22 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΟΣ ΜΑΚΕΔΩΝ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΡΟΥΜΠΕΛΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 300, Νοέμβριος 2010


     Στις απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα, μας μεταφέρει με το μυθιστόρημά του αυτό, ο Θ. Σκρουμπέλος.
     Ο «μεγάλος ασθενής», η Οθωμανική αυτοκρατορία, πνέει τα λοίσθια. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, έχουν βλέψεις στα εδάφη που θα χάσει -απ’ ότι φαίνεται- ο σουλτάνος και κυρίως τη Μακεδονία, που αποτελεί την πύλη για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Τις ίδιες βλέψεις έχουν και οι διάφορες γειτονικές προς τη Μακεδονία ηγεμονίες. «Το 1870 η βουλγαρική ηγεμονία κατορθώνει με την έγκριση του σουλτάνου να κερδίσει το αυτοκέφαλο της εκκλησίας από το Πατριαρχείο και να αυτολειτουργεί ως Εξαρχία…». Ο ορθόδοξος πληθυσμός της Μακεδονίας που εκείνη την εποχή αποτελεί ένα μωσαϊκό θρησκειών και γλωσσών, χωρίζεται σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Όμως ανεξαρτήτως θρησκεύματος, αυτό που επιθυμεί διακαώς ο τοπικός πληθυσμός, είναι η αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού που τους δημιουργεί τεράστια προβλήματα: καταπίεση, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική διοίκηση, μεροληπτική δικαιοσύνη, δυσβάστακτη φορολογία.
     Οι Βούλγαροι διαβλέποντας την ευκαιρία, προσπαθούν να αποκτήσουν ισχυρά ερείσματα στον τοπικό πληθυσμό, μέσω των εξαρχικών ιερέων και αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού που στέλνονται στη Μακεδονία, για να αναπτύξουν, καθοδηγήσουν και εξοπλίσουν, φιλοβουλγαρικό κίνημα.
     Η Ελλάδα μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, δεν μπορεί να αντιδράσει επίσημα στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία. Το ρόλο του κράτους υποκαθιστούν ιδιώτες. Αναπτύσσεται ένα ισχυρό κίνημα, που έχει σαν αποκορύφωμα, την αποστολή του Παύλου Μελά και σώματος κρητικών εθελοντών, για να ενισχύσουν το ελληνικό φρόνημα του πληθυσμού και να ανακόψουν τη βουλγαρική διείσδυση.
     Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο κινούνται οι τρεις ήρωες του βιβλίου, που είναι συνομήλικοι. Στην «ηλικία που από έφηβοι γίνονται άντρες». Ο μαύρος Σελήμ, που έλεγε «Κάτω από το μαύρο πετσί μου, ένιωθα το αίμα μου ελληνικό». Λατρεύει τον Μέγα Αλέξανδρο και τη Μακεδονία. Είναι γιος μιας θεσσαλονικιάς, της Ρωξάνης, κόρης του εύπορου εμπόρου Παναγιώτη Σταυρακάκη και του μαύρου Μαμούν ελ Μελέκ, γιο ενός επίσης εύπορου ιδιοκτήτη αμπελιών και οινοποιού, συνεργάτη του Σταυρακάκη από το Τούνεζι. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν στη διάρκεια των σπουδών του Μαμούν στο μεντρεσέ της Θεσσαλονίκης. Ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο και κλέφτηκαν για να παντρευτούν, αφού οι Σταυρακάκηδες δεν ήθελα επ’ ουδενί να κάνουν μαύρο γαμπρό. Καρπός αυτού του γάμου είναι ο «μαύρος Μακεδών» Σελήμ. Ο Στόγιαν είναι βούλγαρος. Ορφανός από πατέρα, αναπτύσσει δράση στα πλαίσια του βουλγαρικού κομιτάτου. Όχι πολλά χρόνια πριν, οι γονείς του δούλευαν στο οινοποιείο του Σταυρακάκη στη Φιλιππούπολη. Τέλος ο Μανώλης, που εκπαιδεύεται ως αγριμοκυνηγός στα βουνά της Κρήτης («αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να σκοτώσει ή να αιχμαλωτίσει τα αγρίμια που χαλούν τα κοπάδια ή τα σπαρτά»), από το θείο του, ο οποίος εργάστηκε για ένα διάστημα ως σωματοφύλακας του Σταυρακάκη.
Αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και φυσικά το αόρατο νήμα που τους ενώνει, μέχρι που η μοίρα θα τους φέρει στο ίδιο πεδίο δράσης. «Η δουλειά, ο ιερός σκοπός και ένα όνειρο, τα τρία αυτά ήταν τα αγκίστρια στα οποία μας τσάκωσε η μοίρα και τους τρεις και μας έχωσε στο ίδιο παιχνίδι».
     Μυθιστόρημα με την Ιστορία πανταχού παρούσα, να ορίζει με τα γυρίσματά της την πορεία των ηρώων, έντονη δράση στα τοπία της Δυτικής Μακεδονίας, καλογραμμένο, ευκολοδιάβαστο, διδακτικό, που δίνει τροφή για σκέψη και αξίζει της προσοχής μας.

11 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΗ ΠΕΤΡΑ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 411, Μάιος 2011


     Με το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη, θα ασχοληθούμε σήμερα.
     Εξ αρχής, ο συγγραφέας, ξεκαθαρίζει ότι το μυθιστόρημά του, δεν επιχειρεί να πάρει θέση στα όσα τραγικά συνέβαιναν-από πολιτική άποψη-την εποχή που περιγράφεται (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1916), αλλά «φιλοδοξεί απλώς να ανασυνθέσει την εποχή». Και τα καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, μέσα από το βλέμμα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου (κι έναν από τους ελάχιστους επινοημένους-οι υπόλοιποι είναι ιστορικά πραγματικά πρόσωπα), του Άγγελου Σιγανού, ενός νεαρού άντρα, ο οποίος εργάζεται στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, μέσω του οποίου διανέμονται τα τηλεγραφήματα των ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, αλλά και τα δελτία τύπου των ξένων πρεσβειών στην Αθήνα, στις εφημερίδες. «Ζούσα στην Αθήνα μέχρι το φθινόπωρο του ’12. Σπούδαζα φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγα για το Παρίσι για περαιτέρω σπουδές. Αλλά λίγο ο πόλεμος, λίγο οι εικόνες της πόλης, οι επιδημίες που ενέσκηψαν, η έλλειψη εμβολίων, η έλλειψη αντιλυσσικών ορών-το Παρίσι κατακλύζεται από λυσσασμένα σκυλιά-οι συνθήκες διαβίωσης τέλος πάντων, με οδήγησαν στη σκέψη να διακόψω για ένα χρόνο τις σπουδές μου. Ήρθα στην Αθήνα στις 19 Αυγούστου χαράματα και την επόμενη μέρα έπιασα δουλειά στο Αθηναϊκό Πρακτορείο».
     Ο Σιγανός φτάνει σε μια Αθήνα, όπου οι αντιμαχόμενοι του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, προσπαθούν με κάθε τρόπο να προσεταιριστούν τον Βενιζέλο που θέλει την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ οι μεν, το φιλογερμανό βασιλιά οι δε, ο οποίος επιθυμεί (μια κατ’ όνομα) ουδετερότητα, αλλά έχει ήδη προσφέρει διευκολύνσεις προς τις γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις. Για να πετύχουν μάλιστα το σκοπό τους, οι σύμμαχοι της Αντάντ, δε διστάζουν να στείλουν το στόλο τους να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν έλλειψη ακόμα και πρώτης ανάγκης αγαθών. Οι Γερμανοί από την άλλη, τορπιλίζουν με υποβρύχια τα ελληνικά φορτηγά πλοία, κάνοντας της κατάσταση ακόμα πιο δύσκολα. Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτός που υποφέρει περισσότερο, είναι ο απλός λαός. Ο οποίος όμως άγεται και φέρεται από τα οξυμένα πολιτικά πάθη. «Όταν βρεθούν πολλοί μαζί, κάνουν ότι και οι αντίπαλοί τους. Κάποιος δίνει το σύνθημα κι όλοι ναζί αρχίζουν να φωνάζουν με βραχνές, λαχανιασμένες φωνές. Στη μνήμη της ιστορίας αφθονούν οι λαχανιασμένες φωνές και η νοσταλγία του χαμένου».
     Ακολουθεί η φυγή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, η δημιουργία ξεχωριστής κυβέρνησης και του κράτους της Θεσσαλονίκης, η τελετή αναθέματος κατά του Βενιζέλου διά ρίψεως μαύρων λίθων (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου) σε ειδικό χώρο στο Πεδίον του Άρεως, που διοργάνωσε η Ιερά Σύνοδος και ο τότε αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού του 1917, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε κι ο Βενιζέλος, ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία. Η περιγραφή όλων αυτών όμως, είναι δουλειά της Ιστορίας. Η πρόθεση του συγγραφέα είναι να περιγράψει τις επιπτώσεις που έχουν οι εξελίξεις αυτές στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά. Με εικόνες μοναδικής έντασης, κατορθώνει να μεταφέρει στο χαρτί την απόγνωση που φέρνουν η έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων, η πείνα, η αρρώστια, ο θάνατος που ευτελίζουν την ανθρώπινη ζωή και οι πολιτικός φανατισμός και οι διώξεις που καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
     Το βιβλίο, που εκτός από ευκολοδιάβαστο είναι και εξόχως διδακτικό, βασίζει την ιστορική του αλήθεια σε εφημερίδες και τηλεγραφήματα της εποχής, τα οποία συνέλλεξε με κόπο και μελέτησε ενδελεχώς ο συγγραφέας. Σας συνιστώ να το διαβάσετε αφού ως λογοτεχνία θα το απολαύσετε όπως κι εγώ, αλλά και ως Ιστορία θα σας διδάξει, όπως δίδαξε κι εμένα. Ελπίζω μόνο κι εύχομαι, σε κάποιες πτυχές του να μη γίνει και προφητικό.
     Ο Γιάννης Γρηγοράκης, γεννήθηκε το 1950 στη Θεσσαλονίκη. Στην ίδια πόλη σπούδασε νομικά και σήμερα δικηγορεί. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του «Ο Διαβήτης Του Πλάτωνα». Άλλα έργα του: «Η Μητρόπολη Του Χάους», «Η Συνωμοσία Των Αγγέλων» και «Καφέ Προκόπ».

1 Φεβ 2012

Ο ΠΛΑΝΕΥΤΗΣ

MURIEL GRAY
Μετάφραση ΠΗΤ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΑΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 763.


     Πριν από μερικές μέρες, «σκαλίζοντας» τη βιβλιοθήκη μου, σε κάποιο ράφι, ανακάλυψα αυτό το βιβλίο, το οποίο αν και κυκλοφόρησε πριν από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια (!!), μέχρι σήμερα δεν το είχα διαβάσει. Αποφάσισα λοιπόν να ασχοληθώ και όπως εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε, έκανα πολύ καλά. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο βιβλίο, με εξαιρετικές περιγραφές και διαλόγους, που δύσκολα το άφηνα από τα χέρια μου (και δεν είμαι από τους φανατικούς του είδους).
     Σε μια πόλη των Καναδικών Βραχωδών Ορέων, το Σίλβερ, που αν και κάπως απομονωμένη, είναι γνωστό χιονοδρομικό κέντρο, αρχίζουν να συμβαίνουν τρομερά και αλλόκοτα πράγματα: Ένας νεαρός αστυνομικός δολοφονείται μια νύχτα με σφοδρή χιονοθύελλα ενώ περιπολεί με το υπηρεσιακό φορτηγάκι σε ένα επικίνδυνο πέρασμα και το πτώμα του ακρωτηριάζεται φρικτά. Ένας φορτηγατζής έχει μετατραπεί σε…παγοκολώνα μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου του, που ενώ έχει κλειστά πόρτες και παράθυρα, είναι γεμάτη χιόνι. Ένας σκιέρ, ανακαλύπτεται πλημμυρισμένος στο αίμα, αλλά γύρω του, πάνω στο χιόνι δεν υπάρχει ούτε ένα αποτύπωμα ποδιού.
     Παρά το ότι στην πόλη πλανιέται ο φόβος ότι ένας παράξενος και πολυμήχανος δολοφόνος κυκλοφορεί ανάμεσά τους, η «βιομηχανία» του σκι, ανθεί. Όμως για τον υπάλληλο του χιονοδρομικού κέντρου, τον Σαμ Χαντ, που έχει κόψει κάθε δεσμό με τις ινδιάνικες ρίζες του για να ζήσει στην κοινωνία των λευκών, αυτός ο φόβος είναι πολύ έντονος. Γιατί ο Σαμ, «ανακαλύπτει» ότι έχει κενά μνήμης, κάθε φορά που γίνεται μια δολοφονία. Αλλά επίσης ξέρει-από τον παππού του που ήταν σαμάνος-τι κρύβει στα σπλάχνα του το Βουνό του Λύκου. Ένα πνεύμα παλιό όσο και η Γη. Πανούργο, σκοτεινό και γεμάτο κακία, που απολαμβάνει να παραπλανά τους ανθρώπους και να σκορπίζει τον τρόμο και την καταστροφή. Αυτό το πνεύμα, φυλακισμένο για χρόνια μέσα στο βράχο από τους σαμάνους των Ινδιάνων, είναι πάλι ελεύθερο να συνεχίσει το έργο του. Και από τους πρώτους του στόχους είναι ο Σαμ και η οικογένειά του.
     Γιατί ο Σαμ είναι Φύλακας, κάτοχος του φυλακτού και ο μόνος που μπορεί να πολεμήσει τον Πλανευτή. Αλλά για να βγει νικητής από τη θανάσιμη αναμέτρηση, πρέπει να ενωθεί με το πνεύμα των προγόνων του, να συμφιλιωθεί με την καταγωγή και τις ρίζες του και να ξαναγίνει ο Λύκος Που Κυνηγά.
     Το εξαιρετικό αυτό θρίλερ, με υπερφυσικά στοιχεία, μιλά για την προαιώνια μάχη του Καλού με το Κακό, όπως περνά μέσα από τις παραδόσεις και τους θρύλους των αυτοχθόνων του Καναδά. Είναι καλογραμμένο, η συγγραφέας το διανθίζει με πινελιές χιούμορ και όπως γράφω και πιο πάνω δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου.
     Αν και φαντάζομαι ότι τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, δύσκολα θα το βρείτε, (ίσως μόνο σε κάποια βιβλιοθήκη ή σε κατάστημα με βιβλία από δεύτερο χέρι) αν τυχόν πέσει στην αντίληψή σας, μη χάσετε την ευκαιρία να το διαβάσετε. Ιδιαίτερα οι φαν του μεταφυσικού θρίλερ, θα ξετρελαθούν.
     Η Μίριελ Γκρέη, γεννήθηκε το 1958 στη Σκωτία. Είναι δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Το βιβλίο «Ο Πλανευτής» ήταν η πρώτη λογοτεχνική της απόπειρα. Ακολούθησαν τα «Furnace» (1996) και «The Ancient» (2000). Έχει ακόμη γράψει και τρία μη λογοτεχνικά βιβλία. Ζει στη Γλασκόβη με τον άντρα της και τα τρία τους παιδιά.

24 Ιαν 2012

ΒΑΪΜΑΡΗ. Η ΑΝΑΠΗΡΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


HEINRICH A. WINKLER
Μετάφραση: ΑΝΤΖΗ ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 394, Οκτώβριος 2011


     Την περίοδο από τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (1933) εξετάζει στην ιστορική του μελέτη «Βαϊμάρη», ο καθηγητής του πανεπιστημίου Humboldt του Βερολίνου, Χάινριχ Βίνκλερ.
    Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις, αναγνωρίζουν την ήττα της Γερμανίας στον πόλεμο. Σε λιγότερο από δύο μήνες, η μοναρχία καταργείται και για πρώτη φορά στην ιστορία της Γερμανίας, ανακηρύσσεται η δημοκρατία. Την εξουσία αναλαμβάνουν εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Στη συνέχεια, μετά από συμφωνία των περισσότερων κομμάτων, εξελέγη η Συντακτική Εθνοσυνέλευση, που συνεδρίασε μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1919, για να θέσει τα θεμέλια της Γερμανικής Δημοκρατίας, όχι στην πρωτεύουσα, το Βερολίνο, για λόγους ασφαλείας, αλλά στη Βαϊμάρη, αφού «η πόλη του Γκαίτε αποτελεί ένα καλό σύμβολο για τη νεοσύστατη γερμανική δημοκρατία». Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορική περίοδος (1918-1933) είναι γνωστή στην ιστοριογραφία, ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
     Το με πλήθος στοιχείων και πληροφοριών βιβλίο, περιγράφει τη γέννηση της Δημοκρατίας τη Βαϊμάρης, η οποία αποτέλεσε έργο των μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, Κόμμα του Κέντρου, Φιλελεύθεροι). Αντιμετώπισε την κρυφή ή και απροκάλυπτη πολλές φορές εχθρότητα των ακραίων δυνάμεων (Ναζί, Συντηρητικοί Εθνικιστές, Κομμουνιστές, Φιλομοναρχικοί), οι οποίες αντιμάχονταν τη δημοκρατία, για δικούς της λόγους κι επιδιώξεις η κάθε μία. Κλήθηκε να διαχειριστεί μια πρωτοφανή οικονομική κρίση, σε μια κατεστραμμένη χώρα, με διαλυμένες υποδομές, υπό πολύ στενό διεθνή έλεγχο και με τη διαρκή απειλή σκληρών αντιποίνων σε περίπτωση παραβίασης των «στραγγαλιστικών»για την ανόρθωση της χώρας συμφωνιών της ειρήνης. «Η Συνθήκη στέρησε από τη Γερμανία το ένα έβδομο των εδαφών της και το ένα δέκατο του πληθυσμού της καθώς και τις αποικίες της. Οι Γερμανοί έχασαν (αν συνυπολογίσει κανείς και τον διαμελισμό της Άνω Σιλεσίας το 1921) το ένα τρίτο των κοιτασμάτων άνθρακα και τα τρία τέταρτα των κοιτασμάτων μετάλλου. Όσον αφορά τις επανορθώσεις, οι νικητές δεν είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν στο τελικό ποσό. Αρχικά η Γερμανία έπρεπε να παραδώσει τα υποβρύχια τηλεγραφικά καλώδια, τα εννέα δέκατα του εμπορικού στόλου και πάνω από το ένα δέκατο των ζώντων ζώων της κτηνοτροφικής της παραγωγής. Επιπλέον, για την επόμενη δεκαετία, ήταν υποχρεωμένη να παραδίδει κάθε χρόνο περίπου 40 εκατομ. τόνους άνθρακα στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο και στην Ιταλία». Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο «Οι διανοούμενοι της Βαϊμάρης», περιγράφει με ποιο τρόπο το νέο καθεστώς, ευνόησε την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, αφού λειτούργησε απελευθερωτικά για καλλιτεχνικά ρεύματα που προϋπήρχαν μεν, αλλά μόνο με τη Δημοκρατία απέκτησαν ευρεία επιρροή. Τέλος περιγράφει πως, λάθη, παλινωδίες και κοντόφθαλμές πολιτικές οδήγησαν τους Ναζί στην εξουσία και τη Δημοκρατία στο «θάνατο».
     Αυτό που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο τον έλληνα αναγνώστη, είναι το πόσο οι περιπέτειες της Γερμανίας του τότε, θυμίζουν –τηρουμένων των αναλογιών βέβαια- τις περιπέτειες και την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα. Είναι τόσο έντονες οι ομοιότητες σε ορισμένες περιπτώσεις, που αν αντικαταστήσεις κάποια ονόματα, είναι σα να διαβάζεις αυτά που έγιναν στη χώρα, τα δύο τελευταία χρόνια. Εύχομαι κι ελπίζω, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, να επικρατήσει η νηφάλια σκέψη και η κοινή λογική, ώστε μακριά από τακτικισμούς και μικροπολιτικά τερτίπια, η κατάληξη να είναι διαφορετική.
     Να επισημάνουμε εδώ ότι το βιβλίο είναι το έβδομο κεφάλαιο ενός μνημειώδους έργου του Βίνκλερ, «Der lange Weg nach Westen», που εξετάζει την περίοδο 1789-2000.
     Ο Χάινριχ Βίνκλερ, γεννήθηκε το 1938 στο Κένιξμπεργκ. Σπούδασε ιστορία, πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στα πανεπιστήμια του Μύνστερ, της Χαϊδελβέργης και του Τύμπιγκεν, όπου και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ. Το 1970, εξελέγη καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Το 1972, εξελέγη καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και το 1991 στο πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου.

19 Ιαν 2012

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ


ΝΙΚΟΣ Κ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 364, Οκτώβριος 2011

    
Ένα καταιγιστικό θρίλερ που διαπλέκει αριστοτεχνικά το σήμερα με τη βυζαντινή ιστορία, είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του πολυγραφότατου Νίκου Κ. Κυριαζή.
     Το 6622 από Κτίσεως Κόσμου, σύμφωνα με τη βυζαντινή χρονολόγηση, δηλ. το 1014 μ. Χ., ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β!, που ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος, επιχείρησε μια ακόμη εκστρατεία εναντίον της χώρας του Σαμουήλ. Σε μια στενή διάβαση κοντά στο Κλειδί, οι Βούλγαροι, εκμεταλλευόμενοι το ανάγλυφο του εδάφους, προβάλλουν σθεναρή αντίσταση και φέρνουν το Βασίλειο, αντιμέτωπο με το φάσμα της ήττας. Το βράδυ πριν από την καθοριστική μάχη, είδε στον ύπνο του μία μορφή που του είπε: «Θα νικήσεις, αν αφιερώσεις στον πιο ιερό χώρο της αυτοκρατορίας το πιο πολύτιμο της πίστης και το πιο πολύτιμο δικό σου».
     Ο πνευματικός του αυτοκράτορα, ήταν βέβαιος ότι πρόκειται για κάποιο Άγιο ή άγγελο και ερμηνεύοντας τα λόγια της μορφής, είπε ότι πρέπει ο αυτοκράτορας να αφιερώσει στο Άγιο Όρος (ο ιερός χώρος), το ποτήρι της Θείας Μετάληψης στο Μυστικό Δείπνο και τη λόγχη που τρύπησε τα πλευρά του Χριστού (πολύτιμο της πίστης) τα οποία φυλάσσονταν στην Αγία Σοφία και το στέμμα του (το πολύτιμο δικό σου). Ο αυτοκράτορας το υποσχέθηκε και την επόμενη μέρα, οι Ρωμαίοι (όπως αυτοαποκαλούνταν οι βυζαντινοί –ο όρος «Βυζάντιο/βυζαντινός» είναι μια «εφεύρεση» Δυτικών ιστορικών του 19ου αιώνα), κατήγαγαν μεγάλη νίκη και πέρασαν τα στενά κατατροπώνοντας τους Βούλγαρους.
     Τρεις αιώνες αργότερα, (1308 μ. Χ.), ο ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας Χρυσόστομος, αναθέτει σε τρεις μοναχούς, το Νικόδημο, το Μόδεστο και τον Ευσέβιο, να μεταφέρουν τα κειμήλια που δώρισε ο αυτοκράτορας στο Νότο, για να μην πέσουν στα χέρια των Κατιλάνων (Καταλανών) «που ο κυρ Ανδρόνικος είχε την απρονοησία να καλέσει ως μισθοφόρους» και οι οποίοι από την Καλλίπολη, ετοιμάζονταν να κινηθούν δυτικά προς τη Θράκη και τη Μακεδονία με σκοπό τη λεηλασία των εδαφών και των ανθρώπων τους οποίους υποτίθεται ότι θα προστάτευαν.
Οι τρεις μοναχοί ξεκινούν την πολυήμερη πορεία, διασχίζοντας εδάφη όπου επικρατούσε η ανομία. Η αυτοκρατορία είχε αρχίσει να παραπαίει εδώ και καιρό και την ύπαιθρο λυμαίνονταν συμμορίες ληστών. Οι μοναχοί στην πορεία τους, αφήνουν κωδικοποιημένα κατά κάποιο τρόπο ίχνη, που θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από ανθρώπους με γνώσεις και ευφυΐα, που τυχόν στο μέλλον θα έψαχναν να βρουν που είναι κρυμμένα τα κειμήλια.
     Μετά από 700 χρόνια, ο συντηρητής Σάββας Χατζημηνάς, πήρε μέσω «σκοτεινών» ανθρώπων-όπως και άλλες φορές στο παρελθόν-στα χέρια του για συντήρηση μια εικόνα του 19ου αιώνα, μικρής καλλιτεχνικής αξίας. Από σύμπτωση ανακάλυψε ότι ήταν επιζωγραφισμένη. Όταν την καθάρισε και αποκάλυψε την αυθεντική, η έκπληξη που ένοιωσε ήταν πρώτου μεγέθους. «Το θέμα: Η βάπτιση του Χριστού από τον Βαπτιστή Ιωάννη. Γνωστό. Η εκτέλεση όμως. Μοναδική. Υπέροχη!...Δες εδώ: υπάρχει υπογραφή «Διά χειρός Νικοδήμου Αγιορείτου 6933». Το 6933 είναι η χρονιά που το έφτιαξε…». Η έκπληξη του συντηρητή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, όταν βλέπει αυτό που του αποκαλύπτεται, όταν προσπαθεί να καθαρίσει και το πίσω μέρος της εικόνας. Αυτό που διαβάζει μπορεί να τον οδηγήσει σε μια σπουδαία ανακάλυψη.
     Όμως παρά τις προφυλάξεις που παίρνει ο Χατζημηνάς, οι φήμες σχετικά με την εικόνα κυκλοφορούν και κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων που ο καθένας θέλει να την οικειοποιηθεί για δικούς του λόγους. Ανάμεσά τους ένας αγιορείτης μοναχός με…παρελθόν, μια έξυπνη ντετέκτιβ, ένας Έλληνας συλλέκτης με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ο ελληνοβαλκανικός υπόκοσμος, ένας Ιταλός τραπεζίτης που είχε στενές σχέσεις με τη μαφία κι ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ. Θα αναμετρηθούν σε ευφυΐα και ταχύτητα, ώστε να φτάσουν πρώτοι στο «αντικείμενο του πόθου» τους. Για να τα καταφέρουν όμως, θα πρέπει να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων και να λύσουν γρίφους, εισχωρώντας στο μυαλό ενός μοναχού που έζησε και πέθανε πριν από εφτά αιώνες.
Ο Νίκος Κ. Κυριαζής, είναι καθηγητής στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας δεκάδων επιστημονικών και λογοτεχνικών βιβλίων κι εκατοντάδων άρθρων σε ΜΜΕ.

8 Ιαν 2012

ΟΛΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ

JONATHAN SAFRAN FOER
Μετάφραση ΜΥΡΣΙΝΗ ΓΚΑΝΑ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 440, Ιούνιος 2011


     Είναι κάποιες φορές, που ορισμένα βιβλία, με τον τρόπο τους με «αναγκάζουν» να ξεφύγω από τον τρόπο με τον οποίο συνήθως κάνω τις παρουσιάσεις. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι αυτό που παρουσιάζω σήμερα. Αυτό το διαφορετικό που θα κάνω, είναι ότι δεν θα ασχοληθώ ευθύς εξ αρχής με το περιεχόμενο στο πρωτότυπο, αλλά με τη μετάφραση. Η οποία πρέπει να δυσκόλεψε πολύ τη μεταφράστρια, αφού ο ένας εκ των χαρακτήρων, έχει μια μάλλον…ιδιότυπη σχέση με την αγγλική γλώσσα και κυρίως με τον τρόπο με τον οποίο τη χειρίζεται. «Πρέπει να πληροφορήσω κάτι τώρα. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν έχω ποτέ πληροφορήσει κανέναν και πρέπει να υποσχεθείς ότι δεν θα πληροφορήσεις ούτε μία ψυχή. Δεν έχω κάνει ποτέ σαρκικά με κορίτσι. Το ξέρω. Το ξέρω. Δεν μπορείς να το πιστέψεις, αλλά όλες οι ιστορίες που σου είπα για τα κορίτσια που με επονομάζουν Όλη Νύχτα Μωρό και Νόμισμα ήταν όλες μη-αλήθειες και δεν ήταν εμπρέπουσες μη-αλήθειες. Νομίζω ότι κατασκευάζω αυτές τις μη-αλήθειες γιατί με κάνει να νοιώθω πολύ έκτακτο άτομο. Ο Πατέρας με ρωτάει πολύ συχνά για κορίτσια, και με ποια κορίτσια κάνω σαρκικά και σε τι διευθετήσεις κάνουμε σαρκικά. Του αρέσει να γελά μαζί μου με αυτό, ειδικά τη νύχτα όταν είναι γεμάτος βότκα». Αυτούς τους γλωσσικούς γρίφους-που βέβαια μπορεί να «χαριτωμένοι» και αστείοι-έπρεπε να αποκωδικοποιήσει η μεταφράστρια και στη συνέχεια να τους μεταφέρει στα ελληνικά. Ή καλύτερα σε «σπασμένα» ελληνικά, κάτι που έκανε το εγχείρημα πιο δύσκολο.
     Η ιστορία ξεκινά, όταν ένας νεαρός αμερικανός εβραίος, ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ(!), καταφτάνει στην Ουκρανία, έχοντας στις αποσκευές του, έναν παλιό χάρτη και μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Στην οποία, όπως ο ίδιος πιστεύει, απεικονίζεται η γυναίκα που πριν πενήντα χρόνια, έσωσε τον παππού του από τους Ναζί. Σκοπός του ταξιδιού, να βρει και να ευχαριστήσει αυτή τη γυναίκα. Πριν ξεκινήσει από την Αμερική, έχει ζητήσει μέσω του τουριστικού πρακτορείου Κληρονομιά tours, που ειδικεύεται σε ταξίδια που θέλουν να κάνουν αμερικανοί εβραίοι στην Ουκρανία, τη χώρα που ζούσαν κάποτε οι πρόγονοί τους, έναν διερμηνέα, έναν ξεναγό κι ένα αυτοκίνητο με οδηγό, που να γνωρίζουν καλά την περιοχή του Λουτσκ.
     Έτσι ο αμερικανός, συναντά τον Άλεξ, τον συνομήλικο του διερμηνέα με την…ειδική σχέση με την αγγλική γλώσσα, που έχει επωμιστεί και το ρόλο του ξεναγού και τον Παππού που παρά το γεγονός ότι διατείνεται ότι είναι τυφλός (!), αναλαμβάνει την οδήγηση με το σαράβαλό του, ο οποίος όμως δεν πάει πουθενά χωρίς τη σκύλα του, που ακούει στο όνομα…Σάμι Ντέηβις Τζούνιορ Τζούνιορ! Ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι στην ουκρανική ενδοχώρα, με τον αμερικανό να υποφέρει από την αναγκαστική συγκατοίκηση με το σκυλί (τρέφει παθολογικό φόβο για τα σκυλιά), ένα ταξίδι στο παρελθόν και στο παρόν, όπου τα αστεία περιστατικά, διαδέχονται σκηνές γεμάτες τρυφερότητα και συγκίνηση.
     Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, είναι από τους νεότερους και πολυσυζητημένους αμερικανούς συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1977 στη Νέα Υόρκη. Το μυθιστόρημά του «Εξαιρετικά Κοντά Και Απίστευτα Δυνατά» (εκδ. Μελάνι, 2009), θεωρήθηκε το καλύτερο βιβλίο για την μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους εποχή. Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο του και περιλήφθηκε στις λίστες με τα καλύτερα βιβλία του 2002, που είναι η χρονιά κυκλοφορίας του. Έχει κερδίσει πολυάριθμα βραβεία όπως το Guardian First Book Prize, το National Jewish Book Award και το New York Public Library Young Lions Prize. Το έργο του, έχει μεταφραστεί σε 36 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

29 Δεκ 2011

ΖΟΗ ΜΕ ΟΜΙΚΡΟΝ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ
Σελ. 222, Ιούνιος 2011


     Το μυθιστόρημα που παρουσιάζω σήμερα, είναι το πρώτο της συγγραφέως, που μέχρι τώρα είχε ασχοληθεί μόνο με τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του δεν είναι από τα συνηθισμένα, αφού αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελληνικής καταγωγής μετανάστες, από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
     Ο Γιούρι, είναι ένας νέος ποντιακής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Αμπχαζία, όπου ζει με τη χήρα μητέρα του και άλλους συγγενείς. Όταν ένας θείος, μετά την έναρξη του πολέμου με τη Γεωργία, αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του, ο Γιούρι τον ακολούθησε μόνος. Η μητέρα του, έμεινε πίσω στην προγονική γη. «Δεν αφήνω τα καντήλια των πεθαμένων μου στα χέρια τους», έλεγε κάθε φορά που προέκυπτε θέμα μετανάστευσής της. Η Ελλάδα ήταν γι’ αυτούς η «γη της επαγγελίας» και ο τόπος των ονείρων τους. Η μέρα της άφιξής τους στη Θεσσαλονίκη, ήταν η καλύτερη της ζωής τους. «Δε θυμάμαι να σου πω τι ακριβώς άκουγα, μόνο που ένιωθα σα να το ‘χα μέσα μου το μπουζούκι, σαν κάποιος να ‘παιζε, από μέσα τις χορδές. Πάλι με πιάσανε τα κλάματα, αλλά ήταν άλλα κλάματα αυτά. Ελλάδα είναι εκεί που ακούγονται τα ελληνικά. Όλα καλά θα πάνε, είπα».
     Όταν ο Γιούρι αυτονομήθηκε από την οικογένεια του θείου του, στην αρχή δυσκολεύτηκε αρκετά. Όμως τα ελληνικά που μιλούσε τον βοήθησαν. «η Αθηνά, η καλομάνα του, η γιαγιά του δηλαδή, δικαιώθηκε για την επιμονή της να του διαβάζει Καζαντζάκη και Λουντέμη, να του ζητά να γράψει και να μιλήσει τα ελληνικά και να παρακολουθεί τα παρακάθια, τα νυχτέρια με τις ιστορίες που λέγανε οι γριές στους συγγενείς και γείτονες…».
     Μετά την περιπλάνησή του σε διάφορες δουλειές και τη «θητεία» στην μικρο-παραβατικότητα, αποφάσισε να αλλάξει. Έπιασε δουλειά σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, όπου χάρη στην ευστροφία του ξεχώρισε. Νοίκιασε κι ένα μικρό διαμέρισμα και είδε λίγο-λίγο τη ζωή του να αλλάζει. Βέβαια στην πολυκατοικία αντιμετώπισε τις ίδιες αντιδράσεις που αντιμετώπισε και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αποδοχή από τους λίγους. Μίσος, φόβο, μισαλλοδοξία, και ρατσισμό από τους πολλούς. Αν και ποτέ δεν έδωσε κανένα δικαίωμα. «Δεν έκανε φασαρία, είπαν κάποιοι, δικαίωμα στην πολυκατοικία μας δεν έδωσε ποτέ. Αυτό του ‘λειπε! Γυναίκα δεν είχε εμφανίσει. Πείτε μου εσείς. Είναι φυσιολογικό αυτό; Τα κοινόχρηστα και το ενοίκιο τα ‘δινε μόλις πατούσε ο μήνας. Που τη βρήκε τη συνέπεια αυτός που δεν είχε στον ήλιο μοίρα; Και κείνη η ευγένεια, οι καλοσύνες τάχα, τα χαμόγελα, ποια πονηριά ήθελαν να καλύψουν; Δεν είμαι κορόιδο εγώ, τα ξέρω αυτά τα κόλπα. Μόλις έκλεινε η πόρτα πίσω του, μας έφτυνε χολή. Δεν φτάνουν τα προβλήματα που έχει ο τόπος, αυτοί μας λείπανε».
     Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε στωικά και χωρίς να δίνει πολύ σημασία. Μέχρι που ήρθε η ζωή και σ’ ένα γύρισμά της, έφερε τα πάνω κάτω. Ο Γιούρι κλονίστηκε. Λίγο έλειψε να λυγίσει. Όμως αναμετρήθηκε με τον χειρότερο εχθρό του: τον κακό του εαυτό. Και νίκησε!
     Καλογραμμένο μυθιστόρημα, με κινηματογραφικό ρυθμό, σωστά δομημένους χαρακτήρες και μ’ ένα θέμα ρεαλιστικό, σημερινό και θέλω να ελπίζω όχι διαχρονικό. Το βιβλίο, περιλαμβάνει ένα ολιγοσέλιδο, αλλά περιεκτικό σχόλιο, για τους Έλληνες της πρώην ΕΣΣΔ, που υπογράφει ο ιστορικός Βασίλειος Τσενκελίδης.
     Η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου, γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Δημοσιογραφία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αθήνα και το Λονδίνο με αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα έντυπα της χώρας ως αρθρογράφος, ενώ την τελευταία διετία, εργάζεται στον ηλεκτρονικό τύπο. Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικό διαγωνισμό κι έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό (δε)κατα.