22 Δεκ 2012

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 480, Νοέμβριος 2012

     Η Συρία, είναι μια φιλική προς την Ελλάδα, αλλά όχι και τόσο γνωστή χώρα. «Η Συρία στους παγκόσμιους τουριστικούς οδηγούς, χαρακτηρίζεται ως η γη που όσο την ξεφλουδίζεις, τόσα περισσότερα βρίσκεις κάτω απ’ αυτή. Είναι ο τόπος όπου αναμίχθηκαν πολιτισμοί και θρησκείες, συγκρούστηκαν θεοί, βασιλιάδες και ληστές κι άφησαν τα ίχνη τους καραβάνια εμπόρων, σπαθιά σταυροφόρων και μελάνι περιηγητών. Ένα μωσαϊκό ιστορίας και θρύλων». Τον τελευταίο καιρό αναφέρεται τακτικά στα δελτία ειδήσεων, καθώς μαίνεται ένας εμφύλιος με χιλιάδες νεκρούς και άδηλη-προς το παρόν-κατάληξη. Αυτή η χώρα, την οποία απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, διάλεξε ως «σκηνικό» του πρόσφατου εξαιρετικού μυθιστορήματός της, η Ι. Θεοδώρου.
     Η Τζένη Ράλλη, κόρη διάσημου και καρδιοκατακτητή έλληνα ηθοποιού, από μια αναπάντεχη συγκυρία, βρίσκεται στη Συρία (λίγο πριν από την έναρξη του εμφυλίου). Έχει μόλις βγει, για μια ακόμη φορά, με τραυματικό τρόπο, από μια ακόμη ερωτική σχέση, αυτή τη φορά με παντρεμένο συνάδελφό της. «Είμαι πολύ μόνη. Με παράτησε ο παντρεμένος φίλος μου και ο πατέρας μου δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για μένα. Κάνω λάθη που τρομάζουν τη μάνα μου και οι γκόμενοι λακίζουν μόλις μου βγάλουν το βρακί. Έχω μοναξιά, πολλή μοναξιά». Βλέπει αυτό το ταξίδι-που διοργάνωσε μια ταξιδιωτική πράκτορας, γνωστή της μητέρας της από τα παιδικά τους χρόνια-ως ένα τρόπο να ξεφύγει από ότι ταράζει και αναστατώνει ακόμη περισσότερο, τον ήδη βαριά διαταραγμένο ψυχικό της κόσμο από την απόρριψη του πατέρα της και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά-που κινείται από την αδιαφορία ως την αρρωστημένη προσκόλληση πάνω της-της μητέρας της. Το ταξίδι διοργανώθηκε αρχικά για τη μητέρα της και δύο αγγλίδες φίλες της, οι οποίες θέλησαν να ακολουθήσουν την πορεία της εκκεντρικής αγγλίδας Τζέιν Ντίγκμπι, η οποία «Το 1853, απογοητευμένη από θυελλώδεις έρωτες και τρία διαζύγια, τολμάει και ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή καθ’ οδό προς την Παλμύρα, όπου «ανάμεσα στα χρυσορόδινα ερείπια ή κάτω από μια αστραφτερή πανσέληνο» ερωτεύεται των σεΐχη Ελ Μεζράμπ, τον συνοδό-μεταφραστή της, μυείται στη νομαδική ζωή των Βεδουίνων και μένοντας μαζί του, γίνεται το σύμβολο του αντικομφορμισμού στην εποχή της». Ένα ατύχημα όμως που συνέβη σε μία από τις τρείς κυρίες, τις καθήλωσε στην Αθήνα και για να μην πάει χαμένο το ταξίδι, η Τζένη, που βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που θα πήγαινε οπουδήποτε, άδραξε την ευκαιρία.
     Στη Δαμασκό γνωρίζει τον Ρωμανό Καφαντάρη, γιο της ιδιοκτήτριας του ταξιδιωτικού γραφείου, ο οποίας αναλαμβάνει να την ξεναγήσει και να την συνοδέψει στο ταξίδι της. Οι δύο νέοι, αισθάνονται ερωτική έλξη ο ένας για τον άλλο, αλλά το παρελθόν θα ορθώσει ανυπέρβλητα εμπόδια.
     Όπως γράφω και πιο πάνω, το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικό και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Εκτός από το στήσιμο του μύθου και η περιγραφή των ψυχολογικών μεταπτώσεων και του χείμαρρου των συναισθημάτων που κατακλύζουν τους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι αναλυτικότατη, εύστοχη και συγκλονιστική.
     Εξίσου εξαιρετικό είναι και το «ταξίδι» στο παρελθόν της Συρίας, στο οποίο μας οδηγεί με μοναδικό τρόπο και γραφή η συγγραφέας, μέσα από το κείμενό της, που δείχνει βαθιά γνώση και αγάπη για τη χώρα αυτή. Από τις περιγραφές της όμως, δεν λείπει και το τραγικό παρόν, αφού ο εμφύλιος, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου.
     Τον τελευταίο καιρό, είχα την ευκαιρία και τη χαρά, να διαβάσω ορισμένα πολύ αξιόλογα βιβλία. Το «Η Γεύση Της Ερήμου» είναι ένα από αυτά και το συστήνω ανεπιφύλακτα.


15 Δεκ 2012

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 200, Απρίλιος 2012

     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, στο οποίο η συγγραφέας θίγει πολλά θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι αυτό που θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Τζένη Ιαβέρη, μια γυναίκα που παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται πια στην πρώτη της νεότητα, παραμένει ωραία και γοητευτική και η οποία βρίσκεται για πολλά χρόνια στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας των θεατρικών δρώμενων, κατευθύνεται με την κόρη της, σ’ ένα πολυτελές θέρετρο ανάρρωσης «για λίγους». «Με το βλέμμα της περιηγήθηκε γρήγορα όλη την έκταση και είδε τεράστιους κήπους και γήπεδα και πισίνες και ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια, περιποιημένα, ανεξάρτητα διαμερίσματα. Ήταν ένα μικρό χωριό και ένας ιδανικός τρόπος για να κοροϊδέψει κανείς τον εαυτό του και, αν όχι να ξεχάσει, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει καλύτερα το πρόβλημά του. Με μια πρώτη ματιά λοιπόν, φαινόταν ότι άξιζε τα χρήματα που είχε δώσει, μάλιστα προκαταβολικά». Πριν από λίγο καιρό, είχε διαγνωστεί καρκίνος των λεμφαδένων στη Τζένη και μετά τις θεραπείες στις οποίες χρειάστηκε να υποβληθεί, αποφάσισε να περάσει μερικές εβδομάδες σ’ αυτόν τον ξενώνα για ν’ αναλάβει δυνάμεις.
     Στον ίδιο χώρο, φιλοξενείται και άλλος κόσμος, όλοι φυσικά για τον ίδιο λόγο. Από τις πρώτες μέρες, η Τζένη γίνεται μέλος μιας παρέας που την αποτελούν μια ιστορικός τέχνης και διακοσμήτρια (Βάντα), μια νοικοκυρά (Μαρίκα), μια ιδιωτική υπάλληλος (Ελεονόρα) και μια αγρότισσα (Άννα). Έμμεσα, στην ίδια παρέα «συμμετέχει» κι ένας καθηγητής γενετικής.
     Η Τζένη, χάρη στον αρχηγικό της χαρακτήρα, κατάφερε να πείσει τους ενοίκους του ξενώνα, να ανεβάσουν μια παράσταση. Μετά από αναγνώσεις διάφορων έργων, αποφάσισαν να ανεβάσουν το έργο του Γ. Ξενόπουλου «Το Μυστικό Της Κοντέσας Βαλέραινας», έργο που όπως και τα άλλα που μελέτησαν αναφέρονταν «…στα εσώψυχα της γυναικείας ψυχολογίας, στα οριακά ακραία συναισθήματα στα οποία οδηγείται η γυναίκα απ’ τον απόλυτο, εξοντωτικό έρωτα, από το δυνατό ρόλο της μητρότητας που όπως μπορεί να την απογειώσει συναισθηματικά μπορεί και να την αποστραγγίσει…».
    Στηριζόμενη σε αυτό το μύθο του βιβλίου, η συγγραφέας, έχει την ευκαιρία να ασχοληθεί-όπως γράφω και στην αρχή- με πολλά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα. Θέματα όπως οι σχέσεις μάνας-παιδιού (που στην περίπτωση της κόρης της Τζένης ήταν τουλάχιστον τραυματική), οι σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, τον εγωκεντρισμό που αναπτύσσουν υπό ορισμένες συνθήκες κάποια άτομα, τη γενετική ηθική, το πόσο λάθος ιεραρχούμε τις προτεραιότητες μας, (μέχρι που ένα γύρισμα της μοίρας μας προσγειώνει-συνήθως ανώμαλα), το θέατρο, την επίδραση της τέχνης στη ζωή μας, την οικονομική κρίση και άλλα. Κι όλα αυτά, δοσμένα με όμορφο τρόπο, ενταγμένα στη δομή του μύθου, χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού ή προσπάθεια επίδειξης «σοφίας» και «πνεύματος».
    Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που αξίζει να γίνει γνωστό και να διαβαστεί.


5 Δεκ 2012

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430-1950
MARK MAZAWER
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 575, Οκτώβριος 2006


     Όσοι διανύουμε την πέμπτη δεκαετία της ζωής μας-και όσοι βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά-διδαχτήκαμε την Ιστορία στα σχολεία μας, με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν παρά ένα εθνικιστικό παραλήρημα, που ελάχιστη σχέση είχε με την προσέγγιση και ανάλυση που απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Οι διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι ήταν συνεχείς. Τα παραδείγματα άπειρα. Εγώ για παράδειγμα, με αληθινή έκπληξη έμαθα πριν από κάποια χρόνια, ότι ο όρος Βυζάντιο και βυζαντινός, είναι νεότατοι. Είναι εφεύρημα κάποιων δυτικών καθολικών διανοούμενων μοναχών, που ασχολούνταν με την Ιστορία και χρησιμοποιήθηκε για να διαχωρίσουν τους «αιρετικούς» (ορθόδοξους) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από τους υπηκόους, της καθολικής Δυτικής. Και επίσης έμαθα, ότι οι βυζαντινοί, άρχοντες και λαός, δεν αυτοαποκαλούνταν ούτε βυζαντινοί, ούτε έλληνες, αλλά…Ρωμαίοι (εξ ου και το Ρωμιός). Πέρα απ’ το γεγονός, ότι «γνώση» της Ιστορίας, σήμαινε αποστήθιση στη «ληξιαρχική» λογική, γεννήθηκε, βασίλεψε, πέθανε (και κάπου ανάμεσα και κανένα πολέμησε).
     Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι αν ο καθένας μας, δεν προσπαθήσει μόνος του ν’ αναζητήσει την ιστορική πραγματικότητα, θα έχει στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της χώρας. Βέβαια, πάντα την Ιστορία την έγραφαν οι νικητές και πάντα εξυπηρετούσε και στήριζε τις επιδιώξεις του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, το κακό… παράγινε.
     Όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», που ξαναδιάβασα τώρα, επηρεασμένος από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1430, χρονιά της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς, ως το 1950. «…ξεκινώ με την άλωση της πόλης από ο σουλτάνο Μουράτ Β! το 1430, περιγράφω την καθημερινή ζωή στα χρόνια των διαδόχων του και ανιχνεύω τη μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύγλωσσο οθωμανικό κόσμο-ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα και οι λούστροι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν έξι-εφτά γλώσσες για τις ανάγκες της δουλειάς τους-στο ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του εικοστού αιώνα, όπου πια το 1950, περισσότερο από το ενενήντα πέντε τις εκατό των κατοίκων ήταν, με βάση οποιοδήποτε κριτήριο, Έλληνες».
     Ο συγγραφέας στο εξαιρετικό του βιβλίο, μας δίνει την εικόνα μιας πόλης πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρεύει τον Θεό στον οποίο πίστευε και στην οποία οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά. Οι προστριβές που υπήρχαν, ήταν λίγες και μικρής σημασίας. Περιγράφει με πολλές και δυσεύρετες λεπτομέρειες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων σε κάθε εποχή και πως τραγικά ιστορικά γεγονότα, (πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, Ολοκαύτωμα), λίγο-λίγο, αποστέρησαν από την πόλη τον πολυφυλετικό της χαρακτήρα, για να φτάσει σήμερα, να είναι μια αμιγώς ελληνική πόλη, με τα σημάδια του πολυφυλετικού παρελθόντας να είναι λίγα.
     Πολύτιμη μελέτη, για τους λάτρεις της Ιστορίας και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα, που παλεύει να μάθει το παρελθόν του και να διδαχτεί από αυτό.

21 Νοε 2012

ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ

M. J. MAC GRATH
Μετάφραση: ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 480, Σεπτέμβριος 2012

     Στα άγρια και αφιλόξενα τοπία του βόρειου αρκτικού κύκλου διαδραματίζεται το περιπετειώδες μυθιστόρημα «Αίμα Στον Πάγο». Πρόκειται για ένα θρίλερ, που εκτός του ότι συναρπάζει τον αναγνώστη με την πλοκή, τη δράση και την εξέλιξή του, τον βοηθά να επιχειρήσει μια πρώτη γνωριμία, με τον πολιτισμό ενός λαού που είτε από επιλογή είτε από ανάγκη, ζει σ’ αυτή την περιοχή, τους Ινουίτ.
     Στο αχανές παγωμένο τοπίο της νήσου Κρέγκ, δύο άντρες κυνηγούν πάπιες. Τους συνοδεύει η εξαιρετική κυνηγός κι έμπειρη οδηγός Ίντι, από τις πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν και κατέκτησαν το δικαίωμα να κάνουν αυτή τη δουλειά, γεννημένη και μεγαλωμένη στο άγριο, αλλά παράλληλα όμορφο αυτό περιβάλλον. Στη διάρκεια της κυνηγετικής εξόρμησης, ένας από τους άντρες πυροβολείται και τραυματίζεται θανάσιμα, κάτω από μυστηριώδεις κι αδιευκρίνιστες συνθήκες. «Ο τραυματισμένος άνδρας ήταν ακίνητος. Κάτω από το δεξί του χέρι είχε σχηματιστεί μια λίμνη αίματος, που έλιωνε το γύρω χιόνι και πάγωνε σαν πορφυρή γρανίτα. Σε εκείνο το σημείο υψωνόταν μια μικρή τολύπη ατμού». Το πανίσχυρο τοπικό Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων του Αουτισάκ, που ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τις ζωές όλων, με ένα σκεπτικό που ακροβατεί στα όρια του λογικού, σπεύδει να αποδώσει τον θάνατο σε ατύχημα.
     Λίγες εβδομάδες αργότερα, δύο τυχοδιώκτες φτάνουν στην περιοχή με την ελπίδα να εντοπίσουν το λείψανο του Σερ Τζέημς Φέρφαξ, ενός θρυλικού εξερευνητή της Βικτωριανής περιόδου, που πέθανε και θάφτηκε στην περιοχή. Οδηγοί τους είναι η Ίντι και ο θετός της γιος, ο Τζο. Στη διάρκεια μιας καταιγίδας χωρίζονται και η Ίντι επιστρέφει στο χωριό με τον ένα άντρα. Τέσσερις μέρες μετά, επιστρέφει και ο Τζο με κρυοπαγήματα και υποθερμία και δηλώνει την εξαφάνιση του άλλου άντρα. Τα πράγματα παίρνουν πιο σκοτεινή τροπή, όταν ο Τζο, που αναρρώνει από την έκθεσή του στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, αυτοκτονεί και η Ίντι, συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής της.
     Γιατί πιστεύει, ότι αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα, με κάποιο τρόπο συνδέονται. Ψάχνοντας να βρει το αόρατο νήμα που τα συνδέει και την αλήθεια, ξεκινάει για ένα ταξίδι που την οδηγεί μακριά από το σπίτι της και τους κατοίκους της μικρής κοινότητας στην οποία ζει. Κι ενώ ο χειμώνας παραχωρεί σιγά-σιγά τη θέση του στην άνοιξη και το καλοκαίρι και το 24ωρο σκοτάδι στο φως, η Ίντι συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται τους πάντες στο Αουτισάκ. Στην παγωμένη τούνδρα, υπάρχουν συμφέροντα που απειλούν όλα όσα αγαπάει και κάποιοι από τους συμπολίτες της, είναι αποφασισμένοι να εξυπηρετήσουν αυτούς που κρύβονται πίσω από αυτά τα συμφέροντα.
     Όπως γράφω και στην αρχή της παρουσίασης, το βιβλίο είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ, με πολλά στοιχεία-που είναι ενταγμένα και που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου-για το περιβάλλον και τους ανθρώπους μιας terra incognita για τους περισσότερους από εμάς.


9 Νοε 2012

ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1945

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
RICHARLD BESSEL
Μετάφραση: ΕΛΕΝΗ ΑΣΤΕΡΙΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 540, Σεπτέμβριος 2010


     Με την κατάσταση στη Γερμανία αμέσως μετά τη λήξη του Β! παγκοσμίου πολέμου, ασχολείται το βιβλίο «Γερμανία 1945» του ιστορικού Ρ. Μπέσελ.
     Για να φτάσει όμως την αφήγησή του, στην κομβική αυτή χρονιά, ο συγγραφέας ξεκινά από πιο νωρίς. Από την εποχή που από τη μια το προγεφύρωμα των Συμμάχων στη Νορμανδία, όχι μόνο εδραιώνεται, αλλά επεκτείνεται και γίνεται πύλη εισόδου εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, που λίγο-λίγο απελευθερώνουν τις χώρες στα δυτικά της Γερμανίας και από την άλλη, ο Κόκκινος Στρατός, απελευθερώνει τις χώρες ανατολικά της Γερμανίας, σφίγγοντας τον κλοιό, μέχρι την τελική επικράτηση και την κατάληψη του Βερολίνου. «Στη σύγχρονη ιστορία η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που ηττήθηκε ολοκληρωτικά. Το ναζιστικό καθεστώς δεν συνθηκολόγησε και οι γερμανοί στρατιώτες δεν σταμάτησαν να μάχονται ακόμη και όταν ξένα στρατεύματα πλησίαζαν στους κήπους της Καγκελαρίας του Ράιχ, στο κέντρο του Βερολίνου. Ποτέ μέχρι τότε στη σύγχρονη ιστορία κάποιο έθνος δεν καταποντίστηκε σε τέτοιο βάθος, όσο η Γερμανία το 1945».
     O γερμανικός άμαχος πληθυσμός που επέζησε του πολέμου, βρέθηκε σε κατάσταση ακόμη μεγαλύτερου σοκ, από αυτό που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί και οι μάχες. «Παραδοσιακά οι Γερμανοί και η Γερμανία συνδέονταν με την τάξη. Όμως το 1945, συνεχώς βρισκόταν αντιμέτωποι με την αταξία: με τη βία των τελευταίων μηνών του πολέμου, την καταστροφή των υποδομών, την κατάρρευση της δημόσιας διοίκησης, την τεράστια εισροή προσφύγων και την άφιξη εκατομμυρίων στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής». Οι οποίοι στρατιώτες, σε πολλές περιπτώσεις, προέβησαν σε δολοφονίες, λεηλασίες, κλοπές και σεξουαλική βία, ιδιαίτερα στις περιοχές που είχαν κατακτηθεί από τον Κόκκινο Στρατό, ως πράξη εκδίκησης για τα όσα είχαν υποστεί οι συμπατριώτες τους, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, όχι υπό την ανοχή της στρατιωτικής διοίκησης, αλλά με τις παραινέσεις και τις ευλογίες της. «Ήρθε η ώρα να ανταποδώσουμε πλήρως για όλα όσα έκανε ο χειρότερος εχθρός της χώρας μας, οι φασίστες κατακτητές, για όλες τις φρικαλεότητες και τα εγκλήματά τους, για τη λύπη και τα δεινά του λαού μας, για το αίμα και τα δάκρυα των πατέρων και των μητέρων μας, των συζύγων και των παιδιών μας, για τις σοβιετικές πόλεις και τα χωριά που κατέστρεψε και λεηλάτησε ο εχθρός» (απόσπασμα της διαταγής του στρατάρχη Ροκοσόφσκι, προς τους στρατιώτες του, που τον Ιανουάριο του 1945, ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην ανατολική Πρωσία).
     Μια εξαιρετικά δομημένη μελέτη, για μια εποχή, που αποτέλεσε για τη Γερμανία το σημείο μηδέν για την ανάνηψη από το ναζισμό και τη μετάβαση σε μια δημοκρατική, ειρηνική και ευημερούσα κοινωνία, χάρη και στην τεράστια οικονομική βοήθεια, που από ένα σημείο και μετά, παρείχαν αφειδώς, οι μέχρι πρότινος εχθροί της. Επίσης μέσα από τη μελέτη του, ο συγγραφέας αποδομεί τα επιχειρήματα όσων Γερμανών ιστορικών, ήθελαν να παρουσιάσουν τους συμπατριώτες τους ως θύματα του πολέμου, λόγω της βίας των πρώτων μηνών του 1945, που όμως πολύ βολικά «ξεχνούσαν» ότι πολλαπλάσια βία υπέστησαν όσοι λαοί είχαν την ατυχία να βρεθούν υπό ναζιστική κατοχή, ενώ οι Γερμανοί ευημερούσαν, χάρη στην καταλήστευση των πόρων των κατακτημένων λαών.
     Ο Ρίτσαρντ Μπέσελ, είναι καθηγητής της Ιστορίας του 20ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο του York. Ασχολείται με την κοινωνική και πολιτική ιστορία της Γερμανίας, τις συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων και της ιστορία της Αστυνόμευσης. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών German History και History Today.

1 Νοε 2012

ΔΕΚΑ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕ ΕΝΑ ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 320, Οκτώβριος 2012

     Το βιβλίο «Δέκα Εβδομάδες…» (από τα λίγα ελλήνων συγγραφέων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Bell), έφτασε στα χέρια μου με λίγη καθυστέρηση σε σχέση με το θέμα που πραγματεύεται στο πρώτο μέρος και εγκαίρως για ότι αναφέρει στο δεύτερο.
     Κι επειδή τα παραπάνω μοιάζουν με γρίφο, εξηγούμαι. Το βιβλίο έχει σαν θέμα τους δύο Βαλκανικούς πολέμους και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Έφτασε αργά όσο αφορά τις μάχες του πρώτου Βαλκανικού πολέμου και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (αν το είχα διαβάσει νωρίτερα θα έκανα την ανάρτηση την προηγούμενη εβδομάδα, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια), αλλά εγκαίρως για τον πιο αιματηρό, αν και μικρότερης διάρκειας, δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, όταν οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι, έπεσαν να φάνε ο ένας τον άλλο. «Ο δεύτερος Βαλκανικός πόλεμος είχε διαρκέσει τέσσερις μόλις εβδομάδες. Κι αν τον πρώτο τον είχε προκαλέσει η λαχτάρα της απελευθέρωσης των χριστιανικών πληθυσμών από τον τουρκικό ζυγό που τους καταπίεζε επί τέσσερις αιώνες, τον δεύτερο τον προκάλεσε η απλή και ξεκάθαρη απληστία. Και της βουλγαρικής ελίτ, που τα μυαλά της είχαν πάρει αέρα από τις στρατιωτικές επιτυχίες κι ήθελε να αναδειχθεί σε νέα άρχουσα τάξη των Βαλκανίων, αλλά και των Ελλήνων και των Σέρβων, που ζήλευαν τις βουλγαρικές κατακτήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε εδάφη που θεωρούσαν δικά τους».
     Το βιβλίο δεν είναι Ιστορία-γι' αυτό κι εγώ δεν το κατατάσω εκεί, αλλά στην Πεζογραφία. Ο συγγραφέας το ονομάζει «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Έχοντας στα χέρια του το αρχείο των προγόνων του Νικολάου Σπανδωνή, ευφυούς, πολυγραφότατου και διεισδυτικού δημοσιογράφου, διπλωμάτη και πολιτικού, που ακολούθησε τον ελληνικό στρατό ως πολεμικός ανταποκριτής σ’ όλες σχεδόν τις μάχες των Βαλκανικών πολέμων και Ιωάννη Σπανδωνή, συνταγματάρχη, συνθέτει ένα ολοζώντανο και συναρπαστικό μυθιστορηματικό χρονικό.
     Περιγράφει τις δέκα εβδομάδες απίστευτα βίαιων και αιματηρών συγκρούσεων («Διακόσιες περίπου χιλιάδες πολεμιστές κι άγνωστος αριθμός αμάχων έχασαν τη ζωή τους. Δεκάδες χιλιάδες ακόμα πέθαναν από χολέρα, τύφο και δυσεντερία»), πρωτοποριακών ως προς τη χρήση νέων όπλων όπως το αεροπλάνο («Το σκάφος αυτό…έκανε την πρώτη στον κόσμο-όπως έλεγαν τα τηλεγραφήματα-πολεμική αποστολή ναυτικής συνεργασίας. Αφού αποθαλασσώθηκε, το υδροπλάνο πέταξε πάνω από τα Δαρδανέλια, αναγνώρισε τον τουρκικό στόλο και το ναύσταθμό του και έριξε εναντίον τους τέσσερις μικρές βόμβες»), προφητικών των δύο παγκόσμιων πολέμων («Αυτοί που συμμετείχαν ή παρακολούθησαν ως μάρτυρες τους Βαλκανικούς πολέμους, πήραν μια πρώτη γεύση εκείνων που επιφύλασσε στην ανθρωπότητα ο 20ος αιώνας»), αλλά και καθοριστικών για την όψη που θα έπαιρναν τελικά η Ελλάδα, η οποία μετά τη λήξη των πολέμων είχε διπλασιάσει την έκταση και τον πληθυσμό της, αλλά και οι άλλες χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου.
     Πολύ καλογραμμένο, άξιο προσοχής βιβλίο, που χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού, αποκαλύπτει κρυφές πτυχές και μας μαθαίνει Ιστορία.


20 Οκτ 2012

ΠΟΛΥ ΧΙΟΝΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ

ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 243, Σεπτέμβριος 2012


     Πολύ θα ήθελα να έχω τη δύναμη να σας πείσω να διαβάσετε ένα βιβλίο, γράφοντας απλώς δύο προτάσεις. Έξι απλές λέξεις: Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε. Αν είχα αυτή την ικανότητα, θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα, στην περίπτωση του βιβλίου της Νίκης Αναστασέα. Γιατί μου είναι δύσκολο να περιγράψω τα πολλά και διαφορετικά συναισθήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωσή του. Σπάνια η «μάχη» με το λευκό χαρτί ήταν στο παρελθόν τόσο δύσκολη και «σκληρή». (Τις παρουσιάσεις τις ετοιμάζω και τις γράφω με το στυλό στο «λευκό χαρτί»-για να μπορώ να κάνω τις παραπομπές και διορθώσεις που θέλω-και στη συνέχεια τις περνώ στον υπολογιστή).
     Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία της κατάρρευσης μιας μέσης, μικροαστικής, νεοελληνικής οικογένειας, με την τυπική σύνθεση: πατέρας, μητέρα και δύο παιδιά (ένας γιος και μια κόρη) που έχουν πια μεγαλώσει αρκετά κι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το καθένα το δρόμο του. Ζουν μια ήρεμη ζωή, παρά τα κατά καιρούς σκαμπανεβάσματα, που άλλωστε περνά η μεγάλη πλειοψηφία των οικογενειών και που στην περίπτωση των γονιών, κάποια στιγμή στο παρελθόν, υπήρξαν ιδιαίτερα έντονα.
     Ξαφνικά έρχεται η αμείλικτη πραγματικότητα και ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους. «Πότε άλλαξε η ζωή Πέρσα και δεν το πήραμε είδηση; Που κοιτάζαμε; Που είχαμε το νου μας;». Η κόρη της οικογένειας, η Ηλέκτρα, βρίσκεται προφυλακισμένη στον Κορυδαλλό. Ένα σαββατόβραδο, την ώρα που με τον αγαπημένο της, τον Στέλιο, είχαν βγει βόλτα με τη μηχανή του, δεν σταματάνε σε μπλόκο της αστυνομίας. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο Στέλιος, πυροβολεί και σκοτώνει έναν από τους δύο αστυνομικούς που προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Τους συλλαμβάνουν λίγο αργότερα. Ο ανακριτής που είναι επιφορτισμένος με την έρευνα της υπόθεσης, προσπαθεί να πείσει την Ηλέκτρα, να καταθέσει εναντίον του Στέλιου, για να «δέσει» πιο σίγουρα την υπόθεση. Αυτή όμως αρνείται, παρά τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως συνεργός και να περάσει αρκετά χρόνια στη φυλακή.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσα από διαδοχικούς μονολόγους των μελών της οικογένειας, των οποίων οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, διαφοροποιήθηκαν μέσα από μια σειρά ψυχολογικών διεργασιών, λόγω της κρίσης που προκάλεσε το γεγονός του εγκλεισμού της Ηλέκτρας και της άρνησής της, να «προδώσει» τον αγαπημένο της, «γιατί έτσι είναι η αγάπη».
     Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, αλλά να σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι τις πολλές αρετές του βιβλίου. Απλά θέλω να επαναλάβω, αυτό που γράφω στην αρχή. «Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε».