20 Ιουν 2026

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΧΑΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ

ΛΕΥΚΗ ΣΑΜΑΡΑ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΑΟΥΣΑΣ
Σελ. 242, Μάιος 2026

      Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που αφορά τη Νάουσα με έμφαση στην κοινωνική της ζωή, κυκλοφόρησε πρόσφατα.

       Είναι η συγκέντρωση σε έναν τόμο κειμένων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νιάουστα» και αποτελούν αποτέλεσμα πρωτογενούς διεξοδικής και κοπιαστικής έρευνας.     Όπως αναφέρει η συγγραφέας στο εισαγωγικό της σημείωμα: «Η συγγραφή του βιβλίου έχει μεγάλη χρονική διαδρομή. Τα κείμενα άρχισαν να δημοσιεύονται στο περιοδικό «Νιάουστα» από το 2000 ως το 2003. Το 2003 εκδόθηκε το αρχικό βιβλίο, με ανάλογη επεξεργασία και προσθήκες στα ήδη δημοσιευμένα κείμενα. Το βιβλίο περιλάμβανε την Κοραή, τα Καμένα, τα Αλώνια, την Πουλιάνα, τα Μπατάνια και την Αγία Τριάδα, τη Βύρωνος και την Αγίου Κωνσταντίνου. Το 2005 δημοσιεύτηκε στη «Νιάουστα» το κείμενο για τη γειτονιά της Αγίας Παρασκευής. Το 2017 στο ίδιο «Τα λουτρά του Απόστολου Παπαδόπουλου το 1929» και το 2018 «Ο Συνοικισμός». Έτσι έκλεισε ο κύκλος και είμαστε στην ευχάριστη θέση με την παρούσα έκδοση να παραδώσουμε στην πόλη μου ένα ολοκληρωμένο έργο ζωής».

     Η Λ. Σαμαρά, κατάφερε όχι μόνο να καταγράψει τους κεντρικούς, τους μικρότερους δρόμους, τα σοκάκια, μέχρι και τα μικρότερα αδιέξοδα, αλλά και τα σπίτια του κάθε δρόμου, με τις οικογένειες που κατοικούν σε κάθε ένα από αυτά! Παράλληλα καταγράφονται οι σχέσεις (συγγενικές και άλλες) που αναπτύσσονται ανάμεσα στις οικογένειες, αλλά και ανάμεσα στις γειτονιές. «Πρόκειται, πέρα από την καταγραφή σπίτι-σπίτι κάθε γειτονιάς, για μια καταγραφή της κοινωνικής συνύπαρξης των κατοίκων, και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και συνηθειών», αναφέρει στον πρόλογό του, ο Πρόεδρος της Πολιτιστικής Εταιρείας Νάουσας «Αναστάσιος Μιχαήλ Ο Λόγιος», κ. Αλέξανδρος Οικονόμου.

     Τον βιβλίο συμπληρώνουν πολλές φωτογραφίες, οι οποίες χάρη στην σύγχρονη τεχνολογία έχουν «καθαριστεί» και αποτυπώνονται με εξαιρετικό τρόπο στις σελίδες του. «Οι φωτογραφίες μαζεύτηκαν χάρις στην πάρα πολύ μεγάλη προθυμία των Ναουσαίων και στην αγάπη τους ν’ αναβιώσουν οι παλιοί μαχαλάδες μας».

     Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στην συγγραφέα Λευκή Σαμαρά που έφερε σε πέρας αυτό το τιτάνιο έργο και στην Πολιτιστική Εταιρεία για την έκδοση του μοναδικού αυτού βιβλίου, που θα πρέπει να μπει σε κάθε Ναουσαίικο σπίτι!   

16 Ιουν 2026

ΕΠΤΑ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

ΠΑΥΛΟΣ ΡΕΜΟΥΝΔΟΣ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 180, Δεκέμβριος 2025

      Στους φαναριώτες οσποδάρους (ηγεμόνες) της Βλαχίας και της Μολδαβίας στον 18ο αιώνα, αναφέρεται το βιβλίο του Π. Ρεμούνδου, «Επτά Μέρες Στην Κόλαση». Οι περιοχές αυτές τελούσαν υπό οθωμανική κατοχή και για μια μεγάλη χρονική περίοδο-περισσότερο από έναν αιώνα-οι σουλτάνοι διόριζαν επιφανείς φαναριώτες να τις διοικούν.

     Η παρουσία τους εκεί, πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Ελληνισμό. «Με την παρουσία τους στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δημιούργησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα ισχυρά κίνητρα για να προσελκύσουν στις χώρες τους πολλούς καταπιεσμένους Έλληνες ραγιάδες, που βρήκαν έτσι μια διέξοδο σωτηρίας και σιγά-σιγά πλούτισαν με τη βιοτεχνία και το εμπόριο και μπόρεσαν να βοηθήσουν οικονομικά τον αγώνα της ανεξαρτησίας. Διατήρησαν ζωντανή τη φλόγα του Γένους τους και αυτό ήταν έργο δύσκολο, γιατί γινόταν κάτω απ’ τη μύτη των Οθωμανών, χωρίς αυτοί να αντιλαμβάνονται τίποτα. Πόλεις όπως η Κραϊόβα, το Γαλάτσι, η Βραΐλα έγιναν κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου στα χέρια δαιμόνιων και ικανότατων Ελλήνων. Οι περισσότεροι από αυτούς προέρχονταν από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία, περιοχές που βρίσκονταν κοντύτερα στις ηγεμονίες. Από τους κόλπους αυτών των ανθρώπων προήλθαν αργότερα πολλοί εθνικοί ευεργέτες της Ελεύθερης Ελλάδας». Ακόμη προσέφεραν και στους λαούς τους οποίους κυβερνούσαν, αφού ήταν σε γενικές γραμμές καλοί διοικητές και ανέβασαν το βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο των περιοχών.

     Την ιστορία αφηγούνται οι ίδιοι οι οσποδάροι στον συγγραφέα, ο οποίος όταν πέθανε βρέθηκε ανέλπιστα στον Παράδεισο. Τον υποδέχτηκε ο Άγιος Πέτρος αυτοπροσώπως. Του εξήγησε ότι τα αμαρτήματά του ήταν πολύ ελαφρά (πταίσματα) σε σχέση με άλλους «Και επειδή η Κόλαση έχει μπουκώσει και υπάρχει αδιαχώρητο, αποφάσισα τα πταίσματα να τα διοχετεύω στον Παράδεισο».

     Καλός ο Παράδεισος, όμως είναι… αραιοκατοικημένος και με την πλήξη να περισσεύει. Γι’ αυτό ο συγγραφέας ζήτησε ακρόαση από τον Άγιο Πέτρο για να του μεταφέρει ένα αίτημά του: «…σε παρακαλώ να με βάλεις για λίγες μέρες στην Κόλαση, να παίρνω συνεντεύξεις από τους σημαντικούς ανθρώπους που θα συναντώ εκεί και μετά να γυρίσω στη γαλήνη του Παραδείσου και να μετατρέψω όλα αυτό το υλικό σε βιβλίο». Ο κλειδοκράτορας του Παραδείσου αποφάσισε να ικανοποιήσει το αίτημά του, αλλά του δίνει διορία επτά ημερών. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα συνομιλήσει με όσα πνεύματα θελήσουν να του μιλήσουν και στη συνέχεια θα επιστρέψει. Προς έκπληξη του συγγραφέα, θα θελήσουν να του μιλήσουν πολλοί φαναριώτες. Αφ’ ενός για να αφηγηθούν την «ένδοξη» οικογενειακή ιστορία και αφετέρου για να «καθαρίσουν» την υπόληψη των φαναριωτών, για τους οποίους οι περισσότεροι δεν έχουν και την καλύτερη άποψη. «Είναι μια τάξη ανθρώπων, που θεωρεί τον εαυτό της αδικημένο και από την Ιστορία, αλλά και τους λαούς τους οποίους κυβέρνησε, υπηρέτησε και ευεργέτησε. Πρόσφεραν τις υπηρεσίες στους σουλτάνους και αυτοί σε αντάλλαγμα τους κατακρεούργησαν. Αγωνίστηκαν για την ελληνική ανεξαρτησία και οι συμπατριώτες τους, τους αγνόησαν. Όσο για τους ρουμάνους, τις χώρες των οποίων διοίκησαν και εκπολίτισαν, αυτοί οι τελευταίοι τους μίσησαν. Από κανέναν δεν βρήκαν την αναγνώριση και την δικαίωση, που θεωρούν ότι δικαιούνται. Είναι όλοι τους γεμάτοι πικρία, που την κουβαλούν μαζί με τις αμαρτίες τους […] Αναζητούν τη δικαίωση».  

     Την έβδομη μέρα, αφού συνομιλήσει με την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου-Τρικούπη, και θα ετοιμαστεί να επιστρέψει στον Παράδεισο, θα … ξυπνήσει και θα καταλάβει ότι όλο αυτό ήταν ένα όνειρο.

     Με αυτό το εύρημα, ο Π. Ρεμούνδος, μας παρουσιάζει με τρόπο εύληπτο, ευανάγνωστο και… διασκεδαστικό, μια μάλλον άγνωστη, αλλά ενδιαφέρουσα περίοδο της Ελληνικής ιστορίας σε ένα αξιόλογο και αξιανάγνωστο βιβλίο.

     Το βιβλίο συμπληρώνει πίνακας με όλους τους Φαναριώτες ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας, από το 1716 έως το 1834.

     

8 Ιουν 2026

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ CLUES

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΠΗΓΗ
Σελ. 172, Δεκέμβριος 2025

      Στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας κινείται και το τρίτο μυθιστόρημα του Γ. Κουντουράκη, ο τίτλος του οποίου «παίζει» με τον τίτλο του εξαιρετικού τραγουδιού του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (σε στίχους του Γιάννη (Μπαχ) Σπυρόπουλου), «Διδυμότειχο Blues».

     Στο Διδυμότειχο, η εγκληματικότητα του οποίου αγγίζει το μηδέν, δύο νέες γυναίκες εμφανίζονται πολύ νωρίς το πρωί στο αστυνομικό τμήμα. Η μία, η διαζευγμένη Δ. Σερέτη για να καταγγείλει την εξαφάνιση του 12χρονου γιού της Απόστολου και η άλλη, η χήρα Γ. Κεσίδου, την απαγωγή του επίσης 12χρονου γιου της, Μάριου! Όπως πληροφόρησε τον διοικητή του τμήματος υπαστυνόμο Παναγιωτούδη η αξιωματικός υπηρεσίας, «Χθες, νωρίς το βραδάκι, ο γιος της βγήκε για βόλτα και δεν γύρισε σπίτι. Αργά τη νύχτα της τηλεφώνησε κάποιος άγνωστος και της είπε ότι έχει απαγάγει το παιδί και ζήτησε λύτρα ένα εκατομμύριο ευρώ, γνωρίζοντας προφανώς ότι της έχει επιδικαστεί ένα τόσο μεγάλο ποσό. Αν και την απέτρεψε να μιλήσει με μας, αυτή έκρινε ότι έπρεπε να ζητήσει τη βοήθειά μας». Επίσης, όπως έμαθε η αξιωματικός υπηρεσίας συζητώντας με τις δύο γυναίκες «…τα παιδιά δεν φαίνεται να γνωρίζονται, καθώς τελειώνουν διαφορετικά δημοτικά σχολεία. Οι μητέρες, κατά δήλωσή τους, γνωρίζουν η μία την άλλη εξ όψεως, όχι προσωπικά […] Α, και κάτι ακόμη. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε κινητό…». 

       Ο υπαστυνόμος, αφού ολοκλήρωσε τις συνομιλίες του με τις δύο γυναίκες, έδωσε εντολές στο προσωπικό που κινούνταν σε περιπολίες να έχουν την προσοχή τους τεταμένη μήπως εντοπίσουν τον εξαφανισμένο Απόστολο, επικεντρώθηκε στην απαγωγή! Παρά το ότι οι καταθέσεις των μητέρων έδειχναν το αντίθετο, οι ομοιότητες και οι συμπτώσεις τον έκαναν να πιστεύει ότι υπάρχει συνάφεια. «Ο προβληματισμός του ήταν πολύ έντονος για τα επόμενα βήματά του, όχι μόνο εξαιτίας της δυσκολίας των περιστατικών, αλλά και λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε στην περίπτωση της απαγωγής. Μπορεί να ήταν απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Αστυνομίας και να ήταν πιστοποιημένος διαπραγματευτής, εν τούτοις ήταν μόνο τριάντα χρονών και δεν είχε αντιμετωπίσει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν».

       Αποφάσισε  να ζητήσει τη βοήθεια του αστυνόμου Μαυρίδη, της Ασφάλειας Ορεστιάδας. Ο οποίος του είπε ότι ήταν πολύ τυχερός. Γιατί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα βρισκόταν στην περιοχή ένας συνταξιούχος συνάδελφος, που ήταν θρύλος στο Σώμα της Αστυνομίας για τις «αμέτρητες εξιχνιάσεις εγκλημάτων ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση, με χρήση κυρίως του κοφτερού μυαλού του και με σωστή ανάγνωση των στοιχείων», ο Σεραφείμ Παπαγιάννης, γνωστός- λόγω του ονόματός του- ως «αρχιεπίσκοπος». Με τη βοήθειά του, ο υπαστυνόμος θα βρεθεί πολύ κοντά στη λύση του γρίφου…

     Το «Διδυμότειχο Clues», είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με ενδιαφέρουσα πλοκή, που οδηγεί σε ένα συναρπαστικό και απρόσμενο φινάλε. Η λύση δίνεται χάρη στη βοήθεια του «αρχιεπισκόπου» που θυμίζει στον τρόπο με τον οποίο συνθέτει τις διάσπαρτες λεπτομέρειες και αντιλαμβάνεται την βαρύτητα κάποιων στοιχείων φαινομενικά αδιάφορων, τον Βέλγο ντετέκτιβ Hercules Poirot, κεντρικό χαρακτήρα ιστοριών της Agatha Christie, την οποία ο συγγραφέας έχει σαν πρότυπο.   

31 Μαΐ 2026

ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ

ΜΑΡΙΑ ΡΑΠΤΗ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 350, Μάρτιος 2026

      

Ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, είναι το νέο (τρίτο) μυθιστόρημα της Μ. Ράπτη.

     Η Αλίκη Παπαδοπούλου, είναι μια ηθοποιός, η οποία έγινε γνωστή στην τηλεοπτική σειρά «Ένστικτο», που σκηνοθέτησε ο κολλητός  φίλος και συμμαθητής της στη δραματική σχολή, Κρις Αντωνίου. Τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά, ερμηνεύει δεύτερους ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. «Η σειρά αυτή, που φτιάξαμε μαζί ενώ ήμασταν κάτι παραπάνω από είκοσι ετών, όχι μόνο έκανε πραγματικό πάταγο όταν πρωτοπροβλήθηκε, αλλά εξακολουθεί να παίζεται σε επαναλήψεις σχεδόν κάθε καλοκαίρι και παραμένει μάλλον αγαπημένη παρά τα δεκαπέντε χρόνια που έχουν περάσει από τότε […] Έζησα το μπαμ της επιτυχίας και της αναγνωσιμότητας, το απόλαυσα, αλλά ύστερα απέτυχα να το εξαργυρώσω. Αυτή είναι η αλήθεια και έχω μάθει να την αποδέχομαι. Κι εδώ που τα λέμε γιατί να με πειράζει; Αγαπώ τη δουλειά μου, και ξέρω ότι είμαι απίστευτα τυχερή που έχω δουλειά σχεδόν κάθε σεζόν σε μια πόλη τόσο δύσκολη όσο η Θεσσαλονίκη».

     Αντίθετα ο Αντωνίου τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Εργάστηκε στην κινηματογραφική βιομηχανία της Αμερικής, κι έγινε ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε τα δύο κορυφαία Όσκαρ: Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας! Το 2024, επιστρέφει στην Ελλάδα για να σκηνοθετήσει μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή, κι επιλέγει την Αλίκη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή αρχικά έχει αντιρρήσεις. «Παρόλο που η ταινία αυτή είναι κάτι σαν όνειρο ζωής, κάτι που λίγοι ηθοποιοί στην Ελλάδα θα τολμούσαν να ονειρευτούν, η ιδέα όλης της διαδικασίας -του ταξιδιού, των γνωριμιών, των προβών και τελικά των γυρισμάτων-μου προξενεί τώρα έναν φόβο σχεδόν παραλυτικό. Δεν ξέρω πως θα αντικρίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους. Πως θα τους μιλήσω, πως θα τολμήσω να πω το όνομά μου. Πως θα συνεργαστώ μαζί τους, ενώ τουλάχιστον δύο από αυτούς έχουν πάρει Όσκαρ. Και πως θα τα κάνω όλα αυτά χωρίς να είμαι κάποια κομπάρσα, αλλά σχεδόν η πρωταγωνίστρια». Τελικά όμως, μετά και από την αφόρητη πίεση του Αντωνίου, δέχεται!

     Η Αλίκη και ο Αντωνίου, ξεκινούν μαζί για την πανέμορφη ορεινή περιοχή της Ηπείρου, που βρίσκεται το χωριό Μαυρόδασος, όπου θα γυριστεί η ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα γεγονός που σημάδεψε την περιοχή το 1850-60, αλλά αφηγείται μια εντελώς σύγχρονη ιστορία. Θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο Black Forest, που έχει νοικιάσει η παραγωγή για να φιλοξενήσει την πολυάριθμη ομάδα και βρίσκεται στις παρυφές του δάσους.

     Όταν αρχίζουν τα γυρίσματα, η Αλίκη θα αντιληφθεί ότι στο ειδυλλιακό δάσος, κρύβονται μυστικά, που όταν αποκαλυφθούν θα θέσουν σε κίνδυνο ζωές, σχέσεις, καριέρες, αλλά και την ίδια την ταινία. Φαντάσματα θα αναδυθούν από το παρελθόν και θα απαιτήσουν δικαίωση και εκδίκηση.

     Η Μαρία Ράπτη, γίνεται καλύτερη συγγραφέας από βιβλίο σε βιβλίο. Ξέρει πως να δομεί την πλοκή, ξέρει πως να κλιμακώνει το σασπένς, ξέρει πως να κρατά τον αναγνώστη διαρκώς σε εγρήγορση και να ενσπείρει αμφιβολίες σε όσα αυτός πιστεύει, και τέλος, ξέρει πως να τον εκπλήσσει με τις «θεαματικές» ανατροπές που επιφυλάσσει στις τελευταίες σελίδες!      

25 Μαΐ 2026

ΔΕΝΔΡΙΝΩ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΑΝΑΛΕΚΤΟ
Σελ. 78, Απρίλιος 2026

      
Ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα (σε μέγεθος νουβέλας) είναι η πρώτη προσωπική λογοτεχνική προσπάθεια του Π. Χριστίδη, που έχει εκδώσει ήδη ένα δοκίμιο με τίτλο «Η Διπλωματία Του Ανέφικτου».

     Κεντρικός χαρακτήρας είναι η Μαρίκα. Μια νέα γυναίκα που ζει σε ένα μικρό ημιορεινό χωριό και αποτελεί το αντικείμενο του πόθου των αντρών-κάποιων αντρών. Τόσο λόγω της εμφάνισής της, όσο και λόγω του χαρακτήρα και της ιδιοσυγκρασίας της. «Μπορεί τι θάρρος της να ενοχλούσε τις συγχωριανές της, όμως δεν τις σκανδάλιζε πιά». Η Μαρίκα που την αποκαλούσαν Δενδρινώ. «Τη βάφτισαν Μαρίκα, αλλά μικρή τη φώναζαν Δενδρινώ. Γιατί ποτέ στη ζωή της τίποτα από τη φύση δεν θεώρησε κατώτερο από τον άνθρωπο». Που ερωτεύτηκε έναν άντρα με τον οποίο δεν μπόρεσε να ζήσει, αφού το νήμα της ζωής της κόπηκε νωρίς! Που ένας άλλος την αγάπησε βαθιά κι ένας την πόθησε όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, αλλά δεν μπόρεσαν να την αποκτήσουν.

     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με γραφή που ρέει αβίαστα και μια ιστορία που θα συνεπάρει τον αναγνώστη. Με εξαιρετική και διεισδυτική σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των διαδρομών που διανύει ο ψυχισμός τους. Ήρωες που είναι εξ αρχής σχεδόν όλοι συμπαθείς και γίνονται ακόμη περισσότερο λόγω των ματαιώσεων που υφίστανται. Αυτό όμως που το κάνει ξεχωριστό κι ακόμα πιο ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένο. Δεν θέλω να αποκαλύψω περισσότερα και να αφήσω τον αναγνώστη να κάνει τη δική του ανακάλυψη. Γι’ αυτόν τον τρόπο γραφής ο συγγραφέας κάνει ορισμένες επισημάνσεις στον πρόλογό του: «Στο αφηγηματικό σύμπαν που ξεδιπλώνεται στις λέξεις του κειμένου, η αυστηρή χρονολογική ακολουθία συνθλίβεται. Η πραγματικότητα περιγράφεται ως αλληλουχία επεισοδίων που προσομοιάζουν στη χαοτική και συνειρμική λειτουργία της μνήμης, η οποία δεν χρειάζεται να οργανωθεί οπωσδήποτε δε μια γραμμική αφήγηση. Η τελευταία αποτελεί ανθρώπινο εφεύρημα και όχι φυσική λειτουργία του νου. Η ελλειπτικότητα των κειμένων αποτελεί συνειδητή επιλογή».

     Παρουσίαση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου θα γίνει στη Νάουσα, σήμερα Δευτέρα 25 Μαρτίου 2026, στις 7 μ.μ., στην αίθουσα Βέτλανς του Πολυχώρου Πολιτισμού «Χρήστος Λαναράς». Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Γιώργος Λιάμπας, εκπαιδευτικός και η αρχιτέκτονας Κατερίνα Μπαδόλα. Θα προλογίσει ο εκδότης Άκις Θωμαΐδης. 

 

20 Μαΐ 2026

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


ARTURO
PEREZ-REVERTE
Μετάφραση ΤΙΤΙΝΑ ΣΠΕΡΕΛΑΚΗ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 378, Οκτώβριος 2025


      Ένα ακόμη μυθιστόρημα του πολυγραφότατου Ισπανού Α. Πέρεθ-Ρεβέρτε, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες.

     Το καλοκαίρι του 1960, ο βρετανός ηθοποιός Όρμοντ Μπάζιλ, που σιγά-σιγά οδηγείται προς τη δύση της καριέρας του, βρίσκεται μετά από πρόσκληση ενός φίλου του παραγωγού για διακοπές λίγων ημερών στην Κέρκυρα. Ο Μπάζιλ έγινε γνωστός, από την ενσάρκωση του ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς, σε περισσότερες από δεκαπέντε ταινίες.

     Όταν με το σκάφος του φίλου του επισκέφθηκαν το Μικρονήσι, λίγο έξω από τις ακτές της Κέρκυρας, ξέσπασε θαλασσοταραχή με αποτέλεσμα να αποκλειστούν στο νησί. Μέχρι να ηρεμήσει η θάλασσα, κατέλυσαν στο μικρό ξενοδοχείο του νησιού, το Hotel Auslander. «Βρεθήκαμε φυλακισμένοι σ’ εκείνο τη νησί που δεν ήταν μεγαλύτερο από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Παρότι αυτό δεν αποτελούσε παρηγοριά, υπήρχαν και άλλοι επισκέπτες σε παρόμοια θέση […] Συνολικά ήμασταν εννιά άτομα διάφορων εθνικοτήτων. Και όλοι ένοικοι του μοναδικού κατοικημένου μέρους, βρεθήκαμε εκεί με τη θέλησή μας ή αναγκαστικά».

     Οι μέρες κυλούν ευχάριστα. Το φυσικό περιβάλλον είναι μοναδικό και η περιποίηση της ιδιοκτήτριας και του ολιγομελούς προσωπικού εξαιρετική. Ο Μπάζιλ μάλιστα, στο πρόσωπο ενός Ισπανού μυθιστοριογράφου, του Φρανθίσκο (Πάκο) Φοξά, βρήκε έναν φανατικό θαυμαστή. Ο Φοξά είχε δει όλες τις ταινίες του, παραπάνω από μία φορά.

     Την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα θα διαταράξει ο θάνατος μίας από τις ενοίκους. Η 43χρονη Αγγλίδα Ίντιθ Μάντερ, βρέθηκε απαγχονισμένη σε μια μικρή αποθήκη της παραλίας, που χρησιμοποιούσαν οι λουόμενοι για να αλλάζουν τα βρεγμένα τους ρούχα. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ενημερώνει μέσω ασυρμάτου τις αστυνομικές αρχές της Κέρκυρας για την -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- αυτοκτονία της τουρίστριας. Όμως λόγω της θαλασσοταραχής δεν μπορούν να προσεγγίσουν στο νησί. Ένας γιατρός που βρίσκεται ανάμεσα στους ενοίκους θα ζητήσει να εξετάσει πιο προσεκτικά το πτώμα. Μετά την εξέταση θα εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το αν ο θάνατος οφείλεται σε αυτοχειρία, αναστατώνοντας τους υπόλοιπους. Οι οποίοι θορυβημένοι, θα ζητήσουν από τον Μπάζιλ, να πραγματοποιήσει μια έρευνα, μιμούμενος τον χαρακτήρα που ενσάρκωσε τόσες φορές στην οθόνη! Ο Μπάζιλ αρνείται κατηγορηματικά λέγοντας ότι ο Σέρλοκ Χολμς δεν υπήρξε ποτέ, αλλά «είναι ένα λογοτεχνικό εφεύρημα» και ότι «Όταν βλέπετε έναν ήρωα στην οθόνη, στην πραγματικότητα δεν βλέπετε αυτόν, αλλά έναν ηθοποιό ο οποίος κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα να κάνει, δηλαδή να υποδύεται έναν ρόλο». Τελικά όμως υποκύπτει στην φορτική επιμονή των υπόλοιπων. Και τότε τα πράγματα θα πάρουν μια αναπάντεχη τροπή…     

     Το μυθιστόρημα «Το Τελευταίο Πρόβλημα», έχει δύο επίπεδα ανάγνωσης. Στο πρώτο επίπεδο, παρακολουθούμε μια καλογραμμένη περιπέτεια μυστηρίου της οποίας τα στοιχεία αποκαλύπτονται λίγο-λίγο κι ο ένοχος στις τελευταίες σελίδες. Ένας «φόρος τιμής» στον Α. Κ. Ντόιλ και τον εμβληματικό ήρωά του, τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Στο δεύτερο επίπεδο, γίνονται συνεχείς αναφορές στην αστυνομική λογοτεχνία, τα «κόλπα» που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς για να κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά και στην «χρυσή εποχή» του Χόλυγουντ και των αστέρων του κινηματογράφου!   

16 Μαΐ 2026

Ο ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ

ΤΣΙΑΜΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 404, Ιανουάριος 2026

      

Διαφορετική θεματολογία από το πρώτο (54 μέρες-Η πολιορκία και η άλωση της Κωνσταντινούπολης») έχει το δεύτερο μυθιστόρημα του Β. Τσιάμη με τίτλο «Ο Τζογαδόρος».

     Ο Νότης, είναι ένας τριαντάχρονος απόφοιτος της Φιλοσοφικής, που όταν κατά καιρούς αποφασίζει είτε αυτοβούλως είτε μετά από πιέσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του να δουλέψει, εργάζεται ως διορθωτής σε εφημερίδες. Κύρια πηγή όμως του εισοδήματός του, είναι το παράνομο εκείνη την εποχή (τέλη της δεκαετίας του 1990) στοίχημα. Δουλεύει για τον Χοντρό, έναν από τους   μπουκμέϊκερ, που εκμεταλλευόμενος την ροπή των Ελλήνων στον τζόγο, προσφέρει- ασφαλές για τον ίδιο- στοίχημα. Γι’ αυτό χρειάζεται και τον Νότη. «Η δουλειά του ήταν να διαβάζει […] τα πάντα γύρω από τις κατηγορίες ποδοσφαίρου της Αγγλίας εκτός από την Premier League, δηλαδή την Championship, τη League One και τη League Two και να λέει την άποψή του για τα παιχνίδια. Ποια ήταν εκείνα που εμπεριείχαν υψηλό ρίσκο για τον μπουκμέικερ. Μελετούσε συστηματικά τα νέα των Μικρών Αγγλίδων, όπως τις είχε βαφτίσει, ότι στοιχεία μπορούσε να βρει περιδιαβάζοντας στα σάιτ των αγγλικών εφημερίδων».

     Παράλληλα είναι και ο ίδιος εθισμένος στον τζόγο και κυρίως στο στοίχημα. «…πίστευε πως είχε μεγάλο ταλέντο στον τζόγο και θεωρούσε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον ευνοούσε η συγκυρία για να το αποδείξει». Αυτό σε απλά ελληνικά σήμαινε ότι ήταν διαρκώς χαμένος, πράγμα που του δημιουργούσε πολλά προβλήματα στις σχέσεις του, και κυρίως σε αυτές με το αντίθετο φύλο.

     Όταν η γυναίκα της ζωής του, η Αριάδνη, τον χωρίζει λόγω της συμπεριφοράς του, θα βρει καταφύγιο στην αγκαλιά μιας σαραντάχρονης καλοδιατηρημένης Μολδαβής πόρνης. Μέχρι τη στιγμή που θα έρθει η συντριβή. «…χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος από τι ορμώμενος, μια και η ζωή του μέχρι τώρα δεν τον είχε δικαιώσει, θεωρούσε ότι είχε ισχυρή θέληση κι αυτοκυριαρχία και ότι μπορούσε σαν χαμαιλέοντας να προσαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις, οσοδήποτε θλιβερές και επώδυνες κι αν είναι αυτές, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος. Μονάχα όταν διαπίστωσε την έκταση του αποκλεισμού του από την κοινωνία, από τον επαγγελματικό του περίγυρο, από το οικογενειακό του περιβάλλον και από τους φίλους του, προσπάθησε να αντιδράσει. Αλλά ήταν πλέον αργά».

     Το μυθιστόρημα «Ο Τζογαδόρος» είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα των εθισμένων με τον τζόγο σε κάθε του μορφή (φρουτάκια, ιππόδρομος, καζίνο, λαχεία, χαρτοπαιξία, στοίχημα κλπ). Παράλληλα είναι και μια μοναδική τοιχογραφία μιας Ελλάδας στην οποία κυριαρχούν άνθρωποι και συμπεριφορές που κόστισαν και κοστίζουν πολλά, στους δύστυχους κατοίκους αυτής της χώρας!   

7 Μαΐ 2026

Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ

RILEY SAGER
Μετάφραση ΚΕΛΛΗ ΚΡΙΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 468, Νοέμβριος 2025

 

     Το ψυχολογικό θρίλερ «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι το δεύτερο μυθιστόρημα του Αμερικανού R. Sager (ψευδώνυμο του Todd Ritter).

     Το 1929, στις ακτές την πολιτείας Μέιν, που βρίσκεται στην βορειοανατολική περιοχή των ΗΠΑ, συνέβη ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Στην παραθαλάσσια έπαυλη της οικογένειας Χόουπ, μια νύχτα του Οκτώβρη που το προσωπικό είχε ρεπό, τρία από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας δολοφονήθηκαν. Το τέταρτο μέλος, η 17χονη Λενόρα, η μοναδική που επέζησε, ήταν η βασική ύποπτη. «Θα μπορούσε ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι να σκοτώσει τρεις ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο; Αυτά ήταν εγκλήματα που απαιτούσαν μυϊκή δύναμη. Να κόψει τον λαιμό του πατέρα της. Να μαχαιρώσει την μητέρα της. Να δέσει μια θηλιά γύρω από το λαιμό της αδερφής της και να την σηκώσει προς τον θάνατο». Παρά τις εντατικές έρευνες της αστυνομίας και τις συνεχείς ανακρίσεις, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν την Λενόρα, η οποία ισχυριζόταν πως κοιμόταν στο δωμάτιό της στο επίμαχο χρονικό διάστημα και δεν άκουσε τίποτα! Η υπόθεση έκλεισε για την αστυνομία χωρίς ποτέ να βρεθεί ο ένοχος, αλλά στην συλλογική άποψη των κατοίκων της περιοχής, η Λενόρα ήταν η φόνισσα! Μάλιστα βγήκαν και τραγουδάκια, που αναφέρονταν  στο γεγονός.

     Το 1983, η Κίτριζ (Κίτι) Μακ Ντίρι, είναι μέλος του προσωπικού του πρακτορείου «Φροντιστές κατ’ Οίκον Γκερλέν» που ειδικεύεται «…στη μακροχρόνια κατ’ οίκον φροντίδα-ένα από τα μοναδικά γραφεία του Μέιν που προσφέρουν αυτή την υπηρεσία. Στους τοίχους του γραφείου υπάρχουν αφίσες με χαμογελαστές νοσοκόμες, παρόλο που, όπως κι εγώ, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού του πρακτορείου δεν μπορεί να διεκδικήσει νόμιμα τον τίτλο του νοσοκόμου».

     Το πρακτορείο της αναθέτει να πάει στην έπαυλη των Χόουπ, για να φροντίζει την ηλικιωμένη πια Λενόρα, η όποια όλα αυτά τα χρόνια ζει έγκλειστη και μετά από μια σειρά εγκεφαλικά επεισόδια είναι σχεδόν παράλυτη (μπορεί να κινήσει μόνο το αριστερό της χέρι). Επικοινωνεί με το προσωπικό μόνο χτυπώντας το χέρι της μία ή δύο φορές, ανάλογα όταν θέλει να πει όχι ή ναι, αλλά και πληκτρολογώντας με πολύ κόπο σε μια παλιά γραφομηχανή που βρίσκεται στο δωμάτιό της. Η Κίτι χρειάστηκε να αναλάβει την φροντίδα της, επειδή η προηγούμενη «φροντίστρια», εγκατέλειψε μια νύχτα τη θέση της.

     Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της φροντίδας από την Κίτι, η Λενόρα γράφει μια δελεαστική πρόταση. Αποφάσισε να αποκαλύψει στην Κίτι, μετά από πενήντα πέντε χρόνια, τι έγινε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη του 1929. «Έπειτα από δεκαετίες σιωπής, η Λενόρα Χόουπ θέλει να τα πει όλα. Και πρέπει να αποφασίσω αν θέλω να τα ακούσω. Ένα κομμάτι μου σκέφτεται, προφανώς, ναι. Αυτό το μέρος με το δολοφονικό παρελθόν του, την κλίση που μπερδεύει το μυαλό και το γενικότερο σκυθρωπό πλαίσιο, είναι ήδη πολύ δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Υποψιάζομαι ότι θα ήταν ευκολότερο αν ήξερα τι συνέβη εκείνη τη νύχτα-και τον ρόλο που έπαιξε η Λενόρα. Ειδικά επειδή θα είμαι αυτή που θα περάσει τον περισσότερο χρόνο μαζί της. Αυτή που είναι επιφορτισμένη με το να την ταΐζει, να την κάνει μπάνιο, να την ντύνει, να την κρατάει ζωντανή […] Υπέθεσα ότι ήθελε να πει την ιστορία της σε μια προσπάθεια να καθαρίσει επιτέλους το όνομά της». 

     Όσο προχωρά η αφήγηση, η Κίτι αντιλαμβάνεται ότι η Λενόρα δεν λέει όλη την αλήθεια. Υπάρχουν μυστικά που δεν διατεθειμένη να αποκαλύψει. Μυστικά που ίσως θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή της Κίτι…

      Το «Η Μόνη Που Απέμεινε» είναι ένα ανατριχιαστικό θρίλερ. Οι ανατροπές που επιφυλάσσει είναι ολότελα απρόσμενες. Η πλοκή μοναδική. Δύο πράγματα όμως ξεχωρίζουν ιδιαίτερα: η απόδοση της παρακμιακής, ζοφερής ατμόσφαιρας, σε ένα κτίριο που καταρρέει, αλλά κυρίως η αριστοτεχνική περιγραφή των χαρακτήρων, που σημαδεύονται από τα τραύματα του παρελθόντος. Ένα μυθιστόρημα ιδιαίτερης πολυπλοκότητας, που θα μείνει στο μυαλό του αναγνώστη, για καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης!

30 Απρ 2026

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΦΟΝΟΣ

ΕΛΕΝΑ ΜΠΟΛΟΝΑΣΗ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 330, Ιανουάριος 2026

   Τις προσπάθειες του τμήματος Ανθρωποκτονιών, για την ταυτοποίηση, τον εντοπισμό και τη σύλληψη ενός κατά συρροή δολοφόνου που οι αστυνομικοί αποκαλούν «παραμυθά», περιγράφει το μυθιστόρημα της δικηγόρου-εγκληματολόγου Ε. Μπολονάση.

     Ο «παραμυθάς» πραγματοποιεί δολοφονίες που παραπέμπουν στα πιο γνωστά παραμύθια, μόνο που το τέλος τους, δεν είναι χαρούμενο κι ευτυχισμένο, αφού το ξαναγράφει με τον δικό του τρόπο. «Είχα γράψει το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Έτσι όπως πρέπει, με το σωστό τέλος, όπου ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει πραγματικά».

     Ο «παραμυθάς» είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, σχολαστικός και μεθοδικός. Στους τόπους των εγκλημάτων η ομάδα του αστυνόμου Πετρίδη που έχει αναλάβει την υπόθεση, δεν βρίσκει κανένα στοιχείο, εκτός από αυτά που τοποθετεί ο δολοφόνος πάνω στα θύματά του και συνθέτουν την «υπογραφή» του «…εκτός από τη σκισμένη σελίδα, η υπογραφή του δράστη περιλάμβανε τουλάχιστον ένα κόκκινο αντικείμενο». Το μόνο που εντόπισαν οι αστυνομικοί είναι ότι «χτυπάει» πάντα την τρίτη μέρα του μήνα.

      Την δύσκολη κατάσταση έρχεται να επιτείνει η ασθένεια του αστυνόμου Πετρίδη που θα τον κρατήσει αρκετές μέρες εκτός δράσης. Στις έρευνες θα τεθεί επικεφαλής η υπαστυνόμος Νίκη Δελή, η οποία «μετατέθηκε στο Ανθρωποκτονιών έπειτα από πολύ σκληρή ατομική προσπάθεια». Τώρα για μια ακόμη φορά θα χρειαστεί να αποδείξει την αξία της. «Πρώτη φορά που θα έπρεπε να δουλέψει σε μια υπόθεση χωρίς τον Πετρίδη επικεφαλής. Η απουσία του της κόστισε τόσο πολύ, που αναρωτιόταν αν θα της άρεσε πραγματικά η δουλειά αν δεν τη στήριζε τόσο πολύ ο αστυνόμος».

     Η ομάδα έρευνας, αφού δεν μπόρεσε να εντοπίσει στοιχεία για τον θύτη, στράφηκε στο παρελθόν των θυμάτων. Κι εκεί προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία. «Το βασικό κοινό στοιχείο σε όλους τους φόνους είναι ο τύπος θυμάτων. Δεν αφορά αν είναι άντρας ή γυναίκα ούτε τον αφορά η ηλικία του θύματος. Δεν έχει σημασία αν είναι ο ίδιος γονιός ή αν μεγαλώνει κάποιο παιδί. Πρέπει όμως το θύμα να βρίσκεται κοντά σε ένα ή περισσότερα παιδιά για κάποιο λόγο και πρέπει να έχει βλαπτική συμπεριφορά προς το προστατευόμενο ανήλικο».

     Όμως ακόμη κι έτσι, ο εντοπισμός και η αποκάλυψη του δολοφόνου δεν είναι εύκολη υπόθεση…  

     Το «Μια Φορά Κι Ένας Φόνος» είναι μια καλογραμμένη αστυνομική ιστορία, με έξυπνο μύθο και πλοκή, προσεκτικά σχεδιασμένους χαρακτήρες, σασπένς, ρεαλιστικές σκηνές και μια «επική» ανατροπή λίγο πριν το φινάλε! Παράλληλα, βάζει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για το ζήτημα της αυτοδικίας, αφού ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, θεωρεί τον εαυτό του «εκδικητή» που έρχεται να διορθώσει τις αδικίες του κόσμου, για να ξορκίσει έτσι τα δικά του τραύματα!

20 Απρ 2026

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΟΠΑΛΙΔΗΣ

      Γεννήθηκε στη Δράμα. Έζησε τα μαθητικά του χρόνια σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης, όπου ολοκλήρωσε και τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Εργάζεται ως δικηγόρος-νομικός σύμβουλος επιχειρήσεων. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στον τοπικό Τύπο. Έργα του: «Προσφυγολόγιον» (ιδιωτική έκδοση, 2014), «Καδέρνο» (Πνοή, 2021), «Αλάτι Χοντρό» (Ανάλεκτο, 2025).

 

     Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Αλάτι Χοντρό»;

     Ως προς τη θεματολογία, συγκεκριμένοι άνθρωποι στον κοινωνικό και επαγγελματικό μου περίγυρο και ο τρόπος που στάθηκα κριτικά, ενίοτε άδικα, απέναντί τους. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις του βιβλίου ήρθαν για να αποδώσουν και να «ντύσουν» λογοτεχνικά αυτά που ήθελα να γράψω.

     Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα με αυτό και ποιο;

     Η άποψή μας για κάποιον, κάποια ή κάτι διαμορφώνεται από την εικόνα που έχουμε σχηματίσει, η οποία, με την διαφορετική ικανότητα αντίληψης και τις διαφορετικές προσλαμβάνουσες που έχει ο καθένας μας, είναι δεδομένα υποκειμενική, πολύ συχνά ελλιπής ή και διαστρεβλωμένη. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να περιορίζει τις βεβαιότητές μας για πρόσωπα, καταστάσεις, ιδεολογίες, κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα να περιορίζεται δραστικά η ανεκτικότητα και η κατανόηση που επιδεικνύουμε προς τους γύρω μας.

     Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Σταύρος Περιπολής, είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος
χαρακτήρας. Είχατε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο υπ’ όψη όταν τον δημιουργούσατε; 

     Συνειδητά «ενσωμάτωσα» στην προσωπικότητα και την εν γένει εικόνα του στοιχεία από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που έχω γνωρίσει. Ασυνείδητα σίγουρα ότι θα υπάρχουν και άλλα, λιγότερο επιδραστικά.

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;

     Είναι θέμα ορισμού και παραδοχών. Θεωρώντας ότι η λογοτεχνία, για να είναι τέτοια, δεν μπορεί να αφορά μόνο τον δημιουργό και τους περί αυτόν, θεωρώ ότι είναι εξόχως κοινωνική πράξη, αδιαφόρως του θετικού ή αρνητικού προσήμου.

     Μπορεί η λογοτεχνία να δρομολογήσει αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο;

     Σε παλαιότερες εποχές ίσως να μπορούσε. Στις μέρες μας πιστεύω ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, τουλάχιστον σε κρίσιμη κλίμακα. Η όλο και μεγαλύτερη ευκολία δημοσίευσης και προβολής τεράστιου αριθμού έργων που αξιώνουν, καλώς ή κακώς, να χαρακτηρίζονται «λογοτεχνικά», αναπόφευκτα έχει χαμηλώσει την ποιότητα και, για τον λόγο αυτό, την επιδραστικότητα.

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;

     Όταν τυπώθηκε το «Προσφυγολόγιον», πριν αρκετά χρόνια, ένα κείμενο μόλις 30 μικρόσχημων σελίδων, αισθάνθηκα πολύ μεγάλη χαρά και άλλο τόσο βάρος από την πρώτη δημόσια έκθεση, παρόλο που είχε ήδη διαβαστεί ηλεκτρονικά, έστω από ευάριθμους αναγνώστες και είχα λάβει πολύ θετικά σχόλια. Αντίστοιχα, όταν τυπώθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Καδέρνο», και πάλι η χαρά ήταν αδιαμφισβήτητα παρούσα, αλλά, όπως ανακαλώ στη μνήμη μου, η αγωνία της υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό υπερτερούσε.

     Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;

     Ακόμη και όταν πιάσω το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου, για κάποιο διάστημα συνεχίζουν να με προβληματίζουν, εάν γράφτηκαν κάποια πράγματα όπως τους έπρεπε, αν αναδείχθηκαν τα όσα είχα στο μυαλό μου για τον καθένα απ’ αυτούς. Όσο περνάει ο καιρός με απασχολούν όλο και λιγότερο. Αυτονομούνται και απλά παρακολουθώ την πορεία τους μέσα από όσα μου μεταφέρουν γι’ αυτούς οι αναγνώστες. Είναι καλοί ή κακοί, συμπαθείς, αδιάφοροι ή αντιπαθείς και, με εμφανή εγωπάθεια, με γοητεύει να ακούω και να συζητώ γι’ αυτούς, ως ο «δημιουργός» τους.

     Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;

     Κάποια από αυτά σίγουρα, κάποια όχι, τουλάχιστον υπό τις αυτές συνθήκες και με την ίδια ένταση. Η αποτύπωση συναισθημάτων διαφόρων αποχρώσεων σε κείμενο και η προσπάθεια να «περάσουν» στον αναγνώστη, είναι ίσως η πιο δύσκολη άσκηση και πρόκληση για τον συγγραφέα. Δεν μπορώ να φανταστώ να πετυχαίνει, εάν δεν τα έχει τουλάχιστον ψηλαφίσει ο ίδιος.

     Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;

     Ως γενική εικόνα, δεν νομίζω. Είμαι βέβαιος ότι κουβαλώ ορισμένα χαρακτηριστικά κάποιων από αυτούς.

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;

     Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος. Είναι θέμα συγκυρίας ή τρόπου δημοσίευσης. Π.χ. κάποια μικρά κείμενα μπορεί να δημοσιευτούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάποια άλλα να σταλούν σε μέλος της οικογένειας, φίλη ή φίλο.

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;

     Σκέφτομαι ότι, αφού μου αρέσει το πίσω μπρος στο χρόνο και οι ιστορίες μου δεν έχουν γραμμική εξέλιξη, θα ήταν πολύ χρήσιμο για τον ίδιο τον αναγνώστη να έχει καλή μνήμη, ιδίως εάν δεν έχει συνεχόμενο χρόνο για ανάγνωση. Φυσικά και φαντασία, από τις λέξεις να μπορεί να κάνει εικόνες, να γεύεται, να οσφραίνεται, να βιώνει αισθήματα.

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;

     Απερίφραστα ναι, όχι πάντοτε με ικανοποίηση. Η συγγραφή για μένα εξυπηρετεί πρωτίστως την αυτογνωσία.

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;

     Δεν μπορώ να ανακαλέσω κάτι τέτοιο. Διαβάζοντας κατά την διάρκεια και για τις ανάγκες της συγγραφής, έχω μάθει πολλά και άκρως ενδιαφέροντα πράγματα, έχω κατανοήσει καλύτερα κάποια άλλα και κάποιες φορές άλλαξα την ρότα που είχα στο μυαλό μου να ακολουθήσω στην συγγραφή. Δεν μπορώ να εντοπίσω αλλαγή πεποιθήσεων. Ίσως ενδόμυχα, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, οι πεποιθήσεις οδηγούν την συγγραφή.  

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;

     Μια από τις μεγαλύτερες χαρές που έχω πάρει από την συγγραφή. Τα βιβλία ήταν η αφορμή για εκ νέου επαφή με ανθρώπους που είχαμε χαθεί, όπως και για νέες, πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για δια ζώσης συνομιλία με αναγνώστες. Μιλώ κυρίως για ανταλλαγές μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και στις παρουσιάσεις κάποιου βιβλίου οι συζητήσεις είναι χρονικά και θεματικά περιορισμένες, για ευνόητους πρακτικούς λόγους.

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;

     Ναι, πολλές φορές. Ιδίως συνάφειες, συσχετισμούς και συμβολισμούς που δεν είχαν περάσει καθόλου από το μυαλό μου.

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;

     Η αναγνωστική παρακαταθήκη είναι αρκετά πλούσια και είναι βέβαιο ότι έχω αρυσθεί στοιχεία από διάφορους. Δεν μπορώ να απομονώσω κάποιον.

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;

     Παρόλη την βιολογική ηλικία μου, συγγραφικά, με δύο μόνο εκδοθέντα μυθιστορήματα, δεν έχω μπει ίσως ακόμη ούτε καν στην εφηβεία, Ζω με την ελπίδα να προλάβω να ενηλικιωθώ και απαντώ με την ελάχιστη προσωπική εμπειρία: δύσκολη είναι η σύλληψη της ιδέας και ο καθορισμός της αρχικής στόχευσης. Από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η γραφή, τα πράγματα μου φαίνονται πολύ πιο εύκολα. Γράφω γρήγορα, προσαρμόζω καταστάσεις στον τόπο και τον χρόνο, εμφανίζω ή εξαφανίζω πρόσωπα, αλλάζω πορεία και στόχους. Από ένα σημείο και πέρα, ανεξήγητα και μαγικά, η μυθοπλασία αυτονομείται και τραβάει τον δρόμο της. Η επόμενη μεγάλη δυσκολία είναι το τέλος. Πότε και πώς θα μπει η παύλα μετά την τελεία.

Τι είναι το γράψιμο για μένα; Όσο και αν ακούγεται κλισέ, το γράψιμο μυθοπλασίας είναι η διαφυγή από την πεζή καθημερινότητα, η καταφυγή στην ρουτίνα, η αποφυγή της ανίας. Γενικότερα, μια υπεκφυγή από τα σοβαρά και σημαίνοντα. Όλα αυτά με δεδομένο ότι η συγγραφή για μένα δεν αποτελεί μέσο βιοπορισμού και δεν συνδέεται με προθεσμίες και χρόνους παράδοσης στον εκδότη.

     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Όχι, δεν υπάρχει τίποτε έτοιμο. Μόνο δύο ιδέες, εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Ελπίζω μέσα στο ερχόμενο καλοκαίρι να ξεκινήσει η μια από αυτές να αποτυπώνεται σε κάποιο ψηφιακό αρχείο.

Σας ευχαριστώ πολύ!

 

 

14 Απρ 2026

ΠΡΟΔΟΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

ΣΠΥΡΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 312, Φεβρουάριος 2026

      Τον μήνα που διανύουμε, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την έξοδο του Μεσολογγίου.

     Το Μεσολόγγι, λόγω της κομβικής του θέσης-αποτελούσε το πέρασμα ανάμεσα στην Ήπειρο και τη Ρούμελη-ήταν σημαντικό για την επιτυχία κάθε επαναστατικής κίνησης. Αυτό «…οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη γεωγραφική ιδιομορφία του Μεσολογγίου που δυσκόλευε την ανάπτυξη μεγάλων στρατιωτικών μονάδων σε συνδυασμό με τα ελώδη εδάφη. Το γεγονός αυτό εδραίωσε τον ρόλο του Μεσολογγίου ως βασικού προπύργιου στη Δυτική Ελλάδα και λειτούργησε καθοριστικά για κάθε σχεδιασμό και των δύο πλευρών».

     Η πόλη επαναστάτησε στις 20 Μαΐου 1820. Η τουρκική φρουρά παραδόθηκε στους προκρίτους και ο τουρκικός πληθυσμός απομακρύνθηκε χωρίς να σημειωθούν έκτροπα. Η πρώτη προσπάθεια για την ανακατάληψη της πόλης από τους Τούρκους, έγινε το 1822 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος) από τον Κιουταχή χωρίς επιτυχία.

     Την επόμενη χρονιά, επιχειρήθηκε νέα πολιορκία, αλλά το εκστρατευτικό σώμα δεν έφτασε καν στο Μεσολόγγι, αφού ηττήθηκε στο γειτονικό Αιτωλικό.

     Η δεύτερη, καλύτερα προετοιμασμένη πολιορκία, άρχισε τον Απρίλιο του 1825. «…στις 23 Απρίλη 1825, ο Κιουταχής θα στήσει το «ορδί» (στρατόπεδο) του έξω από το Μεσολόγγι. […] Η Β! Πολιορκία της πόλης ξεκινούσε…». Τον Κιουταχή ήρθε να ενισχύσει στο τέλος της χρονιάς και ο Ιμπραήμ, (κάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για την συνέχιση της
επανάστασης που αργόσβηνε, αφού ελαττώθηκε η στρατιωτική πίεση στην Πελοπόννησο). Παρ’ όλα αυτά το Μεσολόγγι δεν έπεφτε! Αυτό όμως που δεν κατάφεραν οι τουρκο-αιγυπτιακές ορδές, το κατάφερε η αγγλόφιλη κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία βέβαια, ήταν πλήρως ελεγχόμενη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. «…η κυβέρνηση Κουντουριώτη, είχε όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσει το Μεσολόγγι και την υποχρέωση να φροντίσει τις οικογένειες των αγωνιστών. Δεν έκανε τίποτα από τα δύο, προτίμησε να ξοδεύει τις λίρες των δανείων για την εξαγορά υποστηρικτών…». Η εγκατάλειψη και η αδιαφορία, οδήγησε τους πολιορκημένους  σε δυσχερέστατη θέση, παρά το γεγονός ότι «Όλοι εχθροί και φίλοι, κατανοούσαν πως η τύχη της Επανάστασης κρινόταν στη λιμνοθάλασσα. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κιουταχής έδωσε εντολή και κατασκεύασαν το «μνημούρι» του, τον τάφο του, έξω από τη σκηνή του, θέλοντας να δείξει πως επρόκειτο για αγώνα ζωής και θανάτου. Και το εννοούσε καθώς εκτός από τη συνειδητοποίηση της κρισιμότητας της έκβασης της πολιορκίας, η εντολή του σουλτάνου ήταν σαφής: «Το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου». Και ο σουλτάνος το εννοούσε! Όσο για την επαναστατημένη Ελλάδα, είχε μια μεγάλη ευκαιρία να κερδίσει μόνη την ελευθερία της. Το κατανοούσαν όλοι, το ερώτημα είναι αν το ήθελαν όλοι. Και οι μεν εχθροί προφανώς δεν το ήθελαν. Το ερώτημα είναι αν το ήθελαν όλοι οι φίλοι…».  

     Σαν μόνη λύση, οι πολιορκημένοι είδαν την έξοδο. Αποφασίστηκε να γίνει το βράδυ της 9ης προς 10η Απριλίου και καταστρώθηκε ένα προσεκτικό σχέδιο. Όμως αυτό δεν τηρήθηκε με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση και να επακολουθήσει σφαγή. Υπολογίζεται ότι οι νεκροί έφτασαν τους 4 χιλ., οι αιχμαλωτισθέντες τους 3 χιλ., ενώ εκείνοι που διασώθηκαν ήταν περίπου 2 χιλ.  

     Το ιστορικό δοκίμιο «Προδομένο Μεσολόγγι», εξετάζει το γιατί το Μεσολόγγι αφέθηκε στην τύχη του, ποιοι και γιατί υπονόμευσαν τον ηρωικό του αγώνα κι αν τελικά ήταν αδύνατη η στήριξη των πολιορκημένων όπως διατείνονται ορισμένοι, τη στιγμή μάλιστα που τα ταμεία ήταν γεμάτα, αφού μόλις είχαν φτάσει στην Ελλάδα τα δύο δάνεια 2 εκατ. και 800 χιλ. χρυσών λιρών αντίστοιχα! Η αίσθηση όλων, ήταν πως αν οι πολιορκημένοι είχαν εφόδια για λίγες ακόμη μέρες, η πολιορκία θα είχε λήξει. Χαρακτηριστική είναι η ρήση του Ιμπραήμ: «Σαν το χιόνι του βουνού θα λιώναμε αν το Μεσολόγγι είχε τροφές για 15 ημέρες ακόμη». Μια νίκη στο Μεσολόγγι, θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική Ελλάδα. Μια χώρα που θα είχε κερδίσει μόνη της την ελευθερία της και δεν θα ήταν μια χώρα εξαρτημένη και υποχρεωμένη να υπογράφει «Πράξεις Υποτέλειας», που τη μετέτρεπαν σε βρετανικό προτεκτοράτο.

     Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, συμπληρώνεται με πρόλογο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Παντελή Μπουκάλα, καθώς κι ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία!

6 Απρ 2026

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ;
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σελ. 330, Οκτώβριος 2025

      Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε μια εμπεριστατωμένη μελέτη για τον σιδηρόδρομο στην Ελλάδα. Για την ώρα, έχουμε στα χέρια μας το πρώτο μέρος, που αφορά το χρονικό διάστημα από το 1936 (αν και γίνονται αναφορές στην προγενέστερη κατάσταση) μέχρι το 1966. «Ο σιδηρόδρομος είχε το πάνω χέρι στην υπανάπτυκτη Ελλάδα του 19ου αιώνα, όταν και δημιουργήθηκαν τα πρώτα δίκτυα, μέσω παραχωρήσεων σε ιδιωτικά-τραπεζικά κονσόρτσιουμ…». Αργότερα αναμένεται η κυκλοφορία του δεύτερου τόμου.

     Η πολυσέλιδη αυτή μελέτη, επιχειρεί να απαντήσει σε μια σειρά από καίρια ερωτήματα που αφορούν τον σιδηρόδρομο. «Γιατί δεν έχουμε σύγχρονο σιδηρόδρομο; Γιατί χρεοκοπεί εδώ κι εκατό χρόνια, μια φορά σε κάθε γενιά; Γιατί οι επενδύσεις ενός αιώνα δεν πιάνουν τόπο; Γιατί οι σιδηρόδρομοί μας είναι μετέωροι την ώρα που σε όλον τον πλανήτη θριαμβεύουν; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα που θα διαβάσετε εδώ. Την ξεκίνησα την επομένη του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών-μιας τραγωδίας η οποία στοίχισε τη ζωή σε πενήντα επτά συνανθρώπους μας και μας συγκλόνισε όλους».

     Η τοποθέτηση της έναρξης της μελέτης στο 1936, δεν είναι καθόλου τυχαία. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προετοιμαζόμενο για τον πόλεμο, έκανε μεγάλες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους, αφού θεωρούσε (σωστά όπως αποδείχτηκε αργότερα στην πράξη), ότι ήταν το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε να μεταφέρει με ταχύτητα, προσωπικό κι εφόδια. Τις ημέρες της επιστράτευσης τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1940, διακινήθηκαν προς τα μέτωπα περισσότεροι από 300 χιλ. άνδρες, 100 χιλ. άλογα και ημίονοι, καθώς και μεγάλος αριθμός οπλισμού και λοιπόν εφοδίων. «Τα σιδηροδρομικά δίκτυα πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη εποποιία της ιστορίας τους, προωθώντας στο μέτωπο κατά μέσον όρο 84 τρένα τη μέρα, επίδοση που φαντάζει απίστευτη σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη τα μέσα και τις τεχνολογίες της εποχής. Σε όλα τα δίκτυα, χιλιάδες σιδηροδρομικοί (ακόμη και συνταξιούχοι που ανακλήθηκαν στην υπηρεσία), εργάστηκαν νυχθημερόν ώστε  να εξασφαλίσουν μια πρωτοφανή σε μέγεθος μετακίνηση στρατευμάτων και υλικών».

     Το πρώτο μέρος της μελέτης ολοκληρώνεται με όσα συνέβησαν το 1966, χρονιά που χαρακτηρίστηκε «έτος καμπή» για την εξέλιξη των σιδηροδρόμων.

    Αλγεινή εντύπωση-και ίσως δείγμα του πόσο απαξιωτικά αντιμετωπίστηκε ο σιδηρόδρομος υπέρ των οδικών μέσων-προκαλεί το γεγονός ότι στο αρμόδιο υπουργείο Μεταφορών, δεν υπάρχει αρχείο για το σιδηρόδρομο, ενώ το αρχείο του ΟΣΕ που διασώθηκε την ύστατη στιγμή από την καταστροφή, βρίσκεται σε διαδικασία οργάνωσης.

     Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας μπόρεσε να εντοπίσει έγγραφα σε άλλα αρχεία που σε συνδυασμό με εκτενή βιβλιογραφία, του επέτρεψαν να ολοκληρώσει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, τραγικά επίκαιρη λόγω της έναρξης της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών και ιδιαίτερα διαφωτιστική έρευνά του. Θα περιμένουμε με αδημονία το δεύτερο μέρος!     

31 Μαρ 2026

Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΦΤΑΨΥΧΟΣ ΙΤΑΛΟΣ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ/ ΜΑΡΙΝΑ ΓΟΥΣΙΑ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 180, Σεπτέμβριος 2025

      Μια μάλλον, άγνωστη στο ευρύ κοινό σειρά γεγονότων του Β! Παγκοσμίου πολέμου, περιγράφει το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα.

     Τον Σεπτέμβριο του 1943, στην Κεφαλονιά, γράφτηκε μια ακόμη μελανή σελίδα αγριότητας από τον γερμανικό στρατό. Όταν στις 8 Σεπτεμβρίου, η Ιταλία συνθηκολόγησε, η μεραρχία Άκουι στρατοπέδευε στην Κεφαλονιά. Η θέση του νησιού, που βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με την Πελοπόννησο, ένα από τα πιθανά σημεία εισβολής στην Ευρώπη των Συμμάχων,  δικαιολογούσε την ύπαρξη μιας μεγάλης ιταλικής μονάδας στρατού. Οι σχέσεις του ντόπιου πληθυσμού με τους Ιταλούς ήταν σε καλό επίπεδο και δεν υπήρχαν εντάσεις μεταξύ τους. Παράλληλα στο νησί υπήρχαν και μικρές γερμανικές φρουρές. «…όταν έμαθαν για τη συνθηκολόγηση, ξέσπασε ενθουσιασμός με τους στρατιώτες να πανηγυρίζουν μαζί με τους Έλληνες, να αγκαλιάζονται στην κεντρική πλατεία του Αργοστολίου, να χτυπάνε οι καμπάνες. Ακόμα και οι Γερμανοί στρατιώτες πανηγύριζαν. Όλοι ήταν πεπεισμένοι ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει και άνοιγε ο δρόμος του γυρισμού στο σπίτι. Οι πιο έμπειροι όμως, υποψιάστηκαν ότι τώρα αρχίζει ο πόλεμος». Και όπως αποδείχτηκε είχαν δίκιο!

     Σύντομα οι Γερμανοί θέτουν τον στρατηγό Αντόνιο Γκαντίν, διοικητή των ιταλικών δυνάμεων, ενώπιον τριών επιλογών: «Ή συνεχίζετε να πολεμάτε στο πλευρό μας ή θα παραδώσετε τα όπλα ή θα πολεμήσετε εναντίον μας». Κι ενώ ο στρατηγός ξεκινούσε διαπραγματεύσεις προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να διασώσει τους 11.000 άντρες που είχε υπό τη διοίκησή του, μια άστοχη ενέργεια δύο αξιωματικών του, έδωσαν αφορμή στους Γερμανούς που στο μεταξύ μετέφεραν στο νησί εμπειροπόλεμες μονάδες, (όπως το 98ο Ορεινό Σύνταγμα Πεζικού που είχε εμπλακεί σε φρικαλεότητες εναντίον του άμαχου πληθυσμού πριν λίγους μήνες στην Ήπειρο και μονάδες της Μεραρχίας Εντελβάις που θεωρούνταν η ελίτ του γερμανικού στρατού) να ξεκινήσουν ένα πογκρόμ, εναντίον των πρώην συμμάχων τους. Τα μηνύματα από το Βερολίνο ήταν σαφή: «Ο ίδιος ο Χίτλερ διέταξε να σφαγιαστούν όλοι οι Ιταλοί προδότες» οι οποίοι φυσικά, παρόλο που όλα τα δεδομένα ήταν εναντίον τους (βρίσκονταν σε νησί χωρίς ναυτική ή αεροπορική υποστήριξη και χωρίς επικοινωνία και εντολές από τη Ρώμη όπου μετά τη συνθηκολόγηση και τη φυγή του βασιλιά Ουμβέρτου Α! υπήρχε «κενό εξουσίας»),  αποφάσισαν να αντισταθούν.
«Η αναπόφευκτη μάχη διήρκησε από τις 15 έως τις 22 Σεπτεμβρίου. Παρόλο που οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν νεοσύλλεκτοι, εικοσάρηδες και καθόλου εκπαιδευμένοι, πολέμησαν γενναία μέχρι τον τελευταίο. Όταν οι Ιταλοί ύψωσαν λευκή σημαία και παραδόθηκαν άρχισε η μεγάλη σφαγή. Ανελέητα οι Γερμανοί σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Το νησί γέμισε με χιλιάδες πτώματα, που τα άφηναν να σαπίζουν στον ήλιο χωρίς ταφή. Όλοι οι αξιωματικοί, με πρώτο το στρατηγό Γκαντίν, εκτελέστηκαν […] Μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο ακριβής αριθμός των νεκρών και των διασωθέντων»
.

     Ένας από αυτούς που διασώθηκαν ήταν ο Μπρούνο Μπαρτόλντι, που γεννήθηκε το 1918 και πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2025, γιόρτασε τα 107α γενέθλιά του!!

     Το 2018, η Μ. Γούσια, που από το 2010 ζει κι εργάζεται στην Ιταλία, άκουσε σε μια ραδιοφωνική εκπομπή για τον Μπαρτόλντι. Μαζί με τον έμπειρο δημοσιογράφο Στ. Τζίμα, τον επισκέφθηκαν στο Μπολτσάνο της βόρειας Ιταλίας κι αυτός, που έχει πλήρη διαύγεια πνεύματος,  δέχτηκε με χαρά να τους αφηγηθεί την πολυτάραχη ζωή του, τα όσα βίωσε στον πόλεμο και ειδικά την αναπάντεχη διάσωσή του. «Από την Κεφαλονιά στο ρωσικό μέτωπο, σε στρατόπεδο αιχμαλώτων του Στάλιν και στις φυτείες βαμβακιού στην Τασκένδη-«εκεί που δεν ήξερες που ανατέλλει και που δύει ο ήλιος»- και πίσω στην πατρίδα, ζωντανός νεκρός, ταξιδεύοντας 17.000 χιλιόμετρα σ’ ένα βαγόνι ανάμεσα σε βόδια». 

     Το πολύ σημαντικό κι ενδιαφέρον αυτό βιβλίο, που αποτελεί ένα υβρίδιο Ιστορίας και προσωπικής μαρτυρίας, συμπληρώνει πρόλογος του Enzo Perero, (υπήρξε μορφωτικός ακόλουθος της Ιταλίας σε διάφορες βαλκανικές πρωτεύουσες), άλλα κείμενα που αφορούν τα γεγονότα της Κεφαλονιάς και αρκετές φωτογραφίες.