Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2. ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2. ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιαν 2026

ΧΑΛΚΙΝΑ ΚΑΤΩΦΛΙΑ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 478, Οκτώβριος 2025

      

     Πριν από τέσσερις μήνες, κυκλοφόρησε το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Χάλκινα Κατώφλια» που έγραψε ο Ισ. Ζουργός και είναι μια «διαφορετική» προσέγγιση των ομηρικών επών.

     Την ιστορία αφηγείται ένας νεαρός Παίονας που οι Αχαιοί ονόμασαν Λύκαστο, δηλ. «κάποιος που έχει σχέση με το φως» (το όνομα προέρχεται από τη ρίζα «λυκ» που σημαίνει φως). Ο νεαρός αυτός, από παιδί ήταν ιδιαίτερος. Ήταν «εκείνο το αγόρι που άκουγε Φωνές και είχε την υπέρμετρη φιλοδοξία να κάνει χειραψία με τους θεούς […] Από τότε που είχε λυθεί η γλώσσα μου και γυρνούσα μισόγυμνος στο χωριό, όλοι είχαν καταλάβει πως κρυφάκουγα τους θεούς και αφουγκραζόμουν όλα τα ξωτικά του δάσους και του ποταμού».

     Από σύμπτωση βρέθηκε στο στρατό του βασιλιά Πυραίχμη, που πήγαινε να βοηθήσει τους Τρώες να αντιμετωπίσουν τους Αχαιούς. Σχεδόν αμέσως αιχμαλωτίστηκε από τον Οδυσσέα κι από τότε τον υπηρετούσε σαν δούλος και ζούσε μαζί του στον καταυλισμό-στρατόπεδο που είχαν στήσει οι Αχαιοί μπροστά από τα τείχη της Τροίας. Αυτός ο συγχρωτισμός τον επηρέασε βαθιά! «Τέτοια πιστεύουν και οι Τρώες και οι Αχαιοί, αυτός είναι ο κόσμος στους ύμνους και στις προσευχές τους, σ’ αυτόν πίστεψα κι εγώ. Το δικό τους σύμπαν είναι πιο σύνθετο από ένα ποτάμι, μια φοραδοκέφαλη θεά κι ένα δάσος. Όλα είναι περίπλοκα στο μυαλό τους, όλα περισσεύουν σε πλήθος: οι λέξεις, τα νοήματα, οι μηχανές, οι εφευρέσεις, οι αφηγήσεις, τα γράμματα πάνω στις ψημένες κεραμίδες, τα πάθη, οι συνωμοσίες. Εξαιτίας ή χάρη σ’ αυτούς μεγάλωσα, πονήρεψα».

     Έμεινε στην υπηρεσία του Οδυσσέα μέχρι την πτώση της Τροίας, χωρίς να δοκιμάσει απ’ το «αλεύρι των ανθρώπων» και τον ακολούθησε στο μεγαλύτερο μέρος της περιπλάνησης του. Τώρα ηλικιωμένος πια, αφηγείται στα μέλη του μικρού οικισμού που ίδρυσε μετά την επιστροφή του στον τόπο που γεννήθηκε, σε μια όχθη του Αξιού, τα πεπραγμένα του βίου του.

     Είναι κάποια -λίγα- βιβλία, που είναι τόσο καλογραμμένα και συναρπαστικά που σε καθηλώνουν. Σε γραπώνουν, σε βάζουν στον κόσμο τους και δεν σε αφήνουν να ξεφύγεις. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Χάλκινα Κατώφλια». Διαβάζεις, γυρνάς τις σελίδες και «βλέπεις» τους Τρώες και τους Αχαιούς να πολεμούν. «Ακούς» την κλαγγή των όπλων, το χρεμέτισμα των αλόγων, το ήσυχο τρίξιμο των σκαρμών του πλοίου όταν πλέει σε ήρεμες θάλασσες, τον αχό της άγριας καταιγίδας, τις οιμωγές και τις ικεσίες των αιχμαλώτων. «Μυρίζεις» τη μεταλλική οσμή του αίματος, τον καπνό της καιγόμενης πόλης, τη δυσωδία του στρατοπέδου.

     Όλα αυτά βέβαια σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Γιατί το βιβλίο είναι πολλά περισσότερα. Είναι μια αντιπολεμική φωνή, έχει φιλοσοφικές και θεολογικές προεκτάσεις. Όπως πολλά από τα βιβλία του συγγραφέα σου θέτει ερωτήματα που σε βάζουν να σκεφτείς και -νομίζω πως αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε βιβλίου- μένει στο μυαλό σου για καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση. «Πάνω από όλα όμως, το βιβλίο, ως μυθιστόρημα, υπακούει στο πρώτο ζητούμενο του γραμματειακού είδους στο οποίο ανήκει, να αποτελέσει ένα γραφείο ταξιδίων για μακρινούς προορισμούς, τους οποίους συχνά καθορίζουν οι Άρπυιες, οι θεότητες των ριπαίων ανέμων».

     Ένα βιβλίο που του αξίζουν πολλοί αναγνώστες!!   

30 Δεκ 2023

ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΧΩΡΕΣ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 392, Οκτώβριος 2023

 
     Το καινούριο μυθιστόρημα του Ι. Ζουργού, επέλεξα ως την τελευταία παρουσίαση αυτής της χρονιάς.

     Το 1884, ο Μιχαήλ Δέδες, επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από εφτά χρόνια σπουδών στο Παρίσι και το Λονδίνο. Ο πατέρας του Γεώργιος, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως ο γιος του έχει άλλα σχέδια για το μέλλον, θέλει να τον διαδεχτεί ο Μιχαήλ στην οικογενειακή εμπορική επιχείρηση. «Ο οίκος μας έχει ένα κεφάλι και δύο χέρια. Το κεφάλι είναι η Αθήνα, το ένα χέρι η Τεργέστη και το άλλο η Ερμούπολη. Είναι η ώρα να δεις όλη την αλυσίδα των παραγγελιών και των μεταφορών. Όσο κι αν μου λες πως δεν σ’ ενδιαφέρει, πρέπει να τη γνωρίσεις».

     Τα σχέδια του Μιχαήλ «του ντροπαλού άντρα που εύκολα κατέβαζε τα μάτια, του αγαθόπιστου, του ονειροπόλου των ταξιδιών», στόχευαν στην υπό οθωμανική κατοχή Θεσσαλονίκη.

     Ο Μιχαήλ γνώριζε πως είναι υιοθετημένος. Η μητέρα του πέθανε σε μια φονική επιδημία κι αυτός υιοθετήθηκε από την άκληρη οικογένεια του Γεωργίου Δέδε. Κάποιος συμφοιτητής του στο Παρίσι με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη, θέλοντας να γελάσει με τον εύπιστο Μιχαήλ, τον έπεισε ότι έχει μια αδελφή η οποία ζει στη Θεσσαλονίκη! Ανέφερε μάλιστα, για να κάνει πιο πειστική την ιστορία του, και το όνομά της, που ανήκε σε πραγματικό πρόσωπο, αφού δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός θα έβαζε σκοπό της ζωής του να τη συναντήσει.

     Η κοπέλα αυτή, ήταν η Λεύκα, κόρη του Ευστάθιου Κηρομάνου, ο οποίος επισήμως ήταν έμπορος σαπουνιών. Ανεπίσημα όμως «δάνειζε παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις, με επιτόκιο και δεσμεύσεις προσαρμοσμένες στις δυνατότητες εκείνου που εκλιπαρώντας έπεφτε στα πόδια του».

     Η Λεύκα σχολιαζόταν από τον κοινωνικό της κύκλο, γιατί θεωρούνταν… ψηλομύτα κι επειδή δεν είχε ακόμη παντρευτεί. «Η αλήθεια είναι ότι ο γάμος μου είχε καθυστερήσει και με το παραπάνω, ήμουν τότε είκοσι εννιά χρονών, όμως υπάρχει και μια άλλη αλήθεια: ο κόσμος των αντρών με τραβούσε πολύ περισσότερο, μου άρεσε η εμπορική δραστηριότητα, τα χρεόγραφα, οι τράπεζες, οι ισοτιμίες των νομισμάτων[…] είχα φιλοδοξίες, σαν να μη με χωρούσε αυτή η πόλη, σαν να ήταν το λιμάνι της μικρό. Οι συναναστροφές μας και τα πάρε δώσε του δανεισμού ήταν με νοικοκυραίους περιορισμένου πλούτου και ελάχιστης επιρροής. Μάλλον αυτό το τελευταίο ήταν που με ενοχλούσε περισσότερο…».

     Όπως ήταν φυσικό, όταν έμαθε ότι κάποιος χρησιμοποίησε το όνομά της κατ’ αυτό τον τρόπο, εξοργίστηκε. Όταν όμως ο Μιχαήλ Δέδες έφτασε μπροστά της, υποκύπτοντας σε μια παρόρμηση της στιγμής, έκανε κάτι τελείως αντίθετο με τον χαρακτήρα της: αποφάσισε να υποδυθεί την «χαμένη» αδελφή του. Μια απόφαση που θα της άλλαζε δραματικά τη ζωή!

     Για μια ακόμη φορά, ο Ι. Ζουργός, φανερώνει τη μοναδική συγγραφική του δεινότητα και μας προσφέρει ένα απολαυστικό μυθιστόρημα. Με τον εξαιρετικό τρόπο γραφής του, μας αφηγείται μια γοητευτική ερωτική ιστορία, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες, που και τους δύο τους «στενεύει» ο τόπος και η εποχή τους. Ενώ παράλληλα ιχνογραφεί διεισδυτικά την τοιχογραφία μιας εποχής που προοιωνίζει ορμητικές αλλαγές, οι οποίες απειλούν να σαρώσουν όσους δεν είναι διατεθειμένοι να τις ακολουθήσουν.

     Καλή Χρονιά!

4 Ιαν 2022

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΑΥΤΟΥ ΨΥΧΗΣ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 748, Οκτώβριος 2021


     
Ένα από τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2021, είναι το «Περί Της Εαυτού Ψυχής», και με αυτό θα ξεκινήσω τις παρουσιάσεις της νέας χρονιάς.

      Όπως και με τα άλλα βιβλία του Ι. Ζουργού, έχω και με αυτό το ίδιο πρόβλημα. Είναι τόσο πυκνό σε ιδέες, συναισθήματα, εικόνες, ιστορικές αναφορές, που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω, τι να περιλάβω στην παρουσίαση αυτή και τι να αφήσω να το ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης.

      Είναι η αφήγηση του βίου του φημισμένου αντιγραφέα και νοτάριου Σταυράκιου Κλαδά, ο οποίος έζησε τον ενδέκατο αιώνα σε περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας και προσέφερε τις υπηρεσίες του σε φιλοσόφους, αξιωματούχους κι ακόμη στον ίδιο τον αυτοκράτορα.

      Μετά τη ληστρική επιδρομή μιας συμμορίας στα κτήματα της οικογένειας Κλαδά, που βρίσκονταν στις ταραγμένες και σχεδόν αφύλακτες ανατολικές επαρχίες, επέζησαν μόνο τα τρία παιδιά της οικογένειας: ο Θεοφύλακτος, ο Ιωάννης και ο Σταυράκιος. «Γεννήθηκα στο Δορύλαιο 1064 έτη κατόπιν της του Χριστού ενσαρκώσεως. Είδα για πρώτη φορά το φως σ’ ένα κτήμα πέριξ της πόλεως λίγα χρόνια πριν σπάσει η κυψέλη της Ιστορίας και ξεχυθούν σμάρια οι μέλισσες και κεντρίσουν το άρρωστο κορμί της βασιλείας των Ρωμαίων. Φύγαμε τότε κυνηγημένοι, μ’ ένα στρωσίδι στο χέρι».  

     Η περιπλάνηση τους έφερε στην Κωνσταντινούπολη.       Εκεί ο Θεοφύλακτος εντάχθηκε στα αυτοκρατορικά στρατεύματα, ο Ιωάννης ακολούθησε τον μοναχισμό και ο Σταυράκιος, που ήταν σε προεφηβική ηλικία, φιλοξενήθηκε στην ξακουστή μονή Στουδίου. «Έμεινα στη μονή Στουδίου κοντά εννιά χρόνια, επτά στο σχολείο και στους κοιτώνες του Αφθονίου και δύο στον θάλαμο των δοκίμων». Εκεί έμαθε την υψηλή τέχνη της αντιγραφής χειρογράφων. Η ζωή του μοναχού όμως δεν του ταίριαζε. Η γνωριμία του με τον «υπέρτιμο» φιλόσοφο Μιχαήλ Ψελλό, τον οδήγησε εκτός της μονής.

     Προσπαθεί να προσεγγίσει την Καστορία, όπου πίστευε ότι θα καταφέρει να συναντήσει την δεσποσύνη που ερωτεύτηκε, διαβάζοντας έναν στίχο της. Η πόλη βρισκόταν εδώ και λίγο καιρό υπό την κατοχή των Νορμανδών. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α! Κομνηνός, θέλει να την ανακαταλάβει και συγκεντρώνει στρατεύματα γι’ αυτό το σκοπό. Ο Σταυράκιος εντάσσεται σε αυτές τις δυνάμεις, γιατί πιστεύει ότι είναι ο ευκολότερος τρόπος να προσεγγίσει την πόλη και το αντικείμενο του έρωτά του.

     Η πόλη ανακαταλήφθηκε και ο Σταυράκιος μπήκε στην υπηρεσία του μεσάζοντα (πολιτικού διοικητή) Λεόντιου. Αυτός εκτίμησε τις ικανότητές του στην καλλιγραφία, την οξυγραφία (αυτό που σήμερα ονομάζουμε στενογραφία), αλλά και τις γνώσεις και την ευφυΐα του. Ο Σταυράκιος δημιούργησε οικογένεια, αλλά οι τάσεις φυγής που πάντα τον διακατείχαν, τον οδήγησαν στην Βέροια, στο Κίτρος Πιερίας, στην Θεσσαλονίκη και τελικά στη Βασιλεύουσα και στο «Ιερόν Παλάτιον». Χάρη στη μεσολάβηση του Λεόντιου γίνεται νοτάριος στην υπηρεσία των Κομνηνών τους οποίους υπηρέτησε για πολλά χρόνια μέχρι τη «συνταξιοδότησή» του.

      Αποσύρθηκε σε ένα παραθαλάσσιο καλύβι και για πρώτη φορά θα αλλάξει ρόλο: θα πάψει να αντιγράφει ή να γράφει ότι του υπαγορεύουν άλλοι και θα συγγράψει την πορεία του βίου του. «Κύριε βοήθει να ξεπεράσω την απειλητική σκιά της λήθης. Όσο κι αν έχει η μνήμη μου τρύπες και σκοτάδια, είναι ακόμη ζώσα και την αποζητώ δίπλα μου. Ορκίζομαι στην τιμή μου ως αντιγραφέα πως θα τα γράψω όλα, τα αμαρτωλά και τα αναμάρτητα, τα προφανή και τα ανεξήγητα. Αυτό άλλωστε έπραξα κατά της ζωής μου το όνειρο, έγραφα ασταμάτητα μάλλον αντέγραφα το πεπρωμένο μου, αυτό που εσύ είχες ορίσει κι εγώ σαν τον δούλο σου τον Μωυσή το κατέγραψα και το κουβάλησα σε δύο μαρμάρινες πλάκες, όχι από τις κατηφόρες του όρους Σινά, αλλά σε ανηφόρες διάσπαρτες σε όλη τη βασιλεία των Ρωμαίων».

      Ο Ισίδωρος Ζουργός μας προσφέρει ένα εξαιρετικό βιβλίο! Μέσα στις σελίδες του απεικονίζονται με τον καλύτερο τρόπο πτυχές της ζωής των απλών ανθρώπων που ζούσαν στη Μακεδονία τον 11ο αιώνα και προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε συνθήκες τρομακτικής ένδειας. Εξίσου ακριβής και λεπτομερής, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική αφού είναι ενταγμένη απόλυτα στο μύθο του βιβλίου, είναι και η αφήγηση της καθημερινής ζωής στην πολύβουη, πολυάνθρωπη και πολυπολιτισμική Κωνσταντινούπολη. Οι δρόμοι της οποίας τη μέρα είναι όλο ζωή χώροι εμπορίου και αδιάκοπης κίνησης και τις νύχτες ερημώνουν και μεταμορφώνονται σε άντρο κακοποιών και οι καμάρες τους, γίνονται καταφύγιο των φτωχών άστεγων.

      Διαβάζοντας τις 750 πυκνογραμμένες βιβλίου που ξεχειλίζουν από συναισθήματα, ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα: να επιταχύνει την ανάγνωση για να παρακολουθήσει την εξέλιξη της συναρπαστικής ιστορίας ή να επιβραδύνει για να απολαύσει όσο περισσότερο μπορεί, τη γλώσσα, τον τρόπο γραφής και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα.

      Εξαιρετικά δομημένα είναι και τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ο Σταυράκιος Κλαδάς είναι ήρεμος, πράος, με μεγάλη στωικότητα, χωρίς θυμό, χωρίς διάθεση να εμπλακεί στις ίντριγκες και τις συνωμοσίες που εξυφαίνονται στις σκοτεινές γωνίες του παλατιού, αφοσιωμένος στα καθήκοντά του, χωρίς τάσεις αντεκδίκησης ακόμη κι όταν αδικείται κατάφωρα, με δύο πάθη στη ζωή του: τη δουλειά του και τον «παροξυσμό της φυγής». Προσπαθεί να είναι ένας καλός άνθρωπος κι αυτή η πτυχή του χαρακτήρα του, μου θυμίζει τον Ματίας Αλμοσίνο. Εξίσου καλοφτιαγμένα είναι και τα υπόλοιπα πρόσωπα του βιβλίου. Τέλος είναι εμφανής ο κάματος που απαιτήθηκε για τη συγκέντρωση και την επιτυχή ένταξη στο μύθο, όχι τόσο των ιστορικών στοιχείων που μπορεί κανείς σχετικά εύκολα να αναζητήσει και να βρει σε βιβλία Ιστορίας, όσο όλων εκείνων των λεπτομερειών, που βοηθούν τον συγγραφέα, (αλλά και τον αναγνώστη κατ’ επέκταση) να ανασυνθέσει την καθημερινή ζωή στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

      Θα ήθελα να γράψω πολλά ακόμη επαινετικά, αλλά καταλαβαίνω ότι ήδη έχω μακρηγορήσει. Γι’ αυτό θα σταματήσω εδώ, προτείνοντας ένθερμα να διαβάσετε οπωσδήποτε αυτό το απολαυστικό μυθιστόρημα!    

29 Φεβ 2020

ΟΙ ΡΕΤΣΙΝΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 452, Οκτώβριος 2019

     Το νέο μυθιστόρημα του Ι.Ζουργού, με τίτλο «Οι Ρετσίνες Του Βασιλιά», που κυκλοφόρησε τους τελευταίους μήνες του 2019, θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Στο μυθιστόρημα αυτό, ο συγγραφέας, αντλεί την έμπνευση από την τραγωδία του William Shakespeare «Βασιλιάς Ληρ». Με την εξαιρετική του πένα την μεταπλάθει λογοτεχνικά και μεταφέρει τη δράση της σε ένα ελληνικό χωριό με κεντρικό χαρακτήρα τον επιβλητικής μορφής, 70χρονο Λεόντιο Έξαρχο. «Αν τον παρατηρούσες, δεν θα μπορούσες να μην τον θαυμάσεις. Άντρας ψηλός, λυγερός για την ηλικία του, μ’ ένα επιμελώς σιδερωμένο παντελόνι στην τσάκιση, άσπρο πουκάμισο και σακάκι στο χρώμα της φωλιάς του σκαντζόχοιρου. Δερμάτινα παπούτσια μαλακά, κάπως μυτερά, στιλβωμένα […] Ένας άντρας που τα γαλανά του μάτια είχανε παρακολουθήσει παραστάσεις στην Όπερα του Σύδνεϋ, που είχε γευματίσει σε πλωτό εστιατόριο στον Ρήνο, είχε χορέψει σε roof garden απλησίαστο για τους κοινούς θνητούς στην Τεχεράνη και είχε τσουγκρίσει το ποτήρι του με γερουσιαστές στην Αστόρια».
     Είναι ένας κοσμοπολίτης, πολιτικός μηχανικός, συνιδιοκτήτης μιας κατασκευαστικής-τεχνικής εταιρίας, προικισμένος  με κοφτερό μυαλό κι εμπορικό δαιμόνιο κι αρκετά ευκατάστατος άντρας. «Οι φήμες για τον πλούτο και την επιρροή του αιωρούνταν πάνω απ’ το χωριό για καιρό, και με φανταστικές προσθήκες απ’ τον καθένα είχαν διογκωθεί και είχαν πάρει σχεδόν μυθικές διαστάσεις». Μετά τον θάνατο της γυναίκας του Ουρανίας, αποφασίζει να αποσυρθεί στην απομόνωση που του προσφέρει το μικρό χωριό, στο οποίο υπάρχει το πρόσφατα και ριζικά ανακαινισμένο αρχοντικό της οικογένειας-κληρονομιά της συζύγου του-που οι κάτοικοι της περιοχής, ονομάζουν «πύργο». Εκεί του δίνεται η ευκαιρία να αναστοχαστεί τη ζωή του, να αναμετρηθεί με το παρελθόν και να επανεξετάσει τις σχέσεις του. Με τη σύζυγό του, τον συνέταιρό του, τον δύστροπο και «σκοτεινό» πεθερό του που ποτέ δεν τον αποδέχτηκε, αλλά κυρίως με τις τρείς κόρες του. Στις οποίες ενώ έδωσε τα πάντα, όταν τις χρειάστηκε, δηλ. όταν έμεινε μόνος, αντί να βρει αγάπη, στοργή και προσοχή, ήρθε αντιμέτωπος με μια σκαιή συμπεριφορά από τις δύο μεγαλύτερες και με αδιαφορία από την τρίτη.
     Από τις πρώτες του μέρες στο χωριό, απέκτησε… ακόλουθο. Είναι ο Ζαχαρίας ή Μασούρης, ο τρελός του χωριού, που όπως ο γελωτοποιός του βασιλιά στο έργο του άγγλου βάρδου, γίνεται σκιά του και τον ακολουθεί παντού. Του δίνει μάλιστα κάποιες φορές απαντήσεις και συμβουλές τόσο εύστοχες και ακριβείς, που δεν δίνουν ούτε οι «γνωστικοί». Όταν όμως το μυαλό του κάνει ταξίδια σε κόσμους άλλους και βλέπει εικόνες που μόνο εκείνος μπορεί να δει, καταντά ανυπόφορος κι επικίνδυνος.
     Ο Λεόντιος, θέλοντας να συμφιλιωθεί με τις κόρες του, γράφει γράμματα που όμως ποτέ δεν πρόκειται να στείλει. Αρνείται να κάνει αυτός το πρώτο βήμα. Περιμένει από εκείνες να ξεκινήσουν την προσέγγιση, αφού πιστεύει ότι η συμπεριφορά τους απέναντί του, ήταν άδικη. Μόνο η μικρή του κόρη, η Κορίνα, που είναι πιο ελεύθερο κι ασυμβίβαστο πνεύμα, θα τον επισκεφθεί. Προσπαθεί να μαζέψει «τα κομμάτια του οικογενειακού μας αμφορέα που έσπασε και να τα ξανακολλήσω». Αυτός θα χαρεί με την επαναπροσέγγιση και θα της εξομολογηθεί και τους λόγους που τον έκαναν να επιλέξει να αποσυρθεί. «Αν πραγματικά θέλεις αυτές τις μέρες που ήρθες στο χωριό να ξανασυναντηθούμε, πρέπει αυτή τη λέξη να θυμάσαι: μεταμόρφωση. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθα στο χωριό, να γίνω κάποιος άλλος, γιατί αυτό που ήμουν, που ήμασταν, δεν το ήθελα πια. Πικραμένος από τη συμπεριφορά σας, προδομένος τελικά κι απ’ τη γυναίκα μου όπως αποδείχτηκε, ήρθα εδώ για να ξαναμυρίσω το χώμα. Ήρθα να ξαναβρώ την ηδονή της ζωής, που την είχα ξεχάσει και την κρατάνε λίγες λέξεις: φαγητό, ποτό, γέλια και πλάκες, έρωτας όσο μου επιτρέπεται ακόμα. Απέτυχα. Η μεταμόρφωση έγινε αλλά μοιάζω σ’ εκείνον που τον διάβαζες παλιά, όνομα δεν θυμάμαι, αυτόν που ξύπνησε μια μέρα και κατάλαβε πως είχε γίνει κατσαρίδα».
     Το βιβλίο, τελειώνει με τον ίδιο δραματικό τρόπο που τελειώνει και η τραγωδία του Shakespeare.
      Για μια ακόμη φορά, ο Ι. Ζουργός, ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αναγνώστη. Μπορεί ο μύθος του έργου να μην είναι πρωτότυπος, αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Γιατί στο μυθιστόρημα αυτό, απολαμβάνουμε τον εξαιρετικό και διεισδυτικό τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας δομεί τους χαρακτήρες του βιβλίου του, με έμφαση φυσικά στον Λεόντιο, του οποίου οι ψυχολογικές μεταπτώσεις αποδίδονται με τον καλύτερο τρόπο. Παράλληλα, σκιαγραφεί εντυπωσιακά την κοινωνία του χωριού, που ειδικά το καλοκαίρι με την έλευση των επισκεπτών, αποτελεί μικρογραφία της ελληνικής επαρχίας, ενώ απεικονίζει ιδανικά τις ανθρώπινες σχέσεις, σε όλες τις εκφάνσεις τους. Το μυθιστόρημα «Οι Ρετσίνες Του Βασιλιά» είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.     

12 Νοε 2017

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ


     Ο Ισίδωρος Ζουργός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί ως δάσκαλος στην εκπαίδευση. Έχει δύο παιδιά. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί με διάφορα έντυπα δημοσιεύοντας ποίηση, πεζογραφία και κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο, καθώς και με θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης. Έργα του: «Φράουστ» (1995, Α.Α.Λιβάνης), «Αναπνέοντας Κιμωλία-Γραφές Εκπαιδευτικών» (1996, συλλογικό, εκδ. Σαββάλα), «Αποσπάσματα Από Το Βιβλίο Του Ωκεανού» (2000, Πατάκης), «Η Ψίχα Εκείνου Του Καλοκαιριού» (2002, Πατάκης), «Στη Σκιά Της Πεταλούδας» (2005, Πατάκης), «Η Αηδονόπιτα» (2008, Πατάκης), «Ζωολογία Του Πάνω Και Του Κάτω Κόσμου» (2009, συλλογικό, Πατάκης), «Ανεμώλια» (2011, Πατάκης), Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ, «Τάξη Και Αταξία» (2011, συλλογικό, Ακρίτας), «Σκηνές Από Το Βίο Του Ματίας Αλμοσίνο» (2014, Πατάκης), «Ιστορίες Ταχυδρομείου» (2014, συλλογικό, ΕΛΤΑ), «Λίγες Και Μία Νύχτες» (2017, Πατάκης).

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
Κάτι που αλιεύτηκε από την τοπική ιστορία της Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό βέβαια με μια δέσμη από εσώτερες επιθυμίες, κάποιες από αυτές προϋπήρχαν στη σφαίρα του ασυνείδητου. Η αποτύπωση ιδιαίτερων λεπτομερειών στη συμπεριφορά των ανθρώπων όπως και διαρκής μανία της επινόησης περιπετειών και ανατροπών είναι οι απαραίτητοι κραδασμοί που κινούν τον μυθιστορηματικό κόσμο να κινηθεί.

Πως έγινε η επιλογή της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής;
     Η αφετηρία ήταν το ασυνήθιστο ιστορικό γεγονός της φυλάκισης του έκπτωτου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β΄ στην έπαυλη Αλλατίνι. Αυτή τάραξε για μήνες την κοινωνική ζωή της πόλης, πυροδότησε φήμες και ευφάνταστα άρθρα στις εφημερίδες. Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο να γεννήσει και την αρχή ενός μυθιστορήματος.

Η λογοτεχνία  μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;
     Προφανώς και είναι καθώς αποτελεί μια συνομιλία, μια συνάντηση ουσιαστικά με πολλούς ανθρώπους. Η γλώσσα ως φορέας, οι αφηγήσεις της, οι προβληματισμοί και τα ερωτήματά της αποτελούν μια άλλη μορφή του κοινωνείν.

Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Δεν είναι εύκολο να σας το περιγράψω αφενός γιατί ένα μέρος αυτού του βιώματος ανήκει αυστηρά στη σφαίρα της ιδιωτικότητας και αφετέρου πώς μπορεί να περιγραφεί η χειραψία ενός ανθρώπου με ένα από τα πιο παλιά και τολμηρά του όνειρα;
Αναπολείτε ήρωες από προηγούμενα μυθιστορήματά σας; Έχετε κάποιον αγαπημένο;
     Ναι, αναπολώ και μάλιστα πολύ συχνά. Με κάποιους ξέρετε έχουμε ζήσει χρόνια ολόκληρα μαζί. ΄Ετσι εξηγείται και ο πειρασμός που τυραννά πολλούς συγγραφείς να τους ξαναδώσουν πνοή μέσα από τις σελίδες ενός καινούριου βιβλίου.

Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;
     Πολλά από αυτά που αναδύονται μέσα από τις περιπέτειες των χαρακτήρων ενός μυθιστορήματος είναι βιωμένα από τον ίδιο τον συγγραφέα ενώ κάποια άλλα πρέπει να τα υποθέσεις, να τα φανταστείς. Θυμηθείτε για παράδειγμα ότι σε αρκετά από τα βιβλία μου υπάρχουν φόνοι και μια σειρά από συναισθήματα τα οποία έπονται αυτής της πράξης. Ο συγγραφέας πρέπει να μιλήσει για μια αβίωτη ενοχή, για ένα τρόμο που μόνο να τον φανταστεί μπορεί.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Η γυναίκα μου πάντα, από το πρώτο βιβλίο, δακτυλογράφος και η πρώτη αναγνώστρια.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Αναπόφευκτα καθώς είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο πως σκαλίζοντας ψυχαναλυτικά την κρούστα της γραφής ανακαλύπτεις διάφορα κρυμμένα μυστικά και πολλά άλλα μοχθηρά κι ανείπωτα.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Συνέβη μερικές φορές, όχι σε κάποιο ιδεολογικό θέμα αλλά πιο πολύ σε αποτιμήσεις αισθητικής αξίας, με άλλα λόγια σε βεβαιότητες ομορφιάς και αξίας δογμάτων γραφής, οι οποίες και κατά τη διάρκεια της συγγραφικής εμπειρίας υποχώρησαν.

Σας ανησυχεί αν ο αναγνώστης «διαβάσει» το βιβλίο σας με τρόπο που δεν συμφωνεί με τις προθέσεις σας;
     Η σχέση του αναγνώστη με το βιβλίο είναι ιδιοπρόσωπη, σχεδόν ιερή και δεν χρειάζεται καμιά έξωθεν ανησυχία και παρέμβαση.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;
     Ναι, και το κάνω πολύ συχνά. Είναι η εμπειρία μιας αμφίδρομης σχέσης που είναι ιδιαίτερα επωφελής και διασώζει τη γραφή ως γεγονός κοινωνικό, όπως αναφέραμε και στην αρχή της συνομιλίας μας

Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Ναι, μου έχει συμβεί, όπως και στους περισσότερους συγγραφείς, έτσι νομίζω. Αυτή πάντως είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της αναγνωστικής διαδικασίας, να νοηματοδοτεί ο κάθε αναγνώστης το κείμενο με τον καθαρά δικό του τρόπο.

Όταν τελειώσει ένα βιβλίο, τι συναισθήματα επικρατούν;
     Το έχω αναφέρει αρκετές φορές στο παρελθόν και ευχαρίστως θα το επαναλάβω και εδώ. Η αίσθηση στη χρονική στιγμή για την οποία με ρωτάτε είναι μια επιλόχειος μελαγχολία.

Όλοι έχουμε εμμονές διαφόρων ειδών. Εσείς έχετε συγγραφικές εμμονές;
     Όλοι οι συγγραφείς έχουν, γιατί εγώ να αποτελώ εξαίρεση, μπορώ μάλιστα να σας εξομολογηθώ και μερικές: το ταξίδι, η ιστορία της Θεσσαλονίκης, ο αγώνας του έρωτα απέναντι στη φθορά, οι σπηλιές και τα υπόγεια περάσματα, οι θάλασσες και τα πανιά…

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Για μένα καθόλου εύκολη, σχεδόν τυραννική αλλά στο τέλος λυτρωτική. Με ρωτάτε τι είναι η γραφή για μένα και το μόνο που θα μπορούσα να σας απαντήσω πως είναι αυτό που υπάρχει αδιάλειπτα στη ζωή μου από τότε που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, αυτή η σταθερά ως σκοπός και όνειρο ως αγωνία και λαχτάρα.

Όσοι παρακολουθούν τη συγγραφική σας πορεία, ξέρουν ότι δεν εκδίδετε συχνά. Αυτό το λέω για να καταδείξω ότι για τα δικά σας δεδομένα είναι εξαιρετικά νωρίς. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό και θα ρωτήσω: ετοιμάζετε  κάτι καινούριο;
     Κατά μέσο όρο εκδίδω κάθε τρία χρόνια, δεν ξέρω αν αυτό τελικά είναι συχνό ή όχι. Εκδίδω όταν είμαι έτοιμος, αυτή είναι η πραγματικότητα. Νοερά ετοιμάζω κάτι καινούριο αλλά είναι εξαιρετικά νωρίς για εξομολογήσεις. Το μόνο που μπορώ να σας πω κλείνοντας είναι ότι σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

Σας ευχαριστώ!



17 Αυγ 2017

ΛΙΓΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 573, Μάρτιος 2017

     Ο Ι. Ζουργός, δεν παύει να μας εκπλήσσει ευχάριστα, με κάθε καινούριο του βιβλίο. Όπως και τα προηγούμενα, έτσι και το μυθιστόρημά του «Λίγες Και Μία Νύχτες», είναι εξαιρετικό και δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου.
     Στις 23 Απριλίου του 1909, ο έκπτωτος Αβδούλ Χαμίτ Β! που ονομάστηκε και «κόκκινος σουλτάνος» λόγω των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν με εντολή του, μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Οι Νεότουρκοι με την επανάστασή τους, έχουν καταλύσει τη σουλτανική εξουσία και ο φορέας της «εξορίζεται» στη μακεδονική πόλη. «Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά από την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δύο μικροί του γιοι, τρεις από τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος».
     Για κατοικία του στη Θεσσαλονίκη, ορίζεται η έπαυλη Αλλατίνι, στην περιοχή των «Εξοχών», όπου προτιμούσαν να κατοικούν όλοι οι ευκατάστατοι Θεσσαλονικείς, ασχέτως θρησκεύματος και καταγωγής. Ο σουλτάνος στη διάρκεια της διαμονής του, δέχεται ελάχιστους επισκέπτες. Ένας από αυτούς είναι ο Αλπερέν Μπέης. «Είναι ντονμές, μεγάλος και τρανός από τους ισμιρλί… Έχει και δικό του τραπεζιτικό γραφείο, είναι νομίζω και μεσίτης σε ακριβά ακίνητα… Βλέπει τον ίδιο το σουλτάνο, αυτό το ξέρω σίγουρα. Οι κακές γλώσσες ψιθυρίζουν ότι τον βοηθάει να έχει κρυφό τον παρά που ‘χει σκόρπιο σ’ όλον τον κόσμο…».
     Ο Αλπερέν Μπέης, έφερνε συχνά στην έπαυλη και την κόρη του, μια όμορφη κοπελίτσα περίπου 8-9 χρονών. Όσο ο πατέρας της συζητούσε με τους άλλους συμβούλους του σουλτάνου,  «…η Μίρζα άκουγε για ώρα πολλή τον πατισάχ να της διηγείται τη ζωή του κι ύστερα, ως αντίδωρο της φιλοξενίας του, του χόρευε, αφού πρωτύτερα ο Τζαφέρ αγάς, ο ευνούχος, είχε κουρδίσει το μεγάλο μουσικό κουτί, αυτό που είχε φυλαγμένες όλες τις μελωδίες της Εσπερίας».
     Το κορίτσι αυτό, είδε τυχαία ένα βράδυ σε κάποιο διάδρομο ο σχεδόν συνομήλικός της-ήταν 11 ετών-Λευτέρης Ζευγός, γιος του κηπουρού της έπαυλης, που βοηθούσε τον πατέρα του να διατηρεί τον κήπο σε τόσο καλή κατάσταση, που αποσπούσε τα εύσημα από τους επισκέπτες και είχε τη δυνατότητα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο καλά φρουρούμενο κτίριο. «Μια φορά τη συνάντησε μόνη της στον μακρύ διάδρομο του ισογείου- κρατούσε στο χέρι μια μπάλα. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα όπως των κοριτσιών στις εγγλέζικες καρτ ποστάλ, αυτές που τις πουλούσαν με τα περιοδικά στο πρακτορείο. Πέρασε από μπροστά του με χαμηλωμένα τα μάτια. Το φόρεμά της θρόισε όπως τα φύλλα της έπαυλης όταν τα φυσούσε ο μπάτης απ’ το Καραμπουρνού. Έμεινα να παρατηρεί την πλάτη της-ένα μικρό λευκό τοπίο που απομακρυνόταν».  Εκείνη τη στιγμή δεν το ήξεραν, αλλά αυτή η τυχαία συνάντηση, θα σημάδευε για πάντα τη ζωή τους…

     Όπως γράφω και στην αρχή, ο Ισίδωρος Ζουργός, εντυπωσιάζει για μια ακόμη φορά και μας προσφέρει ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Η συναρπαστική γραφή του, γνώριμη από τα προηγούμενα μυθιστορήματά του,  ο καλοδουλεμένος, πλούσιος και «πυκνός» μύθος, οι μοναδικά δομημένοι χαρακτήρες τόσο των «πρωταγωνιστών» όσο και αυτών που παίζουν κάποιο μικρότερο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας του, τα ταξίδια στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, όπου τοπία, πόλεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες περιγράφονται με ακρίβεια, οι περιπέτειες στις στέπες της Ουκρανίας, κρατούν δέσμιό τους τον αναγνώστη και δεν του «επιτρέπουν» να αφήσει από τα χέρια του αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, μέχρι να φτάσει στο λυτρωτικό «ράλι» της τελευταίας σελίδας.  

30 Δεκ 2014

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΜΑΤΙΑΣ ΑΛΜΟΣΙΝΟ

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 780, Μάρτιος 2014

     Μια που βρισκόμαστε λίγες ώρες πριν από το τέλος της χρονιάς και την αρχή μιας καινούριας, σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο αισιόδοξο με ήρωα έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε να είναι πρότυπο καλοσύνης σε καιρούς μοχθηρίας, αγριότητας, άγνοιας, προκαταλήψεων.
     Είναι κάποια βιβλία, που όταν βρίσκομαι μπροστά στο λευκό χαρτί για να γράψω την παρουσίασή τους, μου προκαλούν αμηχανία και μου δημιουργούν πρόβλημα. Είναι τέτοιος και τόσος ο πλούτος των συναισθημάτων που μου προκαλούν, που νομίζω ότι δεν θα καταφέρω να τα αποτυπώσω και να σας τα μεταφέρω. Αυτό συνέβη με το βιβλίο-κομψοτέχνημα του Ι. Ζουργού. Ένα βιβλίο πολυεπίπεδο, με εξαιρετική γραφή και γλώσσα, απαιτητικό σε κάποιες περιπτώσεις, με χιούμορ, που ρέει στην ανάγνωση και που παρά το γεγονός ότι είναι αρκετά ογκώδες, παρακαλάς να μην τελειώσει.
     Αρχικά, αποφάσισα να κάνω ότι και με τα υπόλοιπα βιβλία που παρουσιάζω. Να αναφέρω λίγα λόγια για το μύθο του βιβλίου. Ξεκίνησα και σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι ματαιοπονώ. Είχα γράψει δύο σελίδες και ο μικρός Ματίας, που είχε ξεκινήσει από τη Βασιλεία της Ελβετίας ακολουθώντας ένα καραβάνι εβραίων εμπόρων, δεν είχε φτάσει καν στη Θεσσαλονίκη (όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ). Είναι αδύνατο να αποδοθούν με λίγα λόγια, η δύναμη των εικόνων, η πυκνότητα των συναισθημάτων και οι πράξεις των χαρακτήρων του έργου (που παρεμπιπτόντως, είναι 122!!).
     Όταν θα ενηλικιωθεί, ο αυξημένης ευφυΐας και προικισμένος Ματίας, είναι πια ένας γιατρός αλλά και στοχαστής, παθιασμένος με τις επιστήμες (όλες τις επιστήμες), που προσπαθεί να μείνει μακριά από κάθε λογής εξουσίες-αν και λόγω των ικανοτήτων του είναι εύκολο να τις προσεταιρισθεί- και προτιμά να περιπλανιέται στην Ευρώπη του 17ου αιώνα, δρασκελίζοντας χώρες, γλώσσες, πολιτισμούς, θρησκείες, ιδέες. Που παλεύει ενάντια στις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις και «κηρύσσει» τον ορθό λόγο.
     Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει για τον ήρωα του: «Ήθελα μια αξιόλογη προσωπικότητα, έναν καλό άνθρωπο χωρίς όμως απλοϊκό μανδύα με τον οποίο συνήθως περιβάλλονται τέτοιου είδους χαρακτήρες. Αναζητούσα μια προσωπικότητα για να γαντζωθώ πρώτα εγώ και κατ’ επέκταση οι αναγνώστες».
     Κλείνω προτείνοντας να διαβάσετε οπωσδήποτε τις περιπλανήσεις του καλού ανθρώπου Ματίας Αλμοσίνο. Θα απολαύσετε ένα ανάγνωσμα που θα μείνει στο μυαλό σας για πολύ καιρό, θα γνωρίσετε την Ευρώπη του 17ου αιώνα, όταν αρχίζει η άνθιση της επιστήμης και θα γοητευτείτε από τους χαρακτήρες του βιβλίου. Εξαιρετικό.

     Καλή χρονιά!