29 Απρ 2012

ΜΟΝΟ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΘΑ ΔΕΙΞΕΙ

JEFFREY ARCHER
Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 423, Φεβρουάριος 2012

     Την ιστορία της ζωής του Χάρι Κλίφτον και παράλληλα την τοιχογραφία της εποχής του μεσοπολέμου στη Βρετανία, μας παρουσιάζει στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, ο γνωστός συγγραφέας Τζέφρι Άρτσερ.
     Η ιστορία ξεκινά το 1920 στις φτωχογειτονιές του Μπρίστολ. Ο Χάρι μεγαλώνει ορφανός, πιστεύοντας ότι ο πατέρας του ο Άρθουρ, σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία στο Δυτικό Μέτωπο, λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Ζει στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα του Μέιζι, το θείο του Σταν, τον παππού και τη γιαγιά του και λίγο-πολύ, θεωρεί το μέλλον του προδιαγεγραμμένο, αφού πιστεύει ότι μόλις τελειώσει το σχολείο-το οποίο ούτως ή άλλως σπανίως επισκέπτεται-θα γίνει εργάτης είτε στα ναυπηγεία, είτε στο λιμάνι, όπως συμβαίνει με όλους τους άντρες της εργατικής τάξης. Η μητέρα του όμως, έχει άλλα σχέδια για το μέλλον του γιου της. Με τη βοήθεια μιας εμβληματικής προσωπικότητας, του γέρο-Τζακ κι εξαιτίας ενός σπάνιου χαρίσματος που έχει ο Χάρι-μια αγγελική φωνή- εξασφαλίζει μια υποτροφία στο ακριβό ιδιωτικό σχολείο Σεντ Μπιντ’ς. Στο σχολείο αυτό φοιτούν ως οικότροφοι, γόνοι αριστοκρατικών και πλούσιων οικογενειών. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζάιλς Μπάρινγκτον, με τον οποίο ο Χάρι συνδέεται με δυνατή φιλία. Την παρέα συμπληρώνει ο Ντίνκινς, ένας εξαιρετικά ευφυής και με απέραντες γνώσεις μαθητής, που προτιμά να περνά τον ελεύθερο χρόνο του, χωμένος στην πιο απομονωμένη γωνιά κάποιας βιβλιοθήκης.
     Θα περάσουν χρόνια πολλά, εύκολα και δύσκολα ώσπου στα είκοσι ένα του χρόνια, ο Χάρι θα μάθει πως πραγματικά πέθανε ο πατέρας του. Και θα αντιληφθεί το «γιατί» της σχεδόν εχθρικής συμπεριφοράς απέναντί του, του πατέρα του φίλου του, Χιούγκο Μπάριγκτον. Ακόμη πιο συγκλονιστική είναι μια αποκάλυψη της μητέρας του, η οποία θα τον φέρει αντιμέτωπο μ’ ένα πολύ βασανιστικό και καθοριστικό για το μέλλον του ερώτημα: αν τελικά είναι όντως γιος του Άρθουρ Κλίφτον ή το νόθο παιδί ενός πανίσχυρου άντρα που η οικογένειά του κυβερνά ολόκληρο το λιμάνι του Μπρίστολ.
     Η ιστορία, που ξεκινά με τη λήξη ενός μεγάλου πολέμου και τελειώνει με την έναρξη ενός άλλου, έχει απροσδόκητο και αναπάντεχο φινάλε.
     Ο Άρτσερ, εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά, με την αφηγηματική του δεινότητα, το στήσιμο της πλοκής, τη δημιουργία των χαρακτήρων, τον τρόπο γραφής με το υποδόριο χιούμορ και το εύρημα που χρησιμοποιεί να βάζει τους ήρωες του να διηγούνται ο καθένας ένα μέρος της ιστορίας, όχι όμως πιάνοντας το νήμα της αφήγησης, εκεί που το άφησε ο προηγούμενος, αλλά πηγαίνοντας αρκετά πίσω, ώστε να φωτίσει και να ερμηνεύσει κάποια γεγονότα, με τη δική του οπτική. Ένα συναρπαστικό βιβλίο, το οποίο, δύσκολα θα αφήσετε από τα χέρια σας, πριν φτάσετε στην τελευταία σελίδα.
     Ο Τζέφρι Άρτσερ, γεννήθηκε το 1940 στο Λονδίνο και σπούδασε στην Οξφόρδη. Έγινε διεθνώς γνωστός με τη μεγάλη του επιτυχία «Κάιν Και Άβελ». Τα 15 μυθιστορήματα που έχει γράψει και οι πέντε συλλογές διηγημάτων του, έχουν μεταφραστεί σε 37 γλώσσες. Μεγάλο μέρος του έργου του, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Bell. Έχει γράψει επίσης τρία θεατρικά έργα και δύο σενάρια για τον κινηματογράφο. Υπήρξε μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων επί μία 5ετία, έχει διατελέσει αντιπρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος και είναι ισόβιο μέλος της Βουλής των Λόρδων από το 1992. Είναι παντρεμένος, έχει δύο γιους και ζει στο Λονδίνο και το Κέμπριτζ.

16 Απρ 2012

ΕΧΕΙ ΔΙΚΙΟ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ;

Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ 
IVAN ILCHEV
Μετάφραση: VAIA RAKIDZI 
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ 
Σελ. 620, Νοέμβριος 2011 

      Τη μελέτη του βούλγαρου ιστορικού Ι. Ίλτσεφ, που περιγράφει τους μηχανισμούς προπαγάνδας που δημιούργησαν τα βαλκανικά κράτη από τη σύστασή τους, αρχής γενομένης από την επανάσταση του 1821, μέχρι τη λήξη της Μικρασιατικής εκστρατείας, θα σας παρουσιάσω σήμερα. «Στην ανά χείρας μονογραφία, αντικείμενο της έρευνας συνιστά η εκατονταετής περίοδος που έχει ως αφετηρία την Ελληνική Επανάσταση του 1821-1828 και η οποία ολοκληρώνεται το 1923 στη Διάσκεψη Ειρήνης της Λοζάνης». Σκοπός τους ήταν να επηρεάσουν και να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη των δυτικών κρατών και κυρίως της Ευρώπης, ώστε να πειστεί για το δίκαιο των αγώνων τους. Έτσι ώστε να πηγαίνουν κάθε φορά στα συνέδρια που επανακαθόριζαν τα σύνορα της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας με τα αναδυόμενα κράτη, έχοντας όσο το δυνατό περισσότερους «συμμάχους» ανάμεσα στους συνέδρους. "...βασικός σκοπός μου είναι να ορίσω το γενικό πλαίσιο της προπαγάνδας στην εξωτερική πολιτική των βαλκανικών λαών και κρατών για μια περίοδο εκατό χρόνων". Ο συγγραφέας αντιμετώπισε πολλά προβλήματα για τη σύνταξη της μελέτης του. Και το πρώτο που είχε να αντιμετωπίσει ήταν ο ορισμός της προπαγάνδας. «Για περισσότερο από μισό αιώνα οι ερευνητές στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, εμπλέκονται σε μια σκληρή αντιπαράθεση για το τι ακριβώς είναι και δεν είναι προπαγάνδα». Στη συνέχεια, όπως πολύ γλαφυρά αφηγήθηκε στην διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου που έγινε σε αίθουσα του Διεθνούς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την 1η Δεκέμβριου του 2011, είχε να αντιμετωπίσει πιο πρακτικά προβλήματα. Με κυριότερα την καχυποψία πολλών (συμπατριωτών του και ξένων) και την αδυναμία πρόσβασης σε πολλά αρχεία βαλκανικών χωρών, κάτι που δυσκόλεψε πολύ το έργο του. Παρά τις δυσκολίες όμως, κατάφερε να παρουσιάσει μια περιεκτικότατη μελέτη, η οποία είναι γραμμένη έτσι, ώστε χωρίς να χάνει σε επιστημονική εγκυρότητα, να είναι εύληπτη από τον κάθε αναγνώστη. Έχω όμως κάποιες «ενστάσεις» που αφορούν την επιμέλεια του βιβλίου. Πρώτη ένσταση, υπάρχουν λάθη σε κάποιες ημερομηνίες (όπως στη σελίδα 70, 98 κ.ά.). Δεύτερη, αρκετά ονόματα δεν είναι γραμμένα όπως τα ξέρουμε στην Ελλάδα, αλλά όπως είναι γνωστά στην πατρίδα του συγγραφέα. Τρίτη, γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις χρήση του όρου «λίβελος», ενώ δεν ταιριάζει. Τέλος-και αυτό δυστυχώς συμβαίνει στην πλειονότητα των μεταφρασμένων μελετών-δεν υπάρχει «ελληνική» βιβλιογραφία. Δηλ. οι επιμελητές της έκδοσης, δεν αναφέρουν, ποια από τα βιβλία που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Όμως παρά τις αβλεψίες αυτές, η μελέτη, όπως γράφω και πιο πάνω, είναι εξαιρετική και ιδιαίτερα χρήσιμη στην κατανόηση ζητημάτων που προέκυψαν στο παρελθόν, αλλά μας απασχολούν ακόμη. Την ελληνική έκδοση, προλογίζει ο Επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ, Ιάκωβος Μιχαηλίδης. Ο Ιβάν Ίλτσεφ, είναι καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Έχει συγγράψει πολλές μελέτες για την ιστορία της Βουλγαρίας, τις σχέσεις με τους λοιπούς βαλκανικούς λαούς, τη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Το Νοέμβριο του 2007, εξελέγη Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σόφιας.

9 Απρ 2012

ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ 
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 
Σελ. 169, Οκτώβριος 2011 

      Την πιο πρόσφατη-ενδέκατη-συλλογή διηγημάτων, του Περικλή Σφυρίδη, ενός τεχνίτη, της μικρής φόρμας, σας παρουσιάζω σήμερα. Πρόκειται για δώδεκα ιστορίες-στιγμιότυπα ζωής-από τις μέρες που περνά ο (συνταξιούχος τώρα), γιατρός-καρδιολόγος, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε στο εξοχικό του στο «νησί», τη Σκύρο, με τις παρέες του, δίποδες και κυρίως τετράποδες, αφού ο συγγραφέας είναι «σεσημασμένος» ζωόφιλος. Η θεματολογία της συλλογής δεν είναι μακριά από ότι μέχρι σήμερα έχει απασχολήσει την πένα του: η ασθένεια, που απαιτεί τεράστιο κουράγιο για να την αντιμετωπίσεις κι ένας αγώνας διαρκής του οποίου για την έκβαση του οποίου ποτέ δεν μπορείς να σίγουρος, τα τετράποδα (ο Μπάμπης, ο Μαύρος, ο Ρούμπης, ο Σαντάμ (!!), η Φαίδρα, που «η περίπτωσή της ανακοινώθηκε σε διεθνές κτηνιατρικό συνέδριο»), δικά του και άλλων, που κάποια από αυτά υποφέρουν στα χέρια των κατοίκων του νησιού, θύματα μιας αρχαίας, αποτρόπαιης παράδοσης, η συναλλαγή στις επιτροπές απονομής των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας, αλλά και οι συναλλαγές για την κατάληψη «υψηλών» διευθυντικών θέσεων στα νοσοκομεία, χώρο της επαγγελματικής ενασχόλησης του συγγραφέα, η «πώρωση» που προκαλούν τα ναρκωτικά σε όσους πέφτουν στα δίχτυα τους, που είναι κυρίως νέοι και ο αγώνας για την απεξάρτηση που δυστυχώς δεν είναι νικηφόρος για όλους. Όλα τα έργα της συλλογής είναι εξαιρετικά, αλλά τρία από αυτά τα ξεχώρισα, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση και μου άρεσαν ιδιαίτερα, το καθένα για διαφορετικούς λόγους. Πρόκειται για τα: «Πρόβα Αυτοδικίας», ιδιαίτερα για την τελευταία φράση που με χιούμορ, αναλαμβάνει να αποφορτίσει την ένταση που έχει συσσωρευτεί, «Ο Κουμπάρος Μου Βασίλη(ς) Λέκα(ς)», που σε κάνει να θαυμάζεις το κουράγιο του Βασίλη και της οικογένειάς του, αλλά και να οργίζεσαι με τη διαφθορά και τον παραλογισμό του κράτους και το κορυφαίο και πιο συγκινητικό «Στη Μνήμη Του Αλμπέρτου Ναρ Και Του Άλλου Αλμπέρτου» για το οποίο δεν μπορώ να πω τίποτα άλλο, εκτός από το να σας προτρέψω να το διαβάσετε. Βιβλίο εξαιρετικό, στο οποίο πιστεύω ότι ο αναγνώστης θα θέλει να επιστρέψει ξανά και ξανά, όπως συνέβη και σε μένα. Ο Περικής Σφυρίδης που όπως λέει: «παντρεύτηκα την Ιατρική, ενώ παράλληλα διατηρούσα μακροχρόνιο δεσμό με την ερωμένη μου λογοτεχνία», γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει, το 1933. Απόφοιτος του Αμερικανικού κολεγίου «Ανατόλια», της τάξης του 1952. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1975-1981). Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα κι ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας. Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες και ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Διηγήματά του, έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά και ολλανδικά.

31 Μαρ 2012

Ο ΤΖΕΒΝΤΕΤ ΜΠΕΗ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ

ORHAN PAMUK
Μετάφραση: ΣΤΕΛΛΑ ΒΡΕΤΟΥ 
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ 
Σελ. 792, Ιανουάριος 2012 

      Το έργο με το οποίο ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας Ο. Παμούκ και εκδόθηκε πριν από 30 χρόνια, αλλά μόλις φέτος μεταφράστηκε στα ελληνικά, παρουσιάζω σήμερα. Ένα ογκώδες βιβλίο, 800 πυκνογραμμένων σελίδων, στο οποίο, όπως γίνεται αντιληπτό από τον τίτλο, περιγράφει τη ζωή του Τζεβντέτ μπέη και της οικογένειάς του. Η εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία του, (μέσα της δεκαετίας του 1910 έως μέσα της δεκαετίας του 1970), είναι αυτή που διαμόρφωσε το πρόσωπο της σύγχρονης Τουρκίας. Και ο Τζεβντέτ μπέη, είναι μέλος μιας τάξης που εν πολλοίς αναδείχτηκε την εποχή αυτή, την τάξη των μεσοαστών εμπόρων. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί την οικογενειακή ιστορία, ως πρόσχημα και ως όχημα για να περιγράψει κάτι ευρύτερο: μιας εποχή κοσμογονίας για τη γειτονική χώρα. Η Τουρκία, υπό τη διεφθαρμένη και ανεπαρκή κυβέρνηση του σουλτάνου Αβδούλ Χαμιτ Β!, μπαίνει σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση. Η ανάγκη για αλλαγή γίνεται επιτακτική. Πολιτικοί, αξιωματικοί και διανοούμενοι, δημιουργούν το κίνημα των νεότουρκων, που επιτυγχάνει να ανατρέψει το σουλτανικό καθεστώς. Η δημοκρατία εγκαθιδρύεται στις 29 Οκτωβρίου του 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ (που επονομάστηκε Ατατούρκ). Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Τζεβνέτ προσπαθεί να στήσει μια επιχείρηση στην Κωνσταντινούπολη, εξασκώντας το - όχι ιδιαίτερα «αξιοπρεπές» αλλά προσοδοφόρο - επάγγελμα του εμπόρου, στο οποίο κυριαρχούν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι. Τα όνειρά του εκτός από την επαγγελματική επιτυχία, περιλαμβάνουν και τη δημιουργία μιας οικογένειας. «Στη μέση της γέφυρας ένας γεροδεμένος άντρας μ’ ένα μεγάλο καπέλο και μια γυναίκα με ακάλυπτο πρόσωπο, κοίταζαν τη θάλασσα, κρατούσαν από τα χέρια τα παιδιά τους. «Μια οικογένεια σαν αυτή!» σκέφτηκε ο Τζεβντέτ μπέη». Το όνειρό του παίρνει σάρκα και οστά μετά το γάμο του με την κόρη ενός πασά. Παράλληλα, βλέπει γύρω του, τον κόσμο όπως τον ήξερε να καταρρέει και από τα ερείπια να γεννιέται κάτι νέο. Τις μεγάλες αλλαγές όμως, θα τις βιώσουν οι γιοί του, οι οποίοι με τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες τους, αντιπροσωπεύουν τις κυρίαρχες τάσεις που διαμορφώνονται στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Τουρκίας. Στο βιβλίο η Ιστορία κυριαρχεί, χωρίς σχεδόν ποτέ να είναι εμφανώς παρούσα! Τα ιστορικά γεγονότα τα αντιλαμβανόμαστε περισσότερο από τους υπαινιγμούς του συγγραφέα, παρά από ευθεία αναφορά σ’ αυτά, ακόμα κι όταν καθορίζουν την πορεία των χαρακτήρων του. Εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός, ότι τεχνηέντως, αποφεύγει την αναφορά σε «σκοτεινές» σελίδες, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων, η Μικρασιατική καταστροφή, το πογκρόμ του 1955. Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, αφού παρουσιάζει στοιχεία από την καθημερινή ζωή και τις μεταβολές που συντελούνται στους κόλπους της κοινωνικής ζωής, τριών γενεών Τούρκων και περιέχει «εν σπέρματι» κάποια από τα ζητήματα, που απασχόλησαν τη μετέπειτα θεματική του. Θα ήταν όμως ακόμα πιο ενδιαφέρον, αν έλειπαν αρκετές σελίδες, αφού «παθαίνει» αυτό που παθαίνουν σχεδόν όλοι οι νέοι συγγραφείς: θέλει να πει όλα όσα έχει στο μυαλό του μονομιάς με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να πλατειάζει αφόρητα. Συνιστάται ιδιαίτερα στους φανατικούς αναγνώστες του Τούρκου συγγραφέα (οι οποίοι είναι από όσο ξέρω αρκετοί).

17 Μαρ 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ

GENE WILDER
Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΜΑΛΟΥΚΑΣ 
Εκδόσεις ΑΛΔΕ 
Σελ. 172, Μάρτιος 2011 

      Μια άλλη πλευρά, του ταλέντου του-αυτήν του συγγραφέα- μας παρουσιάζει με το βιβλίο αυτό, ο γνωστός ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Gene Wilder. Βρισκόμαστε στο 1903. Ο νεαρός βιολιστής Τζέρεμι Γουέμπ, την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή με μια ορχήστρα στο Κλίβελαντ, ερμηνεύοντας ένα κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι, παθαίνει νευρικό κλονισμό. «…ξαφνικά άφησα το βιολί κάτω και άρχισα να σχίζω τις παρτιτούρες του πρώτου βιολιστή. Έκανα τα φύλλα του κομματάκια όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έριξα νερό μέσα στο φαρδύ στόμιο μιας τούμπας, κοπάνησα τα πλήκτρα ενός πιάνου με τις γροθιές μου-μόνο τα μαύρα πλήκτρα-και μετά κάθισα στο πάτωμα κλαίγοντας». Για να συνέλθει-και χάρη στη μεσολάβηση του διευθυντή της ορχήστρας-τον στέλνουν σε ένα θεραπευτήριο στο Μπάντενβάιλερ, στα νοτιοδυτικά της Γερμανίας. Εκεί έχει μια απρόσμενη συνάντηση. «Ήταν εντυπωσιακά όμορφος, υπέθετα κοντά στα σαράντα, μ’ ένα άψογο λευκό κοστούμι, λευκό πουκάμισο και γαλάζια γραβάτα. Επίσης φορούσε ένα φασαμέν, που είχα ξαναδεί να φορούν μόνο οι φιλοξενούμενοι μαέστροι απ’ την Ευρώπη». Ο άντρας αυτός ήταν ο Άντον Τσέχοφ, ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο θέρετρο, για να μπορέσει να ξεπεράσει το πρόβλημα υγείας (φυματίωση) που τον βασάνιζε. Ο Τζέρεμι τον θαύμαζε για την «οξυδέρκεια και την εκλεπτυσμένη τέχνη» των έργων του. Ελάχιστες μέρες μετά την άφιξη του στο θέρετρο, φτάνει εκεί η βελγίδα Κλάρα Μουλπάς. «Ήταν μια γυναίκα και μάλιστα πολύ όμορφη. Ήταν επίσης ελκυστική με λεπτά ευαίσθητα χαρακτηριστικά…Θα ‘λεγα πως ήταν είκοσι τεσσάρων ή είκοσι πέντε χρόνων, πολύ λεπτή, με όμορφο και καθαρό δέρμα. Τα πυρόξανθα μαλλιά της που ακτινοβολούσαν, τα είχα ξαναδεί μόνο σε πίνακες ζωγραφικής». Η Κλάρα πάσχει από μία ανίατη μορφή καρκίνου του στομάχου και λόγω της ασθένειάς της, ο άνδρας της την έχει εγκαταλείψει. Ο Τζέρεμι θα προσπαθήσει να την κατακτήσει, αλλά συναντά δυσκολίες. Η Κλάρα δεν είναι διατεθειμένη να υποκύψει στο-διακριτικό είναι αλήθεια-φλερτ του (γι’ αυτό κι ο τίτλος «Η Γυναίκα Που Δεν Ήθελε»). Ο Τζέρεμι όμως θα επιμείνει και η επιμονή του αυτή, θα έχει απρόσμενες συνέπειες και για τους δύο. Το βιβλίο, περιλαμβάνει μια όμορφη, ευκολοδιάβαστη, ρομαντική, συγκινητική και τρυφερή ιστορία, με αξιαγάπητους χαρακτήρες (από τους πρωταγωνιστές έως τους πλέον δευτερεύοντες), με γλώσσα και γραφή που προσιδιάζουν στο θέμα και την εποχή και κατάλληλες για να αποδώσουν τα συναισθήματα των ηρώων. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και στο οποίο ο γνωστός άνθρωπος του σινεμά, ξετυλίγει μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή του πολυσχιδούς ταλέντου του. Ο Gene Wilder (πραγματικό όνομα Jerome Silberman), γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1933. Είναι ηθοποιός από τα εφηβικά του χρόνια. Σε πολλές ταινίες που πρωταγωνίστησε, υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Ήταν υποψήφιος για Όσκαρ δεύτερου ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του (ως Λέο Μπλουμ) στην ταινία «Οι Παραγωγοί» του Μέλ Μπρούκς. Λίγα χρόνια αργότερα, ήρθε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το σενάριο της ταινίας «Φρανκενστάιν Τζούνιορ». Από το 2003, έχει εγκαταλείψει τα κινηματογραφικά πλατό για να αφοσιωθεί στη συγγραφή. Μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί-εκτός από αυτό που παρουσιάζω σήμερα-αλλά τρία βιβλία του. Το αυτοβιογραφικό «Φίλα Με Σαν Ξένος» (που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ), το μυθιστόρημα «My French Whore» (2007) και η συλλογή διηγημάτων «What Is This Thing Called Love» (2010).

9 Μαρ 2012

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΥΡΙΑΝΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ 
Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ 
Σελ. 70, 1995 

      Κάνοντας προ ημερών μια νέα «έρευνα» στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, έκανα πολύ ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Βρήκα βιβλία που είχα διαβάσει όταν πρωτοκυκλοφόρησαν-πριν από χρόνια-μου είχαν αρέσει, αλλά από τότε δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσω. Βλέπετε τα καινούρια βιβλία που κυκλοφορούν είναι πολλά και περιμένουν να έρθει η σειρά τους και από την άλλη ο χρόνος είναι λίγος, οπότε πρέπει να τηρούνται κάποιες ισορροπίες. Τώρα όμως, θέλοντας να κάνω ένα διάλλειμα στην ανάγνωση ενός ογκωδέστατου μυθιστορήματος, «επέστρεψα» για λίγες ώρες σε ένα βιβλίο που μου είχε κάνει θετικότατη εντύπωση, το ξαναδιάβασα και αποφάσισα να σας το παρουσιάσω. Περιλαμβάνεται στη σειρά «Η Πορεία Της Σκέψης» των εκδόσεων Περίπλους. Μια σειρά μικρών σε μέγεθος βιβλίων (10 Χ 12,5 cm), αλλά μεγάλων σε αξία. Το «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη, είναι ένα υπόδειγμα πρωτότυπου και ξεχωριστού ύφους. Ένα εργόχειρο, δουλεμένο με λεπτές κι επιδέξιες βελονιές. Στη νουβέλα αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1894, ο γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας της Σύρου, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην οικονομική της ακμή, εξιστορεί πως έφτασε στη δεινή θέση να είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, ενώ έχουν περάσει…οκτώ ολόκληροι μήνες από το γάμο τους, αφού σκοπός του ήταν να «γιατρευτεί» από τον έρωτά του προς τη νέα αυτή, διά του γάμου. «Την Χριστίνα την ήθελα μόνον και μόνον διά να την απολαύσω, να την χορτάσω, να την βαρεθώ και ν’ αρχίσω έπειτα, καθώς πριν, να τρώγω, να κοιμούμαι, να πηγαίνω εις τον περίπατον και να παίζω πρέφαν και κοντσίνα εις την λέσχην…Την Χριστίνα την επήρα καθώς παίρνει κανείς κινίνον δια ν’ απαλλαχθεί από τον πυρετόν». Η συνέχεια όμως του έγγαμου βίου, δεν είναι όπως την έχει σχεδιάσει ο συριανός νέος…Και αυτό το γεγονός, δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα στο συγγραφέα να μας χαρίσει ένα έργο απολαυστικό που αν και γραμμένο περισσότερο από έναν αιώνα πριν, μπορεί να «μιλήσει» στον αναγνώστη του σήμερα. Ο Ροΐδης, δηκτικός κι εύστοχος στην κριτική του όπως πάντα, αποδεικνύει για μια ακόμη φορά, ότι υπήρξε τέλειος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, μάστορας της γραφής κι εξαίρετος χρήστης της γλώσσας, την οποία είχε αναγάγει σε ένα εργαλείο γεμάτο δύναμη αλλά και λεπτές αποχρώσεις. Δεν ξέρω αν αυτό το μικρό βιβλιαράκι εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Όμως κάνοντας μια πρόχειρη κι όχι εμπεριστατωμένη αναζήτηση στο internet, βρήκα σε ορισμένα site, το πλήρες κείμενο της νουβέλας, οπότε αν δεν βρείτε το βιβλίο, μπορείτε να ανατρέξετε εκεί, για να απολαύσετε αυτό το εξαιρετικό έργο.

22 Φεβ 2012

ΜΑΥΡΟΣ ΜΑΚΕΔΩΝ


ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΡΟΥΜΠΕΛΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 300, Νοέμβριος 2010


     Στις απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα, μας μεταφέρει με το μυθιστόρημά του αυτό, ο Θ. Σκρουμπέλος.
     Ο «μεγάλος ασθενής», η Οθωμανική αυτοκρατορία, πνέει τα λοίσθια. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, έχουν βλέψεις στα εδάφη που θα χάσει -απ’ ότι φαίνεται- ο σουλτάνος και κυρίως τη Μακεδονία, που αποτελεί την πύλη για το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Τις ίδιες βλέψεις έχουν και οι διάφορες γειτονικές προς τη Μακεδονία ηγεμονίες. «Το 1870 η βουλγαρική ηγεμονία κατορθώνει με την έγκριση του σουλτάνου να κερδίσει το αυτοκέφαλο της εκκλησίας από το Πατριαρχείο και να αυτολειτουργεί ως Εξαρχία…». Ο ορθόδοξος πληθυσμός της Μακεδονίας που εκείνη την εποχή αποτελεί ένα μωσαϊκό θρησκειών και γλωσσών, χωρίζεται σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Όμως ανεξαρτήτως θρησκεύματος, αυτό που επιθυμεί διακαώς ο τοπικός πληθυσμός, είναι η αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού που τους δημιουργεί τεράστια προβλήματα: καταπίεση, διεφθαρμένη και αναποτελεσματική διοίκηση, μεροληπτική δικαιοσύνη, δυσβάστακτη φορολογία.
     Οι Βούλγαροι διαβλέποντας την ευκαιρία, προσπαθούν να αποκτήσουν ισχυρά ερείσματα στον τοπικό πληθυσμό, μέσω των εξαρχικών ιερέων και αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού που στέλνονται στη Μακεδονία, για να αναπτύξουν, καθοδηγήσουν και εξοπλίσουν, φιλοβουλγαρικό κίνημα.
     Η Ελλάδα μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, δεν μπορεί να αντιδράσει επίσημα στη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία. Το ρόλο του κράτους υποκαθιστούν ιδιώτες. Αναπτύσσεται ένα ισχυρό κίνημα, που έχει σαν αποκορύφωμα, την αποστολή του Παύλου Μελά και σώματος κρητικών εθελοντών, για να ενισχύσουν το ελληνικό φρόνημα του πληθυσμού και να ανακόψουν τη βουλγαρική διείσδυση.
     Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο κινούνται οι τρεις ήρωες του βιβλίου, που είναι συνομήλικοι. Στην «ηλικία που από έφηβοι γίνονται άντρες». Ο μαύρος Σελήμ, που έλεγε «Κάτω από το μαύρο πετσί μου, ένιωθα το αίμα μου ελληνικό». Λατρεύει τον Μέγα Αλέξανδρο και τη Μακεδονία. Είναι γιος μιας θεσσαλονικιάς, της Ρωξάνης, κόρης του εύπορου εμπόρου Παναγιώτη Σταυρακάκη και του μαύρου Μαμούν ελ Μελέκ, γιο ενός επίσης εύπορου ιδιοκτήτη αμπελιών και οινοποιού, συνεργάτη του Σταυρακάκη από το Τούνεζι. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν στη διάρκεια των σπουδών του Μαμούν στο μεντρεσέ της Θεσσαλονίκης. Ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο και κλέφτηκαν για να παντρευτούν, αφού οι Σταυρακάκηδες δεν ήθελα επ’ ουδενί να κάνουν μαύρο γαμπρό. Καρπός αυτού του γάμου είναι ο «μαύρος Μακεδών» Σελήμ. Ο Στόγιαν είναι βούλγαρος. Ορφανός από πατέρα, αναπτύσσει δράση στα πλαίσια του βουλγαρικού κομιτάτου. Όχι πολλά χρόνια πριν, οι γονείς του δούλευαν στο οινοποιείο του Σταυρακάκη στη Φιλιππούπολη. Τέλος ο Μανώλης, που εκπαιδεύεται ως αγριμοκυνηγός στα βουνά της Κρήτης («αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να σκοτώσει ή να αιχμαλωτίσει τα αγρίμια που χαλούν τα κοπάδια ή τα σπαρτά»), από το θείο του, ο οποίος εργάστηκε για ένα διάστημα ως σωματοφύλακας του Σταυρακάκη.
Αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και φυσικά το αόρατο νήμα που τους ενώνει, μέχρι που η μοίρα θα τους φέρει στο ίδιο πεδίο δράσης. «Η δουλειά, ο ιερός σκοπός και ένα όνειρο, τα τρία αυτά ήταν τα αγκίστρια στα οποία μας τσάκωσε η μοίρα και τους τρεις και μας έχωσε στο ίδιο παιχνίδι».
     Μυθιστόρημα με την Ιστορία πανταχού παρούσα, να ορίζει με τα γυρίσματά της την πορεία των ηρώων, έντονη δράση στα τοπία της Δυτικής Μακεδονίας, καλογραμμένο, ευκολοδιάβαστο, διδακτικό, που δίνει τροφή για σκέψη και αξίζει της προσοχής μας.