5 Μαρ 2013

ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 230, Μάιος 2012


     Ο γνωστός συγγραφέας, με το πιο πρόσφατο βιβλίο του, με μια εκ βαθέων εξομολόγηση, αφηγείται τις περιπέτειες του βίου του.
     Ξεκινά την αφήγησή του, από το 1946, όταν σε ηλικία οκτώ ετών, ο παππούς του, τον πηγαίνει από τους Μολάους Λακωνίας στην Αθήνα, για να σμίξει με την υπόλοιπη οικογένεια, η οποία έχει ήδη μετοικήσει εκεί. Αιτία ο φόβος των ταγματασφαλιτών, που κυνηγούσαν τον πατέρα του, ο οποίος ήταν δάσκαλος στην περιοχή και τον οποίο λίγο έλειψε να συλλάβουν μετά από προδοσία συγχωριανού, με επακόλουθο την εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες. Η προδοσία αυτή σημάδεψε το μικρό Θοδωρή και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να συμφιλιωθεί και πάλι με το γενέθλιο τόπο. «Μια μέρα οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο κι έφυγαν. Στο κενό που άφησαν ξεφύτρωσαν από τη μια μεριά ακροδεξιές οργανώσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και πρώην συνεργάτες των κατακτητών, αποφασισμένες να αφανίσουν όσους μπορεί να ήταν ή να γινόταν κομμουνιστές, κι από την άλλη αριστερές οργανώσεις, αποφασισμένες να πάρουν το αίμα τους πίσω».
     Η ζωή στην Αθήνα δεν ήταν εύκολη για την οικογένεια Καλλιφατίδη. Ο πατέρας είχε απολυθεί από το Δημόσιο και η οικογένεια αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Παράλληλα και ο νεαρός Θοδωρής αντιμετωπίζει πρόβλημα στο σχολείο όπου πέρα από τον Κωστάκη, δεν είχε άλλο φίλο. Τα παιδιά τον αντιμετώπιζαν με πολύ υποτιμητικό τρόπο.
     Το 1956, μετά το Γυμνάσιο, επιχείρησε να εισαχθεί στη Νομική σχολή. Δεν είχε όμως το περίφημο «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και γι’ αυτό δεν είδε το όνομά του στον κατάλογο των επιτυχόντων.
     Για ένα διάστημα φοίτησε στη σχολή του Κάρολου Κουν, χωρίς να διακριθεί ιδιαίτερα. Τραυματική ήταν και η εμπειρία της στρατιωτικής θητείας. Λόγω του αριστερού παρελθόντος της οικογένειάς του, βρίσκονταν διαρκώς στο στόχαστρο και χρειάστηκε να προσποιηθεί ότι υπέστη νευρικό κλονισμό, για να απολυθεί με τρεις μήνες καθυστέρηση λόγω «φυλακών».
     Η ιδέα της μετανάστευσης, υπήρχε στο μυαλό του από παλιά. Όταν είχε πια απολυθεί, για να γλιτώσει από το κυνηγητό της αστυνομίας σε μια διαδήλωση, μπήκε σε έναν κινηματογράφο, όπου προβάλλονταν μια ταινία του Μπέργκμαν. Αυτό λειτούργησε σαν καταλύτης. Σε λίγες εβδομάδες έφυγε για τη Σουηδία. Εκεί η τύχη του δείχνει να αλλάζει, παρά τις δοκιμασίες που περνά. Μαθαίνει τη γλώσσα και γράφει συνεχώς. Το ταλέντο του αναγνωρίζεται και καταξιώνεται ως συγγραφέας. Πρώτη στη θετή του πατρίδα και κατόπιν στην Ελλάδα.
     Το «Τα Περασμένα Δεν Είναι Όνειρο», ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων, που τα αφήνεις από τα χέρια σου, μόνο αφού φτάσεις στην τελευταία σελίδα. Γιατί οι περιπέτειες της ζωής και η αφηγηματική δύναμη του Θ. Καλλιφατίδη είναι τέτοιες που δεν σου «επιτρέπουν» να κλείσεις το βιβλίο πριν το διαβάσεις ολόκληρο.


27 Φεβ 2013

ΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΦΥΓΕΙ ΟΛΟΙ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 390, Ιούλιος 2012

     Με το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα Δ. Οικονόμου,
θα ασχοληθούμε σήμερα.
     Είναι η ιστορία ενός νέου, του Νίκου, που στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αφού απολύεται από το στρατό, «προσωρινά», (μέχρι να βρει τον τρόπο να πραγματοποιήσει τα όνειρά του), προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη τεχνική-κατασκευαστική εταιρεία. Γρήγορα παρασύρεται από τους ρυθμούς της δουλειάς. «Η εταιρεία έχει έναν μοναδικό τρόπο να κάνει το πρόβλημά της δικό σου, χωρίς να το καταλάβεις. Ανοίγει το στόμα σου και σου χύνει τον καρκίνο, τον καταπίνεις και λες κι ευχαριστώ. Είναι ύπουλος ο τρόπος που διοχετεύει στις φλέβες σου κάποιο ναρκωτικό, σου κάνει πλύση εγκεφάλου, σε χειραγωγεί. Αθόρυβα και ασυναίσθητα. Ξέρει πώς να σε κάνει να δουλεύεις όλη την ημέρα. Από τις οκτώ το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ. Και τα Σάββατο. Καμιά φορά και τις Κυριακές. Χωρίς υπερωρίες, χωρίς απεργίες, χωρίς σταματημό, χωρίς δικαιώματα. Μόνο με το φόβο. Το φόβο της απόλυσης, το φόβο της απόρριψης, το φόβο της συντριβής, το φόβο της ήττας».
     Συνειδητοποιεί πως για να επιβιώσει θα πρέπει να λερώσει τα χέρια του: μεταφορά μαύρου χρήματος, εξυπηρέτηση πολιτικών προσώπων, κουκούλωμα εργατικών ατυχημάτων (ακόμα και θανατηφόρων), «στήσιμο» διαγωνισμών. Απομονώνεται από φίλους και παρέες, αναλώνεται σε ανούσιες και άχαρες ερωτικές σχέσεις κι όπως αρχίζει στον ορίζοντα να αχνοφαίνεται το Eldorado των κατασκευαστικών, τα περίφημα ολυμπιακά έργα, ψάχνει απεγνωσμένα για διέξοδο. «Παγιδευμένος σ’ ένα σύστημα όπου από μόνος μου είχα μπει και εισχωρήσει βαθιά, συνέχιζα μάταια να ελπίζω πως είναι παροδικό, πως θα κρατήσει για λίγο και πως η ζωή μου επιφυλάσσει ακόμα εκπλήξεις και ανατροπές στην επόμενη γωνία. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν θα συνέβαινε».
     Προσπαθώντας από κάπου να κρατηθεί, αναπολεί τις φοιτητικές του παρέες, τη Χορωδία του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 4ο όροφο της Λέσχης στην Ιπποκράτους, τον πρώτο του έρωτα, τα τραγούδια τους, τις συναυλίες τους, τα ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τις εξορμήσεις στα βουνά και στη φύση, τις βασανιστικές αλλά και λυτρωτικές τους αναζητήσεις.
     Το καλοκαίρι του 1999, η κατάθλιψη εμφανίζει τα πρώτα της σημάδια, με συμπτώματα σωματικής μορφής αρχικά. «Εντελώς ξαφνικά, εκεί που χαλαρώνω, εκεί που κάθομαι και χαζεύω τηλεόραση, νιώθω μικρές εκρήξεις στο φλοιό του εγκεφάλου μου. Που μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου γιγαντώνονται κι ύστερα σαν κάποιος να βάζει ένα χέρι και να το γρατζουνάει με κάτι μυτερό όπως ένα καρφί σε μαυροπίνακα. Ανατριχιάζω ολόκληρος και το μυαλό μου μουδιάζει το στόμα σφίγγεται και τα μήλα συσπώνται». Όμως οι πιεστικές ανάγκες της επιβίωσης, τον αναγκάζουν να παραμένει εγκλωβισμένος σε μια πορεία που τη νιώθει ως κόλαση. Η οργή συσσωρεύεται, η θλίψη μεγαλώνει και η έκρηξη δεν θ’ αργήσει να έρθει.
     Ευτυχώς γι’ αυτόν, σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή, όταν μπήκε σε κίνδυνο όχι μόνο η ψυχική του ισορροπία αλλά και η ίδια του η ζωή, θα βρει ανέλπιστη βοήθεια από ανθρώπους, που αν και πλήγωσε στο παρελθόν με τη συμπεριφορά του, αυτοί δεν τον ξέχασαν και τον συγχώρεσαν.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο, σύγχρονο, σημερινό μυθιστόρημα, που μέσα από την πορεία ενός σχεδόν «τυπικού» εκπροσώπου της, μας μιλά για ολόκληρη γενιά: «για μια γενιά-που πολλοί λένε-είναι η τελευταία που ονειρεύτηκε».

17 Φεβ 2013

STUDIO SEX

LIZA MARKLUND
Μετάφραση: ΝΙΚΗ ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 525, Νοέμβριος 2012

     Τα τελευταία χρόνια, οι σκανδιναβοί συγγραφείς, έχουν πάρει τη ηνία στο χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος, από τους αγγλοσάξονες. Έτσι κυκλοφορούν πολλά και καλά βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας από σκανδιναβούς συγγραφείς. Ένα από αυτά σας παρουσιάζω σήμερα.
     Η νεαρή δημοσιογράφος Άνικα Μπένγκτζον, ζήτησε άδεια από τη μικρή τοπική εφημερίδα στην οποία εργαζόταν, αφού εξασφάλισε μια θέση πρακτικής –για ένα καλοκαίρι- στον «Απογευματινό Τύπο», μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδας ταμπλόιντ της Σουηδίας, με έδρα την πρωτεύουσα, τη Στοκχόλμη. Ελπίζει πως αυτή θα είναι η μεγάλη της ευκαιρία. Όμως σύντομα η ελπίδα δίνει τη θέση της στην απογοήτευση, αφού το μόνο καθήκον που της αναθέτουν, είναι να απαντά στις κλήσεις της ανοιχτής γραμμής των ανώνυμων πληροφοριών, όπου μπορεί να καλεί ο καθένας και να λέει τις δικές του δήθεν αποκλειστικές πληροφορίες, γνωστή στους εργαζόμενους, ως «σπασμένο τηλέφωνο».
     Ώσπου ένα πρωινό, δέχεται ένα τηλεφώνημα διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Κάποιος θέλει να αναφέρει ότι το πτώμα μιας κοπέλας βρίσκεται στο εβραϊκό νεκροταφείο, στις παρυφές του πάρκου Κρούνουμπεργ. Καθώς είναι καλοκαίρι και οι περισσότεροι ρεπόρτερ βρίσκονται σε άδεια, ο διευθυντής σύνταξης, στέλνει αυτήν κι έναν φωτογράφο να καλύψουν το θέμα. «…στη βορειοανατολική πλευρά του νεκροταφείου, είδε το πτώμα. Ήταν πεσμένο φαρδύ πλατύ μες στα χαμόδεντρα, με τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι, πίσω από μια σπασμένη γρανιτένια ταφόπετρα. Ένα κομμάτι από ένα Άστρο του Δαβίδ ήταν πεσμένο δίπλα στο κεφάλι…Το νεκρό σώμα ήταν γυμνό, εντελώς ακίνητο και κατάλευκο».
     Όταν αρχίζει να ψάχνει περισσότερο την υπόθεση, αρχίζει να ανακαλύπτει διάφορα πράγματα που την κάνουν ν’ αναρωτιέται. Όπως ότι η κοπέλα εργαζόταν ως χορεύτρια στο στριπ κλαμπ «Στούντιο Έξι» (στα σουηδικά η λέξη έξι και σεξ βρίσκονται πολύ κοντά ηχητικά εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χώρο του συμβάντος ή ότι ο υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου διαθέτει διαμέρισμα σε παρακείμενη πολυκατοικία.
     Τα ίδια στοιχεία ανακαλύπτει και η αστυνομική έρευνα και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Ο υπουργός στοχοποιείται ως ύποπτος της δολοφονίας και αναγκάζεται να παραιτηθεί, ενώ είναι εμφανές ότι δεν είναι αυτός ο δράστης της δολοφονίας και η νεαρή δημοσιογράφος, συνειδητοποιεί, ότι ξαφνικά διακυβεύονται πολύ σημαντικότερα πράγματα από την καριέρα της.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που εκτός του ότι συναρπάζει τον αναγνώστη με την αναζήτηση του δολοφόνου (δηλ. την καθαυτό αστυνομική ιστορία), αναφέρεται και σε διάφορες πτυχές του ιδιωτικού και δημόσιου βίου της σουηδικής κοινωνίας. Όπως την ενδοοικογενειακή βία, την ατομικότητα που διακατέχει την πλειοψηφία των πολιτών, την παντοδυναμία των ΜΜΕ που ισχύει κι εκεί όπως στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, την ελεύθερη πρόσβαση που μπορούν να έχουν οι πολίτες σε κάθε δημόσιο έγγραφο κ.α. που θα ανακαλύψουν οι αναγνώστες του πολύ καλού αυτού μυθιστορήματος.

8 Φεβ 2013

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 310, Νοέμβριος 2012


     Πριν από λίγους μήνες, κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.
     Σ’ ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, το Τριφύλλι, στα χρόνια της χούντας, ο δάσκαλος Κοσμίδης, πατέρας πέντε παιδιών, που χαίρει γενικής εκτίμησης, αναλαμβάνει να μυήσει τρεις νεαρούς μαθητές του, στα μυστήρια της ζωής. Ένας εξ αυτών είναι ο Βασίλης. Ο γιος του. Τους μιλάει για την Ιστορία πέρα από αυτή που αναφέρουν τα επίσημα σχολικά βιβλία, τους διδάσκει φιλοσοφία, τους αναφέρει δύσκολες έννοιες και ιδέες, ενώ όταν μπαίνουν στην εφηβεία, τους μυεί (με τη βοήθεια μιας βολικής και φιλοχρήματης γυναίκας του χωριού) στο σεξ. Τους εκπαιδεύει και τους διαπαιδαγωγεί με τέτοιο τρόπο, ώστε στη ζωή τους να θέτουν υψηλούς στόχους και να επιτυγχάνουν την πραγματοποίησή τους. Η τριάδα δείχνει να τα καταφέρνει καλά. Μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο, εισάγονται στη Νομική. Όταν φτάνει η ώρα να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, παραμένουν αχώριστοι. Τοποθετούνται και οι τρείς σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στην Κομοτηνή. Ώσπου μια μέρα, ο Βασίλης, «ο γιος του δάσκαλου», αυτοκτονεί. Το νέο πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία και με μιας ανατρέπει τη ζωή της οικογένειας Κοσμίδη. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί, από τη στιγμή μάλιστα, που ο αυτόχειρας, δεν άφησε κάποιο σημείο που να δίνει κάποια εξήγηση.
     Την εποχή που «σκοτώθηκε» ο Βασίλης, (η λέξη «αυτοκτονία» είχε εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο της οικογένειας Κοσμίδη), ο Νικόδημος, ο μικρότερος γιος (και αφηγητής της ιστορίας), είναι στην πρώτη εφηβική ηλικία. Το γεγονός τον σημάδεψε, αλλά «το χειρίστηκε αλλιώς, σαν πιο νέος». Αφού έζησε χάρη σε μια κληρονομιά για πολλά χρόνια στο Παρίσι, χωρίς σχεδόν καμιά επαφή με την οικογένειά του, επέστρεψε στην Αθήνα. Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, για να αποφύγει μια ξαφνική μπόρα, μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Ενώ περιφέρεται μέχρι να κοπάσει η νεροποντή, στο σταντ με τις προσφορές, ένα βιβλίο με τίτλο «Γεια σας παιδιά», μιας τελείως άγνωστης συγγραφέως, του τραβάει την προσοχή. Όταν διαβάζει το οπισθόφυλλο, το αγοράζει αμέσως, γιατί διαισθάνεται πως μέσα από τις γραμμές του, θα βρει το μίτο που θα τον οδηγήσει στο λαβύρινθο της αποκάλυψης των αιτιών, που οδήγησαν τον Βασίλη στην αυτοκτονία.
     Ο Γιάννης Ξανθούλης, καταφέρνει για μια ακόμη φορά να εντυπωσιάσει. Οι περιγραφές των διαδρομών των χαρακτήρων, είτε στα υγρά από τη βροχή στρατόπεδα της Θράκης, είτε στα εσωτερικά ψυχολογικά μονοπάτια (κυρίως του Βασίλη και του σχεδόν αποσυνάγωγου Νικόδημου), είναι εξαιρετικά εύστοχες. Πολλά στοιχεία από τη «συλλογή των εμμονών» του συγγραφέα είναι παρόντα. Στα τοπία κυρίως της Θράκης, αλλά και της Αθήνας, κυριαρχεί η συνεχής βροχόπτωση. Για μια ακόμη φορά η πατρώα γη και κυρίως τα μίζερα στρατόπεδά της είναι από τους τόπους όπου εξελίσσεται η αφήγηση. Όπως οι σχέσεις εξουσίας –και κατάχρησής της πολλές φορές, που οδηγούν σε άλλες ατραπούς-που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς. Ακόμα, τα μεταφυσικά «επεισόδια», ο Χόρστ Μπούχολντς (!!), η δύναμη της σύμπτωσης που παρεμβαίνει και αλλάζει δραματικά πολλές φορές την πορεία της ζωής…
     Όλα αυτά και η αφηγηματική δεινότητα, όπως και ο τρόπος γραφής με τη λεπτή ειρωνεία και το υποδόριο χιούμορ, απογειώνουν το βιβλίο και το κατατάσσουν σε ένα από τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.

26 Ιαν 2013

Ο ΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΡΕΝΟΥΑΡ
ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 150, Νοέμβριος 2012

     Έχω αναφέρει στο παρελθόν, με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός άλλου βιβλίου του, ότι ο Αντρέα Καμιλλέρι, είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς.
     Ο Καμιλλέρι είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας το 1925. Μέχρι το 1978, δούλευε ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της τηλεόρασης. Όταν στα 53 του χρόνια αποφάσισε να στραφεί στη λογοτεχνία, τα βιβλία του πέρασαν απαρατήρητα. Η επιτυχία ήρθε να τον συναντήσει είκοσι χρόνια μετά, όταν έγινε ένας από τους εμπορικότερους συγγραφείς της Ιταλίας, κυρίως με τη σειρά των βιβλίων του με κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μονταλμπάνο, στα οποία χρησιμοποιεί στοιχεία της τοπικής σικελικής διαλέκτου. Το επίθετο του αστυνόμου, είναι ένας φόρος τιμής, που ο Καμιλλέρι θέλει με αυτόν τον τρόπο να αποτίσει, στον ισπανό συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, του οποίου υπήρξε ένθερμος θαυμαστής.
     Επιτυχία όμως γνώρισαν και τα βιβλία εκτός της σειράς Μονταλμπάνο, όπου, διατηρώντας πάντα τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος, εξετάζει πτυχές της, σικελικής κυρίως, κοινωνίας.
     Στο βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα-και είναι εκτός της σειράς Μονταλμπάνο-μια όμορφη, νεαρή και αινιγματική γυναίκα, προσπαθεί να προσεγγίσει τον ηλικιωμένο και μάλλον συντηρητικό συμβολαιογράφο του Αγκριτζέντο, Μικέλε Ριότα. Ο Ριότα, είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν, μια μελέτη, σχετικά με το ταξίδι του δάσκαλου του ιμπρεσιονισμού Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, στην Ιταλία και τις εργασίες συντήρησης που έκανε σε τοιχογραφίες μιας εκκλησίας στο χωριό Καπιστράνο. «Μου αναφέρετε λοιπόν, ότι σε έναν πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία στο Τορίνο ανακαλύψατε ένα βιβλίο μου, τυπωμένο (κακοτυπωμένο θα έλεγα!), το 1960, από έναν μικρό εκδοτικό οίκο του Ρέτζιο Καλάμπρια ο οποίος έχει κλείσει εδώ και χρόνια και ότι όχι μόνο το αγοράσατε και το διαβάσατε, αλλά αναφέρεστε σε αυτό με απολύτως κολακευτικά σχόλια».
     Με αφορμή αυτό το βιβλίο, που αναφέρεται στον μεγάλο ζωγράφο και το ταξίδι του στην Ιταλία και το οποίο μπορεί να μην είναι και το μοναδικό, οι δύο ήρωες της ιστορίας, άγνωστοι μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξεκινούν αλληλογραφία. Ο ηλικιωμένος συμβολαιογράφος κολακεύεται αρχικά και στη συνέχεια γοητεύεται από τη νεαρή γυναίκα, ιδιαίτερα όταν αυτή του στέλνει κάποιες μάλλον αποκαλυπτικές φωτογραφίες της. Η «σχέση» τους εξελίσσεται (ανταλλάσουν επιστολές από το Δεκέμβρη του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του επόμενου έτους και συναντιούνται κάποιες ελάχιστες φορές), αλλά όταν φτάνει στο συναισθηματικό κρεσέντο, διακόπτεται ξαφνικά και ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσω των επιστολών που στέλνει ο Ριότα στην αγαπημένη του Άλμα Κοράντι, κι όταν αυτός εξαφανίζεται, μέσω των αναφορών που κάνει στους προϊσταμένους του, ο πεισματάρης κι επίμονος Αστυνόμος Α! Αρτούρο Μπονοφάτσι, ο οποίος ερευνά την υπόθεση, μετά τη δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε ο ανιψιός του συμβολαιογράφου Τζόρτζο.
     Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, στο γνωστό –με ειρωνεία και υποδόριο χιούμορ-στυλ του μεγάλου τεχνίτη της γραφής, στο οποίο η αστυνομική πλοκή, συναντά τον κόσμο της Τέχνης.

15 Ιαν 2013

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΝΑ ΠΩ...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ
Εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ
Σελ. 317, Απρίλιος 2012


     Στο ιστορικό μυθιστόρημα κατατάσσει το έργο του ο Γ. Καπράνος, αλλά πιστεύω ότι θα του ταίριαζε περισσότερο η κατάταξή του στη μυθιστορηματική βιογραφία. Γιατί μπορεί το βιβλίο, να ζωντανεύει και να αποτυπώνει κάποιες κρίσιμες εποχές της σύγχρονης ιστορίας του τόπου, αλλά αυτό γίνεται μέσα από την περιγραφή της ζωής του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη.
«Δεν έχω τίποτα άλλο να πω…»     Ο Λ. Μαβίλης γεννήθηκε το 1860 στην Κέρκυρα. Μετά τις σπουδές του στην Ελλάδα, συνέχισε μαθήματα φιλοσοφίας στο εξωτερικό. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, βρέθηκε στο περιβάλλον του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Μαβίλη και τον έκανε κοινωνό του οράματός του, να θεμελιώσει ένα σύγχρονο κράτος. Ένιωσε μεγάλη απογοήτευση, όταν με τις μηχανορραφίες της βασιλικής οικογένειας, ο Τρικούπης έχασε τις εκλογές.
     Όταν ξέσπασε η Κρητική επανάσταση, λόγω της φιλοπατρίας του και του ιπποτικού του πνεύματος, πήγε εθελοντής. Πολέμησε στα βουνά της Κρήτης, όπου τραυματίστηκε ελαφρά. Εκεί γνώρισε τον σχεδόν συνομήλικό του δικηγόρο κι επαναστάτη, Ελ. Βενιζέλο.
     Το 1897, έζησε την ταπείνωση του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου. Αργότερα ενστερνιζόμενος τα οράματα του Βενιζέλου, ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχτηκε βουλευτής στην Κέρκυρα και στη διάρκεια της θητείας του, υποστήριξε με θέρμη την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Σύντομα όμως, απογοητεύτηκε από την ευτέλεια των κομματικών συμπεριφορών και των πελατειακών σχέσεων που μαστίζουν διαχρονικά την πολιτική ζωή και απομακρύνθηκε.
     Πριν από μερικά χρόνια, είχε γνωρίσει τη νεαρή Θεώνη Δρακοπούλου, για την οποία έτρεφε κάποια αισθήματα. Αλλά λόγω της διαφοράς ηλικίας και λόγω του ότι πίστευε ότι ο γάμος και η δημιουργία οικογένειας, θα τον αποσπούσε από τις προσπάθειες που έκανε για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων ακόμα περιοχών, δεν τόλμησε να προχωρήσει. Επειδή η Θεώνη ήταν μια κοπέλα με διαφορετική νοοτροπία, πολύ μπροστά από την εποχή της, οι γονείς της, για να τη «συνετίσουν» την πάντρεψαν! Μετά τη γέννηση του γιού της, χώρισε με τον άντρα της. Ξανασυναντήθηκαν τυχαία με τον Λορέντζο και εξομολογήθηκε ο ένας στον άλλο τον έρωτά τους. Η Θεώνη είχε εξελιχθεί σε πολύ καλή ηθοποιό και ποιήτρια, που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Μυρτιώτισσα. (Ο τίτλος του βιβλίου, φαίνεται ότι βασίζεται σε στίχο ενός ποιήματος της Θεώνης, το «Σ’ αγαπώ», το οποίο έγραψε για τον Λορέντζο. Το ποίημα αυτό, τη δεκαετία του ’70, μελοποίησε ο Μάνος Χατζηδάκις και περιλήφθηκε σ’ ένα από τα σημαντικότερα έργα του συνθέτη, που έχει τίτλο «Ο Μεγάλος Ερωτικός»). Η Θεώνη τον στήριξε σε κάθε του προσπάθεια και ενέργεια.
     Το 1912, με το ξέσπασμα του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, και ενώ ήταν ήδη 53 χρονών, ο Λορέντζος, κατατάχτηκε στη μονάδα των Γαριβαλδίνων εθελοντών, που συνέδραμε τον ελληνικό στρατό, στις επιχειρήσεις που έκανε στα βουνά της Ηπείρου. Σε μια μάχη στο ύψωμα Δρίσκο κοντά στα Γιάννινα, ο Μαβίλης τραυματίστηκε θανάσιμα.
     Ο Μαβίλης, ήταν μια συναρπαστική και θυελλώδης προσωπικότητα. Ένας αγνός πατριώτης, που έδωσε και τη ζωή του, για την πατρίδα, σε αντίθεση με άλλους που χρησιμοποιούν τον «πατριωτισμό», για να δικαιολογήσουν ανομίες και να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά, ιδιοτελή, συμφέροντά τους. «Στον τόπο μας πολλές φορές, ο πατριωτισμός των αγνών Ελλήνων και ο «πατριωτισμός» κάποιων σκοτεινών κύκλων, είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Για τους πολιτικούς, στρατιωτικούς και πάσης άλλης φύσεως απατεώνες, ο πατριωτισμός είναι η άμαξα που θα τους μεταφέρει με άνεση στον τελικό τους σκοπό».
     Έζησε σε μια ταραγμένη περίοδο και με την προσωπικότητα, την φιλοπατρία, τη διάθεση για προσφορά αλλά και το ποιητικό του έργο, κατάφερε να αφήσει έντονα σημάδια, στην ιστορική πορεία του τόπου.
     Ένα βιβλίο, που συνδυάζει ιδανικά ιστορία και λογοτεχνία, για μια μάλλον παραγνωρισμένη για το μέγεθος της προσφοράς της, προσωπικότητα.

3 Ιαν 2013

ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΥ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΡΙΣΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 227, Νοέμβριος 2012


     Πρέπει να ομολογήσω, ότι μέχρι να διαβάσω το βιβλίο «Κάτοικος Μεταξουργείου», δεν ήξερα τον Δημήτρη Τριανταφυλλίδη, παρά το γεγονός ότι έχει, απ’ ότι εκ των υστέρων έμαθα, τακτική παρουσία σε blogs, που παρακολουθεί πολύς κόσμος. Πρέπει επίσης να ομολογήσω, πως αφότου διάβασα το βιβλίο, παρακολουθώ-όσο μπορώ-αυτά που γράφει είτε στη σελίδα του στο facebook, είτε αλλού.
     Όπως είπε ο εκδότης του βιβλίου Π. Παπασαραντόπουλος στην παρουσίαση που έγινε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2012, το βιβλίο οφείλει την ύπαρξή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν τα κείμενα, εκεί τα διάβασε και αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση ορισμένων από αυτά, με τη μορφή ενός σχετικά ολιγοσέλιδου βιβλίου. Την επιλογή τους έκανε ο συγγραφέας και παρουσίασε ένα σχεδόν ολοκληρωμένο βιβλίο σε μόλις…τρεις μέρες.
     Ο Δ.Τ. στο δικό του μέρος της παρουσίασης, ανέφερε, πως τα κείμενα είναι γραμμένα με θυμό και με αγάπη για τον άνθρωπο. Θυμό στα κείμενα εγώ δεν βρήκα, σε αντίθεση με την αγάπη (και την πίστη στον άνθρωπο) που ξεχειλίζει. «Γραμμένα εν θερμώ, μα με σκέψη νηφάλια και χέρι σταθερό, τα κείμενα αυτά, αποτελούν την καταγραφή των προβλημάτων, των σκέψεων, των αγωνιών και των προσδοκιών, ενός ανθρώπου που ζει στην πόλη και πιάστηκε αιχμάλωτος στην περιδίνηση της ιστορίας».
     Το βιβλίο ξεκινά με ένα από τα πιο «δυνατά» κατά την άποψή μου κείμενα, με τίτλο «Credo. Η δική μου Αριστερά», που είναι το «Πιστεύω» (αυτό άλλωστε σημαίνει το credo) του συγγραφέα, για το πώς θέλει και πως πρέπει να είναι η Αριστερά στην Ελλάδα του σήμερα. Ακολουθούν μια σειρά από κείμενα (18) «της κρίσης», όπου στο «Θα ‘θελα να ‘μουν περήφανος», ο Δ. Τ., καταφέρνει μέσα σε επτά σελίδες, να αποτυπώσει όλα τα στραβά που ταλανίζουν τα τελευταίες δεκαετίες την ελληνική κοινωνία και την οδήγησαν εδώ που βρίσκεται. Τα κείμενα αυτά, καταλαμβάνουν τον μεγαλύτερο όγκο του βιβλίου, αλλά δεν αποτελούν μόνο «πύρινες» καταγγελίες, ή μάλλον δεν αποτελούν καθόλου τέτοιες. Κάτι τέτοιο άλλωστε, δεν ταιριάζει ούτε στο ήθος, ούτε στο ύφος του συγγραφέα. Αντίθετα, προτείνονται λύσεις και δίνονται διέξοδοι στα αδιέξοδα. «Η σωτηρία της κοινωνίας, είναι η ίδια η κοινωνία. Μια κοινωνία οργανωμένη ορθολογικά, αξιολογικά. Μια κοινωνία, η οποία θα έχει ως βασικό της μέλημα την εξάλειψη των ελλειμμάτων, είτε πρόκειται για ελλείμματα του προϋπολογισμού, είτε, κυρίως, για ελλείμματα πολιτισμού και συνείδησης. Μια κοινωνία με αξιακό σύστημα που να ενθαρρύνει τη δημιουργία, την πρόοδο, την ευθύνη-ατομική και συλλογική».
     Τα υπόλοιπα κείμενα, βρίσκονται στις ενότητες «της ελπίδας», «της πόλης, γενέθλιας και μητριάς», «της αναδυόμενης εποχής της λιτής ευτυχίας», ενώ το βιβλίο κλείνει με ένα επίμετρο «ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης».
     Πριν κλείσω αυτή τη μικρή παρουσίαση αυτού του μεγάλου σε αξία βιβλίου, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραθέσω ένα ακόμα απόσπασμα. «Η χώρα έχει ανάγκη από νηφαλιότητα, ψυχραιμία, ορθολογικές προτάσεις διεξόδου από την πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κρίση που τη μαστίζει και όχι από υπονόμευση των θεσμών και των διαδικασιών της Δημοκρατίας».
     Το αξιολογότατο αυτό βιβλίο, ΠΡΕΠΕΙ να διαβαστεί από κάθε νοήμονα, σκεπτόμενο και συνειδητοποιημένο πολίτη που επιζητά λύσεις και διεξόδους, μακριά από κραυγές και «ανέξοδα», εύκολα αλλά και αδιέξοδα συνθήματα. Πιστεύω ότι θα νιώσει ότι κι εγώ: ότι δηλ. βλέπει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του, γραμμένες στο χαρτί.