Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 5. ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 5. ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Ιουν 2025

Η ΑΛΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΔΕΡΦΕΣ ΓΑΡΓΑΡΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 450, Απρίλιος 2025

      Υπάρχουν ορισμένοι συγγραφείς, των οποίων κάθε νέο βιβλίο, αποτελεί κορυφαίο εκδοτικό γεγονός. Ένας από αυτούς είναι ο Γιάννης Ξανθούλης.

     Έμπνευση για το καινούριο μυθιστόρημά του, αποτέλεσε μια φωτογραφία (αυτή που απεικονίζεται στο εξώφυλλο) από το περιοδικό National Geographic, η οποία βρέθηκε μισοξεχασμένη σε κάποιο συρτάρι. Εκτυλίσσεται στην (επινοημένη) πόλη Ροδόσταμη της Ανατολικής Μακεδονίας, τους τελευταίους μήνες του 1959.

     Όσο ο συγγραφέας βρισκόταν στη γενέτειρα του την Αλεξανδρούπολη, επιθυμούσε διακαώς να ζήσει στην μυθική στα μάτια του, Αθήνα. Το ίδιο συμβαίνει και με έναν από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, την Φιλοθέη, μέλος της οικογένειας Γαργάρα. «Η Φιλοθέη δεν ζήλευε τις ευρωπαϊκές αποδράσεις εις Εσπερίαν. Γι’ αυτήν υπήρχε μόνο η Αθήνα που την περίμενε με πόθο διακαή. Μια Αθήνα υπέρλαμπρη, φωτεινή, με γαλάζιο ουρανό απ’ άκρη σ’ άκρη, με μαρμαροκολόνες, γαζίες, κρίνα, αγιόκλημα, νεραντζιές και την Ομόνοια πλας ή πλαζ, που τραγουδούσε βαλσοειδώς η Σοφία Βέμπο. Μια Ομόνοια πλας που μοσχοβολούσε πατσά, βιολέτες και κουλούρια για αγουροξυπνημένους».

     Η οικογένεια Γαργάρα, εκτός του ότι ήταν φτωχή, δεν έχαιρε και ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινωνία της Ροδόσταμης, αφού «διέθετε συγκλονιστικά επιχειρήματα για να ‘ναι το πιο αμφίσημο παράδειγμα προς αποφυγή». Μάλιστα ο μεγάλος γιος της οικογένειας, ο 15χρονος Σούλης, ήταν «η επιτομή της λέξης παλιοτόμαρο». Ζούσαν χάρη στα μεροκάματα  που εξασφάλιζε η μητέρα Κατίνα καθαρίζοντας διάφορα σπίτια της «καλής» κοινωνίας και χάρη σε μια αργομισθία που είχε εξασφαλίσει στον -προικισμένο σωματικά και σεξουαλικά- πατέρα Ηρακλή ο δήμαρχος της πόλης, ως ανταπόδοση των σεξουαλικών του υπηρεσιών.

     Τις περιπέτειες αυτής της ιδιόρρυθμης οικογένειας, σε μια πόλη που αναμασούσε ένδοξες εποχές του παρελθόντος, όταν το τοπικό προϊόν (τριαντάφυλλο), έφερνε αίγλη και χρήμα, στο μεταίχμιο μεταξύ του 1959 και του 1960, το οποίο όλοι περίμεναν να φέρει «κάτι» που θα αλλάξει τις μίζερες ζωές τους, περιγράφει στο μυθιστόρημά του ο Γιάννης Ξανθούλης.

     Τις περιγράφει βέβαια, με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Με γλώσσα χωρίς όρια, το γκροτέσκο πάντα σε πρώτο πλάνο, την χειμαρρώδη γραφή, όλες –σχεδόν- τις συγγραφικές του εμμονές,(κρύο, Βόρεια Ελλάδα, μεταφυσικά φαινόμενα κ.ά.) οι οποίες κάνουν τα έργα του ξεχωριστά και ιδιαίτερα το σπαρταριστό και βιτριολικό χιούμορ, που ξεκινά από τα ονόματα των «ηρώων» του: ο δήμαρχος Ερμόλαος Τούβλος, η πόρνη από την Παραγουάη (!!) Ψωλίτα Μπονασέρα, η τραγουδίστρια Τζουτζούκα Πλαταμώνα και η ομότεχνή της Ρούλα Μπετόβεν, ο Πάπας Βονιφάτιος ο Πολύσπορος, το Κέντρο Αφοδευτικών Μελετών κλπ., και επεκτείνεται στις αλλοπρόσαλλες καταστάσεις. Αυτή τη φορά όμως και με περισσότερα στοχαστικά «διαλείμματα», όπως το πιο κάτω: «Στη διάρκεια της άγριας δεκαετίας όπου είχαν γεννηθεί τα τρία παιδιά των Γαργαραίων, τα σχολεία στις μοναξιασμένες ταλαίπωρες επαρχίες, πότε άνοιγαν και πότε έκλειναν, ανάλογα με τα σχέδια των πολέμαρχων που είχαν την πεποίθηση ότι στήνουν φυτώρια δάφνης και ένδοξου μαϊντανού. Βασικό λίπασμα, το αίμα και η δυστυχία. Στα δέντρα έβλεπες κρεμασμένους τους ήρωες της Κυριακής κι ας ήταν μόλις Δευτέρα. Έπειτα κρεμούσαν ή πυροβολούσαν τους παλικαράδες ή κάποιους τυχαίους της Δευτέρας, και ήταν Τρίτη. Ως την επόμενη Κυριακή, αν δεν είχε βρεθεί κανένας πολύ δικός σου κρεμασμένος, είχες συνηθίσει τις κρεμάλες».

     Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, το οποίο σας συνιστώ σαν ένα αντίδοτο στη μιζέρια και την κατήφεια του καιρού μας, συμπληρώνουν δεκατρείς ζωγραφιές του συγγραφέα «που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της γραφής».

24 Δεκ 2023

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ. ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 270, Οκτώβριος 2023

      Όταν ένας από τους πιο σπουδαίους έλληνες συγγραφείς καταγράφει τις αφηγήσεις μιας από τις μεγαλύτερες ελληνίδες τραγουδίστριες, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συναρπαστικό!

     Η Μαρινέλλα (κατά κόσμον Κυριακή Παπαδοπούλου), γνωρίστηκε με τον Γ. Ξανθούλη το 1999, στα γυρίσματα του σίριαλ «…ύστερα ήρθαν οι μέλισσες»-αν και είχε προηγηθεί μια συνέντευξη της το καλοκαίρι του 1980 στον δημοσιογράφο τότε Ξανθούλη για λογαριασμό της «Ελευθεροτυπίας». Αλλά η ουσιαστική τους φιλία χτίστηκε το 1999 και διατηρείται μέχρι και σήμερα. Η «Εκάβη του τραγουδιού» όπως αποκαλείται, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στη συγγραφική δεινότητα του Γ. Ξανθούλη, αποφάσισε να αφηγηθεί σημαντικές στιγμές του βίου της από την γέννησή της στη Θεσσαλονίκη το 1938, μέχρι σήμερα. «Πρέπει να σημειώσω ότι οι συναντήσεις με τη Μαρινέλλα περιλάμβαναν κρασί και φαγητό, με προτίμηση και των δυο μας στα λαδερά, που συνήθως κουβαλούσε με τις κατσαρόλες από την Κηφισιά, όπου μένει. Οι συναντήσεις μας ξεκίνησαν την άνοιξη του 2021, εν μέσω πανδημίας, και, με μια διακοπή, συνεχίστηκαν τον Γενάρη του 2023, με ελαφρές διακυμάνσεις στο μενού. Σηκώναμε τα ποτήρια, ευχόμενοι στα ελληνικά αλλά και εις την συμμαχικήν τουρκικήν «σεφαρανιζέ»-στην υγεία μας-για να μην λησμονούμε και τους πρόσφυγες προγόνους μας. Οι συζητήσεις μας είχαν κάτι από το Συμπόσιο του Πλάτωνα στο πιο ξανοιχτικό. Το αναφέρω γιατί σπανίως ακολουθούσαμε σχολαστικά τη σειρά των γεγονότων. Το πηγαίναμε «μία σου… και μία μου…» αφού θυμόμασταν πράγματα και πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο και στη δική της και στη δική μου ζωή».

     Αν και η Μαρινέλλα μιλά έξω από τα δόντια για όλους και για όλα-τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα μπουλούκια στα οποία συμμετείχε, τη γνωριμία με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον επεισοδιακό χωρισμό τους, τη στροφή σε σόλο καριέρα και σε άλλα είδη μουσικής, τη συνεργασία με τον Κώστα Χατζή για το τριπλό άλμπουμ «Ρεσιτάλ» που πούλησε πάνω από 500 χιλ. αντίτυπα, το ταξίδι στην Αλβανία όπου ακόμα «ο Ενβέρ Χότζα ήταν ο απόλυτος ηγέτης» και εντυπωσιάστηκε από την ερμηνεία της, την ομάδα μπάσκετ του Άρη, την πρόσκληση από τον Σάχη της Περσίας στην Τεχεράνη για να τραγουδήσει στα γενέθλιά του, την κόρη της και τα εγγόνια της και άλλα πολλά-δεν έχουμε στα χέρια μας μια «κλασική» βιογραφία «…ξανοιγόμασταν στα εσώτερα μιας βιογραφίας που δεν ήταν ακριβώς μονόλογος. Ούτε βιογραφία, γιατί την αντιμετώπιζα μεν ως ιστορικό πρόσωπο, που όμως με τσιγκλούσε να θυμηθώ κι εγώ δικά μου, παράλληλα γεγονότα…».

     Έχουμε όμως ένα εξαιρετικό βιβλίο, στο οποίο με τον μοναδικό, ξεχωριστό του τρόπο, ο Γ. Ξανθούλης, καταγράφει την αφήγηση μιας ζωής, γεμάτης συναρπαστικές στιγμές!  

10 Ιουλ 2022

ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΗ ΣΑΝΓΚΑΗ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 388, Μάιος 2022

 

     Το έχω αναφέρει και άλλη φορά. Υπάρχουν ορισμένοι συγγραφείς, των οποίων κάθε νέο έργο, αποτελεί εκδοτικό γεγονός! Ένας από αυτούς είναι ο Γιάννης Ξανθούλης, του οποίου το καινούριο μυθιστόρημα με τίτλο «Ονειρεύτηκα Τη Σανγκάη», κυκλοφόρησε πρόσφατα.

     Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στον Πετρόκαμπο, ένα χωριό «Μεταξύ Ηπείρου και Στερεάς, βουνού και θάλασσας, χωρίς να βλέπει θάλασσα. Καταμεσής ενός κάμπου σαν την Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια…».

     Το χωριό αν και στο παρελθόν είχε κάποιες προοπτικές, έσβηνε σιγά-σιγά αφού δεν το ευνοούσε ούτε το φυσικό τοπίο. «Διότι ο Πετρόκαμπος ήταν όντως πετρόκαμπος, αφού δεν διέθετε δέντρα και καλλιέργειες, μήτε βουνά, μήτε θάλασσες ή δάση […] Σποραδικά μόνο, ας είναι καλά τα πουλιά, έπεφταν μερικοί σπόροι που μετά κόπων και βασάνων κατέληγαν να εξελιχθούν σε κάτι αναιμικούς θάμνους, αταξινόμητους και αγνοημένους ακόμη και από τους ειδικούς».

     Κοντά στο χωριό βρισκόταν ένα ύψωμα-δεν το έλεγες ακριβώς βουνό-ο Μαρμαρόγκας, που έμπλεκε τους εναπομείναντες κατοίκους σε μπελάδες. Ή κάποιες φορές λειτουργούσε σαν άλλοθι! «…ένα βουνό που υπολειπόταν σε ύψος από τα κανονικά βουνά, αλλά μέσα στα σπλάχνα του έβραζαν μηχανισμοί μυστήριοι, με τη μαγική παραφροσύνη του απρόβλεπτου».

     Κι ενώ η ζωή σ’ αυτό το χωριό των συνταξιούχων-τα παιδιά του μονοθέσιου Δημοτικού ήταν ελάχιστα και ήταν υπό την επίβλεψη ενός μάλλον ιδιόρρυθμου (για να το πούμε ευγενικά) δασκάλου-κυλάει σε αργούς ρυθμούς, έρχεται ένα γράμμα από τη Γερμανία που θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα και θα φέρει μεγάλη αναστάτωση. Ένα τέκνο του χωριού, ο Λάκης Μπούγας που έφυγε 14χρονος από τον Πετρόκαμπο σχεδόν αποδιωγμένος κι έκανε αξιόλογη περιουσία στη Γερμανία, με τη διαθήκη του, αφήνει ένα μεγάλο ποσό, για να γίνουν κοινωφελή έργα. Η επιστολή απευθυνόταν στον μοναδικό-έστω και μακρινό-συγγενή του, συνταξιούχο λογιστή Πέτρο Μακκαβαίο ή Μπαλαρίνο. Ο οποίος «ένα τέταρτο μετά την ανάγνωση της τρισέλιδης επιστολής, δεν ήταν πια ο ίδιος. Ούτε αυτός ούτε οι συνήθειές του. Γι’ αυτό ανησύχησε ο καφετζής Πετράκης Γκαβός, όταν άκουσε τον Μπαλαρίνο να παραγγέλνει και τρίτη λεμονάδα. Τρεις λεμονάδες μέσα σε είκοσι λεπτά ουδείς Πετροκαμπιώτης είχε πιεί μέχρι τότε, από καταβολής του χωριού».

     Ο μακαρίτης Μπούγας, για να εκταμιευτούν τα δέκα περίπου εκατομμύρια ευρώ, έθετε έναν όρο: μέρος του ποσού, θα διατεθεί για την ανέγερση μουσείου, που θα εκθειάζει την επαγγελματική του διαδρομή. Όμως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο Μπούγας έκανε καριέρα ως… πορνοστάρ. Η ταινία του «Το τρίτο πόδι του Ρήνου», έκοψε εκατομμύρια εισιτήρια σε όλο τον κόσμο. Μάλιστα η ταινία αυτή, σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία στη Σανγκάη! Οι Κινέζοι σχημάτιζαν ουρές έξω από τους κινηματογράφους που προβάλλονταν η ταινία. Ο Μπούγας ακόμη, εκτός από τις αφίσες, τις φωτογραφίες, τις ταινίες και τα διάφορα αξεσουάρ, ήθελε στο κεντρικό σημείο του μουσείου, να είναι τοποθετημένο το εξαιρετικού μεγέθους… όργανό του, το οποίο θα είχε αποκοπεί από υπόλοιπο σώμα του, και θα διατηρούνταν με τις κατάλληλες τεχνικές! Μπορεί όμως μια συντηρητική επαρχιακή κοινωνία, να ανεχθεί ένα τόσο σκανδαλιστικό μουσείο; Με δέκα εκατομμύρια όλα γίνονται. Μέχρι και ο μητροπολίτης Αμβρόσιος Τεκνοπνίκτωρ, έδωσε τις ευλογίες του! 

     Η χειμαρρώδης γραφή, ο σαρκασμός, η λεπτή ειρωνεία, το χιούμορ, οι σουρεαλιστικές σκηνές, τα (απαραίτητα) μεταφυσικά φαινόμενα και μια εξαιρετική πινακοθήκη χαρακτήρων, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητες και τα «κολλήματά» τους, τους οποίους προσπαθούν να τιθασεύσουν ο Μακκαβαίος και ο παπα-Τσιλιβίθρας, είναι σίγουρο ότι θα χαρίσουν ώρες αναγνωστικής απόλαυσης και διασκέδασης σε όσους διαβάσουν το νέο, εξαιρετικό μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.

20 Νοε 2020

ΖΩΗ ΜΕΧΡΙ ΧΘΕΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 404, Νοέμβριος 2020

      Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα του Γ. Ξανθούλη με τίτλο «Ζωή Μέχρι Χθες».

     Η Αμφιτρίτη (Ρίτα) Βράνη Κεραμοπούλου Φοντέν (!), επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, στα οποία λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων του συζύγου της, γύρισε όλο τον κόσμο και θυμάται… «Είσαι η Ρίτα Βράνη, χήρα εβδομήντα δύο χρόνων με αποσκευές γεμάτες εμπειρίες από πτώματα αρουραίων και κουφάρια πεταλούδων που δεν κατάφεραν να γίνουν νυχτερίδες […] Σκόρπιες και οι αναμνήσεις μου, αλλά τα βράδια, επειδή αργεί ο ύπνος, τις ταξινομώ κατ’ αλφαβητική σειρά». Είναι μια γυναίκα που φέρει βαθιά σημάδια από τα χτυπήματα της ζωής, εμφανή αλλά και κάποια-τα βαθύτερα-που δεν φαίνονται. Που γελάει για να μην κλάψει ή μάλλον επειδή δεν μπορεί να κλάψει. Που οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως και το παρόν την αφήνουν αδιάφορη. «…όπως βλέπετε, ξεχνιέμαι και λέω τα ίδια και τα ίδια, λες και τρομάζω να μείνω στο παρόν, όπου οι επιθυμίες περιορίζονται…». Με την επιστροφή στα πατρογονικά εδάφη, καταβυθίζεται στο παρελθόν, για να αναμετρηθεί με τους εφιάλτες της. Ένα παρελθόν που μόνο τραγικό και δραματικό μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς. «Γύρισα για να παρακολουθήσω το τέλος μου, ίσως και για να βρω το νήμα της αρχής-νήμα μιας ταλαιπωρημένης από ιδεοψυχαναγκασμούς και υποταγές σε άχρηστα ταξίδια ύπαρξης».

     Ήταν η μάλλον αδιάφορης εμφάνισης κόρη του δερματολόγου-αφροδισιολόγου Κύριλλου Βράνη και ζούσε με την οικογένειά της στο Μέγαρο Βράνη στην Αχαρνών, που εκτός της οικίας, στέγαζε και το ιατρείο του πατέρα της. Στα δεκαοχτώ της χρόνια κι ενώ προετοιμαζόταν για να δώσει εξετάσεις στην Ιατρική σχολή, (όπως διακαώς επιθυμούσε ο Κύριλλος), έρχεται ο έρωτας να της χτυπήσει την πόρτα. Το αντικείμενο του πόθου της, δεν είναι ένα, αλλά… δύο!! Είναι τα δίδυμα αγόρια μιας πολυμελούς εργατικής οικογένειας, που νοικιάζει το κίτρινο παλιό σπίτι απέναντι από το δικό της. Κι ενώ δε ζει παρά μόνο για τη στιγμή που θα βρεθεί με τα δύο αδέρφια, σκαρφιζόμενη χιλιάδες πιθανές κι απίθανες δικαιολογίες για να ξεπορτίσει, κατά ένα μυστήριο τρόπο, λες και ο έρωτας διεύρυνε την αντιληπτική της ικανότητα, οι επιδόσεις της στα μαθήματα-όπως και οι σεξουαλικές της-βελτιώνονται συνεχώς. Έτσι δεν αφήνει περιθώρια να εγερθούν υποψίες για να ξεπορτίσματά της, που κάποιες φορές διαρκούν περισσότερο από το κανονικό. Αυτά τα οποία αισθάνεται η Ρίτα είναι τόσο δυνατά, που κάποια φορά, όταν χρειαστεί, δεν θα διστάσει να γίνει και κλέφτρα, βάζοντας στην άκρη την συντηρητική της ανατροφή και τους όποιους ηθικούς ενδοιασμούς. Ώσπου, όπως συμβαίνει συνήθως, κάποιοι καλοθελητές, με προεξάρχοντα έναν ιερέα, ανάμεσα στον οποίο και τη Ρίτα υπάρχει αμοιβαία αντιπάθεια, ενημερώνουν τον πατέρα της. Αναπόφευκτα έρχεται η σύγκρουση με δραματικά αποτελέσματα…

     Όπως σε κάθε νέο έργο, έτσι και σε αυτό, ο αγαπημένος συγγραφέας, καταφέρνει να μας εκπλήξει ευχάριστα. Το νέο του μυθιστόρημα, διαφοροποιείται από τα προηγούμενα, αλλά είναι εξίσου συναρπαστικό. Η χειμαρρώδης γραφή, ο βιτριολικός σαρκασμός, η μοναδική ψυχογράφηση της Ρίτας (δύσκολα ένας άντρας καταφέρνει να μπει τόσο καλά στον δαιδαλώδη-ούτως ή άλλως-γυναικείο ψυχισμό, πόσο μάλλον στον διαταραγμένο ψυχικό κόσμο αυτής της γυναίκας), η γλώσσα που δεν γνωρίζει όρια και κάποιες συγγραφικές εμμονές που παραμένουν γοητευτικές με τον τρόπο που αποδίδονται (όπως π.χ. η συνεχής βροχή, οι μεταφυσικές «πινελιές» ή τα παράξενα, τρομακτικά όνειρα), κάνουν το «Ζωή Μέχρι Χθες» τόσο εξαιρετικό, που σε κρατάει δέσμιο μέχρι την τελευταία σελίδα. Δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου και προσφέρει μοναδική αναγνωστική απόλαυση.

Επειδή γνωρίζω το σύνολο του συγγραφικού έργου του Γιάννη Ξανθούλη, μπορώ ανεπιφύλακτα να πω  ότι το μυθιστόρημα «Ζωή Μέχρι Χθες», συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 3-4 καλύτερά του!          

31 Δεκ 2017

ΕΓΩ, Ο ΣΙΜΟΣ ΣΙΜΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 438, Νοέμβριος 2017

     Σκέφτηκα να κλείσω τις παρουσιάσεις του 2017, με το καινούριο βιβλίο του αγαπημένου συγγραφέα Γ. Ξανθούλη, με τίτλο «Εγώ, Ο Σίμος Σιμεών» (με γιώτα, δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος).
     Ο Σίμος είναι ένα παιδί ξεχωριστό και τα πρώτα χρόνια της ζωής του, μας περιγράφει ο συγγραφέας. Ζει στη Χαλκόπολη, τη δεκαετία του ’60. Την πόλη αυτή, που δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, ο συγγραφέας την τοποθετεί μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας. Ο Σίμος είναι ο καρπός του έρωτα ανάμεσα στην Αναστασία-Σάσα Καρούβαλη, την τρίτη και πιο όμορφη από πέντε αδελφές (τις Καρουβαλίτσες κατά τον συγγραφέα) και τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Γρηγόρη Σιμεών. Γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1954 στην παραλία της Χαλκόπολης, όταν εκείνη εργαζόταν εκεί ως υπεύθυνη. «Φόρεσε μια πράσινη ρόμπα με μια ετικέτα στο βυζί που έγραφε «Υπάλληλος πλαζ» κλείδωνε και ξεκλείδωνε τις δέκα καμπίνες, πήρε και μαθήματα ναυαγοσώστριας χωρίς καν να ξέρει κολύμπι, κι αυτό ήταν».
     Η Σάσα, που στα 26 της χρόνια θεωρούνταν ότι κινδύνευε να μείνει στο ράφι, έμεινε έγκυος. Όμως ο Γρηγόρης Σιμεών, όταν απολύθηκε από το στρατό, αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση. Το μόνο που κατάφεραν οι τοπικές αρχές (Μητροπολίτης και Στρατιωτικός Διοικητής) προς τους οποίους απευθύνθηκε η μητέρα Καρούβαλη, ήταν, αφού εντόπισαν τον Σιμεών, να τον πείσουν ακόμα κι αν δεν ήθελε να παντρευτεί τη Σάσα, τουλάχιστον να αναγνωρίσει το παιδί.
     Ο Σίμος από μικρός φάνηκε ότι ήταν διαφορετικός «…άστραφτε από εξυπνάδα: προσθαφαιρούσε εύστοχα χωρίς μολύβι και χαρτί… και διάβαζε εφημερίδα». Η ιδιαίτερη εξυπνάδα του, σε συνδυασμό με τον τρόπο που ήρθε στη ζωή (δηλ. εκτός γάμου), ερέθισαν τα χειρότερα αντανακλαστικά του οικογενειακού περιβάλλοντος-με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις-και του κοινωνικού περίγυρου. Αντιμετώπισαν το παιδί με ζήλια, μοχθηρία, μικρόνοια και άκρατο συντηρητισμό. Από την άλλη, η μητέρα του, που είχε και αυτή τα δικά της προβλήματα υγείας, αδιαφορούσε πλήρως γι’ αυτόν. Ότι πετύχαινε το παιδί, το κατάφερνε με τις δικές του δυνάμεις. Μάλιστα ένιωθε τόσο έντονα το αίσθημα της απόρριψης, που πίστευε ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο υπόλοιπος κόσμος δεν είναι πραγματικός. «Ο Σίμος διάβαζε και προσπαθούσε να οργανωθεί απέναντι στο τρομακτικό ενδεχόμενο να είναι τόσο αυτός όσο και ο περίγυρός του προϊόν φαντασίας ενός άγνωστου συγγραφέα, τον οποίο μάταια αγωνιζόταν να φανταστεί».  
     Στο τέλος, ο Σίμος θα καταφέρει να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον που αποτελούσε τροχοπέδη και να ανοίξει τα φτερά του για να κατακτήσει τους δικούς του ορίζοντες και να πραγματοποιήσει τα όνειρά του.
     Για μια ακόμη φορά, ο Γιάννης Ξανθούλης εντυπωσιάζει με το νέο του έργο. Καταφέρνει να συνδυάσει την πραγματικότητα με τη φαντασία και το ρεαλισμό με μεταφυσικές αλλά και σουρεαλιστικές σκηνές που προκαλούν γέλιο (το βιβλίο π.χ. αρχίζει με εγκωμιαστικά λόγια για ένα… νεκροταφείο). Με το δικό του μοναδικό τρόπο γραφής, ακτινογραφεί διεισδυτικά και ξεκαρδιστικά την κοινωνία της Χαλκόπολης, αλλά και στηλιτεύει νοοτροπίες και συμπεριφορές. Μην παραλείψετε να το διαβάσετε, γιατί θα σας χαρίσει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Εξαιρετικό!

     Κι επειδή αυτή είναι η τελευταία παρουσίαση του 2017, δράττομαι της ευκαιρίας, θα ευχηθώ σε όλους Καλή Χρονιά, με όσο το δυνατό λιγότερα προβλήματα και δυσκολίες και περισσότερα καλά αναγνώσματα. 

16 Ιουλ 2016

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΧΟΥΜΕ ΓΑΜΟ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 374, Οκτώβριος 2015

     Το νέο βιβλίο του Γ. Ξανθούλη, που πρόσφατα κέρδισε το «Βραβείο Κοινού» των Public, σας παρουσιάζω σήμερα.
     «Ο Ιορδάνης Λεοντίου του Αντωνίου και της Άννας, ετών εβδομήντα τριών, έβγαλε εισιτήριο μεσημέρι Δευτέρας και το πρωί της Τρίτης μπήκε στο τρένο με τη βεβαιότητα πως τραβούσε κατά το Βορρά». Ο παππούς Ιορδάνης, που μετά το θάνατο της γυναίκας του ζει με την οικογένεια της κόρης του, δεν ενημέρωσε κανένα από τα παιδιά του για το ταξίδι αυτό στην πατρώα γη (αλλά κυρίως στην παιδική του ηλικία). Όπως είναι φυσικό, η εξαφάνισή του, αναστατώνει τα παιδιά του, που αρχίζουν να τον αναζητούν. Η μόνη που φαίνεται να γνωρίζει κάτι, αλλά αρνείται να αποκαλύψει οτιδήποτε, είναι η 9χρονη εγγονή του Βικτώρια, με την οποία ο παππούς έχει αναπτύξει ιδιαίτερη και ισχυρή σχέση.
     Το ταξίδι του παππού, είναι μια καταβύθιση στην παιδική του ηλικία, που σημαδεύτηκε από την απουσία του πατέρα, ο οποίος συνελήφθη το 1943 όμηρος από τους Γερμανούς και εξαφανίστηκε κι από τις νευρικές κρίσεις που ταλάνιζαν για τον ίδιο λόγο τη μητέρα του Άννα, η οποία ποτέ δεν πίστεψε ότι ο άντρας της είναι νεκρός. Σε αντίθεση με την οικογένεια του άντρα της στον Έβρο, η δασκάλα στο επάγγελμα Άννα, η οποία ζει πια στην Αθήνα με το γιο της, για να βεβαιωθεί θέλει απτές αποδείξεις, αφού «πληροφορίες δεν υπάρχουν παρά μόνο υποθετικό πένθος, υποθετική ορφάνια».
     Ένα καλοκαίρι, στις αρχές της δεκαετία του ’50, οι δυο τους θα πάνε στο χωριό Μακρινή, στο νομό Έβρου, που είναι το θέρετρο στο οποίο η οικογένεια του πατέρα, έχει σπίτια και παραθερίζει, για ολιγοήμερες διακοπές. Εκεί, με αφορμή έναν μάλλον βιαστικό γάμο, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της νύφης, θα γίνουν μάρτυρες κωμικών και τραγικών καταστάσεων, αλλά και συγκλονιστικών αποκαλύψεων, που θα οδηγήσουν τον Ιορδάνη στην ενηλικίωση και θα φέρουν στην Άννα, την ηρεμία και τη γαλήνη που πάντα αποζητούσε.

     Στο εξαιρετικό «Την Κυριακή Έχουμε Γάμο», όλες οι συγγραφικές εμμονές του Γ. Ξανθούλη είναι και πάλι παρούσες. Ο Έβρος, ο θάνατος, η βροχή, το γκροτέσκο, τα μεταφυσικά φαινόμενα, τα μυστικά, τα μυστήρια, τα τρένα, οι σταθμοί… Συγκερασμένες όμως με τον μοναδικό τρόπο του συγγραφέα,  που όπως με κάθε νέο του βιβλίο, καταφέρνει και με αυτό να μας χαρίσει ώρες μεγάλης αναγνωστικής απόλαυσης. 

8 Φεβ 2013

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 310, Νοέμβριος 2012


     Πριν από λίγους μήνες, κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.
     Σ’ ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, το Τριφύλλι, στα χρόνια της χούντας, ο δάσκαλος Κοσμίδης, πατέρας πέντε παιδιών, που χαίρει γενικής εκτίμησης, αναλαμβάνει να μυήσει τρεις νεαρούς μαθητές του, στα μυστήρια της ζωής. Ένας εξ αυτών είναι ο Βασίλης. Ο γιος του. Τους μιλάει για την Ιστορία πέρα από αυτή που αναφέρουν τα επίσημα σχολικά βιβλία, τους διδάσκει φιλοσοφία, τους αναφέρει δύσκολες έννοιες και ιδέες, ενώ όταν μπαίνουν στην εφηβεία, τους μυεί (με τη βοήθεια μιας βολικής και φιλοχρήματης γυναίκας του χωριού) στο σεξ. Τους εκπαιδεύει και τους διαπαιδαγωγεί με τέτοιο τρόπο, ώστε στη ζωή τους να θέτουν υψηλούς στόχους και να επιτυγχάνουν την πραγματοποίησή τους. Η τριάδα δείχνει να τα καταφέρνει καλά. Μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο, εισάγονται στη Νομική. Όταν φτάνει η ώρα να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, παραμένουν αχώριστοι. Τοποθετούνται και οι τρείς σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στην Κομοτηνή. Ώσπου μια μέρα, ο Βασίλης, «ο γιος του δάσκαλου», αυτοκτονεί. Το νέο πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία και με μιας ανατρέπει τη ζωή της οικογένειας Κοσμίδη. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί, από τη στιγμή μάλιστα, που ο αυτόχειρας, δεν άφησε κάποιο σημείο που να δίνει κάποια εξήγηση.
     Την εποχή που «σκοτώθηκε» ο Βασίλης, (η λέξη «αυτοκτονία» είχε εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο της οικογένειας Κοσμίδη), ο Νικόδημος, ο μικρότερος γιος (και αφηγητής της ιστορίας), είναι στην πρώτη εφηβική ηλικία. Το γεγονός τον σημάδεψε, αλλά «το χειρίστηκε αλλιώς, σαν πιο νέος». Αφού έζησε χάρη σε μια κληρονομιά για πολλά χρόνια στο Παρίσι, χωρίς σχεδόν καμιά επαφή με την οικογένειά του, επέστρεψε στην Αθήνα. Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, για να αποφύγει μια ξαφνική μπόρα, μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Ενώ περιφέρεται μέχρι να κοπάσει η νεροποντή, στο σταντ με τις προσφορές, ένα βιβλίο με τίτλο «Γεια σας παιδιά», μιας τελείως άγνωστης συγγραφέως, του τραβάει την προσοχή. Όταν διαβάζει το οπισθόφυλλο, το αγοράζει αμέσως, γιατί διαισθάνεται πως μέσα από τις γραμμές του, θα βρει το μίτο που θα τον οδηγήσει στο λαβύρινθο της αποκάλυψης των αιτιών, που οδήγησαν τον Βασίλη στην αυτοκτονία.
     Ο Γιάννης Ξανθούλης, καταφέρνει για μια ακόμη φορά να εντυπωσιάσει. Οι περιγραφές των διαδρομών των χαρακτήρων, είτε στα υγρά από τη βροχή στρατόπεδα της Θράκης, είτε στα εσωτερικά ψυχολογικά μονοπάτια (κυρίως του Βασίλη και του σχεδόν αποσυνάγωγου Νικόδημου), είναι εξαιρετικά εύστοχες. Πολλά στοιχεία από τη «συλλογή των εμμονών» του συγγραφέα είναι παρόντα. Στα τοπία κυρίως της Θράκης, αλλά και της Αθήνας, κυριαρχεί η συνεχής βροχόπτωση. Για μια ακόμη φορά η πατρώα γη και κυρίως τα μίζερα στρατόπεδά της είναι από τους τόπους όπου εξελίσσεται η αφήγηση. Όπως οι σχέσεις εξουσίας –και κατάχρησής της πολλές φορές, που οδηγούν σε άλλες ατραπούς-που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς. Ακόμα, τα μεταφυσικά «επεισόδια», ο Χόρστ Μπούχολντς (!!), η δύναμη της σύμπτωσης που παρεμβαίνει και αλλάζει δραματικά πολλές φορές την πορεία της ζωής…
     Όλα αυτά και η αφηγηματική δεινότητα, όπως και ο τρόπος γραφής με τη λεπτή ειρωνεία και το υποδόριο χιούμορ, απογειώνουν το βιβλίο και το κατατάσσουν σε ένα από τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.