31 Μαρ 2012

Ο ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΜΠΕΗ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ

ORHAN PAMUK
Μετάφραση: ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ 
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ 
Σελ. 792, Ιανουάριος 2012 

      Το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας Ο. Παμούκ και εκδόθηκε πριν από 30 χρόνια, αλλά μόλις φέτος μεταφράστηκε στα ελληνικά, παρουσιάζω σήμερα. Ένα ογκώδες βιβλίο, 800 πυκνογραμμένων σελίδων, στο οποίο, όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο, περιγράφει τη ζωή του Τζεβντέτ μπέη και της οικογένειάς του. Η εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία του, (μέσα της δεκαετίας του 1910 έως μέσα της δεκαετίας του 1970), είναι αυτή που διαμόρφωσε το πρόσωπο της σύγχρονης Τουρκίας. Και ο Τζεβντέτ μπέη, είναι μέλος μιας τάξης που εν πολλοίς αναδείχτηκε την εποχή αυτή, την τάξη των μεσοαστών εμπόρων. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί την οικογενειακή ιστορία, ως πρόσχημα και ως όχημα για να περιγράψει κάτι ευρύτερο: μιας εποχή κοσμογονίας για τη γειτονική χώρα. Η Τουρκία, υπό τη διεφθαρμένη και ανεπαρκή κυβέρνηση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμιτ Β!, μπαίνει σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Η ανάγκη για αλλαγή γίνεται επιτακτική. Πολιτικοί, αξιωματικοί και διανοούμενοι, δημιουργούν το κίνημα των νεότουρκων, που επιτυγχάνει να ανατρέψει το σουλτανικό καθεστώς. Η δημοκρατία εγκαθιδρύεται στις 29 Οκτωβρίου του 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ (που επονομάστηκε Ατατούρκ). Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Τζεβνέτ προσπαθεί να στήσει μια επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη, εξασκώντας το - όχι ιδιαίτερα «αξιοπρεπές» αλλά προσοδοφόρο - επάγγελμα του εμπόρου, στο οποίο κυριαρχούν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Τα όνειρά του εκτός από την επαγγελματική επιτυχία, περιλαμβάνουν και τη δημιουργία μιας οικογένειας. «Στη μέση της γέφυρας ένας γεροδεμένος άντρας μ’ ένα μεγάλο καπέλο και μια γυναίκα με ακάλυπτο πρόσωπο, κοίταζαν τη θάλασσα, κρατούσαν από τα χέρια τα παιδιά τους. «Μια οικογένεια σαν αυτή!» σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη». Το όνειρό του παίρνει σάρκα και οστά μετά το γάμο του με την κόρη ενός πασά. Παράλληλα, βλέπει γύρω του, τον κόσμο όπως τον ήξερε να καταρρέει και από τα ερείπια να γεννιέται κάτι νέο. Τις μεγάλες αλλαγές όμως, θα τις βιώσουν οι γιοί του, οι οποίοι με τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες τους, αντιπροσωπεύουν τις κυρίαρχες τάσεις που διαμορφώνονται στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Τουρκίας. Στο βιβλίο η Ιστορία κυριαρχεί, χωρίς σχεδόν ποτέ να είναι εμφανώς παρούσα! Τα ιστορικά γεγονότα τα αντιλαμβανόμαστε περισσότερο από τους υπαινιγμούς του συγγραφέα, παρά από ευθεία αναφορά σ’ αυτά, ακόμα κι όταν καθορίζουν την πορεία των χαρακτήρων του. Εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός, ότι τεχνηέντως, αποφεύγει την αναφορά σε «σκοτεινές» σελίδες, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων, η Μικρασιατική καταστροφή, το πογκρόμ του 1955. Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, αφού παρουσιάζει στοιχεία από την καθημερινή ζωή και τις μεταβολές που συντελούνται στους κόλπους της κοινωνικής ζωής, τριών γενεών Τούρκων και περιέχει «εν σπέρματι» κάποια από τα ζητήματα, που απασχόλησαν τη μετέπειτα θεματική του. Θα ήταν όμως ακόμα πιο ενδιαφέρον, αν έλειπαν αρκετές σελίδες, αφού «παθαίνει» αυτό που παθαίνουν σχεδόν όλοι οι νέοι συγγραφείς: θέλει να πει όλα όσα έχει στο μυαλό του μονομιάς με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να πλατειάζει αφόρητα. Συνιστάται ιδιαίτερα στους φανατικούς αναγνώστες του Τούρκου συγγραφέα (οι οποίοι είναι από όσο ξέρω αρκετοί).

17 Μαρ 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ

GENE WILDER
Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ 
Εκδόσεις ΑΛΔΕ 
Σελ. 172, Μάρτιος 2011 

      Μια άλλη πλευρά, του ταλέντου του-αυτήν του συγγραφέα- μας παρουσιάζει με το βιβλίο αυτό, ο γνωστός ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Gene Wilder. Βρισκόμαστε στο 1903. Ο νεαρός βιολιστής Τζέρεμι Γουέμπ, την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή με μια ορχήστρα στο Κλίβελαντ, ερμηνεύοντας ένα κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι, παθαίνει νευρικό κλονισμό. «…ξαφνικά άφησα το βιολί κάτω και άρχισα να σχίζω τις παρτιτούρες του πρώτου βιολιστή. Έκανα τα φύλλα του κομματάκια όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έριξα νερό μέσα στο φαρδύ στόμιο μιας τούμπας, κοπάνησα τα πλήκτρα ενός πιάνου με τις γροθιές μου-μόνο τα μαύρα πλήκτρα-και μετά κάθισα στο πάτωμα κλαίγοντας». Για να συνέλθει-και χάρη στη μεσολάβηση του διευθυντή της ορχήστρας-τον στέλνουν σε ένα θεραπευτήριο στο Μπάντενβάιλερ, στα νοτιοδυτικά της Γερμανίας. Εκεί έχει μια απρόσμενη συνάντηση. «Ήταν εντυπωσιακά όμορφος, υπέθετα κοντά στα σαράντα, μ’ ένα άψογο λευκό κοστούμι, λευκό πουκάμισο και γαλάζια γραβάτα. Επίσης φορούσε ένα φασαμέν, που είχα ξαναδεί να φορούν μόνο οι φιλοξενούμενοι μαέστροι απ’ την Ευρώπη». Ο άντρας αυτός ήταν ο Άντον Τσέχοφ, ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο θέρετρο, για να μπορέσει να ξεπεράσει το πρόβλημα υγείας (φυματίωση) που τον βασάνιζε. Ο Τζέρεμι τον θαύμαζε για την «οξυδέρκεια και την εκλεπτυσμένη τέχνη» των έργων του. Ελάχιστες μέρες μετά την άφιξη του στο θέρετρο, φτάνει εκεί η βελγίδα Κλάρα Μουλπάς. «Ήταν μια γυναίκα και μάλιστα πολύ όμορφη. Ήταν επίσης ελκυστική με λεπτά ευαίσθητα χαρακτηριστικά…Θα ‘λεγα πως ήταν είκοσι τεσσάρων ή είκοσι πέντε χρόνων, πολύ λεπτή, με όμορφο και καθαρό δέρμα. Τα πυρόξανθα μαλλιά της που ακτινοβολούσαν, τα είχα ξαναδεί μόνο σε πίνακες ζωγραφικής». Η Κλάρα πάσχει από μία ανίατη μορφή καρκίνου του στομάχου και λόγω της ασθένειάς της, ο άνδρας της την έχει εγκαταλείψει. Ο Τζέρεμι θα προσπαθήσει να την κατακτήσει, αλλά συναντά δυσκολίες. Η Κλάρα δεν είναι διατεθειμένη να υποκύψει στο-διακριτικό είναι αλήθεια-φλερτ του (γι’ αυτό κι ο τίτλος «Η Γυναίκα Που Δεν Ήθελε»). Ο Τζέρεμι όμως θα επιμείνει και η επιμονή του αυτή, θα έχει απρόσμενες συνέπειες και για τους δύο. Το βιβλίο, περιλαμβάνει μια όμορφη, ευκολοδιάβαστη, ρομαντική, συγκινητική και τρυφερή ιστορία, με αξιαγάπητους χαρακτήρες (από τους πρωταγωνιστές έως τους πλέον δευτερεύοντες), με γλώσσα και γραφή που προσιδιάζουν στο θέμα και την εποχή και κατάλληλες για να αποδώσουν τα συναισθήματα των ηρώων. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και στο οποίο ο γνωστός άνθρωπος του σινεμά, ξετυλίγει μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή του πολυσχιδούς ταλέντου του. Ο Gene Wilder (πραγματικό όνομα Jerome Silberman), γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1933. Είναι ηθοποιός από τα εφηβικά του χρόνια. Σε πολλές ταινίες που πρωταγωνίστησε, υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Ήταν υποψήφιος για Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του (ως Λέο Μπλουμ) στην ταινία «Οι Παραγωγοί» του Μέλ Μπρούκς. Λίγα χρόνια αργότερα, ήρθε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το σενάριο της ταινίας «Φρανκενστάιν Τζούνιορ». Από το 2003, έχει εγκαταλείψει τα κινηματογραφικά πλατό για να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί-εκτός από αυτό που παρουσιάζω σήμερα-αλλά τρία βιβλία του. Το αυτοβιογραφικό «Φίλα Με Σαν Ξένος» (που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ), το μυθιστόρημα «My French Whore» (2007) και η συλλογή διηγημάτων «What Is This Thing Called Love» (2010).

9 Μαρ 2012

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ 
Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 
Σελ. 70, 1995 

      Κάνοντας προ ημερών μια νέα «έρευνα» στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, έκανα πολύ ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Βρήκα βιβλία που είχα διαβάσει όταν πρωτοκυκλοφόρησαν-πριν από χρόνια-μου είχαν αρέσει, αλλά από τότε δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσω. Βλέπετε τα καινούρια βιβλία που κυκλοφορούν είναι πολλά και περιμένουν να έρθει η σειρά τους και από την άλλη ο χρόνος είναι λίγος, οπότε πρέπει να τηρούνται κάποιες ισορροπίες. Τώρα όμως, θέλοντας να κάνω ένα διάλλειμα στην ανάγνωση ενός ογκωδέστατου μυθιστορήματος, «επέστρεψα» για λίγες ώρες σε ένα βιβλίο που μου είχε κάνει θετικότατη εντύπωση, το ξαναδιάβασα και αποφάσισα να σας το παρουσιάσω. Περιλαμβάνεται στη σειρά «Η Πορεία Της Σκέψης» των εκδόσεων Περίπλους. Μια σειρά μικρών σε μέγεθος βιβλίων (10 Χ 12,5 cm), αλλά μεγάλων σε αξία. Το «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη, είναι ένα υπόδειγμα πρωτότυπου και ξεχωριστού ύφους. Ένα εργόχειρο, δουλεμένο με λεπτές κι επιδέξιες βελονιές. Στη νουβέλα αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1894, ο γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας της Σύρου, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην οικονομική της ακμή, εξιστορεί πως έφτασε στη δεινή θέση να είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, ενώ έχουν περάσει…οκτώ ολόκληροι μήνες από το γάμο τους, αφού σκοπός του ήταν να «γιατρευτεί» από τον έρωτά του προς τη νέα αυτή, διά του γάμου. «Την Χριστίνα την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν’ αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίνα εις την λέσχην…Την Χριστίνα την επήρα καθώς παίρνει κανείς κινίνον δια ν’ απαλλαχθεί από τον πυρετόν». Η συνέχεια όμως του έγγαμου βίου, δεν είναι όπως την έχει σχεδιάσει ο συριανός νέος…Και αυτό το γεγονός, δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα στο συγγραφέα να μας χαρίσει ένα έργο απολαυστικό που αν και γραμμένο περισσότερο από έναν αιώνα πριν, μπορεί να «μιλήσει» στον αναγνώστη του σήμερα. Ο Ροΐδης, δηκτικός κι εύστοχος στην κριτική του όπως πάντα, αποδεικνύει για μια ακόμη φορά, ότι υπήρξε τέλειος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, μάστορας της γραφής κι εξαίρετος χρήστης της γλώσσας, την οποία είχε αναγάγει σε ένα εργαλείο γεμάτο δύναμη αλλά και λεπτές αποχρώσεις. Δεν ξέρω αν αυτό το μικρό βιβλιαράκι εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Όμως κάνοντας μια πρόχειρη κι όχι εμπεριστατωμένη αναζήτηση στο internet, βρήκα σε ορισμένα site, το πλήρες κείμενο της νουβέλας, οπότε αν δεν βρείτε το βιβλίο, μπορείτε να ανατρέξετε εκεί, για να απολαύσετε αυτό το εξαιρετικό έργο.

22 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΟΣ ΜΑΚΕΔΩΝ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΡΟΥΜΠΕΛΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 300, Νοέμβριος 2010


     Στις απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα, μας μεταφέρει με το μυθιστόρημά του αυτό, ο Θ. Σκρουμπέλος.
     Ο «μεγάλος ασθενής», η Οθωμανική αυτοκρατορία, πνέει τα λοίσθια. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, έχουν βλέψεις στα εδάφη που θα χάσει -απ’ ότι φαίνεται- ο σουλτάνος και κυρίως τη Μακεδονία, που αποτελεί την πύλη για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Τις ίδιες βλέψεις έχουν και οι διάφορες γειτονικές προς τη Μακεδονία ηγεμονίες. «Το 1870 η βουλγαρική ηγεμονία κατορθώνει με την έγκριση του σουλτάνου να κερδίσει το αυτοκέφαλο της εκκλησίας από το Πατριαρχείο και να αυτολειτουργεί ως Εξαρχία…». Ο ορθόδοξος πληθυσμός της Μακεδονίας που εκείνη την εποχή αποτελεί ένα μωσαϊκό θρησκειών και γλωσσών, χωρίζεται σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Όμως ανεξαρτήτως θρησκεύματος, αυτό που επιθυμεί διακαώς ο τοπικός πληθυσμός, είναι η αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού που τους δημιουργεί τεράστια προβλήματα: καταπίεση, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική διοίκηση, μεροληπτική δικαιοσύνη, δυσβάστακτη φορολογία.
     Οι Βούλγαροι διαβλέποντας την ευκαιρία, προσπαθούν να αποκτήσουν ισχυρά ερείσματα στον τοπικό πληθυσμό, μέσω των εξαρχικών ιερέων και αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού που στέλνονται στη Μακεδονία, για να αναπτύξουν, καθοδηγήσουν και εξοπλίσουν, φιλοβουλγαρικό κίνημα.
     Η Ελλάδα μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, δεν μπορεί να αντιδράσει επίσημα στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία. Το ρόλο του κράτους υποκαθιστούν ιδιώτες. Αναπτύσσεται ένα ισχυρό κίνημα, που έχει σαν αποκορύφωμα, την αποστολή του Παύλου Μελά και σώματος κρητικών εθελοντών, για να ενισχύσουν το ελληνικό φρόνημα του πληθυσμού και να ανακόψουν τη βουλγαρική διείσδυση.
     Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο κινούνται οι τρεις ήρωες του βιβλίου, που είναι συνομήλικοι. Στην «ηλικία που από έφηβοι γίνονται άντρες». Ο μαύρος Σελήμ, που έλεγε «Κάτω από το μαύρο πετσί μου, ένιωθα το αίμα μου ελληνικό». Λατρεύει τον Μέγα Αλέξανδρο και τη Μακεδονία. Είναι γιος μιας θεσσαλονικιάς, της Ρωξάνης, κόρης του εύπορου εμπόρου Παναγιώτη Σταυρακάκη και του μαύρου Μαμούν ελ Μελέκ, γιο ενός επίσης εύπορου ιδιοκτήτη αμπελιών και οινοποιού, συνεργάτη του Σταυρακάκη από το Τούνεζι. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν στη διάρκεια των σπουδών του Μαμούν στο μεντρεσέ της Θεσσαλονίκης. Ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο και κλέφτηκαν για να παντρευτούν, αφού οι Σταυρακάκηδες δεν ήθελα επ’ ουδενί να κάνουν μαύρο γαμπρό. Καρπός αυτού του γάμου είναι ο «μαύρος Μακεδών» Σελήμ. Ο Στόγιαν είναι βούλγαρος. Ορφανός από πατέρα, αναπτύσσει δράση στα πλαίσια του βουλγαρικού κομιτάτου. Όχι πολλά χρόνια πριν, οι γονείς του δούλευαν στο οινοποιείο του Σταυρακάκη στη Φιλιππούπολη. Τέλος ο Μανώλης, που εκπαιδεύεται ως αγριμοκυνηγός στα βουνά της Κρήτης («αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να σκοτώσει ή να αιχμαλωτίσει τα αγρίμια που χαλούν τα κοπάδια ή τα σπαρτά»), από το θείο του, ο οποίος εργάστηκε για ένα διάστημα ως σωματοφύλακας του Σταυρακάκη.
Αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και φυσικά το αόρατο νήμα που τους ενώνει, μέχρι που η μοίρα θα τους φέρει στο ίδιο πεδίο δράσης. «Η δουλειά, ο ιερός σκοπός και ένα όνειρο, τα τρία αυτά ήταν τα αγκίστρια στα οποία μας τσάκωσε η μοίρα και τους τρεις και μας έχωσε στο ίδιο παιχνίδι».
     Μυθιστόρημα με την Ιστορία πανταχού παρούσα, να ορίζει με τα γυρίσματά της την πορεία των ηρώων, έντονη δράση στα τοπία της Δυτικής Μακεδονίας, καλογραμμένο, ευκολοδιάβαστο, διδακτικό, που δίνει τροφή για σκέψη και αξίζει της προσοχής μας.

11 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΡΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 411, Μάιος 2011


     Με το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη, θα ασχοληθούμε σήμερα.
     Εξ αρχής, ο συγγραφέας, ξεκαθαρίζει ότι το μυθιστόρημά του, δεν επιχειρεί να πάρει θέση στα όσα τραγικά συνέβαιναν-από πολιτική άποψη-την εποχή που περιγράφεται (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1916), αλλά «φιλοδοξεί απλώς να ανασυνθέσει την εποχή». Και τα καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μέσα από το βλέμμα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου (κι έναν από τους ελάχιστους επινοημένους-οι υπόλοιποι είναι ιστορικά πραγματικά πρόσωπα), του Άγγελου Σιγανού, ενός νεαρού άντρα, ο οποίος εργάζεται στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, μέσω του οποίου διανέμονται τα τηλεγραφήματα των ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, αλλά και τα δελτία τύπου των ξένων πρεσβειών στην Αθήνα, στις εφημερίδες. «Ζούσα στην Αθήνα μέχρι το φθινόπωρο του ’12. Σπούδαζα φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγα για το Παρίσι για περαιτέρω σπουδές. Αλλά λίγο ο πόλεμος, λίγο οι εικόνες της πόλης, οι επιδημίες που ενέσκηψαν, η έλλειψη εμβολίων, η έλλειψη αντιλυσσικών ορών-το Παρίσι κατακλύζεται από λυσσασμένα σκυλιά-οι συνθήκες διαβίωσης τέλος πάντων, με οδήγησαν στη σκέψη να διακόψω για ένα χρόνο τις σπουδές μου. Ήρθα στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου χαράματα και την επόμενη μέρα έπιασα δουλειά στο Αθηναϊκό Πρακτορείο».
     Ο Σιγανός φτάνει σε μια Αθήνα, όπου οι αντιμαχόμενοι του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, προσπαθούν με κάθε τρόπο να προσεταιριστούν τον Βενιζέλο που θέλει την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ οι μεν, το φιλογερμανό βασιλιά οι δε, ο οποίος επιθυμεί (μια κατ’ όνομα) ουδετερότητα, αλλά έχει ήδη προσφέρει διευκολύνσεις προς τις γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις. Για να πετύχουν μάλιστα το σκοπό τους, οι σύμμαχοι της Αντάντ, δε διστάζουν να στείλουν το στόλο τους να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν έλλειψη ακόμα και πρώτης ανάγκης αγαθών. Οι Γερμανοί από την άλλη, τορπιλίζουν με υποβρύχια τα ελληνικά φορτηγά πλοία, κάνοντας της κατάσταση ακόμα πιο δύσκολα. Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που υποφέρει περισσότερο, είναι ο απλός λαός. Ο οποίος όμως άγεται και φέρεται από τα οξυμένα πολιτικά πάθη. «Όταν βρεθούν πολλοί μαζί, κάνουν ότι και οι αντίπαλοί τους. Κάποιος δίνει το σύνθημα κι όλοι ναζί αρχίζουν να φωνάζουν με βραχνές, λαχανιασμένες φωνές. Στη μνήμη της ιστορίας αφθονούν οι λαχανιασμένες φωνές και η νοσταλγία του χαμένου».
     Ακολουθεί η φυγή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, η δημιουργία ξεχωριστής κυβέρνησης και του κράτους της Θεσσαλονίκης, η τελετή αναθέματος κατά του Βενιζέλου διά ρίψεως μαύρων λίθων (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου) σε ειδικό χώρο στο Πεδίον του Άρεως, που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος και ο τότε αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού του 1917, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε κι ο Βενιζέλος, ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία. Η περιγραφή όλων αυτών όμως, είναι δουλειά της Ιστορίας. Η πρόθεση του συγγραφέα είναι να περιγράψει τις επιπτώσεις που έχουν οι εξελίξεις αυτές στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά. Με εικόνες μοναδικής έντασης, κατορθώνει να μεταφέρει στο χαρτί την απόγνωση που φέρνουν η έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων, η πείνα, η αρρώστια, ο θάνατος που ευτελίζουν την ανθρώπινη ζωή και οι πολιτικός φανατισμός και οι διώξεις που καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
     Το βιβλίο, που εκτός από ευκολοδιάβαστο είναι και εξόχως διδακτικό, βασίζει την ιστορική του αλήθεια σε εφημερίδες και τηλεγραφήματα της εποχής, τα οποία συνέλλεξε με κόπο και μελέτησε ενδελεχώς ο συγγραφέας. Σας συνιστώ να το διαβάσετε αφού ως λογοτεχνία θα το απολαύσετε όπως κι εγώ, αλλά και ως Ιστορία θα σας διδάξει, όπως δίδαξε κι εμένα. Ελπίζω μόνο κι εύχομαι, σε κάποιες πτυχές του να μη γίνει και προφητικό.
     Ο Γιάννης Γρηγοράκης, γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη. Στην ίδια πόλη σπούδασε νομικά και σήμερα δικηγορεί. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του «Ο Διαβήτης Του Πλάτωνα». Άλλα έργα του: «Η Μητρόπολη Του Χάους», «Η Συνωμοσία Των Αγγέλων» και «Καφέ Προκόπ».

1 Φεβ 2012

Ο ΠΛΑΝΕΥΤΗΣ

MURIEL GRAY
Μετάφραση ΠΗΤ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΑΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 763.


     Πριν από μερικές μέρες, «σκαλίζοντας» τη βιβλιοθήκη μου, σε κάποιο ράφι, ανακάλυψα αυτό το βιβλίο, το οποίο αν και κυκλοφόρησε πριν από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια (!!), μέχρι σήμερα δεν το είχα διαβάσει. Αποφάσισα λοιπόν να ασχοληθώ και όπως εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε, έκανα πολύ καλά. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο, με εξαιρετικές περιγραφές και διαλόγους, που δύσκολα το άφηνα από τα χέρια μου (και δεν είμαι από τους φανατικούς του είδους).
     Σε μια πόλη των Καναδικών Βραχωδών Ορέων, το Σίλβερ, που αν και κάπως απομονωμένη, είναι γνωστό χιονοδρομικό κέντρο, αρχίζουν να συμβαίνουν τρομερά και αλλόκοτα πράγματα: Ένας νεαρός αστυνομικός δολοφονείται μια νύχτα με σφοδρή χιονοθύελλα ενώ περιπολεί με το υπηρεσιακό φορτηγάκι σε ένα επικίνδυνο πέρασμα και το πτώμα του ακρωτηριάζεται φρικτά. Ένας φορτηγατζής έχει μετατραπεί σε…παγοκολώνα μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου του, που ενώ έχει κλειστά πόρτες και παράθυρα, είναι γεμάτη χιόνι. Ένας σκιέρ, ανακαλύπτεται πλημμυρισμένος στο αίμα, αλλά γύρω του, πάνω στο χιόνι δεν υπάρχει ούτε ένα αποτύπωμα ποδιού.
     Παρά το ότι στην πόλη πλανιέται ο φόβος ότι ένας παράξενος και πολυμήχανος δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους, η «βιομηχανία» του σκι, ανθεί. Όμως για τον υπάλληλο του χιονοδρομικού κέντρου, τον Σαμ Χαντ, που έχει κόψει κάθε δεσμό με τις ινδιάνικες ρίζες του για να ζήσει στην κοινωνία των λευκών, αυτός ο φόβος είναι πολύ έντονος. Γιατί ο Σαμ, «ανακαλύπτει» ότι έχει κενά μνήμης, κάθε φορά που γίνεται μια δολοφονία. Αλλά επίσης ξέρει-από τον παππού του που ήταν σαμάνος-τι κρύβει στα σπλάχνα του το Βουνό του Λύκου. Ένα πνεύμα παλιό όσο και η Γη. Πανούργο, σκοτεινό και γεμάτο κακία, που απολαμβάνει να παραπλανά τους ανθρώπους και να σκορπίζει τον τρόμο και την καταστροφή. Αυτό το πνεύμα, φυλακισμένο για χρόνια μέσα στο βράχο από τους σαμάνους των Ινδιάνων, είναι πάλι ελεύθερο να συνεχίσει το έργο του. Και από τους πρώτους του στόχους είναι ο Σαμ και η οικογένειά του.
     Γιατί ο Σαμ είναι Φύλακας, κάτοχος του φυλακτού και ο μόνος που μπορεί να πολεμήσει τον Πλανευτή. Αλλά για να βγει νικητής από τη θανάσιμη αναμέτρηση, πρέπει να ενωθεί με το πνεύμα των προγόνων του, να συμφιλιωθεί με την καταγωγή και τις ρίζες του και να ξαναγίνει ο Λύκος Που Κυνηγά.
     Το εξαιρετικό αυτό θρίλερ, με υπερφυσικά στοιχεία, μιλά για την προαιώνια μάχη του Καλού με το Κακό, όπως περνά μέσα από τις παραδόσεις και τους θρύλους των αυτοχθόνων του Καναδά. Είναι καλογραμμένο, η συγγραφέας το διανθίζει με πινελιές χιούμορ και όπως γράφω και πιο πάνω δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου.
     Αν και φαντάζομαι ότι τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, δύσκολα θα το βρείτε, (ίσως μόνο σε κάποια βιβλιοθήκη ή σε κατάστημα με βιβλία από δεύτερο χέρι) αν τυχόν πέσει στην αντίληψή σας, μη χάσετε την ευκαιρία να το διαβάσετε. Ιδιαίτερα οι φαν του μεταφυσικού θρίλερ, θα ξετρελαθούν.
     Η Μίριελ Γκρέη, γεννήθηκε το 1958 στη Σκωτία. Είναι δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Το βιβλίο «Ο Πλανευτής» ήταν η πρώτη λογοτεχνική της απόπειρα. Ακολούθησαν τα «Furnace» (1996) και «The Ancient» (2000). Έχει ακόμη γράψει και τρία μη λογοτεχνικά βιβλία. Ζει στη Γλασκόβη με τον άντρα της και τα τρία τους παιδιά.

24 Ιαν 2012

ΒΑΪΜΑΡΗ. Η ΑΝΑΠΗΡΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


HEINRICH A. WINKLER
Μετάφραση: ΑΝΤΖΗ ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 394, Οκτώβριος 2011


     Την περίοδο από τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (1933) εξετάζει στην ιστορική του μελέτη «Βαϊμάρη», ο καθηγητής του πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου, Χάινριχ Βίνκλερ.
    Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, αναγνωρίζουν την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο. Σε λιγότερο από δύο μήνες, η μοναρχία καταργείται και για πρώτη φορά στην ιστορία της Γερμανίας, ανακηρύσσεται η δημοκρατία. Την εξουσία αναλαμβάνουν εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Στη συνέχεια, μετά από συμφωνία των περισσότερων κομμάτων, εξελέγη η Συντακτική Εθνοσυνέλευση, που συνεδρίασε μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1919, για να θέσει τα θεμέλια της Γερμανικής Δημοκρατίας, όχι στην πρωτεύουσα, το Βερολίνο, για λόγους ασφαλείας, αλλά στη Βαϊμάρη, αφού «η πόλη του Γκαίτε αποτελεί ένα καλό σύμβολο για τη νεοσύστατη γερμανική δημοκρατία». Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορική περίοδος (1918-1933) είναι γνωστή στην ιστοριογραφία, ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
     Το με πλήθος στοιχείων και πληροφοριών βιβλίο, περιγράφει τη γέννηση της Δημοκρατίας τη Βαϊμάρης, η οποία αποτέλεσε έργο των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Κόμμα του Κέντρου, Φιλελεύθεροι). Αντιμετώπισε την κρυφή ή και απροκάλυπτη πολλές φορές εχθρότητα των ακραίων δυνάμεων (Ναζί, Συντηρητικοί Εθνικιστές, Κομμουνιστές, Φιλομοναρχικοί), οι οποίες αντιμάχονταν τη δημοκρατία, για δικούς της λόγους κι επιδιώξεις η κάθε μία. Κλήθηκε να διαχειριστεί μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, σε μια κατεστραμμένη χώρα, με διαλυμένες υποδομές, υπό πολύ στενό διεθνή έλεγχο και με τη διαρκή απειλή σκληρών αντιποίνων σε περίπτωση παραβίασης των «στραγγαλιστικών»για την ανόρθωση της χώρας συμφωνιών της ειρήνης. «Η Συνθήκη στέρησε από τη Γερμανία το ένα έβδομο των εδαφών της και το ένα δέκατο του πληθυσμού της καθώς και τις αποικίες της. Οι Γερμανοί έχασαν (αν συνυπολογίσει κανείς και τον διαμελισμό της Άνω Σιλεσίας το 1921) το ένα τρίτο των κοιτασμάτων άνθρακα και τα τρία τέταρτα των κοιτασμάτων μετάλλου. Όσον αφορά τις επανορθώσεις, οι νικητές δεν είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν στο τελικό ποσό. Αρχικά η Γερμανία έπρεπε να παραδώσει τα υποβρύχια τηλεγραφικά καλώδια, τα εννέα δέκατα του εμπορικού στόλου και πάνω από το ένα δέκατο των ζώντων ζώων της κτηνοτροφικής της παραγωγής. Επιπλέον, για την επόμενη δεκαετία, ήταν υποχρεωμένη να παραδίδει κάθε χρόνο περίπου 40 εκατομ. τόνους άνθρακα στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο και στην Ιταλία». Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο «Οι διανοούμενοι της Βαϊμάρης», περιγράφει με ποιο τρόπο το νέο καθεστώς, ευνόησε την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, αφού λειτούργησε απελευθερωτικά για καλλιτεχνικά ρεύματα που προϋπήρχαν μεν, αλλά μόνο με τη Δημοκρατία απέκτησαν ευρεία επιρροή. Τέλος περιγράφει πως, λάθη, παλινωδίες και κοντόφθαλμές πολιτικές οδήγησαν τους Ναζί στην εξουσία και τη Δημοκρατία στο «θάνατο».
     Αυτό που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο τον έλληνα αναγνώστη, είναι το πόσο οι περιπέτειες της Γερμανίας του τότε, θυμίζουν –τηρουμένων των αναλογιών βέβαια- τις περιπέτειες και την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα. Είναι τόσο έντονες οι ομοιότητες σε ορισμένες περιπτώσεις, που αν αντικαταστήσεις κάποια ονόματα, είναι σα να διαβάζεις αυτά που έγιναν στη χώρα, τα δύο τελευταία χρόνια. Εύχομαι κι ελπίζω, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, να επικρατήσει η νηφάλια σκέψη και η κοινή λογική, ώστε μακριά από τακτικισμούς και μικροπολιτικά τερτίπια, η κατάληξη να είναι διαφορετική.
     Να επισημάνουμε εδώ ότι το βιβλίο είναι το έβδομο κεφάλαιο ενός μνημειώδους έργου του Βίνκλερ, «Der lange Weg nach Westen», που εξετάζει την περίοδο 1789-2000.
     Ο Χάινριχ Βίνκλερ, γεννήθηκε το 1938 στο Κένιξμπεργκ. Σπούδασε ιστορία, πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Μύνστερ, της Χαϊδελβέργης και του Τύμπιγκεν, όπου και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ. Το 1970, εξελέγη καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Το 1972, εξελέγη καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και το 1991 στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου.