24 Ιαν 2012

ΒΑΪΜΑΡΗ. Η ΑΝΑΠΗΡΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


HEINRICH A. WINKLER
Μετάφραση: ΑΝΤΖΗ ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 394, Οκτώβριος 2011


     Την περίοδο από τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (1933) εξετάζει στην ιστορική του μελέτη «Βαϊμάρη», ο καθηγητής του πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου, Χάινριχ Βίνκλερ.
    Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, αναγνωρίζουν την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο. Σε λιγότερο από δύο μήνες, η μοναρχία καταργείται και για πρώτη φορά στην ιστορία της Γερμανίας, ανακηρύσσεται η δημοκρατία. Την εξουσία αναλαμβάνουν εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Στη συνέχεια, μετά από συμφωνία των περισσότερων κομμάτων, εξελέγη η Συντακτική Εθνοσυνέλευση, που συνεδρίασε μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1919, για να θέσει τα θεμέλια της Γερμανικής Δημοκρατίας, όχι στην πρωτεύουσα, το Βερολίνο, για λόγους ασφαλείας, αλλά στη Βαϊμάρη, αφού «η πόλη του Γκαίτε αποτελεί ένα καλό σύμβολο για τη νεοσύστατη γερμανική δημοκρατία». Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορική περίοδος (1918-1933) είναι γνωστή στην ιστοριογραφία, ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
     Το με πλήθος στοιχείων και πληροφοριών βιβλίο, περιγράφει τη γέννηση της Δημοκρατίας τη Βαϊμάρης, η οποία αποτέλεσε έργο των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Κόμμα του Κέντρου, Φιλελεύθεροι). Αντιμετώπισε την κρυφή ή και απροκάλυπτη πολλές φορές εχθρότητα των ακραίων δυνάμεων (Ναζί, Συντηρητικοί Εθνικιστές, Κομμουνιστές, Φιλομοναρχικοί), οι οποίες αντιμάχονταν τη δημοκρατία, για δικούς της λόγους κι επιδιώξεις η κάθε μία. Κλήθηκε να διαχειριστεί μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, σε μια κατεστραμμένη χώρα, με διαλυμένες υποδομές, υπό πολύ στενό διεθνή έλεγχο και με τη διαρκή απειλή σκληρών αντιποίνων σε περίπτωση παραβίασης των «στραγγαλιστικών»για την ανόρθωση της χώρας συμφωνιών της ειρήνης. «Η Συνθήκη στέρησε από τη Γερμανία το ένα έβδομο των εδαφών της και το ένα δέκατο του πληθυσμού της καθώς και τις αποικίες της. Οι Γερμανοί έχασαν (αν συνυπολογίσει κανείς και τον διαμελισμό της Άνω Σιλεσίας το 1921) το ένα τρίτο των κοιτασμάτων άνθρακα και τα τρία τέταρτα των κοιτασμάτων μετάλλου. Όσον αφορά τις επανορθώσεις, οι νικητές δεν είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν στο τελικό ποσό. Αρχικά η Γερμανία έπρεπε να παραδώσει τα υποβρύχια τηλεγραφικά καλώδια, τα εννέα δέκατα του εμπορικού στόλου και πάνω από το ένα δέκατο των ζώντων ζώων της κτηνοτροφικής της παραγωγής. Επιπλέον, για την επόμενη δεκαετία, ήταν υποχρεωμένη να παραδίδει κάθε χρόνο περίπου 40 εκατομ. τόνους άνθρακα στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο και στην Ιταλία». Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο «Οι διανοούμενοι της Βαϊμάρης», περιγράφει με ποιο τρόπο το νέο καθεστώς, ευνόησε την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, αφού λειτούργησε απελευθερωτικά για καλλιτεχνικά ρεύματα που προϋπήρχαν μεν, αλλά μόνο με τη Δημοκρατία απέκτησαν ευρεία επιρροή. Τέλος περιγράφει πως, λάθη, παλινωδίες και κοντόφθαλμές πολιτικές οδήγησαν τους Ναζί στην εξουσία και τη Δημοκρατία στο «θάνατο».
     Αυτό που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο τον έλληνα αναγνώστη, είναι το πόσο οι περιπέτειες της Γερμανίας του τότε, θυμίζουν –τηρουμένων των αναλογιών βέβαια- τις περιπέτειες και την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα. Είναι τόσο έντονες οι ομοιότητες σε ορισμένες περιπτώσεις, που αν αντικαταστήσεις κάποια ονόματα, είναι σα να διαβάζεις αυτά που έγιναν στη χώρα, τα δύο τελευταία χρόνια. Εύχομαι κι ελπίζω, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, να επικρατήσει η νηφάλια σκέψη και η κοινή λογική, ώστε μακριά από τακτικισμούς και μικροπολιτικά τερτίπια, η κατάληξη να είναι διαφορετική.
     Να επισημάνουμε εδώ ότι το βιβλίο είναι το έβδομο κεφάλαιο ενός μνημειώδους έργου του Βίνκλερ, «Der lange Weg nach Westen», που εξετάζει την περίοδο 1789-2000.
     Ο Χάινριχ Βίνκλερ, γεννήθηκε το 1938 στο Κένιξμπεργκ. Σπούδασε ιστορία, πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Μύνστερ, της Χαϊδελβέργης και του Τύμπιγκεν, όπου και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ. Το 1970, εξελέγη καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Το 1972, εξελέγη καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και το 1991 στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου.

19 Ιαν 2012

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ


ΝΙΚΟΣ Κ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 364, Οκτώβριος 2011

    
Ένα καταιγιστικό θρίλερ που διαπλέκει αριστοτεχνικά το σήμερα με τη βυζαντινή ιστορία, είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του πολυγραφότατου Νίκου Κ. Κυριαζή.
     Το 6622 από Κτίσεως Κόσμου, σύμφωνα με τη βυζαντινή χρονολόγηση, δηλ. το 1014 μ. Χ., ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β!, που ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος, επιχείρησε μια ακόμη εκστρατεία εναντίον της χώρας του Σαμουήλ. Σε μια στενή διάβαση κοντά στο Κλειδί, οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι το ανάγλυφο του εδάφους, προβάλλουν σθεναρή αντίσταση και φέρνουν το Βασίλειο, αντιμέτωπο με το φάσμα της ήττας. Το βράδυ πριν από την καθοριστική μάχη, είδε στον ύπνο του μία μορφή που του είπε: «Θα νικήσεις, αν αφιερώσεις στον πιο ιερό χώρο της αυτοκρατορίας το πιο πολύτιμο της πίστης και το πιο πολύτιμο δικό σου».
     Ο πνευματικός του αυτοκράτορα, ήταν βέβαιος ότι πρόκειται για κάποιο Άγιο ή άγγελο και ερμηνεύοντας τα λόγια της μορφής, είπε ότι πρέπει ο αυτοκράτορας να αφιερώσει στο Άγιο Όρος (ο ιερός χώρος), το ποτήρι της Θείας Μετάληψης στο Μυστικό Δείπνο και τη λόγχη που τρύπησε τα πλευρά του Χριστού (πολύτιμο της πίστης) τα οποία φυλάσσονταν στην Αγία Σοφία και το στέμμα του (το πολύτιμο δικό σου). Ο αυτοκράτορας το υποσχέθηκε και την επόμενη μέρα, οι Ρωμαίοι (όπως αυτοαποκαλούνταν οι βυζαντινοί –ο όρος «Βυζάντιο/βυζαντινός» είναι μια «εφεύρεση» Δυτικών ιστορικών του 19ου αιώνα), κατήγαγαν μεγάλη νίκη και πέρασαν τα στενά κατατροπώνοντας τους Βούλγαρους.
     Τρεις αιώνες αργότερα, (1308 μ. Χ.), ο ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας Χρυσόστομος, αναθέτει σε τρεις μοναχούς, το Νικόδημο, το Μόδεστο και τον Ευσέβιο, να μεταφέρουν τα κειμήλια που δώρισε ο αυτοκράτορας στο Νότο, για να μην πέσουν στα χέρια των Κατιλάνων (Καταλανών) «που ο κυρ Ανδρόνικος είχε την απρονοησία να καλέσει ως μισθοφόρους» και οι οποίοι από την Καλλίπολη, ετοιμάζονταν να κινηθούν δυτικά προς τη Θράκη και τη Μακεδονία με σκοπό τη λεηλασία των εδαφών και των ανθρώπων τους οποίους υποτίθεται ότι θα προστάτευαν.
Οι τρεις μοναχοί ξεκινούν την πολυήμερη πορεία, διασχίζοντας εδάφη όπου επικρατούσε η ανομία. Η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να παραπαίει εδώ και καιρό και την ύπαιθρο λυμαίνονταν συμμορίες ληστών. Οι μοναχοί στην πορεία τους, αφήνουν κωδικοποιημένα κατά κάποιο τρόπο ίχνη, που θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από ανθρώπους με γνώσεις και ευφυΐα, που τυχόν στο μέλλον θα έψαχναν να βρουν που είναι κρυμμένα τα κειμήλια.
     Μετά από 700 χρόνια, ο συντηρητής Σάββας Χατζημηνάς, πήρε μέσω «σκοτεινών» ανθρώπων-όπως και άλλες φορές στο παρελθόν-στα χέρια του για συντήρηση μια εικόνα του 19ου αιώνα, μικρής καλλιτεχνικής αξίας. Από σύμπτωση ανακάλυψε ότι ήταν επιζωγραφισμένη. Όταν την καθάρισε και αποκάλυψε την αυθεντική, η έκπληξη που ένοιωσε ήταν πρώτου μεγέθους. «Το θέμα: Η βάπτιση του Χριστού από τον Βαπτιστή Ιωάννη. Γνωστό. Η εκτέλεση όμως. Μοναδική. Υπέροχη!...Δες εδώ: υπάρχει υπογραφή «Διά χειρός Νικοδήμου Αγιορείτου 6933». Το 6933 είναι η χρονιά που το έφτιαξε…». Η έκπληξη του συντηρητή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, όταν βλέπει αυτό που του αποκαλύπτεται, όταν προσπαθεί να καθαρίσει και το πίσω μέρος της εικόνας. Αυτό που διαβάζει μπορεί να τον οδηγήσει σε μια σπουδαία ανακάλυψη.
     Όμως παρά τις προφυλάξεις που παίρνει ο Χατζημηνάς, οι φήμες σχετικά με την εικόνα κυκλοφορούν και κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων που ο καθένας θέλει να την οικειοποιηθεί για δικούς του λόγους. Ανάμεσά τους ένας αγιορείτης μοναχός με…παρελθόν, μια έξυπνη ντετέκτιβ, ένας Έλληνας συλλέκτης με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ο ελληνοβαλκανικός υπόκοσμος, ένας Ιταλός τραπεζίτης που είχε στενές σχέσεις με τη μαφία κι ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ. Θα αναμετρηθούν σε ευφυΐα και ταχύτητα, ώστε να φτάσουν πρώτοι στο «αντικείμενο του πόθου» τους. Για να τα καταφέρουν όμως, θα πρέπει να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων και να λύσουν γρίφους, εισχωρώντας στο μυαλό ενός μοναχού που έζησε και πέθανε πριν από εφτά αιώνες.
Ο Νίκος Κ. Κυριαζής, είναι καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας δεκάδων επιστημονικών και λογοτεχνικών βιβλίων κι εκατοντάδων άρθρων σε ΜΜΕ.

8 Ιαν 2012

ΟΛΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ

JONATHAN SAFRAN FOER
Μετάφραση ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 440, Ιούνιος 2011


     Είναι κάποιες φορές, που ορισμένα βιβλία, με τον τρόπο τους με «αναγκάζουν» να ξεφύγω από τον τρόπο με τον οποίο συνήθως κάνω τις παρουσιάσεις. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι αυτό που παρουσιάζω σήμερα. Αυτό το διαφορετικό που θα κάνω, είναι ότι δεν θα ασχοληθώ ευθύς εξ αρχής με το περιεχόμενο στο πρωτότυπο, αλλά με τη μετάφραση. Η οποία πρέπει να δυσκόλεψε πολύ τη μεταφράστρια, αφού ο ένας εκ των χαρακτήρων, έχει μια μάλλον…ιδιότυπη σχέση με την αγγλική γλώσσα και κυρίως με τον τρόπο με τον οποίο τη χειρίζεται. «Πρέπει να πληροφορήσω κάτι τώρα. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν έχω ποτέ πληροφορήσει κανέναν και πρέπει να υποσχεθείς ότι δεν θα πληροφορήσεις ούτε μία ψυχή. Δεν έχω κάνει ποτέ σαρκικά με κορίτσι. Το ξέρω. Το ξέρω. Δεν μπορείς να το πιστέψεις, αλλά όλες οι ιστορίες που σου είπα για τα κορίτσια που με επονομάζουν Όλη Νύχτα Μωρό και Νόμισμα ήταν όλες μη-αλήθειες και δεν ήταν εμπρέπουσες μη-αλήθειες. Νομίζω ότι κατασκευάζω αυτές τις μη-αλήθειες γιατί με κάνει να νοιώθω πολύ έκτακτο άτομο. Ο Πατέρας με ρωτάει πολύ συχνά για κορίτσια, και με ποια κορίτσια κάνω σαρκικά και σε τι διευθετήσεις κάνουμε σαρκικά. Του αρέσει να γελά μαζί μου με αυτό, ειδικά τη νύχτα όταν είναι γεμάτος βότκα». Αυτούς τους γλωσσικούς γρίφους-που βέβαια μπορεί να «χαριτωμένοι» και αστείοι-έπρεπε να αποκωδικοποιήσει η μεταφράστρια και στη συνέχεια να τους μεταφέρει στα ελληνικά. Ή καλύτερα σε «σπασμένα» ελληνικά, κάτι που έκανε το εγχείρημα πιο δύσκολο.
     Η ιστορία ξεκινά, όταν ένας νεαρός αμερικανός εβραίος, ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ(!), καταφτάνει στην Ουκρανία, έχοντας στις αποσκευές του, έναν παλιό χάρτη και μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Στην οποία, όπως ο ίδιος πιστεύει, απεικονίζεται η γυναίκα που πριν πενήντα χρόνια, έσωσε τον παππού του από τους Ναζί. Σκοπός του ταξιδιού, να βρει και να ευχαριστήσει αυτή τη γυναίκα. Πριν ξεκινήσει από την Αμερική, έχει ζητήσει μέσω του τουριστικού πρακτορείου Κληρονομιά tours, που ειδικεύεται σε ταξίδια που θέλουν να κάνουν αμερικανοί εβραίοι στην Ουκρανία, τη χώρα που ζούσαν κάποτε οι πρόγονοί τους, έναν διερμηνέα, έναν ξεναγό κι ένα αυτοκίνητο με οδηγό, που να γνωρίζουν καλά την περιοχή του Λουτσκ.
     Έτσι ο αμερικανός, συναντά τον Άλεξ, τον συνομήλικο του διερμηνέα με την…ειδική σχέση με την αγγλική γλώσσα, που έχει επωμιστεί και το ρόλο του ξεναγού και τον Παππού που παρά το γεγονός ότι διατείνεται ότι είναι τυφλός (!), αναλαμβάνει την οδήγηση με το σαράβαλό του, ο οποίος όμως δεν πάει πουθενά χωρίς τη σκύλα του, που ακούει στο όνομα…Σάμι Ντέηβις Τζούνιορ Τζούνιορ! Ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι στην ουκρανική ενδοχώρα, με τον αμερικανό να υποφέρει από την αναγκαστική συγκατοίκηση με το σκυλί (τρέφει παθολογικό φόβο για τα σκυλιά), ένα ταξίδι στο παρελθόν και στο παρόν, όπου τα αστεία περιστατικά, διαδέχονται σκηνές γεμάτες τρυφερότητα και συγκίνηση.
     Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, είναι από τους νεότερους και πολυσυζητημένους αμερικανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1977 στη Νέα Υόρκη. Το μυθιστόρημά του «Εξαιρετικά Κοντά Και Απίστευτα Δυνατά» (εκδ. Μελάνι, 2009), θεωρήθηκε το καλύτερο βιβλίο για την μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους εποχή. Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο του και περιλήφθηκε στις λίστες με τα καλύτερα βιβλία του 2002, που είναι η χρονιά κυκλοφορίας του. Έχει κερδίσει πολυάριθμα βραβεία όπως το Guardian First Book Prize, το National Jewish Book Award και το New York Public Library Young Lions Prize. Το έργο του, έχει μεταφραστεί σε 36 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

29 Δεκ 2011

ΖΟΗ ΜΕ ΟΜΙΚΡΟΝ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ
Σελ. 222, Ιούνιος 2011


     Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο της συγγραφέως, που μέχρι τώρα είχε ασχοληθεί μόνο με τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του δεν είναι από τα συνηθισμένα, αφού αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικής καταγωγής μετανάστες, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
     Ο Γιούρι, είναι ένας νέος ποντιακής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Αμπχαζία, όπου ζει με τη χήρα μητέρα του και άλλους συγγενείς. Όταν ένας θείος, μετά την έναρξη του πολέμου με τη Γεωργία, αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του, ο Γιούρι τον ακολούθησε μόνος. Η μητέρα του, έμεινε πίσω στην προγονική γη. «Δεν αφήνω τα καντήλια των πεθαμένων μου στα χέρια τους», έλεγε κάθε φορά που προέκυπτε θέμα μετανάστευσής της. Η Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς η «γη της επαγγελίας» και ο τόπος των ονείρων τους. Η μέρα της άφιξής τους στη Θεσσαλονίκη, ήταν η καλύτερη της ζωής τους. «Δε θυμάμαι να σου πω τι ακριβώς άκουγα, μόνο που ένιωθα σα να το ‘χα μέσα μου το μπουζούκι, σαν κάποιος να ‘παιζε, από μέσα τις χορδές. Πάλι με πιάσανε τα κλάματα, αλλά ήταν άλλα κλάματα αυτά. Ελλάδα είναι εκεί που ακούγονται τα ελληνικά. Όλα καλά θα πάνε, είπα».
     Όταν ο Γιούρι αυτονομήθηκε από την οικογένεια του θείου του, στην αρχή δυσκολεύτηκε αρκετά. Όμως τα ελληνικά που μιλούσε τον βοήθησαν. «η Αθηνά, η καλομάνα του, η γιαγιά του δηλαδή, δικαιώθηκε για την επιμονή της να του διαβάζει Καζαντζάκη και Λουντέμη, να του ζητά να γράψει και να μιλήσει τα ελληνικά και να παρακολουθεί τα παρακάθια, τα νυχτέρια με τις ιστορίες που λέγανε οι γριές στους συγγενείς και γείτονες…».
     Μετά την περιπλάνησή του σε διάφορες δουλειές και τη «θητεία» στην μικρο-παραβατικότητα, αποφάσισε να αλλάξει. Έπιασε δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, όπου χάρη στην ευστροφία του ξεχώρισε. Νοίκιασε κι ένα μικρό διαμέρισμα και είδε λίγο-λίγο τη ζωή του να αλλάζει. Βέβαια στην πολυκατοικία αντιμετώπισε τις ίδιες αντιδράσεις που αντιμετώπισε και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αποδοχή από τους λίγους. Μίσος, φόβο, μισαλλοδοξία, και ρατσισμό από τους πολλούς. Αν και ποτέ δεν έδωσε κανένα δικαίωμα. «Δεν έκανε φασαρία, είπαν κάποιοι, δικαίωμα στην πολυκατοικία μας δεν έδωσε ποτέ. Αυτό του ‘λειπε! Γυναίκα δεν είχε εμφανίσει. Πείτε μου εσείς. Είναι φυσιολογικό αυτό; Τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο τα ‘δινε μόλις πατούσε ο μήνας. Που τη βρήκε τη συνέπεια αυτός που δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Και κείνη η ευγένεια, οι καλοσύνες τάχα, τα χαμόγελα, ποια πονηριά ήθελαν να καλύψουν; Δεν είμαι κορόιδο εγώ, τα ξέρω αυτά τα κόλπα. Μόλις έκλεινε η πόρτα πίσω του, μας έφτυνε χολή. Δεν φτάνουν τα προβλήματα που έχει ο τόπος, αυτοί μας λείπανε».
     Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε στωικά και χωρίς να δίνει πολύ σημασία. Μέχρι που ήρθε η ζωή και σ’ ένα γύρισμά της, έφερε τα πάνω κάτω. Ο Γιούρι κλονίστηκε. Λίγο έλειψε να λυγίσει. Όμως αναμετρήθηκε με τον χειρότερο εχθρό του: τον κακό του εαυτό. Και νίκησε!
     Καλογραμμένο μυθιστόρημα, με κινηματογραφικό ρυθμό, σωστά δομημένους χαρακτήρες και μ’ ένα θέμα ρεαλιστικό, σημερινό και θέλω να ελπίζω όχι διαχρονικό. Το βιβλίο, περιλαμβάνει ένα ολιγοσέλιδο, αλλά περιεκτικό σχόλιο, για τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, που υπογράφει ο ιστορικός Βασίλειος Τσενκελίδης.
     Η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Δημοσιογραφία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αθήνα και το Λονδίνο με αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα έντυπα της χώρας ως αρθρογράφος, ενώ την τελευταία διετία, εργάζεται στον ηλεκτρονικό τύπο. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικό διαγωνισμό κι έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό (δε)κατα.

21 Δεκ 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ
Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Σελ. 414, Νοέμβριος 2011


     Το νέο μυθιστόρημα της Τ. Μπάιλα, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες. Είναι εντελώς διαφορετικό θεματικά από το προηγούμενο και υπήρξε τραγικά προφητικό. Επειδή δεν μου αρέσει να χαλάω την απόλαυση του αναγνώστη ν’ ανακαλύπτει λίγο-λίγο το βιβλίο, δεν θέλω να γράψω περισσότερα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ.
     Με το μυθιστόρημα αυτό, η συγγραφέας, μέσω της ηρωίδας της, της Χριστίνας, μας ταξιδεύει στην Ιαπωνία και μας κάνει κοινωνούς της αγάπης της, για τη χώρα του «ανατέλλοντος ηλίου» και του πολιτισμού της, που μας είναι μάλλον άγνωστος. Όσα γνωρίζουμε οι περισσότεροι, τα γνωρίζουμε από ταινίες ή βιβλία, που αφορούν την περίοδο του Β! Παγκοσμίου πολέμου, τα οποία υπερβάλλουν στην προβολή της φιλοπόλεμης πτυχής του ιαπωνικού πολιτισμού που πηγάζει από τον πατριωτισμό, την αίσθηση του καθήκοντος και την τυφλή υπακοή στον αυτοκράτορα και αποσιωπούν τις υπόλοιπες.
     Η Χριστίνα, πιεζόμενη από τους εφιάλτες της και έχοντας βιώσει την τραγική απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, αποφασίζει ξαφνικά να παρατήσει δουλειά, γονείς και σύζυγο και να καταφύγει στην μακρινή Ιαπωνία, χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε Εκεί ζητά τη φιλοξενία του Τοσίο, τον οποίο είχε γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι πριν από ορισμένα χρόνια κι από τότε διατηρούσαν τακτική επαφή. Ο Τοσίο τη δέχτηκε χωρίς να κάνει καμιά ερώτηση για τους λόγους που την οδήγησαν στη χώρα του. Με τον τρόπο του, χωρίς ποτέ να δείξει ότι τη διδάσκει, την εισήγαγε σε έναν άλλο τρόπο ζωής, όπου ο χρόνος κυλά με ρυθμούς διαφορετικούς και κυριαρχούν, η αρμονία, η τάξη αλλά και η ιεραρχία. Όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά στα άνθη μιας κερασιάς, στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι που αχνοφαίνεται μέσα στη βλάστηση που το περιβάλλει. Όπου το να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι είναι ολόκληρη ιεροτελεστία Ένα τρόπο ζωής που θα τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά της.
     Ακόμη, μέσω της ιστορίας της Χιρόκο, μιας νεαρής ανιψιάς του Τοσίο, που εξασκεί την τέχνη της γκέισα, μας δείχνει μια διαφορετική νοοτροπία και αντίληψη από αυτή του δυτικού ανθρώπου, σε ότι αφορά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Και πόσο μάλλον των συγκεκριμένων που στη Δύση θα χαρακτηρίζονταν ως «ελευθερίων ηθών».
     Θέλω να επαναλάβω αυτό που γράφω στον πρόλογο αυτής της παρουσίασης. Οι ιστορίες που αναπτύσσονται στο βιβλίο είναι τόσο συναρπαστικές, που δεν θέλω αποκαλύπτοντας κάποιο «μυστικό» να στερήσω την αναγνωστική απόλαυση, γι’ αυτό διστάζω να γράψω περισσότερα.
Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι, αν και η φυγή της Χριστίνας, χωρίς να αφήσει πίσω της κανένα ίχνος, φαντάζει στα μάτια μου υπερβολική. Αλλά αυτό συμβαίνει λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω του ότι είμαι…άντρας και δεν μπορώ να μπω στους λαβύρινθους του γυναικείου μυαλού. Αυτή την εξήγηση μου έδωσαν κάποιες φίλες και εγώ εκών - άκων την ασπάζομαι.
     Αλλά όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα το ατού είναι η γραφή. Τα όσα έγραψα το Σεπτέμβριο για το «Πορτρέτο Της Σιωπής» εξακολουθούν να ισχύουν γι’ αυτό ας μην τα επαναλάβω και γίνω κουραστικός. Για του λόγου το αληθές, σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που επέλεξα τυχαία ανάμεσα σε πολλά αντίστοιχης ομορφιάς: «Ήταν σούρουπο και ο ήλιος είχε βάψει βιολετί τον σκούρο γαλάζιο ουρανό, μετατρέποντας το τοπίο σε μια μυσταγωγική πανδαισία χρωμάτων. Σαν ένα υπερμέγεθες χρυσάνθεμο να είχε ανοίξει τα πέταλά του στον ουρανό, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο όμορφος. Κατά μήκος του δρόμου, μια σειρά από ροζ χάρτινα φαναράκια είχαν ήδη ανάψει και χόρευαν ρυθμικά στους ρυθμούς που ενορχήστρωνε τρυφερά ο αέρας».
Έχω πει στο παρελθόν, ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ΕΝΑ καλό βιβλίο. Ο αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας όμως, φαίνεται στην πορεία του χρόνου. Και όπως φαίνεται, η Τέσυ Μπάιλα, το στοίχημα με τη «λυδία λίθο» του χρόνου το έχει κερδίσει.

15 Δεκ 2011

Ο ΧΙΤΛΕΡ, ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΙ Η "ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ"


IAN KERSHAW
Μετάφραση: ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 500, Σεπτέμβριος 2011


     Ο Ian Kershaw, καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας, σε όλη τη διάρκεια της ακαδημαϊκής του καριέρας, ασχολείται ιδιαίτερα με το φαινόμενο του Ναζισμού και όλα τα έργα του που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, αναφέρονται σε αυτό το θέμα.
     Στην εξαιρετική και διορατική μελέτη που σας παρουσιάζουμε σήμερα, αναφέρεται στη στάση που τήρησε ο γερμανικός λαός κατά τη διάρκεια της κατάληψης της εξουσίας από το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ. Αυτό που κυρίως εξετάζει είναι οι αντιδράσεις των «απλών» ανθρώπων. Εστιάζει μάλιστα τη μελέτη του, στη στάση των Γερμανών, απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και οι οποίες είχαν σαν κατάληξη την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων.
     Οι διώξεις ξεκίνησαν το 1933. «Κρίσιμο σε αυτή την «πορεία προς τη βαρβαρότητα» στάθηκε το γεγονός ότι το 1933 τα προσκόμματα στα εγκεκριμένα από το κράτος μέτρα κατάφωρης σκληρότητας άρθηκαν σχεδόν εν μία νυκτί. Ότι μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητο, ξαφνικά κατέστη εφικτό». Στην αρχή τα μέτρα ήταν κυρίως νομοθετήματα, που είχαν σα σκοπό να θέσουν τους Εβραίους στο περιθώριο της κοινωνίας και εκτός οικονομικής δραστηριότητας. Στη φάση αυτή, σύμφωνα με το συγγραφέα, η πλειονότητα του γερμανικού λαού, δεν έτρεφε έντονα αντιεβραικά αισθήματα. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις στις οποίες έγινε χρήση βίας από μέλη του Ναζιστικού κόμματος, αρκετοί Γερμανοί, είτε βοήθησαν, είτε διαμαρτυρήθηκαν.
     Τα πράγματα άλλαξαν όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Ο γερμανικός λαός, έχοντας να αντιμετωπίσει τα δικά του προβλήματα, αδιαφόρησε! «Ο δρόμος για το Άουσβιτς μπορεί να φτιάχτηκε από μίσος, αλλά στρώθηκε με αδιαφορία». Ακόμα και όταν έγιναν γνωστές οι πρώτες μαζικές εκτελέσεις-κυρίως στην Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής, όπου είχαν αρχικά μεταφερθεί οι Εβραίοι της Γερμανίας με σκοπό μετά τη νίκη των Γερμανών επί της Σοβιετικής Ένωσης να μεταφερθούν στις εσχατιές της χώρας όπως ήταν το αρχικό «σχέδιο»-οι αντιδράσεις ήταν ανύπαρκτες. Αν και ο Kershaw έχει πολλές αμφιβολίες για το τι γινόταν πραγματικά γνωστό σε ένα καθεστώς που έλεγχε πλήρως εφημερίδες και ραδιόφωνο. «Κανένα τεκμηριωμένο στοιχείο δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα «τι ακριβώς γνώριζαν οι Γερμανοί»; και δεδομένης της γενικά επικρατούσας σιωπής και των δυσκολιών σε επίπεδο ερμηνείας, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε».
     Τα κεφάλαια του εξαιρετικού αυτού βιβλίου που προσφέρει μια σφαιρική εικόνα της στάσης και συμπεριφοράς των απλών Γερμανών ενόσω ο διωγμός των Εβραίων κλιμακωνόταν, χωρίζονται σε τρεις ενότητες: «Ο Χίτλερ και η Τελική Λύση», «Η λαϊκή γνώμη και οι Εβραίοι στη ναζιστική Γερμανία» και «Η Τελική Λύση στην ιστοριογραφία», ενώ υπάρχει και μια εισαγωγή κι ένα πολύ ενδιαφέρον επίμετρο σχετικά με τη «Μοναδικότητα του Ναζισμού».
     Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε την εξαιρετική εργασία που έγινε στην ελληνική έκδοση, όσο αφορά τις παραπομπές που κάνει ο συγγραφέας σε άλλα βιβλία, αφού για όσα έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, υπάρχουν πλήρη στοιχεία, ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί εύκολα να τα βρει.
     Ο Ian Kershsaw (γεν. Απρίλιος 1943), είναι καθηγητής της Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ. Για την προσφορά του στην ιστοριογραφία του έχουν απονεμηθεί ο γερμανικός Ομοσπονδιακός Σταυρός Αξίας, ο τίτλος του Ιππότη και το μετάλλιο Norton Madlicott της Historical Association. Μερικά από τα κυριότερα έργα του είναι: «Χίτλερ, 1889-1936: Ύβρις» (εκδ. Scripta), «Χίτλερ, 1936-1945: Νέμεσις» (εκδ. Scripta), που τιμήθηκε με τα βραβεία Wolfson Literary Award For History και Bruno Kriesky, «Making Friends With Hitler: Lord Londonderry And The British Road To War» που απέσπασε το Elizabeth Longford Prize For Historical Biography, «Μοιραίες Επιλογές: Δέκα Αποφάσεις Που Άλλαξαν Τον Κόσμο 1940-1941» (εκδ. Πατάκης) και το πιο πρόσφατο «The End: Hitler’s Germany».

8 Δεκ 2011

ΑΘΩΟΣ

SCOTT TUROW
Μετάφραση ΚΛΑΙΡΗ ΛΑΪΝΑ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 456, Ιούνιος 2011

     Ο Σκοτ Τάροου, έγινε γνωστός κυριολεκτικά μέσα σε μια νύχτα, όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Αθώος Μέχρι Αποδείξεως Του Εναντίου». Τώρα 25 χρόνια κι εφτά βιβλία μετά, μας παρουσιάζει τη «συνέχειά» του.
     Πριν ξεκινήσει τη συγγραφή, το σκέφτηκε αρκετά γιατί όπως λέει: «Ανέκαθεν θεωρούσα πως το να προσπαθεί ένας συγγραφέας να μιμηθεί τον εαυτό του, είναι κάτι που εγγενώς τον περιορίζει και φοβόμουν να προσπαθήσω να ανταγωνιστώ ένα βιβλίο του οποίου η επιτυχία εκείνη την εποχή βασίστηκε εν μέρει στο γεγονός ότι άνοιγε καινούργιους δρόμους».
     Όμως ξεπέρασε τους αρχικούς δισταγμούς και αποφάσισε να γράψει όχι ακριβώς μια συνέχεια, αλλά ένα μυθιστόρημα που έχει τους ίδιους πρωταγωνιστές με το πρώτο. «Πλησίαζα κι εγώ τα εξήντα και αναλογιζόμουν το παρελθόν και το μέλλον για διάφορους προσωπικούς λόγους. Τώρα αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν είχα δει τότε: ότι ήθελα να επιστρέψω στην αρχή και να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν. Και σ’ εκείνη τη φάση, δεν ανησυχούσα μήπως αυτοπεριοριζόμουν».
     Για να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την υπόθεση αυτού του βιβλίου, δεν είναι απαραίτητο να έχει διαβάσει το πρώτο. Οι αναφορές σ’ εκείνο είναι ελάχιστες. Στην ουσία στα χέρια μας έχουμε ένα καινούριο μυθιστόρημα, με μια καινούρια υπόθεση να μας απασχολεί. Ακόμα και οι ήρωες μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι «καινούριοι», αφού από πάνω τους έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια και είναι φορτωμένοι με τις εμπειρίες που τους άφησε μια αντιπαράθεση που τους σημάδεψε, τους άλλαξε και εν πολλοίς καθόρισε τις ζωές τους. Αν και ο συγγραφέας πιστεύει ότι: «Μια από τις βαθύτερες αλήθειες στη ζωή είναι ότι πολλές φορές οι άνθρωποι, για λόγους τους οποίους δεν καταλαβαίνουν, επαναλαμβάνουν παρορμητικά τα ίδια λάθη».
     Πριν από είκοσι χρόνια, ο Ράστι Σάμπιτς και ο Τόμι Μόλτο, διασταυρώθηκαν σε μια μονομαχία, στην πολύκροτη δίκη του πρώτου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε την ερωμένη του. Μια παλιά ιστορία, που όμως κάποιοι μέσα κι έξω από το δικαστικό μέγαρο του Κιντλ δεν την έχουν ξεχάσει. «Νικητής» τότε αναδείχτηκε ο Σάμπιτς, αφού αθωώθηκε. Τώρα, στα εξήντα του, είναι Πρόεδρος του Εφετείου της Τρίτης Εφετειακής Περιφέρειας και υποψήφιος για το Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας. Ως την ημέρα που η γυναίκα του βρίσκεται νεκρή στο κρεβάτι, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ένα θάνατο για τον οποίο ο Σάμπιτς θα ενημερώσει την αστυνομία και τις υπόλοιπες αρχές, αφού περάσουν 24 ώρες από το στιγμή που θα επέλθει! Όλοι υποψιάζονται εγκληματική ενέργεια και Νο 1 ύποπτος είναι ο Σάμπιτς που βρίσκεται πάλι στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
     Απέναντί του, στο έδρανο του Δημόσιου Κατήγορου, βρίσκεται ο Τομαζίνο (Τόμι) Μόλτο, ο 3ος προσωρινός Δημόσιος Κατήγορος της κομητείας του Κιντλ.
     Όλοι πιστεύουν ότι τώρα οι δύο άντρες θα παίξουν τη ρεβάνς. Καριέρες, υπολήψεις και μυστικά καλά φυλαγμένα μια ολόκληρη ζωή, όλα θα διακυβευτούν στη δικαστική αίθουσα, από την οποία ένας θα βγει νικητής. Ή μήπως όχι;
     Το βιβλίο δεν είναι απλά ένα δικαστικό θρίλερ, αλλά και ένα ψυχογράφημα των χαρακτήρων που αναγκάζονται να περάσουν για δεύτερη φορά μια παρόμοια περιπέτεια. Επίσης μας δείχνει, πως ένα δικαστικό σύστημα μπορεί να λειτουργεί γρήγορα και δε διστάζει να στέλνει στο εδώλιο ακόμα και «υψηλά ιστάμενους» τιμώντας με αυτό τον τρόπο την αποστολή του και γεμίζοντάς μας θλίψη, για τον τρόπο που λειτουργεί στην Ελλάδα, όπου η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης με διάφορα νομικίστικα τερτίπια, αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας, με ότι αυτό συνεπάγεται.