24 Αυγ 2013

ΒΑΡΑΔΕΡΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΕΖΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 261, Ιούλιος 2013

     Πρέπει να ομολογήσω ότι τον Δ. Ρέζο, συγγραφέα του «Βαραδέρο» δεν τον γνώριζα και δεν είχα διαβάσει το προηγούμενο-πρώτο του- βιβλίο. Έτσι η γνωριμία μου με το συγγραφικό του έργο, που γίνεται μέσω του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, υπήρξε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη.
     Ο Δ. Ρέζος, στο βιβλίο του αυτό, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την πλοκή, την οποία χρησιμοποιεί ως «όχημα», για να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό, των απόψεων και των ιδεών του. Εντυπωσιακή όμως είναι η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του: ένας αιρετικός καπετάνιος, που φυλακίζεται για έξη χρόνια σε αμερικανική φυλακή, επειδή συνελήφθη σε έλεγχο περιπόλου του ΝΑΤΟ, να παραβιάζει το εμπάργκο στη διάρκεια του πολέμου στη Σερβία. «Με την κάλυψη του αστού οικογενειάρχη και του έμπιστου στις ναυτιλιακές εταιρείες και κατ’ επέκταση σε πολλές λιμενικές αρχές, ο καπετάνιος ανέλαβε δεκάδες τρελά και επικίνδυνα νηολόγια. Σε σκοτεινά και άγρια λιμάνια και απόκρημνες ακτές σκεπασμένες από τη βαριά οσμή του θανάτου φόρτωνε και ξεφόρτωνε τη συμβολή του σε κινήματα και εξεγερμένους και με τα χρόνια ντοπαρίστηκε ακόμα περισσότερο με τον κίνδυνο και τους ξένους πολέμους, που έγιναν και δικοί του, γιατί εκείνος είχε διαλέξει από καιρό να βοηθάει τους αγνώστους, τους αδύναμους και τους πεινασμένους». Η μεγαλοαστή γυναίκα του που νιώθει προδομένη και θεωρεί ότι οι πράξεις αυτές του άντρα της, παρά τα αγνά του κίνητρα, «ντροπιάζουν» το όνομα της οικογένειας και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον απομονώσει από την κόρη τους, την οποία ο καπετάνιος υπεραγαπά. Η κόρη, που ζει σ’ έναν κόσμο κενότητας και ματαιοδοξίας, από τον οποίο όμως, προσπαθεί να δραπετεύσει. Μια δικαστής, πιόνι των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, που νιώθει τη λαίλαπα των αποκαλύψεων κάποιων αξιόμεμπτων δραστηριοτήτων της, να την απειλεί και ο γιος της, του οποίου «Η στάση του στη ζωή χαρακτηριζόταν από μια καλά υπολογισμένη σκοπιμότητα». Ο αρχικερδοσκόπος μέντοράς της που μπορεί να προσαρμόζεται διαρκώς στις αλλαγές και τις προκλήσεις της νέας εποχής, και που παρά το γεγονός ότι ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του στο σώμα του, το μυαλό του εξακολουθεί να λειτουργεί υποδειγματικά. Τέλος, ο πιο εμβληματικός «ήρωας» του βιβλίου. Ένας σπεκουλαδόρος, μεσολαβητής σε πολλά νόμιμα, λιγότερο νόμιμα ή συνήθως καθόλου νόμιμα επιχειρηματικά deal. Ο οποίος κάποια στιγμή κουράζεται, δεν αντέχει πια την εμπλοκή του και αποφασίζει να τα παρατήσει χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες για τον ίδιο και για τους γύρω του.
     Όπως γράφω και στην αρχή αυτής της παρουσίασης, ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί την πλοκή και τους ήρωες του, ως «όχημα» για να μεταφέρει στον αναγνώστη απόψεις (που τις βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, άσχετα αν με κάποιες δεν συμφωνώ), σκέψεις, ιδέες, φόβους, όνειρα αλλά και θυμό για πράξεις που έκαναν, κάνουν και θα συνεχίσουν να κάνουν οι οικονομικά ισχυροί αδιαφορώντας για τον αν οι πράξεις τους αυτές επηρεάζουν δυσμενώς τη ζωή των απλών ανθρώπων και αντίστοιχα οργή, για την ολιγωρία που επιδεικνύουν οι εντεταλμένοι με τη διαφύλαξη της νομιμότητας λειτουργοί του κράτους (και δεν αναφέρομαι μόνο στους δικαστικούς), καθώς και για την κάλυψη που προσφέρει στους μεν και στους δε, το πολιτικό προσωπικό της χώρας.

     Ένα βιβλίο, που με τη φόρμα του μυθιστορήματος, το οποίο πρέπει να πω ότι είναι καλογραμμένο, με εξαιρετικά προσεγμένη γλώσσα, καταφέρνει εκτός από την αναγνωστική απόλαυση, να δώσει μια άποψη και μια εξήγηση για όσα βιώνουμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ένα βιβλίο που αξίζει να προσέξουν όλοι οι σκεπτόμενοι αναγνώστες. 

14 Αυγ 2013

ΟΙ ΑΤΑΦΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΒΛΑΠΤΟΥΝ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 263, Ιούλιος 2012

     Πριν από ένα χρόνο κυκλοφόρησε το (μάλλον αυτοβιογραφικό) μυθιστόρημα του δικηγόρου Λευτέρη Μαραγκάκη.
     Περιγράφει τη ζωή ενός νέου, του Λυκούργου Παπαδάκη από τις Σέρρες, που το 1963, υπακούοντας στην επιθυμία του πατέρα του, μετά το (εξατάξιο τότε) Γυμνάσιο, θα θελήσει να φοιτήσει στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. « “Λυκούργο παιδί μου” θα του πει την ίδια εκείνη μέρα το απόγευμα “εγώ, δεν σπούδασα. Ας όψεται η φτώχεια μας. Δεν θέλω ν’ αφήσω κανέναν σας αγράμματο. Σήμερα, μόνο οι επιστήμονες έχουν μια ανθρώπινη ζωή. Γι’ αυτό κάτσε, διάλεξε τη σχολή που θέλεις και διάβασε καλά για να περάσεις”».
     Ο Λυκούργος, απομακρύνεται από την οικογένειά του για πρώτη φορά και βρίσκεται στη μεγάλη πόλη (Θεσσαλονίκη) για διάβασμα και φροντιστήρια, απολαμβάνοντας πλήρη ελευθερία και όπως είναι φυσικό μαγεύεται! Κι όχι μόνο από τις δυνατότητες διασκέδασης που προσφέρουν οι ταβέρνες, τα μπαράκια και οι καφετέριες της Θεσσαλονίκης, αλλά και από το περιβάλλον φυσικό και αστικό. Επίσης συνειδητοποιεί μια μεγάλη αλήθεια: η ζωή είναι ωραία… «Έπαιρνε την ανηφόρα της Επταπυργίου κι από τις δασωμένες μασχάλες του Σέιχ Σου, χωνότανε βαθιά μέσα της και την απολάμβανε στα δεκαεννιά του χρόνια. Ανακάλυψε πολύ απλά και ξεκάθαρα ότι η ζωή είναι αφάνταστα ωραία, όπως κι αν την έβλεπε κανείς, και βάλθηκε να τη ζει όσο μπορούσε περισσότερο».
      Φυσικό επακόλουθο ήταν να φορτώσει το διάβασμα «στον κόκορα» και να αποτύχει στις εξετάσεις. Αυτό τον πείσμωσε. Ξεκινά και πάλι το διάβασμα πιο μεθοδικά και έντονα και οι προσπάθειές του την επόμενη χρονιά στέφονται από επιτυχία. Εισάγεται στη Νομική, μετακομίζει κι εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη για αρκετά χρόνια (αρκετά περισσότερα από τα τέσσερα που απαιτεί η σχολή του). Έχει την τύχη να ζει στη Θεσσαλονίκη σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο. Μέσα της δεκαετία του ’60 και αρχές του ’70. Μια εποχή έντονων κοινωνικών διεργασιών. Ο Λυκούργος γίνεται έτσι «μάρτυρας» όλων των αλλαγών που πραγματοποιούνται στην κοινωνία, τις οποίες διακόπτει απότομα και «ανώμαλα» η δικτατορία.
     Ο Λευτέρης Μαραγκάκης, καταφέρνει να περιγράψει με γλαφυρό τρόπο τις «περιπέτειες» του ήρωα του, στα πρώτα μετεφηβικά χρόνια. Τα χρόνια της αναζήτησης, του προβληματισμού, των ερώτων, της ελευθερίας, της σεξουαλικής «αφύπνισης». Χρόνια που διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα κάθε ανθρώπου που περνά σιγά-σιγά στην ενηλικίωση. Καλογραμμένο βιβλίο, με όμορφη γλώσσα και χιούμορ, που αξίζει την προσοχή μας.


7 Αυγ 2013

GROUP THERAPY

ΛΟΥΚΙΑ ΔΕΡΒΗ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 209, Ιούνιος 2013


     Πριν από ελάχιστες εβδομάδες, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι, το μυθιστόρημα της Λ. Δέρβη, το οποίο επιχειρεί να καταδείξει πτυχές της γυναικείας ψυχής και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο γυναικείος εγκέφαλος. Δύσκολη δουλειά. Για τις γυναίκες, αλλά πολύ περισσότερο για τους άντρες. Πιστεύω ότι εμείς οι άντρες, είμαστε πιο απλά πλάσματα. Αντίθετα, οι γυναίκες είναι πολύπλοκες και σύνθετες και ο εγκέφαλός τους, ακολουθεί πιο δαιδαλώδεις διαδρομές. Ιδίως στον τομέα που πραγματεύεται το βιβλίο. Τον τομέα των σχέσεων. Των ανθρώπινων εν γένει και των ερωτικών ειδικά.
     Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία τεσσάρων νέων γυναικών, που ψάχνουν να βρουν τι φταίει και οι σχέσεις τους δεν πηγαίνουν καλά. Καθόλου καλά! Οι τρεις από αυτές, (Ελπίδα, Βιβή, Καρολίνα), προσπαθώντας να βρουν μια άκρη, συμμετέχουν σε μια ομάδα αλληλοβοήθειας. «Κανένα τόσο σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά ίδιοι φόβοι κι αγωνίες για τις μικρές και μεγάλες αλλαγές στη ζωή τους, για τις προσωπικές τους σχέσεις και για τις ευθύνες που καλούνται ν’ αναλάβουν από δω και πέρα». Όταν ο συντονιστής τους, ο Άλκης, θα φύγει για έξη μήνες στην Ινδία, θα τον αντικαταστήσει η Χριστίνα. Αυτή είναι η τέταρτη της «παρέας». Και αυτή είναι η πιο δύσκολη περίπτωση, αφού είναι κρυφά ερωτευμένη με τον συνάδελφό της Άλκη. Όμως ο επιβλέπων καθηγητής, απαγορεύει διά ροπάλου τις ερωτικές σχέσεις, ανάμεσα στους υφισταμένους του, συντονιστές. Μύλος δηλαδή. Η σχέση των κοριτσιών αναπτύσσεται κι εξελίσσεται αρχικά εντός των ορίων της ομάδας και στη συνέχεια (κατά παράβαση του κανόνα που δεν επιτρέπει προσωπικές επαφές των μελών εκτός ομάδας) έξω από αυτήν. Μάλιστα ο δεσμός τους γίνεται τόσο ισχυρός, που θα τις βοηθήσει να εξιχνιάσουν ένα έγκλημα και να στείλουν ένα κακοποιό στοιχείο στη φυλακή.
     Η τριτοπρόσωπη αφήγηση που βοηθά τον αναγνώστη να παρακολουθήσει πιο εύκολα τις ψυχολογικές διεργασίες των ηρωίδων, η σύγχρονη γραφή που αποδίδει πλήρως την κοινωνική πραγματικότητα και το χιούμορ που ενυπάρχει σε πράξεις και λόγια των τεσσάρων γυναικών, δημιουργούν ένα όμορφο βιβλίο, που διαβάζεται ευχάριστα.

23 Ιουλ 2013

ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΓΕΝΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 582, Μάρτιος 2013


     Στο νέο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (όπως και τα προηγούμενα), πριν από λίγους μήνες, ο Γ. Καλπούζος, αναφέρεται σε μια γωνιά του Ελληνισμού. Την Κύπρο. Εκεί κυρίως εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου. Στην Κύπρο και στο…χρόνο, αφού η αφήγηση ξεκινά το 1569 και φτάνει μέχρι τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου.
     Είναι η ιστορία της ζωής του Γερόλεμου και των τεσσάρων γιων του, που μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Οθωμανούς, τον Αύγουστο του 1571, σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους «…ο Μύρος για την Κωνσταντινούπολη, ο Βισέντζος για την Κεφαλονιά, ο Χρύσανθος για τη Λουρουτζίνα κι ο Αντζουλής για τα Λεύκαρα». Ο Γερόλεμος, στον κάθε του γιο, πριν φύγει κι ακολουθήσει το δρόμο του, έδωσε και το ένα τέταρτο από ένα φυλαχτό, που είχε φτιάξει ο ίδιος, «από πέτρα τ’ ουρανού, ουρανόπετρα».
     Μερικές…εκατοντάδες χρόνια αργότερα, γεννιέται στην Κύπρο, ένας απόγονος του Γερόλεμου, ο Αδάμος. (Αυτό το άλμα στο χρόνο στη συνέχεια της αφήγησης, καλύπτεται). Από το σημείο αυτό, αυτός γίνεται ο ήρωας του βιβλίου και το βίο του αναλαμβάνει να μας διηγηθεί ο συγγραφέας. Και μαζί μας αφηγείται και μας διδάσκει με τον μοναδικό του τρόπο, χωρίς φυσικά ίχνος διδακτισμού, την ιστορία της πολύπαθης Κύπρου.
     Χαρακτήρας ατίθασος και ανυπότακτος ο Αδάμος, αναγκάστηκε να μπει από μικρός στη βιοπάλη. Αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση-για να μην πω με περιφρόνηση-από τους συντοπίτες του, μέχρι που νίκησε σ’ έναν παραδοσιακό αγώνα «άρσης βαρών». Αυτή του η δύναμη όμως, λίγο έλειψε να γίνει αντί για ευλογία, κατάρα, αφού τον οδήγησε σε ατραπούς που δεν έπρεπε. «Θυμωμένος με τη ζωή, κατιτίς να του φταίει, δίχως να μπορεί να το αδράξει ο λογισμός του, σπρωγμένος κι απ’ τη φτιαξιά του και πλανεμένος απ’ την εξουσία που ασκούσε με τη σωματική του δύναμη, αφέθηκε να παρασυρθεί στα χούγια των παλικαράδων. Δεν ντυνόταν όπως οι πεσβάντηδες, όμως έλυνε το ζωνάρι του, αφήνοντάς το να κρέμεται μέχρι το γόνατο κι αποζητούσε τον καβγά στους δρόμους, στους καφενέδες κι όθε λάχαινε».
     Φυσικά, η πυκνότητα της εξαιρετικής πλοκής είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την περιγραφή της, μέσα στις λίγες γραμμές αυτής της παρουσίασης. Γι’ αυτό, αφήνω τον αναγνώστη να ανακαλύψει μόνος του τη συνέχεια. Πριν κλείσω να πω ότι, πέρα από την πλοκή, οι στέρεοι και ρεαλιστικοί χαρακτήρες, η δυνατή δομή, η χρήση της «κυπριακής» γλώσσας, το πλήθος των πραγματολογικών στοιχείων, οι πολύ καλές περιγραφές και τέλος η μοναδική γραφή του Γ. Καλπούζου, συνθέτουν ένα μυθιστόρημα, το οποίο προσφέρει πολυεπίπεδη απόλαυση στον αναγνώστη. Για μια ακόμη φορά, ο συγγραφέας του «Ιμαρέτ» και «Άγιοι Και Δαίμονες» εντυπωσιάζει.
     Να συμπληρώσω και κάτι ακόμη. Ο Γιάννης Καλπούζος, είναι από τους συγγραφείς που θέλουν να έρχονται σε επαφή με τους αναγνώστες και γι’ αυτό κάνει εξαιρετικές, και «ξεχωριστές» παρουσιάσεις των βιβλίων του σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Αν αντιληφθείτε να κάνει παρουσίαση του βιβλίου του κάπου κοντά σας, μη χάσετε την ευκαιρία να την παρακολουθήσετε. Θα παραβρεθείτε σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση. Εγώ έχω παρακολουθήσει τις παρουσιάσεις και για τα τρία του βιβλία (σε τρεις διαφορετικές πόλεις!) και πραγματικά τις απόλαυσα.

16 Ιουλ 2013

1821. Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 375, Φεβρουάριος 2013

     Ένα βιβλίο που γράφτηκε για παιδιά, αλλά μπορεί (και πρέπει) να διαβαστεί από ανθρώπους κάθε ηλικίας, είναι το «1821». Όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο ακόμη, το βιβλίο αφορά τον ξεσηκωμό των Ελλήνων κι τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους. Προσπάθειες που δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν και γι’ αυτό, η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει τις τεράστιες παθογένειες που την ταλανίζουν.
     Η συγγραφέας, επειδή ξέρει το «κοινό» της, σε αντίθεση με τους συγγραφείς των σχολικών βιβλίων, δεν επιβαρύνει το κείμενο με ανούσιες «υπολεπτομέρειες» που ενδιαφέρουν μόνο τους ιστορικούς. Κάνει μια εξιστόρηση της επανάστασης εστιάζοντας στα κύρια γεγονότα, ενθαρρύνοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί κι όχι να απομνημονεύει. «Φαντάσου πως στέκεις εμπρός σ’ έναν μεγάλο πίνακα με δεκάδες ρολόγια, ρολογάκια, δείκτες, χρωματιστά φώτα, καμπανάκια. Σου ζητούν να μάθεις να περιγράφεις αυτόν τον πίνακα και το βρίσκεις δουλειά πολύ δύσκολη, ανιαρή και τελείως άχρηστη. Κάτι τέτοιο μας συμβαίνει συχνά με την Ιστορία και το μάθημά της. Συτό, λοιπόν, που θέλω εγώ είναι να σε κάνω να δεις το πώς λειτουργεί ο μεγάλος αυτόν πίνακας, τι κάνει τα φωτάκια ν’ αναβοσβήνουν και τα ρολόγια να γυρίζουν και κυρίως-κυριότατα-να καταλάβεις τι μετρά ο πίνακας. Γιατί τότε θα δεις πως η Ιστορία μετρά τη ζωή μας, τη ζωή τη δική μου και τη δική σου, όχι σε κάποιο αόριστο περασμένο χρόνο αλλά σήμερα, εδώ που μιλάμε, τώρα».
     Αποφεύγει να αναπαράγει μύθους που αναπτύχθηκαν γύρω από την ελληνική επανάσταση-που δυστυχώς είναι ευρέως διαδεδομένοι και παραδεκτοί ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες-ενώ δεν διστάζει να κατακρίνει κάποιες πράξεις πρωταγωνιστών όταν χρειάζεται, όταν θεωρεί ότι έσφαλαν ή με τις πράξεις τους έβαλαν σε κίνδυνο την έκβαση του αγώνα, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Ιδιαίτερα για όσους για να αποκομίσουν προσωπικό όφελος δε δίστασαν να εμπλακούν σε εμφύλιες διαμάχες και αντί να πολεμούν τον κοινό εχθρό, έστρεψαν τα όπλα κατά των μέχρι χθες συναγωνιστών τους.
     Μεγάλο μέρος του βιβλίου, περιγράφει τις προσπάθειες που έκανε ο πρώτος Έλληνας Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Ο μόνος-κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη-έλληνας πολιτικός που έβαλε πάνω από το προσωπικό του συμφέρον, το συμφέρον της πατρίδας. Ο οποίος όχι μόνο δε χρησιμοποίησε το κράτος ως αγελάδα προς άρμεγμα και για την τακτοποίηση ημετέρων, αλλά αντίθετα διέθεσε το σύνολο της περιουσίας του, προς όφελος την Ελλάδας και των φτωχών Ελλήνων. Έφθασε σε μια ρημαγμένη από τον πόλεμο περιοχή που δεν μπορούσε ούτε τους κατοίκους της να θρέψει και προσπάθησε δουλεύοντας άοκνα, ακατάπαυστα και νυχθημερόν, να διαμορφώσει θεσμούς, στρατό, ναυτικό, υποδομές, με ελάχιστους πόρους. Όμως, οι σύγχρονοί του, αντί να τον ευχαριστήσουν, τον δολοφόνησαν. Γιατί; «Η σύγκρουση των συμφερόντων ήταν αδυσώπητη-από τη μια το κράτος που εννοούσε να δημιουργήσει ο Καποδίστριας και από την άλλη οι διάφοροι παλιοί, αλλά και νέοι, πυρήνες προνομιών και εξουσίας που του αντιστέκονταν λυσσαλέα». Τραγικό παράδειγμα οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις των Υδραίων, που οδήγησαν στην πυρπόληση της ναυαρχίδας του υποτυπώδους ελληνικού στόλου «Ελλάδα» από τον Ανδρέα Μιαούλη, τον μέχρι πρότινος «φόβο και τρόμο» των Τούρκων.
     Το βιβλίο είναι εξαιρετικά γραμμένο και παρά το γεγονός ότι είναι βιβλίο ιστορίας, είναι ευκολοδιάβαστο σαν ένα καλό μυθιστόρημα. Πολύτιμο βοήθημα για όποιον θέλει να προσεγγίσει την Ελληνική επανάσταση είτε είναι παιδί είτε ενήλικος, νηφάλια, χωρίς «πατριωτικές» και εθνικιστικές εξάρσεις και μεγαλοστομίες, απογυμνωμένο από τις ανόητες μυθολογίες που έχουν στηθεί γύρω από το γεγονός, που σε βάζει να σκεφτείς και δείχνει πως το παρελθόν καταφέρνει να προσδιορίζει τον παρόν.
     Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται μικρός κατάλογος βιβλίων (ιστορικά, απομνημονεύματα, μυθιστορήματα) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω μελέτη.

7 Ιουλ 2013

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΝΥΦΙΚΟ

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
ΑΡΓΥΡΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 381, Απρίλιος 2013


     Με μια άγνωστη πτυχή της ζωής του Ελ. Βενιζέλου, ασχολείται στο πρόσφατο βιβλίο του, ο γνωστός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βουλευτής Αργύρης Ντινόπουλος.
     Πρόκειται για την ερωτική ζωή του μεγάλου ηγέτη, που στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, η Ελλάδα διπλασίασε την έκταση και τον πληθυσμό της.
     Ο μεγαλύτερος έρωτας του Βενιζέλου ήταν η Μαρία Κατελούζου, η σύζυγός του, η οποία πέθανε νεότατη, μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους. «Η Μαρία Κατελούζου έδωσε για οχτώ μερόνυχτα άνιση μάχη με το θάνατο. Πέθανε ξημερώματα Κυριακής. Ο τάφος της, στα νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, έγινε αναπάντεχα και τραγικά το καθημερινό στέκι του Βενιζέλου που, στα τριάντα του, έμεινε χήρος με δύο παιδιά, το ένα ενάμιση χρόνου και το άλλο οχτώ ημερών».
     Ο χαμός της γυναίκας του, συγκλόνισε τον Βενιζέλο και τον οδήγησε στα όρια της παραφροσύνης. Κάθε μέρα πήγαινε και καθόταν με τις ώρες στον τάφο της και διάβαζε βιβλία. Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά, η συμπεριφορά του άλλαξε και έγινε πάλι ο παλιός, καλός Βενιζέλος που όλοι ήξεραν.
     Τότε έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του ως σύζυγος αρχικά (και ως χήρα αργότερα) ενός στενού συνεργάτη του, μια γνώριμη από τα παλιά. Μια σύντροφός του στα παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας. «Η Παρασκευούλα Φουλάκη συνδύαζε την εντυπωσιακή ομορφιά με την ακραία φτώχεια. Κόρη του Γιώργου Φουλάκη μεγάλωσε σε ένα φτωχόσπιτο που έτυχε να βρίσκεται στην ίδια γειτονιά με το σπίτι του Κυριάκου Βενιζέλου, πατέρα του Λευτέρη, πριν οι Βενιζέλοι μετακομίσουν στο σπίτι της Χαλέπας». Όταν πέθανε ο άντρας της, ο Βενιζέλος έφτασε πολύ κοντά να τη ζητήσει σε γάμο. Όμως η Ιστορία αποφάσισε διαφορετικά. Οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν το Βενιζέλο στην Αθήνα και ήταν τόσο ραγδαίες, που δεν του άφηναν καιρό να σκεφτεί την προσωπική του ζωή. Η Παρασκευούλα τον επισκέφτηκε κάποιες φορές στην Αθήνα και γοήτευσε την αθηναϊκή κοινωνία με την ομορφιά της. Όμως ο γάμος που σχεδίαζε δεν έγινε ποτέ. Το νυφικό που έφερε μαζί της, έμεινε άδειο και κάποια στιγμή αποφάσισε να επιστρέψει στην Κρήτη.
     Ο Βενιζέλος στη συνέχεια σχετίστηκε και με άλλες γυναίκες. Κάποιες γνωστές και διάσημες την εποχή εκείνη ελληνίδες και ξένες. «Κι όμως , καμιά απ’ όλες αυτές τις γυναίκες, ερωμένες, φίλες ή θαυμάστριες, δεν του είχε χαρίσει τη γλυκιά ηρεμία. Ούτε τη σιγουριά του γνώριμου έρωτα και την οικεία αγάπη της Παρασκευούλας». Γι’ αυτό κι αυτός, πάντα επέστρεφε στην αγκαλιά της. Όποτε βρισκόταν στην Κρήτη την επισκέπτονταν και περνούσαν κάποιες νύχτες μαζί. «Η μικρή κόρη του Φουλάκη ήταν η παντοτινή ερωμένη και μόνο μ’ αυτήν γέμιζε την ψυχή του με αγάπη. Αυτή τον νοιαζόταν πραγματικά γιατί αγαπούσε τον Λευτέρη, όχι τον πρωθυπουργό».
     Η ιστορία αυτού του έρωτα, θα έμενε κρυφή, αφού η Παρασκευούλα, ουδέποτε μίλησε γι’ αυτήν. Όμως ο συγγραφέας, έχοντας ασχοληθεί για πολλά χρόνια ως ρεπόρτερ και γνωρίζοντας τα «μυστικά» της έρευνας, κατάφερε να συγκεντρώσει τις διάσπαρτες πληροφορίες και να μας δώσει ένα αξιόλογο, καλογραμμένο και «διδακτικό» βιβλίο. Ο έρωτας αυτός είχε σαν ιστορικό φόντο, κάποια από τα πιο σημαντικά χρόνια της ελληνικής Ιστορίας, τα γεγονότα των οποίων περιγράφει με πολύ προσοχή και ιδιαίτερο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια.

26 Ιουν 2013

ΑΠΟ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΓΑΛΑ

JEAN MATERN
Μετάφραση: ΕΥΑ ΚΑΡΑΤΑΪΔΗ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 118, Μάρτιος 2013


     Στη σημερινή παρουσίαση, θέλω να αναφερθώ στο βιβλίο «Από Μέλι Και Γάλα» του γάλλου Ζ. Ματέρν, το οποίο είναι το δεύτερο του συγγραφέα που μεταφράζεται στα ελληνικά.
     Στο βιβλίο αυτό, ένας άντρας που βρίσκεται προς το τέλος του βίου του, θυμάται και αφηγείται τις αναμνήσεις του στο γιό του.
     Στις αναμνήσεις του κυριαρχούν περιστατικά με δύο κυρίως πρόσωπα. Τον παιδικό του φίλο Στέφαν και τη σύζυγό του Σουζάν. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια στη Ρουμανία, όταν στη διάρκεια του Β! παγκοσμίου πολέμου –κι ενώ βρισκόταν στην κρίσιμη εφηβική ηλικία-έχασε τη μητέρα του αρχικά και στη συνέχεια τον πατέρα του. Κι αναγκάστηκε τότε –κι ενώ οι Γερμανοί υποχωρούσαν μπροστά στην προέλαση του Κόκκινου Στρατού-να πάρει μόνος του αποφάσεις που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του στη ζωή. Αφού άφησε τη γιαγιά του που αρνήθηκε να μετακινηθεί και τον μοναδικό του φίλο Στέφαν που ακολούθησε τους υποχωρούντες Γερμανούς, αυτός επέλεξε το δρόμο της προσφυγιάς προς την Αυστρία. Στο στρατόπεδο προσφύγων στο οποίο θα καταλήξει, αρρωσταίνει βαριά από τύφο. Ενώ όλοι θεωρούν την περίπτωσή του «χαμένη» και απλά περιμένουν να πεθάνει, αυτός αναρρώνει. Μια μακρινή και περιπλεγμένη καταγωγή κάποιων προγόνων του από τη Γαλλία, θα του επιτρέψει να πολιτογραφηθεί Γάλλος πολίτης, να εγκατασταθεί στη γαλλική Καμπανία και όταν ενηλικιωθεί να διαπρέψει ως οικονομικός διευθυντής μιας εταιρείας που παρασκευάζει-τι άλλο;-σαμπάνιες.
     Το 1957, την ώρα που στη Βουδαπέστη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η ουγγρική επανάσταση ενάντια στους σοβιετικούς, γνώρισε τη Σουζάν, μια πρόσφυγα από την Ουγγαρία στο Παρίσι: «Μια μαρτιάτικη βραδιά του 1957 την είδα στην είσοδο της εκκλησίας Σαιν Σεβερέν, όπου πουλούσε εισιτήρια για μια συναυλία υποστήριξης στους Ούγγρους πρόσφυγες. Μάρτοκ, βέβαια και λίγος Χάυντν στο πρόγραμμα. Την περίμενα μετά τη συναυλία. Σήμερα που φαίνεται ότι οι λιγοστοί μήνες που τη φλέρταρα, ερχόμενος σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο στο Παρίσι, ήταν απλή κοινωνική σύμβαση: με είχε ανάγκη».
     Θυμάται περιστατικά από την κοινή τους ζωή. Το πώς προσπαθούσαν και οι δύο ν’ αφήσουν για πάντα πίσω τους, τον πόνο που τους προκάλεσε η προσφυγιά. Ευτυχισμένους καιρούς και περιόδους δυστυχίας. Όπως τότε που έχασαν τη μεγάλη τους κόρη. Ένα γεγονός που εξουθένωσε ψυχολογικά τη Σουζάν. Στις αναμνήσεις του όμως, κυριαρχεί η αγάπη του γι’ αυτήν, όσα τις πρόσφερε και κυρίως όσα δεν μπόρεσε να της προσφέρει, κάτι που τον γεμίζει τύψεις. Όμως τώρα, τις τελευταίες του ώρες, βρήκε ανακούφιση μέσω της αφήγησής του. «Σε λίγο δεν θα έχω τη δύναμη να μιλήσω, αλλά δεν με νοιάζει πια. Ο Γκαμπριέλ γνωρίζει την ουσία. Γνωρίζει για τον Στέφαν, για το βιολοντσέλο και για τον τύφο. Γνωρίζει ακόμα περισσότερα για τη μητέρα του, για τα όνειρά μας από μέλι και γάλα κι επίσης για την επιστροφή μας στην έρημο. Είμαι βέβαιος ότι κατανοεί τις τύψεις μου».
     Ένα μικρό σε όγκο βιβλίο, που όμως είναι πλημμυρισμένο από (αντιφατικά πολλές φορές) συναισθήματα και τρυφερότητα και που οδηγεί τον αναγνώστη όχι στην εύκολη κατανάλωση σελίδων, αλλά στην πραγματικά ανάγνωση.