5 Δεκ 2012

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430-1950
MARK MAZAWER
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 575, Οκτώβριος 2006


     Όσοι διανύουμε την πέμπτη δεκαετία της ζωής μας-και όσοι βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά-διδαχτήκαμε την Ιστορία στα σχολεία μας, με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν παρά ένα εθνικιστικό παραλήρημα, που ελάχιστη σχέση είχε με την προσέγγιση και ανάλυση που απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Οι διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι ήταν συνεχείς. Τα παραδείγματα άπειρα. Εγώ για παράδειγμα, με αληθινή έκπληξη έμαθα πριν από κάποια χρόνια, ότι ο όρος Βυζάντιο και βυζαντινός, είναι νεότατοι. Είναι εφεύρημα κάποιων δυτικών καθολικών διανοούμενων μοναχών, που ασχολούνταν με την Ιστορία και χρησιμοποιήθηκε για να διαχωρίσουν τους «αιρετικούς» (ορθόδοξους) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από τους υπηκόους, της καθολικής Δυτικής. Και επίσης έμαθα, ότι οι βυζαντινοί, άρχοντες και λαός, δεν αυτοαποκαλούνταν ούτε βυζαντινοί, ούτε έλληνες, αλλά…Ρωμαίοι (εξ ου και το Ρωμιός). Πέρα απ’ το γεγονός, ότι «γνώση» της Ιστορίας, σήμαινε αποστήθιση στη «ληξιαρχική» λογική, γεννήθηκε, βασίλεψε, πέθανε (και κάπου ανάμεσα και κανένα πολέμησε).
     Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι αν ο καθένας μας, δεν προσπαθήσει μόνος του ν’ αναζητήσει την ιστορική πραγματικότητα, θα έχει στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της χώρας. Βέβαια, πάντα την Ιστορία την έγραφαν οι νικητές και πάντα εξυπηρετούσε και στήριζε τις επιδιώξεις του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, το κακό… παράγινε.
     Όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», που ξαναδιάβασα τώρα, επηρεασμένος από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1430, χρονιά της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς, ως το 1950. «…ξεκινώ με την άλωση της πόλης από ο σουλτάνο Μουράτ Β! το 1430, περιγράφω την καθημερινή ζωή στα χρόνια των διαδόχων του και ανιχνεύω τη μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύγλωσσο οθωμανικό κόσμο-ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα και οι λούστροι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν έξι-εφτά γλώσσες για τις ανάγκες της δουλειάς τους-στο ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του εικοστού αιώνα, όπου πια το 1950, περισσότερο από το ενενήντα πέντε τις εκατό των κατοίκων ήταν, με βάση οποιοδήποτε κριτήριο, Έλληνες».
     Ο συγγραφέας στο εξαιρετικό του βιβλίο, μας δίνει την εικόνα μιας πόλης πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρεύει τον Θεό στον οποίο πίστευε και στην οποία οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά. Οι προστριβές που υπήρχαν, ήταν λίγες και μικρής σημασίας. Περιγράφει με πολλές και δυσεύρετες λεπτομέρειες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων σε κάθε εποχή και πως τραγικά ιστορικά γεγονότα, (πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, Ολοκαύτωμα), λίγο-λίγο, αποστέρησαν από την πόλη τον πολυφυλετικό της χαρακτήρα, για να φτάσει σήμερα, να είναι μια αμιγώς ελληνική πόλη, με τα σημάδια του πολυφυλετικού παρελθόντας να είναι λίγα.
     Πολύτιμη μελέτη, για τους λάτρεις της Ιστορίας και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα, που παλεύει να μάθει το παρελθόν του και να διδαχτεί από αυτό.

21 Νοε 2012

ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ

M. J. MAC GRATH
Μετάφραση: ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 480, Σεπτέμβριος 2012

     Στα άγρια και αφιλόξενα τοπία του βόρειου αρκτικού κύκλου διαδραματίζεται το περιπετειώδες μυθιστόρημα «Αίμα Στον Πάγο». Πρόκειται για ένα θρίλερ, που εκτός του ότι συναρπάζει τον αναγνώστη με την πλοκή, τη δράση και την εξέλιξή του, τον βοηθά να επιχειρήσει μια πρώτη γνωριμία, με τον πολιτισμό ενός λαού που είτε από επιλογή είτε από ανάγκη, ζει σ’ αυτή την περιοχή, τους Ινουίτ.
     Στο αχανές παγωμένο τοπίο της νήσου Κρέγκ, δύο άντρες κυνηγούν πάπιες. Τους συνοδεύει η εξαιρετική κυνηγός κι έμπειρη οδηγός Ίντι, από τις πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν και κατέκτησαν το δικαίωμα να κάνουν αυτή τη δουλειά, γεννημένη και μεγαλωμένη στο άγριο, αλλά παράλληλα όμορφο αυτό περιβάλλον. Στη διάρκεια της κυνηγετικής εξόρμησης, ένας από τους άντρες πυροβολείται και τραυματίζεται θανάσιμα, κάτω από μυστηριώδεις κι αδιευκρίνιστες συνθήκες. «Ο τραυματισμένος άνδρας ήταν ακίνητος. Κάτω από το δεξί του χέρι είχε σχηματιστεί μια λίμνη αίματος, που έλιωνε το γύρω χιόνι και πάγωνε σαν πορφυρή γρανίτα. Σε εκείνο το σημείο υψωνόταν μια μικρή τολύπη ατμού». Το πανίσχυρο τοπικό Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων του Αουτισάκ, που ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τις ζωές όλων, με ένα σκεπτικό που ακροβατεί στα όρια του λογικού, σπεύδει να αποδώσει τον θάνατο σε ατύχημα.
     Λίγες εβδομάδες αργότερα, δύο τυχοδιώκτες φτάνουν στην περιοχή με την ελπίδα να εντοπίσουν το λείψανο του Σερ Τζέημς Φέρφαξ, ενός θρυλικού εξερευνητή της Βικτωριανής περιόδου, που πέθανε και θάφτηκε στην περιοχή. Οδηγοί τους είναι η Ίντι και ο θετός της γιος, ο Τζο. Στη διάρκεια μιας καταιγίδας χωρίζονται και η Ίντι επιστρέφει στο χωριό με τον ένα άντρα. Τέσσερις μέρες μετά, επιστρέφει και ο Τζο με κρυοπαγήματα και υποθερμία και δηλώνει την εξαφάνιση του άλλου άντρα. Τα πράγματα παίρνουν πιο σκοτεινή τροπή, όταν ο Τζο, που αναρρώνει από την έκθεσή του στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, αυτοκτονεί και η Ίντι, συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής της.
     Γιατί πιστεύει, ότι αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα, με κάποιο τρόπο συνδέονται. Ψάχνοντας να βρει το αόρατο νήμα που τα συνδέει και την αλήθεια, ξεκινάει για ένα ταξίδι που την οδηγεί μακριά από το σπίτι της και τους κατοίκους της μικρής κοινότητας στην οποία ζει. Κι ενώ ο χειμώνας παραχωρεί σιγά-σιγά τη θέση του στην άνοιξη και το καλοκαίρι και το 24ωρο σκοτάδι στο φως, η Ίντι συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται τους πάντες στο Αουτισάκ. Στην παγωμένη τούνδρα, υπάρχουν συμφέροντα που απειλούν όλα όσα αγαπάει και κάποιοι από τους συμπολίτες της, είναι αποφασισμένοι να εξυπηρετήσουν αυτούς που κρύβονται πίσω από αυτά τα συμφέροντα.
     Όπως γράφω και στην αρχή της παρουσίασης, το βιβλίο είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ, με πολλά στοιχεία-που είναι ενταγμένα και που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου-για το περιβάλλον και τους ανθρώπους μιας terra incognita για τους περισσότερους από εμάς.


9 Νοε 2012

ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1945

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
RICHARLD BESSEL
Μετάφραση: ΕΛΕΝΗ ΑΣΤΕΡΙΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 540, Σεπτέμβριος 2010


     Με την κατάσταση στη Γερμανία αμέσως μετά τη λήξη του Β! παγκοσμίου πολέμου, ασχολείται το βιβλίο «Γερμανία 1945» του ιστορικού Ρ. Μπέσελ.
     Για να φτάσει όμως την αφήγησή του, στην κομβική αυτή χρονιά, ο συγγραφέας ξεκινά από πιο νωρίς. Από την εποχή που από τη μια το προγεφύρωμα των Συμμάχων στη Νορμανδία, όχι μόνο εδραιώνεται, αλλά επεκτείνεται και γίνεται πύλη εισόδου εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, που λίγο-λίγο απελευθερώνουν τις χώρες στα δυτικά της Γερμανίας και από την άλλη, ο Κόκκινος Στρατός, απελευθερώνει τις χώρες ανατολικά της Γερμανίας, σφίγγοντας τον κλοιό, μέχρι την τελική επικράτηση και την κατάληψη του Βερολίνου. «Στη σύγχρονη ιστορία η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που ηττήθηκε ολοκληρωτικά. Το ναζιστικό καθεστώς δεν συνθηκολόγησε και οι γερμανοί στρατιώτες δεν σταμάτησαν να μάχονται ακόμη και όταν ξένα στρατεύματα πλησίαζαν στους κήπους της Καγκελαρίας του Ράιχ, στο κέντρο του Βερολίνου. Ποτέ μέχρι τότε στη σύγχρονη ιστορία κάποιο έθνος δεν καταποντίστηκε σε τέτοιο βάθος, όσο η Γερμανία το 1945».
     O γερμανικός άμαχος πληθυσμός που επέζησε του πολέμου, βρέθηκε σε κατάσταση ακόμη μεγαλύτερου σοκ, από αυτό που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί και οι μάχες. «Παραδοσιακά οι Γερμανοί και η Γερμανία συνδέονταν με την τάξη. Όμως το 1945, συνεχώς βρισκόταν αντιμέτωποι με την αταξία: με τη βία των τελευταίων μηνών του πολέμου, την καταστροφή των υποδομών, την κατάρρευση της δημόσιας διοίκησης, την τεράστια εισροή προσφύγων και την άφιξη εκατομμυρίων στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής». Οι οποίοι στρατιώτες, σε πολλές περιπτώσεις, προέβησαν σε δολοφονίες, λεηλασίες, κλοπές και σεξουαλική βία, ιδιαίτερα στις περιοχές που είχαν κατακτηθεί από τον Κόκκινο Στρατό, ως πράξη εκδίκησης για τα όσα είχαν υποστεί οι συμπατριώτες τους, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, όχι υπό την ανοχή της στρατιωτικής διοίκησης, αλλά με τις παραινέσεις και τις ευλογίες της. «Ήρθε η ώρα να ανταποδώσουμε πλήρως για όλα όσα έκανε ο χειρότερος εχθρός της χώρας μας, οι φασίστες κατακτητές, για όλες τις φρικαλεότητες και τα εγκλήματά τους, για τη λύπη και τα δεινά του λαού μας, για το αίμα και τα δάκρυα των πατέρων και των μητέρων μας, των συζύγων και των παιδιών μας, για τις σοβιετικές πόλεις και τα χωριά που κατέστρεψε και λεηλάτησε ο εχθρός» (απόσπασμα της διαταγής του στρατάρχη Ροκοσόφσκι, προς τους στρατιώτες του, που τον Ιανουάριο του 1945, ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην ανατολική Πρωσία).
     Μια εξαιρετικά δομημένη μελέτη, για μια εποχή, που αποτέλεσε για τη Γερμανία το σημείο μηδέν για την ανάνηψη από το ναζισμό και τη μετάβαση σε μια δημοκρατική, ειρηνική και ευημερούσα κοινωνία, χάρη και στην τεράστια οικονομική βοήθεια, που από ένα σημείο και μετά, παρείχαν αφειδώς, οι μέχρι πρότινος εχθροί της. Επίσης μέσα από τη μελέτη του, ο συγγραφέας αποδομεί τα επιχειρήματα όσων Γερμανών ιστορικών, ήθελαν να παρουσιάσουν τους συμπατριώτες τους ως θύματα του πολέμου, λόγω της βίας των πρώτων μηνών του 1945, που όμως πολύ βολικά «ξεχνούσαν» ότι πολλαπλάσια βία υπέστησαν όσοι λαοί είχαν την ατυχία να βρεθούν υπό ναζιστική κατοχή, ενώ οι Γερμανοί ευημερούσαν, χάρη στην καταλήστευση των πόρων των κατακτημένων λαών.
     Ο Ρίτσαρντ Μπέσελ, είναι καθηγητής της Ιστορίας του 20ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο του York. Ασχολείται με την κοινωνική και πολιτική ιστορία της Γερμανίας, τις συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων και της ιστορία της Αστυνόμευσης. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών German History και History Today.

1 Νοε 2012

ΔΕΚΑ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕ ΕΝΑ ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 320, Οκτώβριος 2012

     Το βιβλίο «Δέκα Εβδομάδες…» (από τα λίγα ελλήνων συγγραφέων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Bell), έφτασε στα χέρια μου με λίγη καθυστέρηση σε σχέση με το θέμα που πραγματεύεται στο πρώτο μέρος και εγκαίρως για ότι αναφέρει στο δεύτερο.
     Κι επειδή τα παραπάνω μοιάζουν με γρίφο, εξηγούμαι. Το βιβλίο έχει σαν θέμα τους δύο Βαλκανικούς πολέμους και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Έφτασε αργά όσο αφορά τις μάχες του πρώτου Βαλκανικού πολέμου και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (αν το είχα διαβάσει νωρίτερα θα έκανα την ανάρτηση την προηγούμενη εβδομάδα, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια), αλλά εγκαίρως για τον πιο αιματηρό, αν και μικρότερης διάρκειας, δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, όταν οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι, έπεσαν να φάνε ο ένας τον άλλο. «Ο δεύτερος Βαλκανικός πόλεμος είχε διαρκέσει τέσσερις μόλις εβδομάδες. Κι αν τον πρώτο τον είχε προκαλέσει η λαχτάρα της απελευθέρωσης των χριστιανικών πληθυσμών από τον τουρκικό ζυγό που τους καταπίεζε επί τέσσερις αιώνες, τον δεύτερο τον προκάλεσε η απλή και ξεκάθαρη απληστία. Και της βουλγαρικής ελίτ, που τα μυαλά της είχαν πάρει αέρα από τις στρατιωτικές επιτυχίες κι ήθελε να αναδειχθεί σε νέα άρχουσα τάξη των Βαλκανίων, αλλά και των Ελλήνων και των Σέρβων, που ζήλευαν τις βουλγαρικές κατακτήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε εδάφη που θεωρούσαν δικά τους».
     Το βιβλίο δεν είναι Ιστορία-γι' αυτό κι εγώ δεν το κατατάσω εκεί, αλλά στην Πεζογραφία. Ο συγγραφέας το ονομάζει «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Έχοντας στα χέρια του το αρχείο των προγόνων του Νικολάου Σπανδωνή, ευφυούς, πολυγραφότατου και διεισδυτικού δημοσιογράφου, διπλωμάτη και πολιτικού, που ακολούθησε τον ελληνικό στρατό ως πολεμικός ανταποκριτής σ’ όλες σχεδόν τις μάχες των Βαλκανικών πολέμων και Ιωάννη Σπανδωνή, συνταγματάρχη, συνθέτει ένα ολοζώντανο και συναρπαστικό μυθιστορηματικό χρονικό.
     Περιγράφει τις δέκα εβδομάδες απίστευτα βίαιων και αιματηρών συγκρούσεων («Διακόσιες περίπου χιλιάδες πολεμιστές κι άγνωστος αριθμός αμάχων έχασαν τη ζωή τους. Δεκάδες χιλιάδες ακόμα πέθαναν από χολέρα, τύφο και δυσεντερία»), πρωτοποριακών ως προς τη χρήση νέων όπλων όπως το αεροπλάνο («Το σκάφος αυτό…έκανε την πρώτη στον κόσμο-όπως έλεγαν τα τηλεγραφήματα-πολεμική αποστολή ναυτικής συνεργασίας. Αφού αποθαλασσώθηκε, το υδροπλάνο πέταξε πάνω από τα Δαρδανέλια, αναγνώρισε τον τουρκικό στόλο και το ναύσταθμό του και έριξε εναντίον τους τέσσερις μικρές βόμβες»), προφητικών των δύο παγκόσμιων πολέμων («Αυτοί που συμμετείχαν ή παρακολούθησαν ως μάρτυρες τους Βαλκανικούς πολέμους, πήραν μια πρώτη γεύση εκείνων που επιφύλασσε στην ανθρωπότητα ο 20ος αιώνας»), αλλά και καθοριστικών για την όψη που θα έπαιρναν τελικά η Ελλάδα, η οποία μετά τη λήξη των πολέμων είχε διπλασιάσει την έκταση και τον πληθυσμό της, αλλά και οι άλλες χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου.
     Πολύ καλογραμμένο, άξιο προσοχής βιβλίο, που χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού, αποκαλύπτει κρυφές πτυχές και μας μαθαίνει Ιστορία.


20 Οκτ 2012

ΠΟΛΥ ΧΙΟΝΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ

ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 243, Σεπτέμβριος 2012


     Πολύ θα ήθελα να έχω τη δύναμη να σας πείσω να διαβάσετε ένα βιβλίο, γράφοντας απλώς δύο προτάσεις. Έξι απλές λέξεις: Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε. Αν είχα αυτή την ικανότητα, θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα, στην περίπτωση του βιβλίου της Νίκης Αναστασέα. Γιατί μου είναι δύσκολο να περιγράψω τα πολλά και διαφορετικά συναισθήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωσή του. Σπάνια η «μάχη» με το λευκό χαρτί ήταν στο παρελθόν τόσο δύσκολη και «σκληρή». (Τις παρουσιάσεις τις ετοιμάζω και τις γράφω με το στυλό στο «λευκό χαρτί»-για να μπορώ να κάνω τις παραπομπές και διορθώσεις που θέλω-και στη συνέχεια τις περνώ στον υπολογιστή).
     Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία της κατάρρευσης μιας μέσης, μικροαστικής, νεοελληνικής οικογένειας, με την τυπική σύνθεση: πατέρας, μητέρα και δύο παιδιά (ένας γιος και μια κόρη) που έχουν πια μεγαλώσει αρκετά κι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το καθένα το δρόμο του. Ζουν μια ήρεμη ζωή, παρά τα κατά καιρούς σκαμπανεβάσματα, που άλλωστε περνά η μεγάλη πλειοψηφία των οικογενειών και που στην περίπτωση των γονιών, κάποια στιγμή στο παρελθόν, υπήρξαν ιδιαίτερα έντονα.
     Ξαφνικά έρχεται η αμείλικτη πραγματικότητα και ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους. «Πότε άλλαξε η ζωή Πέρσα και δεν το πήραμε είδηση; Που κοιτάζαμε; Που είχαμε το νου μας;». Η κόρη της οικογένειας, η Ηλέκτρα, βρίσκεται προφυλακισμένη στον Κορυδαλλό. Ένα σαββατόβραδο, την ώρα που με τον αγαπημένο της, τον Στέλιο, είχαν βγει βόλτα με τη μηχανή του, δεν σταματάνε σε μπλόκο της αστυνομίας. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο Στέλιος, πυροβολεί και σκοτώνει έναν από τους δύο αστυνομικούς που προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Τους συλλαμβάνουν λίγο αργότερα. Ο ανακριτής που είναι επιφορτισμένος με την έρευνα της υπόθεσης, προσπαθεί να πείσει την Ηλέκτρα, να καταθέσει εναντίον του Στέλιου, για να «δέσει» πιο σίγουρα την υπόθεση. Αυτή όμως αρνείται, παρά τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως συνεργός και να περάσει αρκετά χρόνια στη φυλακή.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσα από διαδοχικούς μονολόγους των μελών της οικογένειας, των οποίων οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, διαφοροποιήθηκαν μέσα από μια σειρά ψυχολογικών διεργασιών, λόγω της κρίσης που προκάλεσε το γεγονός του εγκλεισμού της Ηλέκτρας και της άρνησής της, να «προδώσει» τον αγαπημένο της, «γιατί έτσι είναι η αγάπη».
     Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, αλλά να σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι τις πολλές αρετές του βιβλίου. Απλά θέλω να επαναλάβω, αυτό που γράφω στην αρχή. «Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε».

13 Οκτ 2012

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΔΝΤ

ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 385, Σεπτέμβριος 2012

     Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, από τότε που φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα και την οικονομία της, άρχισαν να γράφονται βιβλία από ειδικούς ή και λιγότερο ειδικούς, που προσπαθούν να εξηγήσουν στους εμβρόντητους Έλληνες, τι ακριβώς συνέβη και φτάσαμε στο χάλι που είμαστε σήμερα. Κάποια από αυτά είναι πολύ καλά, κάποια άλλα λιγότερο καλά.
     Στα πρώτα, ανήκει το βιβλίο του καθηγητή και πρώην υπουργού Π. Ρουμελιώτη, ο οποίος, το κρίσιμο διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2010 και Δεκεμβρίου 2011, διετέλεσε Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
     Όπως εξηγεί ο ίδιος στον πρόλογο: «Σκοπός του βιβλίου είναι, για λόγους εκπαιδευτικούς και ιστορικούς, η αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν τη χώρα μας στο πρώτο και δεύτερο μνημόνιο (ή προγράμματα προσαρμογής, σύμφωνα με την τεχνική ορολογία), με συνέπεια να τεθεί υπό την κηδεμονία των δανειστών της. Το οφείλω στη νέα γενιά μας».
     Για να πετύχει το σκοπό του, κάνει λεπτομερείς κι εξαντλητικές περιγραφές-βασισμένες σε προσωπικές ημερολογιακές καταγραφές, συνομιλίες και έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση επιτρέπεται-των ενεργειών που έγιναν και κυρίως αυτών που έπρεπε να γίνουν αλλά δεν έγιναν, από όλους όσους ενεπλάκησαν στην προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής οικονομίας από την πλήρη κατάρρευση. Παραλείψεις και αστοχίες, που οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού στη φτώχεια, στην ανεργία, στην εξαθλίωση. «Ασφαλώς, η Ελλάδα ολιγώρησε για δεκαετίες σε πολλά θέματα…Αλλά και οι Ευρωπαίοι δε στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων…»
     Οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ, προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για την πορεία που βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Όλο το πολιτικό σύστημα (και κατ’ επέκταση και οι «εργατοπατέρες», που αφού έκαναν τη «θητεία» τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, αναλάμβαναν βουλευτική έδρα) ήξερε τι συνέβαινε. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ψεύδεται ασυστόλως. Όλους όμως τους βόλευε η συγκεκριμένη κατάσταση. ΟΛΟΥΣ. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους έπεφταν στο κενό. Στο εσωτερικό μάλιστα, οι λίγοι που μιλούσαν για καταστροφική πορεία, χλευάζονταν και στοχοποιούνταν ως γραφικοί από τα περισσότερα ΜΜΕ, στα οποία κυριαρχούσε ένα μείγμα λαϊκισμού, διαφθοράς, διαπλοκής και «λαμογιάς».
     Υπάρχει διέξοδος; «Ωστόσο μαγικές λύσεις για την έξοδο από την οικονομική κρίση δεν υπάρχουν. Η επίλυση του προβλήματος της χώρας μας, θα είναι επώδυνη και θα απαιτήσει μακροχρόνιες προσπάθειες, είτε εντός είτε εκτός Ευρωζώνης, είτε με προγράμματα προσαρμογής της τρόικας είτε χωρίς τα προγράμματα αυτά. Η Ελλάδα έχει μπροστά της έναν «ανηφορικό μαραθώνιο». Για αυτό το λόγο, πρέπει να εξοπλιστούμε με μεγάλη επιμονή και βούληση προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και να ανοίξουμε έναν ελπιδοφόρο δρόμο για τις επόμενες γενιές».
     Το βιβλίο, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένο από έναν τεχνοκράτη, είναι εύκολα κατανοητό από το μέσο αναγνώστη. Και είναι χρήσιμο, γιατί είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει τα πράγματα «εκ των έσω».
     Δύο παρατηρήσεις πριν κλείσω αυτό το σημείωμα. Σε κάθε τους έκθεση, οι εμπειρογνώμονες όλων των διεθνών οργανισμών που ασχολήθηκαν με την ελληνική οικονομία, θεωρούν πρωταρχικής σημασίας την πάταξη της φοροδιαφυγής. Θέλω να πιστεύω ότι αυτές τις εκθέσεις τις διαβάζουν οι πολιτικοί. Μέχρι σήμερα, κανείς δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να λύσει το πρόβλημα, κάτι που θα ελάφρυνε κάπως τα βάρη που έχουν επωμιστεί οι συνεπείς φορολογούμενοι. Αν θέλουν μπορούν. Οι τεχνικές δυνατότητες υπάρχουν. Θέλουν όμως; Ή μήπως τα πλοκάμια της διαπλοκής είναι τόσο ισχυρά που δεν τους αφήνουν; Η δεύτερη παρατήρηση που θέλω να κάνω, αφορά το ΔΝΤ. Στο βιβλίο, ο Π. Ρουμελιώτης, λίγο-πολύ «αθωώνει» το ΔΝΤ και ρίχνει μεγάλο βάρος της ευθύνης για την αποτυχία των μνημονίων, στους ηγέτες των εύρωστων οικονομικά χωρών της Ευρώπης, που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με τιμωρητική διάθεση. Όταν διάβαζα σχετικά χωρία, πίστευα ότι ο συγγραφέας, το κάνει επειδή υπήρξε στέλεχος του Ταμείου και ήθελε να το «προστατεύσει», παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία που παρέθετε για να υποστηρίξει αυτά που ισχυριζόταν, ήταν αρκετά ισχυρά. Οι τελευταίες όμως εξελίξεις, με τον «πόλεμο» που ξέσπασε ανάμεσα στο Ταμείο και τους Γερμανούς (κυρίως) και αφορά την Ελλάδα, με κάνει να αρχίζω να πιστεύω ότι μάλλον ο Π. Ρουμελιώτης έχει δίκιο.


6 Οκτ 2012

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 174, Φεβρουάριος 2012


     Έξυπνο και γραμμένο με χιούμορ, είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Δ. Φύσσα, που σας παρουσιάζω σήμερα. Αν και νομίζω ότι η κατάταξή αυτού του βιβλίου στα μυθιστορήματα, μάλλον το αδικεί. Ο Δ. Φύσσας, έχει γράψει περισσότερο ένα δοκίμιο για τη «μεγάλη και άκακη λόξα που λέγεται λογοτεχνία» και τη χαρά της ανάγνωσης, στο οποίο όμως έδωσε τη μορφή μυθιστορήματος. Και στο οποίο όταν του δίνεται ευκαιρία, παρωδεί ασυστόλως, ελαφρύνοντας με τον τρόπο αυτό το έργο του.
     Όλα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν η 30χρονη Βάλια Σουρμελή, χαμηλά αμειβόμενη και σκληρά εργαζόμενη υπάλληλος σε εταιρία δημοσίων σχέσεων, απάντησε σε μια αγγελία αναρτημένη στο internet, που της κίνησε την περιέργεια: «Ζητείται άτομο με καλή φωνή και άρθρωση, για ανάγνωση λογοτεχνίας κοντά στην Κηφισιά. Αποκλείονται οι ηθοποιοί και κάθε είδους επαγγελματίες. Πενθήμερο, μισθός ικανοποιητικός και άλλες παροχές αναλόγως προσόντων. Μετακίνηση υποχρεωτικά με τον ηλεκτρικό. Τηλεφωνήστε για συνέντευξη και δοκιμή…». Η αγγελία αναρτήθηκε από τους συνεργάτες της Λόρας Μπραίμη, μιας καλλιεργημένης μεσήλικης αστής, που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όρασή της λίγο καιρό πριν κι έχει ουλές σε όλο της το σώμα, μετά από κάποιο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου.
     Η Λόρα, δεν έχει οικογένεια. Ζει στο σπίτι με έναν ηλικιωμένο σκωτσέζο υπηρέτη, τον Ρόμπερτ, μια μαγείρισσα την Έλενα και μια καμαριέρα. «…η οικογένειά μου είναι ουσιαστικά όσοι βλέπεις εδώ. Το σπίτι μου και η οικογένειά μου ταυτίζονται. Και όπως σου ξανάπα, χαίρομαι που έχω πέντε δραχμές να συντηρώ αυτό το σπίτι και να αμείβω τους καλούς ανθρώπους που μου κάνουνε τη χάρη να με βοηθάνε και να με υπηρετούνε». Τώρα, θέλει να προσλάβει κάποιον, για να της διαβάζει τα βιβλία, που λόγω της απώλειας της όρασής της, δεν μπορεί. Η Βάλια κρίνεται ικανή για τη θέση κι αρχίζει να διαβάζει στην εργοδότρια-ακροάτριά της, αρχικά μόνο τα απογεύματα, αφού θέλησε να παραμείνει και στην πρωινή δουλειά της και στη συνέχεια αφού παραιτήθηκε από την εταιρία όπου εργαζόταν, όλη μέρα, πέντε μέρες της εβδομάδα πλην-υποχρεωτικά-σαββατοκύριακου. Κάθε Δευτέρα, αρχίζει από εκεί που σταμάτησε την Παρασκευή. Μαζί με τη Λόρα, «ακούμε» κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς, έλληνες και ξένους. Στο τραπέζι του φαγητού, όπου παρακαθόταν τόσο η Λόρα, όσο και το υπηρετικό προσωπικό, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλους συγγραφείς.
     Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια, ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα-μέχρι τότε χλεύαζε και αδιαφορούσε για τη λογοτεχνία-κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και το προσωπικό.
     Ωστόσο το γεγονός ότι τα σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, της εξάπτει την περιέργεια και την κάνει να αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε εβδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται, από ένα άγαρμπο σημάδι σ’ ένα βιβλίο, ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του σαββατοκύριακου!
     Το βιβλίο, που είναι ευκολοδιάβαστο και διανθισμένο με πινελιές χιούμορ, είναι σίγουρο ότι θα σας προσφέρει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Σε πολλά σημεία δε, θα αντιληφθείτε όπως κι εγώ, ότι ο συγγραφέας μας κλείνει πονηρά το μάτι, αφού είμαστε όλοι «συνένοχοι» στην «λόξα της λογοτεχνίας».
    Ο Δημήτρης Φύσσας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτικές Επιστήμες. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστερά, έγραψε εφτά βιβλία, άσκησε ετερόκλητα επαγγέλματα κι απέκτησε τρία παιδιά και δύο εγγόνια.