30 Απρ 2026

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ

ΕΛΕΝΑ ΜΠΟΛΟΝΑΣΗ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 330, Ιανουάριος 2026

   Τις προσπάθειες του τμήματος Ανθρωποκτονιών, για την ταυτοποίηση, τον εντοπισμό και τη σύλληψη ενός κατά συρροή δολοφόνου που οι αστυνομικοί αποκαλούν «παραμυθά», περιγράφει το μυθιστόρημα της δικηγόρου-εγκληματολόγου Ε. Μπολονάση.

     Ο «παραμυθάς» πραγματοποιεί δολοφονίες που παραπέμπουν στα πιο γνωστά παραμύθια, μόνο που το τέλος τους, δεν είναι χαρούμενο κι ευτυχισμένο, αφού το ξαναγράφει με τον δικό του τρόπο. «Είχα γράψει το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Έτσι όπως πρέπει, με το σωστό τέλος, όπου ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει πραγματικά».

     Ο «παραμυθάς» είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, σχολαστικός και μεθοδικός. Στους τόπους των εγκλημάτων η ομάδα του αστυνόμου Πετρίδη που έχει αναλάβει την υπόθεση, δεν βρίσκει κανένα στοιχείο, εκτός από αυτά που τοποθετεί ο δολοφόνος πάνω στα θύματά του και συνθέτουν την «υπογραφή» του «…εκτός από τη σκισμένη σελίδα, η υπογραφή του δράστη περιλάμβανε τουλάχιστον ένα κόκκινο αντικείμενο». Το μόνο που εντόπισαν οι αστυνομικοί είναι ότι «χτυπάει» πάντα την τρίτη μέρα του μήνα.

      Την δύσκολη κατάσταση έρχεται να επιτείνει η ασθένεια του αστυνόμου Πετρίδη που θα τον κρατήσει αρκετές μέρες εκτός δράσης. Στις έρευνες θα τεθεί επικεφαλής η υπαστυνόμος Νίκη Δελή, η οποία «μετατέθηκε στο Ανθρωποκτονιών έπειτα από πολύ σκληρή ατομική προσπάθεια». Τώρα για μια ακόμη φορά θα χρειαστεί να αποδείξει την αξία της. «Πρώτη φορά που θα έπρεπε να δουλέψει σε μια υπόθεση χωρίς τον Πετρίδη επικεφαλής. Η απουσία του της κόστισε τόσο πολύ, που αναρωτιόταν αν θα της άρεσε πραγματικά η δουλειά αν δεν τη στήριζε τόσο πολύ ο αστυνόμος».

     Η ομάδα έρευνας, αφού δεν μπόρεσε να εντοπίσει στοιχεία για τον θύτη, στράφηκε στο παρελθόν των θυμάτων. Κι εκεί προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία. «Το βασικό κοινό στοιχείο σε όλους τους φόνους είναι ο τύπος θυμάτων. Δεν αφορά αν είναι άντρας ή γυναίκα ούτε τον αφορά η ηλικία του θύματος. Δεν έχει σημασία αν είναι ο ίδιος γονιός ή αν μεγαλώνει κάποιο παιδί. Πρέπει όμως το θύμα να βρίσκεται κοντά σε ένα ή περισσότερα παιδιά για κάποιο λόγο και πρέπει να έχει βλαπτική συμπεριφορά προς το προστατευόμενο ανήλικο».

     Όμως ακόμη κι έτσι, ο εντοπισμός και η αποκάλυψη του δολοφόνου δεν είναι εύκολη υπόθεση…  

     Το «Μια Φορά Κι Ένας Φόνος» είναι μια καλογραμμένη αστυνομική ιστορία, με έξυπνο μύθο και πλοκή, προσεκτικά σχεδιασμένους χαρακτήρες, σασπένς, ρεαλιστικές σκηνές και μια «επική» ανατροπή λίγο πριν το φινάλε! Παράλληλα, βάζει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για το ζήτημα της αυτοδικίας, αφού ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, θεωρεί τον εαυτό του «εκδικητή» που έρχεται να διορθώσει τις αδικίες του κόσμου, για να ξορκίσει έτσι τα δικά του τραύματα!

20 Απρ 2026

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΟΠΑΛΙΔΗΣ

      Γεννήθηκε στη Δράμα. Έζησε τα μαθητικά του χρόνια σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης, όπου ολοκλήρωσε και τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Εργάζεται ως δικηγόρος-νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στον τοπικό Τύπο. Έργα του: «Προσφυγολόγιον» (ιδιωτική έκδοση, 2014), «Καδέρνο» (Πνοή, 2021), «Αλάτι Χοντρό» (Ανάλεκτο, 2025).

 

     Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Αλάτι Χοντρό»;

     Ως προς τη θεματολογία, συγκεκριμένοι άνθρωποι στον κοινωνικό και επαγγελματικό μου περίγυρο και ο τρόπος που στάθηκα κριτικά, ενίοτε άδικα, απέναντί τους. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις του βιβλίου ήρθαν για να αποδώσουν και να «ντύσουν» λογοτεχνικά αυτά που ήθελα να γράψω.

     Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο;

     Η άποψή μας για κάποιον, κάποια ή κάτι διαμορφώνεται από την εικόνα που έχουμε σχηματίσει, η οποία, με την διαφορετική ικανότητα αντίληψης και τις διαφορετικές προσλαμβάνουσες που έχει ο καθένας μας, είναι δεδομένα υποκειμενική, πολύ συχνά ελλιπής ή και διαστρεβλωμένη. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να περιορίζει τις βεβαιότητές μας για πρόσωπα, καταστάσεις, ιδεολογίες, κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα να περιορίζεται δραστικά η ανεκτικότητα και η κατανόηση που επιδεικνύουμε προς τους γύρω μας.

     Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Σταύρος Περιπολής, είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος
χαρακτήρας. Είχατε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο υπ’ όψη όταν τον δημιουργούσατε; 

     Συνειδητά «ενσωμάτωσα» στην προσωπικότητα και την εν γένει εικόνα του στοιχεία από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που έχω γνωρίσει. Ασυνείδητα σίγουρα ότι θα υπάρχουν και άλλα, λιγότερο επιδραστικά.

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;

     Είναι θέμα ορισμού και παραδοχών. Θεωρώντας ότι η λογοτεχνία, για να είναι τέτοια, δεν μπορεί να αφορά μόνο τον δημιουργό και τους περί αυτόν, θεωρώ ότι είναι εξόχως κοινωνική πράξη, αδιαφόρως του θετικού ή αρνητικού προσήμου.

     Μπορεί η λογοτεχνία να δρομολογήσει αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο;

     Σε παλαιότερες εποχές ίσως να μπορούσε. Στις μέρες μας πιστεύω ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, τουλάχιστον σε κρίσιμη κλίμακα. Η όλο και μεγαλύτερη ευκολία δημοσίευσης και προβολής τεράστιου αριθμού έργων που αξιώνουν, καλώς ή κακώς, να χαρακτηρίζονται «λογοτεχνικά», αναπόφευκτα έχει χαμηλώσει την ποιότητα και, για τον λόγο αυτό, την επιδραστικότητα.

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;

     Όταν τυπώθηκε το «Προσφυγολόγιον», πριν αρκετά χρόνια, ένα κείμενο μόλις 30 μικρόσχημων σελίδων, αισθάνθηκα πολύ μεγάλη χαρά και άλλο τόσο βάρος από την πρώτη δημόσια έκθεση, παρόλο που είχε ήδη διαβαστεί ηλεκτρονικά, έστω από ευάριθμους αναγνώστες και είχα λάβει πολύ θετικά σχόλια. Αντίστοιχα, όταν τυπώθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Καδέρνο», και πάλι η χαρά ήταν αδιαμφισβήτητα παρούσα, αλλά, όπως ανακαλώ στη μνήμη μου, η αγωνία της υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό υπερτερούσε.

     Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;

     Ακόμη και όταν πιάσω το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου, για κάποιο διάστημα συνεχίζουν να με προβληματίζουν, εάν γράφτηκαν κάποια πράγματα όπως τους έπρεπε, αν αναδείχθηκαν τα όσα είχα στο μυαλό μου για τον καθένα απ’ αυτούς. Όσο περνάει ο καιρός με απασχολούν όλο και λιγότερο. Αυτονομούνται και απλά παρακολουθώ την πορεία τους μέσα από όσα μου μεταφέρουν γι’ αυτούς οι αναγνώστες. Είναι καλοί ή κακοί, συμπαθείς, αδιάφοροι ή αντιπαθείς και, με εμφανή εγωπάθεια, με γοητεύει να ακούω και να συζητώ γι’ αυτούς, ως ο «δημιουργός» τους.

     Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;

     Κάποια από αυτά σίγουρα, κάποια όχι, τουλάχιστον υπό τις αυτές συνθήκες και με την ίδια ένταση. Η αποτύπωση συναισθημάτων διαφόρων αποχρώσεων σε κείμενο και η προσπάθεια να «περάσουν» στον αναγνώστη, είναι ίσως η πιο δύσκολη άσκηση και πρόκληση για τον συγγραφέα. Δεν μπορώ να φανταστώ να πετυχαίνει, εάν δεν τα έχει τουλάχιστον ψηλαφίσει ο ίδιος.

     Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;

     Ως γενική εικόνα, δεν νομίζω. Είμαι βέβαιος ότι κουβαλώ ορισμένα χαρακτηριστικά κάποιων από αυτούς.

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;

     Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος. Είναι θέμα συγκυρίας ή τρόπου δημοσίευσης. Π.χ. κάποια μικρά κείμενα μπορεί να δημοσιευτούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάποια άλλα να σταλούν σε μέλος της οικογένειας, φίλη ή φίλο.

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;

     Σκέφτομαι ότι, αφού μου αρέσει το πίσω μπρος στο χρόνο και οι ιστορίες μου δεν έχουν γραμμική εξέλιξη, θα ήταν πολύ χρήσιμο για τον ίδιο τον αναγνώστη να έχει καλή μνήμη, ιδίως εάν δεν έχει συνεχόμενο χρόνο για ανάγνωση. Φυσικά και φαντασία, από τις λέξεις να μπορεί να κάνει εικόνες, να γεύεται, να οσφραίνεται, να βιώνει αισθήματα.

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;

     Απερίφραστα ναι, όχι πάντοτε με ικανοποίηση. Η συγγραφή για μένα εξυπηρετεί πρωτίστως την αυτογνωσία.

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;

     Δεν μπορώ να ανακαλέσω κάτι τέτοιο. Διαβάζοντας κατά την διάρκεια και για τις ανάγκες της συγγραφής, έχω μάθει πολλά και άκρως ενδιαφέροντα πράγματα, έχω κατανοήσει καλύτερα κάποια άλλα και κάποιες φορές άλλαξα την ρότα που είχα στο μυαλό μου να ακολουθήσω στην συγγραφή. Δεν μπορώ να εντοπίσω αλλαγή πεποιθήσεων. Ίσως ενδόμυχα, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, οι πεποιθήσεις οδηγούν την συγγραφή.  

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;

     Μια από τις μεγαλύτερες χαρές που έχω πάρει από την συγγραφή. Τα βιβλία ήταν η αφορμή για εκ νέου επαφή με ανθρώπους που είχαμε χαθεί, όπως και για νέες, πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για δια ζώσης συνομιλία με αναγνώστες. Μιλώ κυρίως για ανταλλαγές μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και στις παρουσιάσεις κάποιου βιβλίου οι συζητήσεις είναι χρονικά και θεματικά περιορισμένες, για ευνόητους πρακτικούς λόγους.

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;

     Ναι, πολλές φορές. Ιδίως συνάφειες, συσχετισμούς και συμβολισμούς που δεν είχαν περάσει καθόλου από το μυαλό μου.

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;

     Η αναγνωστική παρακαταθήκη είναι αρκετά πλούσια και είναι βέβαιο ότι έχω αρυσθεί στοιχεία από διάφορους. Δεν μπορώ να απομονώσω κάποιον.

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;

     Παρόλη την βιολογική ηλικία μου, συγγραφικά, με δύο μόνο εκδοθέντα μυθιστορήματα, δεν έχω μπει ίσως ακόμη ούτε καν στην εφηβεία, Ζω με την ελπίδα να προλάβω να ενηλικιωθώ και απαντώ με την ελάχιστη προσωπική εμπειρία: δύσκολη είναι η σύλληψη της ιδέας και ο καθορισμός της αρχικής στόχευσης. Από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η γραφή, τα πράγματα μου φαίνονται πολύ πιο εύκολα. Γράφω γρήγορα, προσαρμόζω καταστάσεις στον τόπο και τον χρόνο, εμφανίζω ή εξαφανίζω πρόσωπα, αλλάζω πορεία και στόχους. Από ένα σημείο και πέρα, ανεξήγητα και μαγικά, η μυθοπλασία αυτονομείται και τραβάει τον δρόμο της. Η επόμενη μεγάλη δυσκολία είναι το τέλος. Πότε και πώς θα μπει η παύλα μετά την τελεία.

Τι είναι το γράψιμο για μένα; Όσο και αν ακούγεται κλισέ, το γράψιμο μυθοπλασίας είναι η διαφυγή από την πεζή καθημερινότητα, η καταφυγή στην ρουτίνα, η αποφυγή της ανίας. Γενικότερα, μια υπεκφυγή από τα σοβαρά και σημαίνοντα. Όλα αυτά με δεδομένο ότι η συγγραφή για μένα δεν αποτελεί μέσο βιοπορισμού και δεν συνδέεται με προθεσμίες και χρόνους παράδοσης στον εκδότη.

     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Όχι, δεν υπάρχει τίποτε έτοιμο. Μόνο δύο ιδέες, εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Ελπίζω μέσα στο ερχόμενο καλοκαίρι να ξεκινήσει η μια από αυτές να αποτυπώνεται σε κάποιο ψηφιακό αρχείο.

Σας ευχαριστώ πολύ!

 

 

14 Απρ 2026

ΠΡΟΔΟΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

ΣΠΥΡΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 312, Φεβρουάριος 2026

      Τον μήνα που διανύουμε, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την έξοδο του Μεσολογγίου.

     Το Μεσολόγγι, λόγω της κομβικής του θέσης-αποτελούσε το πέρασμα ανάμεσα στην Ήπειρο και τη Ρούμελη-ήταν σημαντικό για την επιτυχία κάθε επαναστατικής κίνησης. Αυτό «…οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη γεωγραφική ιδιομορφία του Μεσολογγίου που δυσκόλευε την ανάπτυξη μεγάλων στρατιωτικών μονάδων σε συνδυασμό με τα ελώδη εδάφη. Το γεγονός αυτό εδραίωσε τον ρόλο του Μεσολογγίου ως βασικού προπύργιου στη Δυτική Ελλάδα και λειτούργησε καθοριστικά για κάθε σχεδιασμό και των δύο πλευρών».

     Η πόλη επαναστάτησε στις 20 Μαΐου 1820. Η τουρκική φρουρά παραδόθηκε στους προκρίτους και ο τουρκικός πληθυσμός απομακρύνθηκε χωρίς να σημειωθούν έκτροπα. Η πρώτη προσπάθεια για την ανακατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, έγινε το 1822 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος) από τον Κιουταχή χωρίς επιτυχία.

     Την επόμενη χρονιά, επιχειρήθηκε νέα πολιορκία, αλλά το εκστρατευτικό σώμα δεν έφτασε καν στο Μεσολόγγι, αφού ηττήθηκε στο γειτονικό Αιτωλικό.

     Η δεύτερη, καλύτερα προετοιμασμένη πολιορκία, άρχισε τον Απρίλιο του 1825. «…στις 23 Απρίλη 1825, ο Κιουταχής θα στήσει το «ορδί» (στρατόπεδο) του έξω από το Μεσολόγγι. […] Η Β! Πολιορκία της πόλης ξεκινούσε…». Τον Κιουταχή ήρθε να ενισχύσει στο τέλος της χρονιάς και ο Ιμπραήμ, (κάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για την συνέχιση της
επανάστασης που αργόσβηνε, αφού ελαττώθηκε η στρατιωτική πίεση στην Πελοπόννησο). Παρ’ όλα αυτά το Μεσολόγγι δεν έπεφτε! Αυτό όμως που δεν κατάφεραν οι τουρκο-αιγυπτιακές ορδές, το κατάφερε η αγγλόφιλη κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία βέβαια, ήταν πλήρως ελεγχόμενη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. «…η κυβέρνηση Κουντουριώτη, είχε όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσει το Μεσολόγγι και την υποχρέωση να φροντίσει τις οικογένειες των αγωνιστών. Δεν έκανε τίποτα από τα δύο, προτίμησε να ξοδεύει τις λίρες των δανείων για την εξαγορά υποστηρικτών…». Η εγκατάλειψη και η αδιαφορία, οδήγησε τους πολιορκημένους  σε δυσχερέστατη θέση, παρά το γεγονός ότι «Όλοι εχθροί και φίλοι, κατανοούσαν πως η τύχη της Επανάστασης κρινόταν στη λιμνοθάλασσα. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κιουταχής έδωσε εντολή και κατασκεύασαν το «μνημούρι» του, τον τάφο του, έξω από τη σκηνή του, θέλοντας να δείξει πως επρόκειτο για αγώνα ζωής και θανάτου. Και το εννοούσε καθώς εκτός από τη συνειδητοποίηση της κρισιμότητας της έκβασης της πολιορκίας, η εντολή του σουλτάνου ήταν σαφής: «Το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου». Και ο σουλτάνος το εννοούσε! Όσο για την επαναστατημένη Ελλάδα, είχε μια μεγάλη ευκαιρία να κερδίσει μόνη την ελευθερία της. Το κατανοούσαν όλοι, το ερώτημα είναι αν το ήθελαν όλοι. Και οι μεν εχθροί προφανώς δεν το ήθελαν. Το ερώτημα είναι αν το ήθελαν όλοι οι φίλοι…».  

     Σαν μόνη λύση, οι πολιορκημένοι είδαν την έξοδο. Αποφασίστηκε να γίνει το βράδυ της 9ης προς 10η Απριλίου και καταστρώθηκε ένα προσεκτικό σχέδιο. Όμως αυτό δεν τηρήθηκε με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση και να επακολουθήσει σφαγή. Υπολογίζεται ότι οι νεκροί έφτασαν τους 4 χιλ., οι αιχμαλωτισθέντες τους 3 χιλ., ενώ εκείνοι που διασώθηκαν ήταν περίπου 2 χιλ.  

     Το ιστορικό δοκίμιο «Προδομένο Μεσολόγγι», εξετάζει το γιατί το Μεσολόγγι αφέθηκε στην τύχη του, ποιοι και γιατί υπονόμευσαν τον ηρωικό του αγώνα κι αν τελικά ήταν αδύνατη η στήριξη των πολιορκημένων όπως διατείνονται ορισμένοι, τη στιγμή μάλιστα που τα ταμεία ήταν γεμάτα, αφού μόλις είχαν φτάσει στην Ελλάδα τα δύο δάνεια 2 εκατ. και 800 χιλ. χρυσών λιρών αντίστοιχα! Η αίσθηση όλων, ήταν πως αν οι πολιορκημένοι είχαν εφόδια για λίγες ακόμη μέρες, η πολιορκία θα είχε λήξει. Χαρακτηριστική είναι η ρήση του Ιμπραήμ: «Σαν το χιόνι του βουνού θα λιώναμε αν το Μεσολόγγι είχε τροφές για 15 ημέρες ακόμη». Μια νίκη στο Μεσολόγγι, θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική Ελλάδα. Μια χώρα που θα είχε κερδίσει μόνη της την ελευθερία της και δεν θα ήταν μια χώρα εξαρτημένη και υποχρεωμένη να υπογράφει «Πράξεις Υποτέλειας», που τη μετέτρεπαν σε βρετανικό προτεκτοράτο.

     Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, συμπληρώνεται με πρόλογο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Παντελή Μπουκάλα, καθώς κι ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία!

6 Απρ 2026

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σελ. 330, Οκτώβριος 2025

      Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε μια εμπεριστατωμένη μελέτη για τον σιδηρόδρομο στην Ελλάδα. Για την ώρα, έχουμε στα χέρια μας το πρώτο μέρος, που αφορά το χρονικό διάστημα από το 1936 (αν και γίνονται αναφορές στην προγενέστερη κατάσταση) μέχρι το 1966. «Ο σιδηρόδρομος είχε το πάνω χέρι στην υπανάπτυκτη Ελλάδα του 19ου αιώνα, όταν και δημιουργήθηκαν τα πρώτα δίκτυα, μέσω παραχωρήσεων σε ιδιωτικά-τραπεζικά κονσόρτσιουμ…». Αργότερα αναμένεται η κυκλοφορία του δεύτερου τόμου.

     Η πολυσέλιδη αυτή μελέτη, επιχειρεί να απαντήσει σε μια σειρά από καίρια ερωτήματα που αφορούν τον σιδηρόδρομο. «Γιατί δεν έχουμε σύγχρονο σιδηρόδρομο; Γιατί χρεοκοπεί εδώ κι εκατό χρόνια, μια φορά σε κάθε γενιά; Γιατί οι επενδύσεις ενός αιώνα δεν πιάνουν τόπο; Γιατί οι σιδηρόδρομοί μας είναι μετέωροι την ώρα που σε όλον τον πλανήτη θριαμβεύουν; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα που θα διαβάσετε εδώ. Την ξεκίνησα την επομένη του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών-μιας τραγωδίας η οποία στοίχισε τη ζωή σε πενήντα επτά συνανθρώπους μας και μας συγκλόνισε όλους».

     Η τοποθέτηση της έναρξης της μελέτης στο 1936, δεν είναι καθόλου τυχαία. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προετοιμαζόμενο για τον πόλεμο, έκανε μεγάλες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους, αφού θεωρούσε (σωστά όπως αποδείχτηκε αργότερα στην πράξη), ότι ήταν το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε να μεταφέρει με ταχύτητα, προσωπικό κι εφόδια. Τις ημέρες της επιστράτευσης τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1940, διακινήθηκαν προς τα μέτωπα περισσότεροι από 300 χιλ. άνδρες, 100 χιλ. άλογα και ημίονοι, καθώς και μεγάλος αριθμός οπλισμού και λοιπόν εφοδίων. «Τα σιδηροδρομικά δίκτυα πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη εποποιία της ιστορίας τους, προωθώντας στο μέτωπο κατά μέσον όρο 84 τρένα τη μέρα, επίδοση που φαντάζει απίστευτη σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη τα μέσα και τις τεχνολογίες της εποχής. Σε όλα τα δίκτυα, χιλιάδες σιδηροδρομικοί (ακόμη και συνταξιούχοι που ανακλήθηκαν στην υπηρεσία), εργάστηκαν νυχθημερόν ώστε  να εξασφαλίσουν μια πρωτοφανή σε μέγεθος μετακίνηση στρατευμάτων και υλικών».

     Το πρώτο μέρος της μελέτης ολοκληρώνεται με όσα συνέβησαν το 1966, χρονιά που χαρακτηρίστηκε «έτος καμπή» για την εξέλιξη των σιδηροδρόμων.

    Αλγεινή εντύπωση-και ίσως δείγμα του πόσο απαξιωτικά αντιμετωπίστηκε ο σιδηρόδρομος υπέρ των οδικών μέσων-προκαλεί το γεγονός ότι στο αρμόδιο υπουργείο Μεταφορών, δεν υπάρχει αρχείο για το σιδηρόδρομο, ενώ το αρχείο του ΟΣΕ που διασώθηκε την ύστατη στιγμή από την καταστροφή, βρίσκεται σε διαδικασία οργάνωσης.

     Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας μπόρεσε να εντοπίσει έγγραφα σε άλλα αρχεία που σε συνδυασμό με εκτενή βιβλιογραφία, του επέτρεψαν να ολοκληρώσει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, τραγικά επίκαιρη λόγω της έναρξης της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών και ιδιαίτερα διαφωτιστική έρευνά του. Θα περιμένουμε με αδημονία το δεύτερο μέρος!