντια της, βρίσκεται σε αδιέξοδο. «Για πρώτη φορά στη ζωή του πραγματικά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι βρισκόταν στριμωγμένος στη γωνία. Αυτός. Ο άνθρωπος που είχε πάντα όλες τις λύσεις. Και που τώρα, ενώ έπρεπε να βρει επειγόντως μια λύση για να σώσει τον εαυτό του, δεν μπορούσε να βρει καμία».
     Η είδηση του θανάτου του, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στον κύκλο των φίλων του. Η αδελφή του η Αλίκη, ο πιο κολλητός του φίλος ο Ορέστης, η Στέλλα, η Περσεφόνη και όλοι οι γνωστοί του, ήξεραν ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι σε βαθμό που να τον οδηγήσουν-όπως όλοι υποψιαζόταν, αλλά κανείς δεν μπορούσε να «αποδείξει»- στο να βάλει τέρμα στη ζωή του.   
     Ο θάνατος του Μάριου, που ήταν ο συνδετικός κρίκος, αλλά και η κινητήρια δύναμη της παρέας, τους κάνει να κάνουν μια αναδρομή και να αναλογιστούν το παρελθόν. Όλα όσα πέρασαν μαζί. «Ήταν τα καλύτερά τους χρόνια. Ήταν νέοι και ωραίοι, ανεξάρτητοι και ανεξάντλητοι, δούλευαν σαν τρελοί και διασκέδαζαν με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα. Η ζωή ήταν μπροστά, ήταν παιχνίδι, εκείνοι ήταν οι μικροί εξερευνητές και όλα ήταν πιθανά. Οι μέρες γεμάτες, οι ρυθμοί της δουλειάς υπερεντατικοί και τα βράδια μια μεθυσμένη περιπλάνηση στην πόλη που παρέμενε ζωντανή όλη νύχτα».
     Παράλληλα αναλογίζονται και την τωρινή τους κατάσταση. Στην οποία βρέθηκαν ξαφνικά και από την οποία ψάχνουν τρόπο για να ξεφύγουν, αφού η οικονομική δυσπραγία, επηρεάζει όλους τους τομείς της ζωής τους. «Ποτέ δεν περίμενα ότι πλησιάζοντας τα πενήντα θα είμαι σ’ αυτή την κατάσταση. Τίποτα απ’ όσα ζήσαμε δεν μας είχε προϊδεάσει για κάτι τέτοιο. Είσαι νέος και ωραίος, με τη δουλειά σου και τα λεφτά σου και σίγουρα δεν περιμένεις ότι στη μέση ηλικία θα είσαι ξαφνικά χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς μαντίλι να κλάψεις, να ζεις ξανά με τον πατέρα σου, να σε χαρτζιλικώνει διακριτικά από το υστέρημα της σύνταξής του, που κι αυτή τι να πρωτοκαλύψει».
     Την εξέλιξη της ιστορίας αφηγούνται εναλλάξ  σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια οι χαρακτήρες του βιβλίου. Το κάθε κεφάλαιο «επενδύεται μουσικά» με ένα κομμάτι της ποπ και ροκ μουσικής.
     Είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια της χούντας. Έζησαν την εποχή της ευμάρειας και «εκμεταλλεύτηκαν» την οικονομική ανάπτυξη στήνοντας επιχειρήσεις και καριέρες, για να τα δουν όλα να γκρεμίζονται μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Και πρέπει να αρχίσουν από την αρχή, μέσα σε τελείως διαφορετικές συνθήκες, όχι για να συνεχίσουν να ζουν με τον τρόπο που είχαν μάθει, αλλά να αγωνίζονται για την επιβίωση. Το μυθιστόρημα απεικονίζει με ρεαλιστικό τρόπο τη σκληρή πραγματικότητα και την οικονομική-και όχι μόνο- κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει πολλοί συμπατριώτες μας και γι’ αυτό το συνιστώ.
     Έχω όμως να κάνω και δύο παρατήσεις. Το βιβλίο θα κέρδιζε σε αληθοφάνεια, αν έλειπε ένας μέρος από την τεράστια ποσότητα ναρκωτικών που καταναλώνουν οι ήρωες και έπρεπε να έχει καλύτερη επιμέλεια. Πρόχειρα να αναφέρω: στη σελ. 131. Το μνημείο Mitad del Mundo, δεν χωρίζει τη Γη σε ανατολικό και δυτικό ημισφαίριο, αλλά σε βόρειο και νότιο (Ισημερινός). Ο νοητός χωρισμός ανατολής και δύσης γίνεται στο Γκρίνουιτς. Ή στη σελ. 356, το όργανο σχεδίασης δεν ονομάζεται ραπιτογράφος, αλλά ραπιδογράφος και ορισμένα άλλα μικρότερης σημασίας λάθη.

     Παρά αυτές τις παρατηρήσεις όμως, επειδή απεικονίζει όπως γράφω και πιο πάνω, με πολύ σωστό τρόπο μια πραγματικότητα, και συνιστώ να το διαβάσετε. 

12 Οκτ 2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΗΓΑΣ


     Ο Ανδρέας Ρήγας γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και δούλεψε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη ζωγραφική αλλά και με το θέατρο σκιών, κατασκευάζοντας φιγούρες και σκηνικά, γράφοντας έργα και παίζοντας σε παραστάσεις. Από το 1999 δανείζει τη φωνή του στη μεταγλώττιση ταινιών κινουμένων σχεδίων και σε ντοκιμαντέρ. Η "Ματωμένη ταυτότητα" (εκδ. Ωκεανίδα, 2017) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
 
Η αστυνομική λογοτεχνία έχει μικρή παράδοση στην Ελλάδα. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο είδος;
     Όταν άρχισα να γράφω τη «Ματωμένη ταυτότητα» δεν είχα στο νου μου ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήθελα μόνο  να διηγηθώ μια ιστορία που  να έχει  ότι  κι εγώ ζητώ  από την ιστορία που έχει γράψει κάποιος άλλος, δηλαδή να έχει ενδιαφέρουσα και ρεαλιστική πλοκή,  δράση που να «κρατάει» τον αναγνώστη, και ανάγλυφους, πειστικούς χαρακτήρες.  Καθώς το γράψιμο προχωρούσε και  οι σελίδες συσσωρεύονταν,  η ιστορία  η ίδια με έσπρωχνε προς την περιπέτεια και το γρίφο, γινόταν σιγά-σιγά ένα «μπερδεμένο κουβάρι».  Οι λύσεις που αναγκάστηκα να βρω για να ξεμπερδέψω το κουβάρι, έδωσαν τελικά  στη ιστορία  τον αστυνομικό της χαρακτήρα. Ακόμα και τώρα όμως δεν νομίζω ότι έχω γράψει ένα καθαρά αστυνομικό μυθιστόρημα. Προτιμώ να το περιγράφω τη «Ματωμένη Ταυτότητα» ως μια κοινωνική περιπέτεια με αστυνομική πλοκή.
        
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Πηγή έμπνευσης ήταν οι αναμνήσεις μου από  τα νεανικά μου ταξίδια στο Αιγαίο. Μέσα από τις λεπτομέρειες της διήγησης θέλησα να κάνω ένα γλυκό «μνημόσυνο» της νιότης μου. Ήταν επίσης τα διαβάσματά  μου 50 χρόνων, και  τα σοβαρά και περισπούδαστα και τα άλλα, τα «ελαφρά»… Και εργαλείο μου ήταν  ο προσωπικός μου τρόπος να προσλαμβάνω και να «χωνεύω» τον κόσμο γύρω μου, δηλαδή  η εικόνα και η λεπτομερής περιγραφή της, με τρόπο σχεδόν ζωγραφικό.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με το βιβλίο αυτό και ποιο είναι αυτό;
     Πιστεύω ότι οι αναγνώστες της «Ματωμένης Ταυτότητας» μπορεί  να εντοπίσουν αρκετά  επί μέρους μηνύματα που προκύπτουν από τα διλήμματα και τις αποφάσεις των ηρώων μου, τις πράξεις τους και τις συνέπειές αυτών των πράξεων.
Δεν νομίζω όμως ότι στο βιβλίο μου υπάρχει ένα γενικό μήνυμα που να απευθύνεται στον αναγνώστη, τουλάχιστον δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου όταν έγραφα. Αν υπάρχει κάποιο μήνυμα, αυτό μάλλον αφορά και επιστρέφει σ’ εμένα και σε «ελεύθερη απόδοση» είναι τούτο: ποτέ δεν είναι αργά για να δοκιμάσεις να δημιουργήσεις κάτι, αρκεί αυτό το κάτι να το θέλει πολύ η ψυχή σου (και ο νοών νοείτω…)  

Η λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα το είδος που υπηρετείτε, μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Το γράψιμο είναι από μόνο του μια κοινωνική πράξη. Το χτίσιμο των χαρακτήρων, η περιγραφή του κοινωνικού περίγυρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση και ο «φωτισμός»  του κινήτρου  που  είναι βασικό συστατικό της αστυνομικής ιστορίας,  μπορεί να βάλει στο παιχνίδι  την ιστορική και κοινωνική έρευνα, την οικονομική ανάλυση, την ψυχαναλυτική προσέγγιση κ.λ.π  Όσο περισσότερο χρησιμοποιεί τέτοια εργαλεία ο «αστυνομικός» συγγραφέας τόσο πιο δυναμική κοινωνική πράξη είναι το αποτέλεσμα της δουλειάς του.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Ένοιωσα χαρά, δυνατή συγκίνηση και φόβο. Τα δυο πρώτα για ευνόητους λόγους… Φόβο, γιατί συνειδητοποίησα ότι όλα  είχαν οριστικά κριθεί. Ο κόσμος που σαν «μικρός θεός» είχα σκαρώσει και καθημερινά τον έπλαθα, τον άλλαζα, τον διόρθωνα κατά βούληση και γενικά είχα αυτό που λέμε «δικαίωμα ζωής ή θανάτου» επάνω του, είχε ξεφύγει από τα χέρια μου.  Συνειδητοποίησα ξαφνικά  ότι τώρα παντοδύναμοι θα είναι  οι αναγνώστες και θα είναι εκείνοι που θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη του κόσμου μου, εκείνοι θα αποφασίσουν την μακροημέρευσή του ή την βύθισή του στη λησμονιά! Ευτυχώς, από το φόβο πιο δυνατή  είναι η ελπίδα… 

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Ανακαλύπτω καθημερινά  με έκπληξη ότι μέσα μου η συγγραφή, η ζωή των ηρώων μου δεν τελείωσε ποτέ. Και εξηγούμαι: Τέσσερεις μήνες μετά την έκδοση του βιβλίου μου συνεχίζω να επεξεργάζομαι την ιστορία, τους χαρακτήρες, να αναθεωρώ δράσεις, να θυμώνω με «κακές» επιλογές που δεν μπορώ πια να πάρω πίσω, να σχεδιάζω «πιο έξυπνες» λύσεις που δεν θα εφαρμοστούν φυσικά ποτέ.
 Πρέπει λοιπόν να ομολογήσω   ότι οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους στη σκέψη και τη φαντασία μου περιμένοντας…

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Νομίζω ότι όλοι μας  έχουμε βιώσει τον έρωτα, την αμφιβολία, την απόρριψη, την εγκατάλειψη, τον πόνο, το θυμό, την απογοήτευση. Όλοι έχουμε χάσει κάτι, όλοι κάτι αναζητήσαμε, όλοι κυριευτήκαμε κάποτε από πλεονεξία, όλοι ρισκάραμε λίγο ή πολύ, όλοι νιώσαμε κάποτε την ανάγκη να εκδικηθούμε. Τελικά  μόνο  η ένταση μπορεί να διαφέρει στα συναισθήματα…

Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;
     Όλοι από λίγο, ακόμα και οι κακοί! Και οι ηρωίδες μου πιστεύω ότι διεκδίκησαν και πήραν κάτι από μένα.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Η γυναίκα μου, και την ευχαριστώ για την υπομονή της.

Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;
     Ειλικρινά δεν ξέρω. Ίσως εκείνος που αντιμετωπίζει το ταξίδι που του προτείνω, σαν ένα ακριβό δώρο που του προσφέρω από το υστέρημά μου;

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Ανακάλυψα ότι ζούσαν μέσα μου μια μυστική ζωή και περίμεναν υπομονετικά να ξαναβγούν στο φως, οι  μνήμες  τόπων, ανθρώπων, αισθημάτων και αισθήσεων που νόμιζα ότι είχα οριστικά χάσει. Πράγματα φαινομενικά ίσως ασήμαντα τότε που είχα την εμπειρία τους, αλλά, όπως αποδείχτηκε, τόσο σημαντικά και καθοριστικά για να στηρίξω επάνω τους τη διήγησή μου. Αυτό ήταν για μένα μια πραγματική αποκάλυψη.

 Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
      Δεν νομίζω ότι με το βιβλίο μου επιχειρώ βαθιές κοινωνικές ή ηθικές τομές που μπορούν να επηρεάσουν ή πολύ περισσότερο να  αλλάξουν τον τρόπο της σκέψης ή τις πεποιθήσεις κάποιου. Ούτε κι εγώ οδηγήθηκα σε τέτοιους δρόμους όταν το έγραφα. Βγήκα από αυτή την περιπέτεια  με τις ίδιες πεποιθήσεις που είχα όταν μπήκα, βγήκα ίδιος αλλά συγχρόνως τόσο διαφορετικός. Δεν ξέρω αν αυτό το τελευταίο δίνει μια κάποια απάντηση στην ερώτησή σας…

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Ας μην κρυβόμαστε! Όποιος αποφασίζει να γράψει, στο πίσω μέρος του μυαλού του έχει πάντα τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας βέβαια «συνομιλεί» μέσα από το κείμενό του, δεν είναι απαραίτητο να συνομιλήσει  με τους αναγνώστες και με άλλο τρόπο, πιο άμεσο. Όμως στις μέρες μας αυτό συμβαίνει όλο και πιο συχνά χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις ευκολίες της επικοινωνίας και της ενημέρωσης  γενικότερα. Συμβαίνει και σε μένα και με ευχαριστεί, αν και οσφραίνομαι  τις παγίδες που μπορεί να κρύβει αυτό…  

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Ναι! Έχω δεχτεί πολλά σχόλια και κριτικές από αναγνώστες, και δια ζώσης και μέσα από τα κείμενα που φτάνουν στη σελίδα μου. Με έχει εκπλήξει το γεγονός ότι ανακαλύπτουν και επισημαίνουν στοιχεία της δράσης, των χαρακτήρων αλλά και της γραφής μου, στα οποία εγώ δεν είχα σταματήσει, δεν τα είχα «προσχεδιάσει» ή και δεν είχα φανταστεί ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν όπως λειτουργούν για τους αναγνώστες. Και το πιο ενδιαφέρον είναι η σύμπτωση ικανού αριθμού τέτοιων παρατηρήσεων από τους αναγνώστες μου, γιατί έτσι εδραιώνεται μια «αντικειμενικότητα». Για μένα αυτό σημαίνει ότι το βιβλίο μου λειτουργεί και νιώθω δικαίωση…

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Όσο και αν το παιδεύω με αφορμή την ερώτησή σας, δεν μπορώ να εντοπίσω κάποια συγκεκριμένη επιρροή. Πιστεύω όμως, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω, ότι όταν έγραφα  ήρθαν όλοι οι συγγραφείς που κάποτε διάβασα και με γοήτεψαν,  για να μου σπρώξουν ελαφρά το χέρι. Αν αρχίσω να παραθέτω ονόματα, θα αποδειχτώ ίσως και άδικος εκτός από θρασύς…

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Το γράψιμο είναι το χτίσιμο ενός ολόκληρου κόσμου με όλες του τις λεπτομέρειες και εδώ που τα λέμε δεν χτίζεται  εύκολα ένας κόσμος! Είναι διαδικασία αργή, επίπονη, με συνεχείς αναθεωρήσεις, με διορθώσεις αλλεπάλληλες, με τη στυφή  γεύση της αμφιβολίας για το αποτέλεσμα, με την αίσθηση ότι όσο και αν προσπαθείς κάτι σου ξεφεύγει. Όμως  για τους ίδιους ακριβώς λόγους το γράψιμο είναι ευτυχία!

Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Ναι. Στην περίπτωσή μου συρτάρι  είναι το μυαλό μου κι εκεί υπάρχουν ήδη και υφαίνονται δυο ιστορίες που σχεδιάζω να διηγηθώ στο μέλλον. Όμως αρνούμαι να  βάλω αυστηρό χρονοδιάγραμμα στον εαυτό μου. Από την ιδιότητα του συγγραφέα, αν την κατέκτησα στο ελάχιστο με τη «Ματωμένη ταυτότητα», προτιμώ να κρατήσω την ευχαρίστηση της δημιουργίας και να μην αφήσω να με κυριέψει ο πανικός του «πρέπει»…

6 Οκτ 2017

ΑΝΝ

ΑΝΝ
ΠΙΕΡ ΛΕΜΕΤΡ
Μετάφραση: ΚΛΑΙΡ ΝΕΒΕ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 420, Σεπτέμβριος 2017

     Ο συγγραφέας του «Ανν» είναι γνωστός από τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Όμως η πρώτη παρουσίαση του σ’ αυτό το blog, έγινε για ένα «διαφορετικό» του μυθιστόρημα, το εξαιρετικό «Καλή Αντάμωση Εκεί Ψηλά», τον Απρίλιο του 2015.
     Στο μυθιστόρημα αυτό, κεντρικός χαρακτήρας είναι (όπως και στα προηγούμενα αστυνομικά) ο 50χρονος, εξαιρετικά βραχύσωμος αστυνόμος Καμίγ Βεροβέν, του Τμήματος Ανθρωποκτονιών του Παρισιού. Ο οποίος, μετά τη δολοφονία της γυναίκας του, που υπεραγαπούσε, πέρασε ένα διάστημα βυθισμένος σε βαριά κατάθλιψη.
     Τώρα, προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του. Επέστρεψε στην υπηρεσία και μάλιστα γνώρισε μια 40χρονη γυναίκα την Ανν Φορεστιέ, με την οποία συνάπτει σχέση, για την οποία δεν ξέρει κανείς στο Τμήμα και που δεν ξέρει ούτε αυτός ούτε αυτή, που θα τους οδηγήσει. Απλά αφήνουν το πράγμα να πηγαίνει μόνο του.
     Ένα πρωί η Ανν γίνεται μάρτυρας ληστείας σε κεντρικό κοσμηματοπωλείο. Ο ένας από τους δύο ληστές την ξυλοκοπά ανηλεώς και την παρατά αιμόφυρτη, ένα βήμα πριν το θάνατο. «Σαν να έχει πεθάνει. Όταν ο ψηλός την αφήνει, παρατάει στο πάτωμα ένα εξαρθρωμένο σώμα το οποίο δεν κοιτάζει καν, δεν τον ενδιαφέρει πια, οπλίζει την καραμπίνα του με μια κίνηση γεμάτη σιγουριά, αμετάκλητη, που εκφράζει το πόσο αποφασισμένος είναι». Η ληστεία-που ήταν άψογα σχεδιασμένη-ολοκληρώνεται σε ελάχιστα λεπτά.
     Ο Καμίγ από σύμπτωση μαθαίνει για το περιστατικό καθώς και την εμπλοκή της Ανν σχεδόν αμέσως. Σπεύδει στον τόπο του συμβάντος. Ζητά και παίρνει την έρευνα της υπόθεσης-αν και δεν ανήκει στον τομέα του-και το πρώτο που κάνει είναι να ελέγξει τις κάμερες του χώρου. Έτσι βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τη σκηνή του ξυλοδαρμού. «Ο Καμιγ πιέζει τον εαυτό του να παραμείνει ψύχραιμος, αλλά έχει χώσει τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του πανωφοριού του γιατί, από τη στιγμή που είδε το βίντεο, τα χέρια του τρέμουν. Έπαιξε και ξανάπαιξε την ταινία όσες φορές του επέτρεπε ο χρόνος, οι εικόνες τον είχαν συγκλονίσει, τον έχουν τσακίσει». Από τις κινήσεις ειδικά του ενός ληστή, καταλαβαίνει ότι η πρόθεσή του είναι να βρει και να εξοντώσει την Ανν, που κείτεται σχεδόν αναίσθητη σε κρεβάτι του νοσοκομείου. Και αυτός αναλαμβάνει να την προστατεύσει. Όπως-πιστεύει ο ίδιος- δεν κατάφερε να κάνει με τη γυναίκα του.

     Εξαιρετικό μυθιστόρημα, με συναρπαστική κοφτή γραφή, απρόσμενη εξέλιξη, αριστοτεχνική σκιαγράφηση των ψυχολογικών διαδρομών που ακολουθούν οι χαρακτήρες και μια μεγάλη ανατροπή λίγες σελίδες πριν το τέλος.