Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Μαρ 2025

ΜΕΘΥΣΤΗΣ

ΣΤΑ ΧΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΧΑΡΤΙΝΗ ΠΟΛΗ
Σελ. 605, Μάρτιος 2025

      Στην Κρήτη, τα χρόνια μεταξύ 1937-1944, εκτυλίσσεται το νέο μυθιστόρημα του Γ. Καλπούζου, το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει μεθαύριο Παρασκευή 7 Μαρτίου.

     Στις 3 Νοεμβρίου, στην Κρήτη εορτάζεται η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Επειδή η γιορτή συμπίπτει με το άνοιγμα των βαρελιών που περιέχουν το καινούριο κρασί της χρονιάς, η λαϊκή παράδοση, έδωσε στον Άγιο το προσωνύμιο «Μεθυστής».     Ο «Μεθυστής» του τίτλου, είναι ένας νέος άντρας, ο Νέστορας, που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας. «Το παρατσούκλι «Μεθυστής» το ‘χε βγάλει ο πάππος του, ο Μιχαλαριάς, που ζούσε στον Κρουσώνα. Άνοιγαν στη γειτονιά τα βαρέλια του κρασιού τον Νοέμβριο του 1918,όταν είδαν τον Νέστορα να σκοτώνει ένα φίδι. Επτά χρονών τότε, το κάρφωνε στο κεφάλι με σουβλερό και μακρύ ξύλο. «Ίδιος ο Αϊ-Γιώργης ο Μεθυστής! Μόνο τ’ άλογο σου λείπει» έκραξε ο πάππος του κι έκτοτε τον αποκαλούσαν «Μεθυστή». Του ταίριαζε κι ως χαρακτήρας, αφού ρούφαγε δίχως βαρυγκώμιες κάθε σταλαματιά της ζήσης».

     Μέσα από την αφήγηση της ζωής αυτού του νέου άντρα, αλλά και όσων κινούνται στο περίγυρο, περνά λογοτεχνικά μεταπλασμένη όλη η Ιστορία της Κρήτης, το κρίσιμο αυτό διάστημα: η δικτατορία του Μεταξά. Το έπος του πολέμου 1940-41, στη διάρκεια του οποίου ο Νέστορας τραυματίστηκε. Η προσπάθεια επιστροφής στην Κρήτη μετά τη συνθηκολόγηση, όταν χιλιάδες στρατιώτες που κατάγονταν από νησιά κυριολεκτικά «εγκαταλείφθηκαν» χωρίς να ληφθεί καμία πρόνοια για την ασφαλή επιστροφή στις πατρίδες τους. Η μεγαλειώδης μάχη της Κρήτης. Η κατοχή του νησιού στη διάρκεια της οποίας οι κατακτητές φέρθηκαν με ξεχωριστή αγριότητα κατά του άμαχου πληθυσμού, άφησαν να δράσουν και να πλουτίσουν οι μαυραγορίτες («Το φαινόμενο να εξελίσσονται αρκετοί αιφνιδίως σε νεόπλουτους, ενώ πολύ περισσότεροι να καταντούν νεόπτωχοι ήταν η πικρή αλήθεια των καιρών»), όπως επίσης έδρασαν οι κάθε λογής σπιούνοι και δοσίλογοι («Γιατί ο ένας τραβούσε κατά την αντίσταση κι ο άλλος συνταυτιζόταν με τους Γερμανούς; Τι έσπρωχνε στις ελεεινές πράξεις τους μαυραγορίτες και τους δοσίλογους; Ποιός σκώληκας λογισμός καθοδηγούσε τις αποφάσεις του και με τι κριτήρια;»). Παράλληλα οι κατακτητές επέτρεψαν τη δημιουργία του εγκληματικού Σώματος των Κυνηγών του Φρίτς Σούμπερτ το οποίο αποτελούνταν από ντόπιους και «Στελεχώθηκε κυρίως από εγκληματίες, δοσίλογους και άτομα προερχόμενα από την κατώτερη κοινωνική και οικονομική βαθμίδα, αλλά και άτομα χαμηλού νοητικού επιπέδου». Οι διαβόητοι «σουμπερίτες» μετά τη δράση τους στην Κρήτη που περιελάμβανε δολοφονίες, ανελέητους βασανισμούς, πυρπολήσεις ολόκληρων χωριών, λεηλασίες κλπ, επέκτειναν τη δράση τους και στη Μακεδονία. Για να ακολουθήσει η σύσταση των πρώτων αντιστασιακών ομάδων και λίγο καιρό αργότερα η απελευθέρωση.

     Ο «Μεθυστής» είναι ένα ακόμη σπουδαίο μυθιστόρημα του Γ. Καλπούζου. Εκτός από την συναρπαστική αλλά και γοητευτική αφήγηση της ζωής των χαρακτήρων του, εντυπωσιακή είναι η χρήση της γλώσσας και απολαυστικός ο τρόπος γραφής. Όπως και στα προηγούμενα έργα του, υπάρχει άψογα ενταγμένο μέσα στην αφήγηση πλήθος πληροφοριών που αφορούν τις συνήθειες και τις συνθήκες της εποχής και του τόπου: δρόμοι, καταστήματα, επαγγέλματα κλπ., ενώ αξιοπρόσεκτη είναι η ακρίβεια στα ιστορικά δεδομένα. Τέλος χρησιμοποιούνται λέξεις και φράσεις της κρητικής ντοπιολαλιάς. Αρκετές ώστε να δίνουν την αίσθηση του τρόπου που μιλούν στην περιοχή, αλλά όχι τόσο πολλές ώστε να κουράζουν και να διακόπτεται η ροή της ανάγνωσης. Οι περισσότερες είναι κατανοητές ή η ερμηνεία τους προκύπτει από τα συμφραζόμενα, ώστε να μην είναι απαραίτητο να ανατρέχει ο αναγνώστης στο γλωσσάρι. Το εξαιρετικό αυτό λογοτέχνημα είναι τόσο καλογραμμένο, που δύσκολα το αφήνει ο αναγνώστης από τα χέρια του πριν φτάσει στην τελευταία σελίδα. Το βιβλίο συμπληρώνεται με χάρτες της εποχής, γλωσσάρι, εκτενή βιβλιογραφία και παραπομπή σε πηγές του διαδικτύου.         

10 Αυγ 2023

ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ

99 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 566, Μάρτιος 2023

      Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του Γ. Καλπούζου, που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου.

     Μέσα από την αφήγηση της ιστορίας μιας οικογένειας της πόλης, γίνεται μια περιδιάβαση σε όσα συνέβησαν στην πολυφυλετική Θεσσαλονίκη στο πέρασμα αυτών των χρόνων. Και η αλήθεια είναι ότι συνέβησαν πολλά και συνταρακτικά.

     Τα μέλη της οικογένειας του καραγωγέα Αντίπα, παλεύουν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Για να το πετύχουν θα εμπλακούν σε επαφές τόσο με τον υπόκοσμο, όσο και με τη λεγόμενη «καλή κοινωνία». Καθοριστική όμως για την πορεία τους, θα είναι η επιρροή των γυναικείων μελών της οικογένειας. Της αινιγματικής αν και απούσας-παρούσας Ρωξάνης, της αδικοχαμένης από την κακία των ανθρώπων Δροσιάς, της ανικανοποίητης Ιόνης, της καλόβολης Ηλιάνας που χαίρεται με το ελάχιστο που θα της δοθεί αλλά που λίγο-λίγο την κατατρώει η φυματίωση, της Ροδάμνης που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί σε πόσο αντίθετες με τον χαρακτήρα της πράξεις θα την οδηγούσε ο πόνος και ο πόθος για εκδίκηση, της Μελανίας που απαιτεί γι’ αυτήν και για τις άλλες γυναίκες ισότιμη μεταχείριση, της Αλεξίας, της Μαιριλή και άλλων που όλες έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στην πορεία των αντρών, του Αντίπα, του Παράσχου και του Κλεάνθη.

     Ο αγώνας τους θα αποδώσει και λίγο-λίγο, γενιά με τη γενιά, η ζωή τους θα καλυτερέψει και θα αλλάξει. Παράλληλα θα αλλάξει και η πόλη στην οποία ζουν.

     Με όχημα αυτήν την ιστορία, ο Γ. Καλπούζος, μας αποκαλύπτει μια Θεσσαλονίκη εν πολλοίς άγνωστη σε όσους δεν ασχοληθήκαμε πιο εμπεριστατωμένα με την ιστορία της. Μας ξεναγεί στους λίγους μεγάλους δρόμους και στις Εξοχές με τις επιβλητικές επαύλεις που ανήκουν κυρίως σε εβραίους και ντονμέδες, αλλά και στα στενά δαιδαλώδη σοκάκια, που τα πνίγει η σκόνη το καλοκαίρι και οι λάσπες το χειμώνα, ενώ η δυσωδία από τα σκουπίδια, είναι πανταχού παρούσα. Εκεί όπου «κρύβονται» τα ύποπτα καφέ-σαντάν, οι σερβιτόρες και οι καλλιτέχνιδες των οποίων προσφέρουν εκτός από το σερβίρισμα και άλλου είδους «υπηρεσίες», τα καφενεία, τα κάθε είδους χαμαιτυπεία, όπου ανάμεσα στους θαμώνες κυκλοφορούν νταήδες, μικροκακοποιοί και αδίστακτοι μαχαιροβγάλτες. Αλλά μας βάζει και στα σαλόνια της ευκατάστατης κοινωνίας, όπου οι χοροεσπερίδες και οι δεξιώσεις, μετατρέπονται σε μιας πρώτης ευκαιρία για να κλειστούν εμπορικές συμφωνίες ή να μπουν οι βάσεις για προξενιά ανάμεσα στους νεαρούς γόνους των επιφανών οικογενειών. Μας δείχνει μια Θεσσαλονίκη, όπου είναι εμφανής ο ταξικός αλλά κυρίως ο φυλετικός-θρησκευτικός διαχωρισμός. Εβραίοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί μπορεί να έχουν εμπορικές επαφές και συναλλαγές, αλλά σχεδόν καθόλου κοινωνικές σχέσεις.

     Για τις αρετές του βιβλίου, θα μπορούσα να γράφω σελίδες επί σελίδων, αλλά θα σταματήσω εδώ για λόγους «οικονομίας» του κειμένου. Να συμπληρώσω μόνο, ότι εκτός από τον εξαιρετικά δομημένο μύθο, την τόσο ξεχωριστή περιγραφή της πόλης και των μεταβολών που υπέστη στο πέρασμα του χρόνου, μοναδικό είναι και το χτίσιμο της προσωπικότητας των χαρακτήρων, τόσο του πολύπλοκου Παράσχου, όσο και των άλλων που έχουν λιγότερες  βέβαια αντιφάσεις, αλλά με όλα τα καλά, τα στραβά, τα θετικά, τα αρνητικά και τις αντιθέσεις της ανθρώπινης ψυχής.

     Όσοι έχουν διαβάσει έστω κι ένα βιβλίο του Γ. Καλπούζου (βέβαια όποιος διαβάσει ένα γοητεύεται και αναζητεί και τα υπόλοιπα), αντιλαμβάνονται εύκολα την εξαντλητική κι ενδελεχή έρευνα που έχει προηγηθεί της συγγραφής. Το ίδιο συμβαίνει και στο «Καλντερίμι». Ο συγγραφέας ανασύρει γεγονότα από δεκάδες πηγές και σε συνδυασμό με τον μοναδικό τρόπο γραφής, τα μετουσιώνει σε ένα συναρπαστικό και απολαυστικό ανάγνωσμα, που θα συνεπάρει ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη!

31 Αυγ 2021

ΡΑΓΙΑΣ

ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 525, Ιούνιος 2021

 

     Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα του Γ. Καλπούζου με τίτλο «Ραγιάς». Διαδραματίζεται στην Πελοπόννησο, στα χρόνια της επανάστασης του 1821. Όταν οι Έλληνες δεν άντεχαν πια την άγρια καταπίεση και ξεσηκώθηκαν. «Κείνο που έμαθα είναι πως όταν ρίχνεσαι με το τουφέκι και το χαντζάρι στη μάχη, είσαι έτοιμος ν’ αποθάνεις, κι αυτό θα πει πως πια δεν θέλεις να είσαι ραγιάς». Δεν μπορούσαν πια να υφίστανται την στυγνή εκμετάλλευση από τους Οθωμανούς μπέηδες, αγάδες, πασάδες καθώς και τους κοτζαμπάσηδες και θέλησαν να διεκδικήσουν ελευθερία και μια  αξιοπρεπή ζωή. «Ξεπατώνονταν στη δουλειά απ’ τα χαράματα μέχρι να νυχτώσει. Γυναίκες με νεροφαγιές στα μούτρα που φάνταζαν στα τριάντα τους γριές, άντρες ωσάν παστοί απ’ τον ήλιο και φορεμένοι με ξεσχισμένα και χιλιομπαλωμένα σαλβάρια, παιδιά να κάμνεις αριθμητική στα κόκκαλα τους και γέροι ξεδοντιασμένοι, με μονάχα την πέτσα και το καύκαλο στο κεφάλι τους, στεγνοί σαν αποθαμένοι πριν την ώρα τους».

     Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι ο Αγγελής, που μπήκε στον αγώνα από μικρός, αφού ένιωσε στο πετσί του το «ρεζίλεμα»- όπως το έλεγε. Έζησε πολλά από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που συνέβησαν. Έχοντας αντίληψη- αν και η μόρφωσή του ήταν εντελώς στοιχειώδης- του ότι η μαρτυρία του θα ήταν πολύτιμη για τις επερχόμενες γενεές, αποφάσισε με την βοήθεια ενός «γραμματικού» να καταγράψει τις αναμνήσεις του. «Εν έτει 1825 και ημερομηνίαν 13 Δεκεμβρίου μ’ επισκέφθην εις την οικίαν μου ο Αγγελής και μου εζήτησε να καταγράψω μερικώς τον βίον του. Ήτο εύρωστος, ρωμαλέος και πολλά εύμορφος, εις διπλούν νεραϊδογέννητος από τον αείμνηστον Ηλία Μαυρομιχάλη. Όμως επέκεινα τραχύς και απρόβλεπτος […] Όσον αφορά τον νουν του, μεστωμένος, κι ας διάνυε μόνον το εικοστόν τέταρτο έτος την ηλικίας του. Ήρχισε να εξιστορεί στοματικώς και πότε να αναγιγνώσκει από τα ορνιθοσκαλίσματα του επί εννέα ημέρες.[…] Ο Αγγελής, καίτοι ο λόγος του εμπεριείχε περισσή χάριν, μεταπηδούσε από την μίαν χρονολογίαν εις την άλλην και αναμείγνυε τα γεγονότα, ενώ παρέλειπε ορισμένα ουσιώδη. Ούτως επιχείρησα να τα θέσω εις χρονολογικήν τάξιν όπου απαιτείτο και να επέμβω συμπληρωματικώς ή επεξηγηματικώς.».

     Μέσα από την αφήγηση του βίου του Αγγελή, περνάν τα πιο σημαντικά γεγονότα του αγώνα. Οι νίκες που έφερναν χαρές κι ελπίδα. Οι ήττες που σκορπούσαν στεναχώρια και καταστροφές. Η οργή που είχε αίτιο τις ραδιουργίες των πολιτικών, οι οποίες οδήγησαν στις άγριες εμφύλιες διαμάχες, που λίγο έλειψε να διασκορπίσουν στους τέσσερις ανέμους όσα κερδήθηκαν  με αίμα και θυσίες. Μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν προσωπικές φιλοδοξίες αλλά και να δημιουργηθεί ένα κράτος-λάφυρο που θα λυμαίνονται οι κοτζαμπάσηδες (200 χρόνια αργότερα και βλέπουμε ότι η νοοτροπία παραμένει ίδια) καθώς και η τάση για αθέμιτο πλουτισμό. Αλλά και σκηνές ηρωισμού, αυτοθυσίας και αγνής φιλοπατρίας. «Άμα λογαριάζεις για πατρίδα τον ένα και τον άλλο που διαφεντεύει, λαθεύεις. Εμείς θελήσαμε να φτιάξουμε πατρίδα, τη βάλαμε στο νου μας και θα της χρωστάμε μέχρι να βγει η ψυχή μας».

     Για μια ακόμη φορά, ο Γ. Καλπούζος, έγραψε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες και κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Η πλοκή είναι εξαιρετική, παρά το γεγονός, ότι ο συγγραφέας έπρεπε να ακολουθεί πιστά τη ροή των γεγονότων, που δημιουργούν ένα «ασφυκτικό» πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα έπρεπε να κινηθεί. Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες είναι μοναδικά σκιαγραφημένοι. Είναι εξαιρετικός ο τρόπος με τον οποίο ο Αγγελής, μεταμορφώνεται από ένας ατίθασος νέος, χάρη στην οξυδέρκεια του, αλλά και στη συνάντησή του με ανθρώπους που τον βοήθησαν να δει από άλλη οπτική τον κόσμο και όσα συνέβαιναν γύρω του, σε έναν άντρα νουνεχή και μυαλωμένο. Τα ιστορικά πρόσωπα, παρουσιάζονται με όλες τις αρετές και τα ελαττώματα τους, χωρίς ωραιοποιήσεις ή αποσιωπήσεις. Τα γεγονότα, δίνονται με σεβασμό την ιστορική αλήθεια, χωρίς τα «στρογγυλέματα» που πολλές φορές επιχειρεί η επίσημη Ιστορία. Η ικανότητα του Γ. Καλπούζου να περιγράφει συναισθήματα, τοπία, πολιτείες, γεγονότα (οι περιγραφές των μαχών με όλη τους την αγριότητα, είναι ολοζώντανες) παραμένει αναλλοίωτη, όπως και η ικανότητα, ενώ δεν γράφει σε συγκεκριμένο γλωσσικό ιδίωμα, χρησιμοποιώντας, λέξεις και εκφράσεις, να δίνει την «αίσθηση» της γλώσσας του τόπου και του χρόνου στα οποία αναφέρονται τα έργα του. Τέλος είναι  ξεχωριστός και ο τρόπος γραφής του Γ. Καλπούζου. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, που με εντυπωσίασε με τη δύναμή του. «Μέσα μου κυλούσαν λογιών λογιών ποτάμια. Χαρά, λύπη, ανακούφιση, συμπόνια, ταραχή, σαστιμάρα, ενοχές, συγκίνηση… Τσαλαβουτούσαν στην ίδια γούρνα αηδόνια και κοράκια».

     Ο «Ραγιάς» είναι ένα μυθιστόρημα που έχει πολλές αρετές και περιμένει τους αναγνώστες, για να τους ταξιδέψει στις σελίδες του.          

19 Μαρ 2020

ΕΡΑΝ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 593, Μάρτιος 2020

     Αν ήμασταν υπό φυσιολογικές συνθήκες, σήμερα, 19 Μαρτίου 2020, θα κυκλοφορούσαν στα βιβλιοπωλεία τα 50 χιλ. αντίτυπα του νέου μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου «Εράν» (γράφεται με ψιλή και περισπωμένη και σημαίνει να ερωτεύεσαι, να αγαπάς), με τα δύο διαφορετικά εξώφυλλα: το πορφυρό και το χρυσό.  Όμως από χθες τα βιβλιοπωλεία είναι κλειστά, οπότε αν θέλετε να προμηθευτείτε το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, θα πρέπει να απευθυνθείτε στο site του εκδοτικού οίκου ή στις άλλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία του Υάκινθου, της Λυγινής του Ροδανού και των άλλων χαρακτήρων, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα του 8ου μ. Χ. αιώνα.
     Το 766 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε!, εξαπολύει διωγμούς κατά των μοναχών, που τότε είχαν ξεπεράσει τους 100 χιλ. Ο διωγμός εντάσσεται στα πλαίσια του αγώνα κατά των εικόνων που κάνει εδώ και χρόνια ο εικονομάχος αυτοκράτορας, συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα του, Λέοντος Γ!, που ξεκίνησε το 726 και δεν είναι μόνο θρησκευτικός, αλλά και πολιτικός και οικονομικός. «Ο βασιλέας μας ενεργεί με περίσκεψη, δίχως μίσος και εμπάθεια, με γνώμονα να εφαρμοστεί το όραμα της πολιτικής του. Είναι καλός χριστιανός και συνάμα μέγας πατριώτης. Μάχεται να διορθώσει τα κακώς κείμενα στη γαιοκτησία και στο οικογενειακό δίκαιο καθώς και να επαναφέρει στη σωστή πίστη το ποίμνιο […] Ούτε στράφηκε ο βασιλέας εναντίον των πολέμιων μοναχών αναίτια. Άπαντες γνωρίζετε ότι πολλοί καταχράστηκαν τα ιδεώδη του μοναχισμού. Εραστές έκτισαν μοναστήρια για χάρη των ερωμένων τους. Συγκλητικοί ίδρυαν μονές, όμοιες με θερινές επαύλεις για να κατοικήσουν εκεί όταν αναγκαστούν ή το αποφασίσουν για δικούς τους λόγους.[…] Πλειάδα νέων εγκατέλειπαν τα εγκόσμια με απόρροια να μην καλλιεργείται η γη και να μην επαρκούν τα εργατικά χέρια και ν’ αδυνατούμε να συμπληρώσουμε τον απαραίτητο αριθμό στρατιωτών».
  Ο αυτοκράτορας, διατάζει την άμεση εκκένωση των μοναστηριών, και την υποχρεωτική νύμφευση των μοναχών. Γι’ αυτό οι άνθρωποί του, συγκεντρώνουν τους μοναχούς και τις μοναχές στον Ιππόδρομο και αφού τους κουρέψουν, παίρνουν κυριολεκτικά από το πλήθος στα τυφλά έναν μοναχό και μία μοναχή, χωρίς κανένα κριτήριο-ούτε καν ηλικιακό- και τους παντρεύουν με πολιτικό γάμο-που προβλέπονταν από την νομοθεσία της εποχής! Έτσι βρέθηκαν υπέργηροι άντρες με νεαρές γυναίκες και το αντίστροφο. Ανάμεσα στους μοναχούς ήταν και ο νεαρός Υάκινθος που «περπατούσε ωσάν ξένος του κόσμου τούτου. Απαστράπτων προφήτης έτοιμος ν’ αναληφθεί στους ουρανούς ή άγγελος περιβεβλημένος με εκθαμβωτικό φως». Δίπλα του βρέθηκε η 15χρονη Λυγινή. «Ήταν από εκείνα τα πλάσματα, που παρά τη χονδροειδή αποψίλωση της κόμης της, αιχμαλώτιζε το βλέμμα και μέσω αυτού τα εσώτερα του λογισμού και της καρδιάς. Σταρόχρωμη στο πρόσωπο, μελισσιά τα μάτια της, ανοιχτά καστανά τα μαλλιά της, πανέμορφη και αγγελοκάμωτη, σταμάταγε ο ήλιος μεσούρανα να τη δει και να την καμαρώσει». Τους ονόμασαν συζύγους και τους έριξαν στους άγνωστους γι’ αυτούς, αφού είχαν κλειστεί σε μοναστήρια από πολύ μικρή ηλικία, δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Όμως ο Υάκινθος ήταν ολόψυχα ταγμένος στον Χριστό. «Αν έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι ως γέννημα της πλάσης προορίζεσαι για κάτι συγκεκριμένο, τούτο δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο επίκεντρο της ζωής σου διαφορετικά καταστρέφεσαι, ζεις σαν άλλος και πεθαίνεις πρόωρα». Γι’ αυτό ξεκαθάρισε στη σύζυγό του, ότι θα τη φροντίζει δουλεύοντας όσο σκληρά κι αν χρειαστεί και θα την προστατεύει, αλλά δεν θα είχαν σεξουαλικές επαφές.
     Ο αγώνας για την επιβίωση, τους έφερε στην Αθήνα, όπου εργάστηκαν στο αρχοντικό του Βάρδα, που ήταν ο Μυστικός (δηλ. ο εκπρόσωπος) του επισκόπου των Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί η Λυγινή, γνώρισε τον Ροδανό, έναν μυστηριώδη νεαρό άντρα από την Κωνσταντινούπολη. Τον ερωτεύτηκε με κάθε ίνα του κορμιού της. Το ίδιο κι εκείνος. «Ακατανίκητη έλξη την κατεύθυνε στο παράτολμο, ανάρμοστο και ενδεχομένως ανήθικο εγχείρημά της. Επιθυμούσε να τον αντικρίσει πάλι. Να περιεργαστεί τις γραμμές του προσώπου του, τα μακριά και κυματιστά του ξανθά μαλλιά, το χαμόγελο του, ίδιο η χαρακιά του ήλιου στα μαύρα σύγνεφα, κι εκείνο το βλέμμα που θαρρείς την κατάπινε […]Η φωνή του αισθαντική, βαθιά, γεφύρι ανάμεσα σε ψυχές και σώματα».
     Όταν ο Υάκινθος αποφασίζει να «αναχωρήσει» από τα εγκόσμια και να ζήσει ως στυλίτης, απομονωμένος από όλους, αφιερωμένος στην προσευχή, η Λυγινή, δεν θα διστάζει να εγκαταλείψει τον σύζυγο και μη-σύζυγό της και να ακολουθήσει τον Ροδανό στην Κωνσταντινούπολη. «Ο Υάκινθος δεν ήθελε να είναι σύζυγος. Έπειτα ήρθε ο Ροδανός σαν τον ήλιο και με τύφλωσε. Με μάγεψε το κύμα, με πήρε ο αέρας, με σαγήνευσε η ζωή. Έτσι διάταζε η καρδιά, δεν τη όριζα […] Όμως εκείνος ήταν η ανάσα μου. Τον αγάπησα παράφορα». Εκεί έζησαν βίο ενδιαφέροντα και περιπετειώδη με πολλά σκαμπανεβάσματα και ανατροπές στις οποία δεν θα αναφερθώ και θα σας αφήσω να τις ανακαλύψετε μόνοι σας, όταν διαβάσετε το βιβλίο.
     Ο Γ. Καλπούζος, για μια ακόμη φορά, γράφει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Ένα βιβλίο που δυσκολεύεται ο αναγνώστης να αφήσει από τα χέρια του. Ένα συγγραφικό κομψοτέχνημα, προσεγμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια. Με τη γνωστή του μαεστρία, στήνει τον μύθο, δομεί τους χαρακτήρες, κάποιοι από τους οποίους είναι προσωπικότητες με ξεχωριστές ηθικές αρχές και νοοτροπία και δίνει –χωρίς να κουράζει κι εντάσσοντας έξυπνα και αριστοτεχνικά μέσα στο μύθο- πολλές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο του 8ου μ. Χ. αιώνα. Με τον τρόπο αυτό και χάρη στον μοναδικό του ύφος, αλλά και στις εξαιρετικές του περιγραφές, ο αναγνώστης, δεν διαβάζει απλώς το βιβλίο, αλλά το ζει! Νοιώθει σαν αυτόπτης μάρτυρας όσων διαδραματίζονται! Μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι δεν «περισσεύει» καμιά από τις 600 σελίδες του βιβλίου, το οποίο θα χαρίσει απολαυστικές ώρες σε όποιον το διαβάσει.                                                 

1 Μαΐ 2018

ΓΙΝΑΤΙ

Ο ΣΟΦΟΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 566, Μάρτιος 2018

     Το νέο μυθιστόρημα του Γ, Καλπούζου, με τίτλο «Γινάτι» κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες.
     Εκτυλίσσεται στην Ήπειρο, τα χρόνια λίγο μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους το 1913 και φτάνει μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος, είναι ο Ζώτος και η Χαβαή. Ο Ζώτος Φραξινός είναι ένας έφηβος 17 ετών, που ζει σ’ ένα χωριό της Ηπείρου. «Πατούσε στα δεκαεπτά, όμως έδειχνε είκοσι δύο. Ξεγελούσε πρωτίστως το μουστάκι του και η πρόωρη πυκνή τριχοφυΐα του… Καλοθώρητος, με μπόι ίσαμε ένα κι ογδόντα, με γερά μπράτσα και φαρδύ στέρνο…». Για την εποχή του θεωρείται αρκετά μορφωμένος, αφού έχει τελειώσει το Δημοτικό, το Σχολαρχείο κι έχει φοιτήσει στο Ημιγυμνάσιο της Μοσχόπολης, που στα χρόνια της ακμής της, (γύρω στα 1700) είχε 65.000 κατοίκους, κυρίως Έλληνες (σήμερα ανήκει στην Αλβανία, έχει το όνομα Βοσκοπόγιε και δεν έχει πάνω από 700 κατοίκους). Η επίθεση που δέχτηκε η πόλη το 1916 από άτακτους αλβανούς, ανάγκασε τους χριστιανούς να την εγκαταλείψουν. «Εξαιτίας τούτων των γεγονότων στράφηκε στο χωριό δίχως να ξεσκολίσει απ’ το τριτάξιο Ημιγυμνάσιο». Ενώ βοηθάει το πατέρα του στα μικρά χωράφια τους, προσπαθεί ν’ αποφασίσει για την πορεία που θέλει ν’ ακολουθήσει στη ζωή του. «Θα συνέχιζε τις σπουδές του στην Κόνιτσα, προκειμένου να γίνει δάσκαλος όπως ονειρευόταν; Δύσκολο. Αφενός λόγω οικονομικής ανέχειας, αφετέρου ένεκα της ανώμαλης κατάστασης καθώς οι Ιταλοί κατέλαβαν και την Κόνιτσα στις αρχές του μήνα». Όμως εμπλέκεται σε έναν καβγά που οδηγεί σε φόνο και για ν’ αποφύγει την αντεκδίκηση θα καταφύγει στα Γιάννενα.  Όπου προσπαθώντας να ορθοποδήσει, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Χαβαής.
     Η Χαβαή, είναι μουσουλμάνα, μέλος της πολυπληθούς κοινότητας που ζει στην πρωτεύουσα της Ηπείρου. «Η Χαβαή παντρεύτηκε στα δεκαέξι της χρόνια τον Ρεούφ, μόνιμο Τούρκο αξιωματικό με καταγωγή από το Ουσάκ της Μικράς Ασίας και έκαμνε όνειρα για το μέλλον τους. Μουσουλμάνα Γιαννιώτισσα η ίδια, γόνος πλούσιας οικογένειας, είχε φοιτήσει στο τουρκικό Γυμνάσιο Θηλέων ή άλλως Σχολή Αλή Τζαλάλ Πασά, γνώριζε γαλλικά, τουρκικά και ασφαλώς τη μητρική της γλώσσα, τα ελληνικά. Λάμπρυναν και τον Ρεούφ η στρατιωτική του καριέρα και οι σπουδές του στη Γερμανία. Δύο εβδομάδες μετά τον γάμο τους άρχισε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1912… Στις έξι Γενάρη 1913, η πολιορκία της πόλης συμπλήρωνε τρεις μήνες… Εκείνη τη βροχερή μέρα ήρθε και το μαντάτο ότι σκοτώθηκε ο Ρεούφ στο Μπιζάνι».
     Όταν ο Ζώτος φτάνει στα Γιάννινα, η Χαβαή είναι ήδη τέσσερα χρόνια χήρα και η μητέρα της αλλά και ο θείος της (ο πατέρας της και τα αδέλφια της έχουν πεθάνει), θέλουν να την παντρέψουν. Η ίδια δεν είναι αντίθετη στην ιδέα του γάμου, αλλά θέλει να διαλέξει η ίδια τον άντρα που θα γίνει σύζυγός της και ανταποκρίνεται στην ερωτική «πολιορκία» του Ζώτου. Μάλιστα για τον παντρευτεί θα κάνει το μεγάλο βήμα: θα αλλάξει θρησκεία, κάτι που θα τη φέρει σε ρήξη με την οικογένειά της.
     Γύρω τους κινούνται ιστορικά πρόσωπα, αλλά και δημιουργήματα της πλούσιας και γόνιμης φαντασίας του συγγραφέα: ένας αινιγματικός βαρκάρης που με τα όσα λέει «οδηγεί» τον Ζώτο να πάρει τις σωστές αποφάσεις, ο παπα-Λέρας που το όνομά του συναγωνίζεται το «ποιόν» του, οι Ιταλοί που το 1917 κατέλαβαν περιοχές της Ηπείρου, οι ρουμανόβλαχοι που ονειρεύονταν τη δημιουργία του αυτόνομου Βλάχικου Πριγκιπάτου της Πίνδου, θρασύτατοι και ανηλεείς ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο και τα βουνά, ένας κομπογιαννίτης που υποδύεται τον γιατρό, μικροκομπιναδόροι και μεγαλοκαρχαρίες που βρήκαν την ευκαιρία με την ανταλλαγή να καταπατήσουν τις μουσουλμανικές περιουσίες, γυναίκες που δεν ορρωδούν προ ουδενός προκειμένου να «περάσει το δικό τους»… Άνθρωποι που ο καθένας έχει τα δικά του μυστικά, τη δική του ιστορία, που ο συγγραφέας πλέκει με δεξιοτεχνία και την εντάσσει στον κεντρικό μύθο του βιβλίου.
      Ο εξαιρετικά δομημένος μύθος, οι στέρεοι χαρακτήρες, η προσεγμένη χρήση των πραγματολογικών στοιχείων, η τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής και μιας ολόκληρης πόλης,  με τα νερά της  λίμνης να ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων και τέλος ο μοναδικός τρόπος γραφής του Γ. Καλπούζου κάνουν το βιβλίο να ξεχωρίζει
     Ο Γιάννης Καλπούζος, με το «Γινάτι» του, μας δείχνει για μια ακόμη φορά, με τον πιο εμφατικό τρόπο, πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι.
  

12 Ιουν 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

     Ο Γ. Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 70 γνωστά τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Έργα του:
«Το Νερό Των Ονείρων» (ποίηση, 2000, Ελληνικά Γράμματα), «Μεθυσμένος Δρόμος» (2000, Ελληνικά Γράμματα), «Μόνο Να Τους Άγγιζα» (2002, Κέδρος), «Παντομίμα Φαντασμάτων» (2005, Άγκυρα. Το 2015 κυκλοφόρησε σε αναθεωρημένη έκδοση από τις εκδόσεις Ψυχογιός με τίτλο «Σάος»), «Το Παραμιλητό Των Θεών» (ποίηση, 2007, Ίκαρος), «Έρωτας Νυν Και Αεί» (ποίηση, 2008, Ίκαρος. Στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης), «Ιμαρέτ» (2008, Μεταίχμιο-2015 Ψυχογιός. Βραβείο Αναγνωστών Εθνικού Κέντρου Βιβλίου). «Άγιοι Και Δαίμονες» (2011 Μεταίχμιο-2015 Ψυχογιός), «Ουρανόπετρα» (2013 Μεταίχμιο), «Ότι Αγαπώ Είναι Δικό Σου» (2014, Ψυχογιός), «Ιμαρέτ. Οι Δύο Φίλοι Και Ο Παππούς Ισμαήλ» (παιδικό, 2015, Ψυχογιός), «Ιμαρέτ. Φάρσες, Πόλεμος, Όνειρα» (2015, Ψυχογιός), «Σέρρα. Η Ψυχή Του Πόντου» (2016, Ψυχογιός)
                                                                    
Σε πολλά από μυθιστορήματά σας, ασχολείστε με τον εκτός Ελλάδας ελληνισμό. Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο πολύ το θέμα;
     Εκεί βρίσκονται πολλές από τις ρίζες μας. Εκεί ανακαλύπτει κανείς παραδείγματα προς μίμηση και συγχρόνως παθογένειες που ταλανίζουν ακόμη τον τόπο μας και τον λαό μας. Μ' ενδιαφέρει και το ράμμα της φυλής μας μέσα από τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές, αλλά και πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους τα διάφορα κομμάτια του ελληνισμού. Με γοητεύει και η περιπλάνηση στα απόμακρα σημεία του ελληνισμού, ο οποίος στη συνέχεια ενώθηκε σε ενιαίο χώρο, αν και έμειναν πολλοί πίσω. Πέραν αυτών, προσφέρονται οι εν λόγω ιστορικές περιπέτειες για να ξεδιπλώσω μυθιστορίες οι οποίες άπτονται πανανθρώπινων ζητημάτων και συνάμα πιο εδικών θεμάτων που αφορούν τους σημερινούς Έλληνες.

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
     Όλα ξεκίνησαν όταν το 2012 άρχισα να καταγράφω μαρτυρίες από πρόσφυγες Ποντίους οι οποίοι κατέληξαν στο χωριό Βίγλα της Άρτας το 1959 ερχόμενοι από τη Σοβιετική Ένωση. Βούτηξα έτσι στη φωτιά και στην ιστορία του Πόντου και πυροδότησαν την έμπνευση. Με έλκυσε και η αγριότητα -είτε αφορούσε μεμονωμένα άτομα, είτε ομάδες, είτε την οργανωμένη βία του κράτους-, και το άδικο για τη μη αναγνώριση σε παγκόσμιο επίπεδο της γενοκτονίας των Ποντίων.

Το έργο σας περιλαμβάνει πολλά ιστορικά στοιχεία αλλά και λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των κατοίκων του Πόντου. Απαιτήθηκε έρευνα και πόσο καιρό διήρκεσε;
     Ύστερα από τις σποραδικές μαρτυρίες που κατέγραψα στη Βίγλα, χρειάστηκα από το 2014 δύο χρόνια για την έρευνά μου και τη γραφή, με δέκα, δεκαπέντε, μέχρι και δεκαοχτώ ώρες δουλειάς την ημέρα. Πραγματοποίησα την αρχική μελέτη, όμως στη συνέχεια ανακάλυπτα ότι απαιτείται και επιπλέον εστιασμένη έρευνα για τα ζητήματα που προέκυπταν κατά την εξέλιξη της μυθοπλασίας.

Θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημά σας, ιστορικό;
     Προτιμώ τον όρο κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την Ιστορία. Όμως δεν έχουν και μεγάλη σημασία οι εν λόγω προσδιορισμοί. Σημασία έχει το περιεχόμενο ενός βιβλίου σε οποιαδήποτε εποχή και αν διαδραματίζεται.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα και ποιο είναι αυτό;
     Πάμπολλα είναι τα θέματα που πραγματεύεται το "σέρρα" και τα μηνύματα τα οποία περιέχει. Κρατώ ως απόσταγμα τις διαδρομές που μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο στις καλύτερες και στις χειρότερες στιγμές του και το πώς μπορεί να τιθασεύσει κανείς το αγρίμι που σε όλους μας παραφυλά εντός μας και διψά για εξουσία, χρήμα και σάρκα. Κοντολογίς το μεγαλύτερο μήνυμα είναι ότι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι μέσα από τον στοχασμό, την εσωτερική καλλιέργεια, την αυτογνωσία και τη γνώση του κόσμου. Σ' αυτό το κομμάτι χωρά μεταξύ άλλων και η ρήση από το βιβλίο: Κοιτάς μπροστά όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι.

Δεν είστε καινούριος συγγραφέας, αλλά θα ήθελα να μας πείτε ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;
     Με διακατέχει πάντα η περίσκεψη και η έγνοια για το επόμενο βήμα, οπότε δεν αφήνομαι σε υπέρμετρα συναισθήματα. Το ένα βιβλίο λειτουργεί ως δημιουργική πρόκληση για το επόμενο. Έτσι ένιωθα και όταν τυπώθηκε από τον εκδοτικό οίκο Ελληνικά Γράμματα το 2000 το πρωτόλειο μυθιστόρημα "Μεθυσμένος δρόμος". Αισθανόμουν περισσότερο την ευθύνη για τη συνέχεια και λιγότερο χαρά για την έκδοση.

Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;
     Ζουν μέσα μου και γύρω μου σαν πραγματικά πρόσωπα. Θαρρείς και υπήρξαν πράγματι σε αλλοτινές εποχές ή ζουν ακόμη σήμερα. Συχνά επιστρέφω με τη σκέψη στα βήματά τους, μηρυκάζω τα λόγια και τις πράξεις τους και πασχίζω να διδαχτώ από εκείνους. Να κατακτήσω κάτι από τη σοφία ορισμένων, όπως ο παππούς Ισμαήλ του Ιμαρέτ, ή να θέσω άλλους απέναντί μου όταν πρόκειται να λάβω σημαντικές αποφάσεις. Τους επαναφέρουν κάθε τόσο στην καθημερινότητά μου και οι αναγνώστες είτε σε κατ' ιδίαν συζητήσεις στις παρουσιάσεις είτε στέλνοντάς μου μηνύματα.

Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;
     Ο μεγάλος μου γιος, ο οποίος είναι φιλόλογος και προσφάτως διδάκτορας στη δημιουργική γραφή και ετοιμάζεται να εκδώσει με το ψευδώνυμο Δημήτρης Μελικέρτης, ο μικρός μου γιος, με μεταπτυχιακό στην ψυχολογία, και η σύζυγός μου. Ακούω και μετρώ τις παρατηρήσεις τους κι εφόσον πεισθώ ότι έχουν δίκιο επανεξετάζω ορισμένα σημεία. Λειτουργούν, μ' ένα τρόπο, ως editors/book editing associates· ειδικότητα η οποία δεν υπάρχει στην Ελλάδα σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό από την εποχή του Χέμινγουεϊ.

Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;
     Πάρα πολλά. Η γραφή δεν παύει να λειτουργεί και σαν ενδοσκόπηση για τον συγγραφέα. Η ψυχογραφία των άλλων, η μελέτη των χαρακτήρων και η κρίση για τις πράξεις τους είναι μοιραίο να έχει άμεση απήχηση πρώτα από όλους σ' εμένα. Η σύγκριση έρχεται σε κάθε βήμα, πότε λυτρωτικά και πότε με οδυνηρό τρόπο. Έμαθα μέσα από τη γραφή να είμαι περισσότερο υπομονετικός, παρατηρητικός, να αποδέχομαι τα κουσούρια των άλλων και πολλά ακόμη. Πιστεύω κι ότι εξελίχθηκα γενικότερα σαν άνθρωπος, ενώ μου έδειξε τον δρόμο του στοχασμού, τον οποίο θεωρώ τη σημαντικότερη κατάκτηση για κάθε άνθρωπο. Το ζητούμενο είναι να μάθει ο άνθρωπος να στοχάζεται, όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν μέσα από αυτόν.

Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;
     Δεν ήμουν ποτέ δογματικός, ωστόσο η συγγραφή μού εδραίωσε την πεποίθηση ότι κάθε τι που ορθώνεται σαν δόγμα είναι επικίνδυνο. Εξάλλου, όσο ήμουν νέος κατέκρινα με ευκολία πολλά και πολλούς. Η γραφή με όπλισε με στωικότητα και κατανόηση. Συγκεκριμένη πεποίθηση η οποία ανατράπηκε δεν μπορώ να εντοπίσω. Άλλωστε άρχισα να γράφω σε μεγάλη ηλικία, όταν πια είχα κατασταλάξει σε πολλά.

Πόσο παρών είστε στα βιβλία σας;
     Είμαι παρών με ό,τι συνθέτει τον ψυχισμό και τον λογισμό μου. Ζω εκεί, υποδύομαι όλους τους ρόλους, μεταπηδώ από τον ψυχισμό και τον χαρακτήρα του ενός ήρωα στον άλλο, κλαίω, γελώ, θυμώνω, ερωτεύομαι, πάσχω, χαίρομαι, αγωνιώ, στοχάζομαι, αγριεύω, με καταλαμβάνει όλος ο κύκλος των συναισθημάτων, περπατώ μαζί τους στους δρόμους, εργάζομαι δίπλα τους, συζητούμε στους καφενέδες, μοιράζομαι τις έγνοιες τους και τόσα άλλα. Όλη αυτή η κυκλοθυμική διαδικασία είναι εξαντλητική. Γι' αυτό κι όταν επανέρχομαι στον πραγματικό τρέχοντα χρόνο είμαι καταπονημένος και περισσότερο όταν τελειώνει ένα βιβλίο.

Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας; Έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;
     Η συζήτηση με τους αναγνώστες είναι τις περισσότερες φορές δημιουργική και την επιδιώκω. Πέρα από τη συγκίνηση που μου προσφέρει, ανακαλύπτω τον τρόπο που προσλαμβάνουν κάθε βιβλίο. Βάζοντας ο αναγνώστης τη δική του σκέψη, φαντασία και συναισθηματικό κόσμο διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο κι αυτή είναι μια από τις ομορφιές της λογοτεχνίας. Έτυχε και να εστιάσουν σε πτυχές που δεν είχα φανταστεί ή δεν αποτυπώθηκαν έντονα στη μνήμη μου. Με εντυπωσίασε και ο τρόπος που ορισμένοι αναγνώστες αξιοποίησαν τα βιβλία μου. Για παράδειγμα με αφορμή το μυθιστόρημα "Ουρανόπετρα" η φιλόλογος Μαρίτα Αμοιρίδου με άλλους εκπαιδευτικούς αναζήτησε τα κοινά στοιχεία της Κω με την Κύπρο και οργάνωσαν παράσταση με θέατρο, κινηματογράφο, χορό, μουσική και ανάγνωση αποσπασμάτων. Ένα άλλο εντυπωσιακό παράδειγμα ήταν η εργασία των μαθητριών του 3ου Γυμνασίου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Μέλπως Καλομοίρη. Ασχολήθηκαν μέσα από το "Άγιοι και δαίμονες" με την αρωματοποιία και τους μυρεψούς του 1800.

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;
     Δεν θεωρώ ότι με επηρέασε κάποιος συγκεκριμένα, αν και αγαπώ τα έργα πολλών. Πάσχισα και πασχίζω να έχω το δικό μου ύφος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι αναγνώσεις μου δεν μπόλιασαν με κάποιο αδιόρατο τρόπο τη γραφή μου.

Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;
     Απαιτεί αφιέρωση και μόχθο. Όμως αν αυτό είναι το μεράκι σου όλα γίνονται πιο εύκολα ή τουλάχιστον οι συγκινήσεις που εισπράττεις κατά τη συγγραφή έρχονται να εξοβελίσουν την κόπωση. Πλέον για μένα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Όμως δεν παύω να λέω ότι θα ήταν μεγάλη πρόκληση να σταματήσω να γράφω. Εννοώ ως δοκιμασία απεξάρτησης, αφού και η γραφή μπορεί να εξελιχθεί σε ιδιότυπο δόγμα.
Σας ευχαριστώ.


15 Μαΐ 2016

ΣΕΡΡΑ. Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 633, Απρίλιος 2016

     Για μια ακόμη φορά, ο Γ. Καλπούζος στο καινούριο του βιβλίο, ασχολείται με τον ελληνισμό της διασποράς. Αυτή τη φορά με τους Έλληνες του Πόντου και ειδικότερα της Τραπεζούντας, μέσω της αφήγησης της πολυτάραχης ζωής του Γαληνού Φιλονίδη. Την αφήγηση καταγράφει ένας συγγραφέας του οποίου η ταυτότητα θα αποκαλυφθεί στις τελευταίες σελίδες. «Με τούτη τη σκηνή άρχισε να μου διηγείται ο Γαληνός Φιλονίδης τη ζωή του. Την ιστορία του αποφάσισα να τη μεταφέρω στο χαρτί. Γιατί άραγε; Ρώτησα αμέτρητες φορές τον εαυτό μου κι η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: Για να τον γνωρίσω καλύτερα πατώντας χνάρι στο χνάρι σε κάθε βίωμά του. Κι ακόμη, επειδή θαρρώ ότι θα ωφεληθούν πολλοί απ’ τα πάθη και τα παθήματά του. Όσον αφορά ποιος είμαι εγώ που σας τα αφηγούμαι, θα ‘ρθει η στιγμή να το αποκαλύψω».
     Η ιστορία ξεκινά τον Ιούνιο του 1915, όταν τέθηκε σε ισχύ η διαταγή της εκτόπισης των Αρμενίων από τις πατρογονικές τους εστίες στα παράλια του Εύξεινου Πόντου.  «Επειδή, οι Αρμένιοι παρασύρθηκαν από ανατρεπτικές ιδέες και τόλμησαν να ενωθούν στον πόλεμο με τους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Η αρμένισα Σάρα, στην προσπάθειά της να σώσει την 15χρονη πανέμορφη κόρη της Ταλίν, από τα χέρια ενός τούρκου χωροφύλακα, την κρύβει στο σπίτι του γνωστού της Γ. Φιλονίδη, κάποια στιγμή που ο ίδιος απουσιάζει. Ο Φιλονίδης, δάσκαλος στο περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, εκείνο τον καιρό ήταν αρραβωνιασμένος με την Φιλάνθη Ρωμυλίδη και σχεδίαζαν το γάμο τους. Η ποινή για όσους συμπαραστέκονταν στους διωκόμενους αρμένιους ήταν βαριά και εξοντωτική. Ο Φιλονίδης όταν με την επιστροφή του στο σπίτι βρίσκει τη νεαρή, αμφιταλαντεύεται και προβληματίζεται. «Πως θα αντιμετώπιζε το απρόσμενο και βαρύ φορτίο; Να την παραδώσει στις Αρχές; Δεν το άντεχε η ψυχή του, ούτε και το ήθος του. Να την κρατήσει; Άκρως επίφοβο και με απρόβλεπτες συνέπειες. Ήταν και ανεπίτρεπτο να φιλοξενεί ένα κορίτσι όντας αρραβωνιασμένος… Να την έκρυβε για λίγο; Μέχρι να αποφασίσει τι θα κάμει; Άλλη επιλογή δεν διαφαινόταν».
     Όμως οι «ασκοί του Αιόλου» είχαν ανοίξει. Οι νεότουρκοι στην προσπάθειά τους ν’ απαλλαγούν από τις μειονότητες με σύνθημα «Η Τουρκία ανήκει στους τούρκους», μετά τους Αρμένιους, βάζουν στο στόχαστρο τους Έλληνες του Πόντου. Και οι αέρηδες των διώξεων και της καταστροφής, θα παρασύρουν τους ήρωες σε συνεχείς περιπέτειες.
     Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί «ιστορικό», αφού πλάι στους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες περιδιαβαίνουν και δρουν πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα. Ακόμα, με τη γνωστή επιμονή του συγγραφέα στην αναζήτηση της λεπτομέρειας, παρατίθενται στιγμιότυπα από την πραγματική,   καθημερινή ζωή στους χώρους που κινούνται οι ήρωες. Λεπτομέρειες όπως οι τιμή κάποιων προϊόντων στην Τραπεζούντα ή τα μεροκάματα στα κολχόζ του Καζακστάν.
     Για να κλείσω την παρουσίαση του πολύ καλού αυτού βιβλίου, θα αντιγράψω τον… εαυτό μου και θα παραθέσω σχεδόν αυτούσιο το κλείσιμο που είχα γράψει στην παρουσίαση ενός προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα, το «Άγιοι Και Δαίμονες»: Ο Γιάννης Καλπούζος, για μια ακόμη φορά, μας εκπλήσσει ευχάριστα και μας προσφέρει ένα "μεγάλο" , καλογραμμένο μυθιστόρημα, με πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί και "σκηνοθετεί" με μαεστρία, το οποίο πρέπει να διαβάσει κάθε αναγνώστης που ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία, για την ιστορία κάθε γωνιάς του ελληνισμού και που είναι απόκτημα για κάθε βιβλιοθήκη. Πέρα από τον μύθο, τη γραφή, την εξαιρετική απόδοση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, θαυμασμό προκαλεί η συγκέντρωση ενός τεράστιου όγκου πραγματολογικών στοιχείων, αλλά και ο χειρισμός του, που έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κουράζει και να μην αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη.

     Κι επειδή το βιβλίο αφορά τον Πόντο: Γιάννη, το βιβλίο σου, ερέχτατο πάρα πολλά!  

15 Μαΐ 2014

ΟΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 423, Απρίλιος 2014

     Το νέο βιβλίο του Γ. Καλπούζου, έφτασε πριν από ελάχιστες εβδομάδες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Ένα βιβλίο διαφορετικό από τα προηγούμενα, αλλά εξίσου καλογραμμένο.
     Ο Άνδης και η Θάλεια ερωτεύονται από την παιδική τους ηλικία. Ο Άνδης είναι γόνος πολυμελούς οικογένειας φτωχών χωρικών από τον Πλατανιά της Άρτας. «Ο πατέρας του έσπερνε παιδιά θαρρείς κι ήσαν καλαμπόκι. Το ένα μετά το άλλο ωσότου αράδιασε επτά, ζωή να ‘χουνε. Όλα κορίτσια μέχρι τα έξι κι ευτυχώς το αποσπόρι εδέησε να γεννηθεί σερνικό, ειδάλλως δε θα σταματούσε ο κυρ Αλέκος. Το ‘χε καημό μεγάλο ν’ αποκτήσει γιο». Το παράξενο όνομά του, το οφείλει στο νουνό του που τον βάφτισε Αρμάνδο, αλλά επειδή οι οικείοι του «να τον φωνάζουν Αρμάνδο, ούτε συζήτηση», το άλλαξαν σε Άνδης.
     Στο χωριό περνούσε τα καλοκαίρια της, η οικογένεια της συνομήλικής του Θάλειας, που το χειμώνα ζούσε στην Άρτα. Μια τυπική συντηρητική οικογένεια (ο μπαμπάς Χαρίδημος δικαστικός κλητήρας, η μαμά Αυγή καταπιεσμένη νοικοκυρά) της δεκαετίας του ’60. Αν και ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, στον Άνδη άρεσε από τότε που την πρωτοείδε. «Του άρεσε το γλυκό της πρόσωπο, τα πλούσια ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια, τα λεπτά χέρια και το λούσο της. Θαρρείς τον μαγνήτιζαν». Από την άλλη, παρά το γεγονός ότι οι γονείς της Θάλειας, δεν της επέτρεπαν να παίζει με τα παιδιά του χωριού και ειδικά με τον Άνδη που ήταν αρχηγός τους, αυτή τον λάτρευε –έστω και πίσω από τα κάγκελα του φράχτη-για τον ατίθασο και ανυπότακτο χαρακτήρα του.
     Τα παιδιά συνέχισαν να βλέπονται με χίλιες-μύριες προφυλάξεις και στην εφηβική τους ηλικία. Ο Άνδης, μετακόμισε στην Άρτα, για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Η Θάλεια, μετά το Γυμνάσιο πέρασε στη Νομική ενώ ο Άνδης, λίγο λόγω της ένδειας και λίγο λόγω χαρακτήρα, δεν μπόρεσε να προετοιμαστεί κατάλληλα για τις εξετάσεις και δεν πέτυχε. Αυτό δεν εμπόδισε τη σχέση τους. Ο Άνδης μετακόμισε στην Αθήνα με σκοπό να κάποια δουλειά και να είναι κοντά στην αγαπημένη του. Η οποία όμως βρισκόταν υπό στενή επιτήρηση, αφού εκτός από την ίδια, μετακόμισε και όλη η…οικογένεια στην πρωτεύουσα.
     Όμως η ζωή θα κάνει ένα από τα γνωστά, αλλά πάντα απρόσμενα παιχνίδια της και οι δύο νέοι θα χωρίσουν! Άραγε οι δρόμοι τους θα ξανασυναντηθούν; Οι συνθήκες και οι περιστάσεις, θα τους επιτρέψουν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία;
     Αυτή τη φορά, ο Γιάννης Καλπούζος, μας αφηγείται μια σύγχρονη ιστορία. Όμως και πάλι η Ιστορία (με κεφαλαίο Ι αυτή τη φορά) παίζει σημαντικό ρόλο. Και μάλιστα οι σκοτεινές σελίδες της. Αυτές που αφορούν τον Εμφύλιο πόλεμο. «Ακόμη τον πληρώνουμε και θα συνεχίσουμε για δεκαετίες. Πότε τον κρύβουμε…και πότε τον ξεσκεπάζουμε με χίλιους δυο τρόπους. Όμως είτε κρυμμένος είτε φανερός, μας δηλητηριάζει». Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που θα συναρπάσει. Σε πρώτο επίπεδο, υπάρχει ο μύθος του βιβλίου. Ευρηματικός, με ανατροπές που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Σε δεύτερο επίπεδο, υπάρχουν «οι λαβωματιές της Ιστορίας όπως αντανακλούν πάνω μας», η εξαιρετική ψυχογράφηση των χαρακτήρων, η ρεαλιστική απεικόνιση των κοινωνικών αλλά και οικονομικών συνθηκών της εποχής, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια και πολλά άλλα θέματα, που ο αναγνώστης ανακαλύπτει στην πορεία. Κι όλα αυτά, δοσμένα με την μοναδική γραφή του Γιάννη Καλπούζου, διανθισμένα με ισχυρές δόσεις χιούμορ και σαγηνευτική γλώσσα, προσφέρουν εκτός από τροφή για σκέψη, γνήσια αναγνωστική απόλαυση. Η προσδοκία του συγγραφέα το βιβλίο «να λειτουργήσει ως πνευματική πτήση κόντρα στη συναισθηματική πτώση των καιρών μας», ευοδώνεται πλήρως.  

23 Ιουλ 2013

ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΓΕΝΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 582, Μάρτιος 2013


     Στο νέο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (όπως και τα προηγούμενα), πριν από λίγους μήνες, ο Γ. Καλπούζος, αναφέρεται σε μια γωνιά του Ελληνισμού. Την Κύπρο. Εκεί κυρίως εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου. Στην Κύπρο και στο…χρόνο, αφού η αφήγηση ξεκινά το 1569 και φτάνει μέχρι τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου.
     Είναι η ιστορία της ζωής του Γερόλεμου και των τεσσάρων γιων του, που μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Οθωμανούς, τον Αύγουστο του 1571, σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους «…ο Μύρος για την Κωνσταντινούπολη, ο Βισέντζος για την Κεφαλονιά, ο Χρύσανθος για τη Λουρουτζίνα κι ο Αντζουλής για τα Λεύκαρα». Ο Γερόλεμος, στον κάθε του γιο, πριν φύγει κι ακολουθήσει το δρόμο του, έδωσε και το ένα τέταρτο από ένα φυλαχτό, που είχε φτιάξει ο ίδιος, «από πέτρα τ’ ουρανού, ουρανόπετρα».
     Μερικές…εκατοντάδες χρόνια αργότερα, γεννιέται στην Κύπρο, ένας απόγονος του Γερόλεμου, ο Αδάμος. (Αυτό το άλμα στο χρόνο στη συνέχεια της αφήγησης, καλύπτεται). Από το σημείο αυτό, αυτός γίνεται ο ήρωας του βιβλίου και το βίο του αναλαμβάνει να μας διηγηθεί ο συγγραφέας. Και μαζί μας αφηγείται και μας διδάσκει με τον μοναδικό του τρόπο, χωρίς φυσικά ίχνος διδακτισμού, την ιστορία της πολύπαθης Κύπρου.
     Χαρακτήρας ατίθασος και ανυπότακτος ο Αδάμος, αναγκάστηκε να μπει από μικρός στη βιοπάλη. Αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση-για να μην πω με περιφρόνηση-από τους συντοπίτες του, μέχρι που νίκησε σ’ έναν παραδοσιακό αγώνα «άρσης βαρών». Αυτή του η δύναμη όμως, λίγο έλειψε να γίνει αντί για ευλογία, κατάρα, αφού τον οδήγησε σε ατραπούς που δεν έπρεπε. «Θυμωμένος με τη ζωή, κατιτίς να του φταίει, δίχως να μπορεί να το αδράξει ο λογισμός του, σπρωγμένος κι απ’ τη φτιαξιά του και πλανεμένος απ’ την εξουσία που ασκούσε με τη σωματική του δύναμη, αφέθηκε να παρασυρθεί στα χούγια των παλικαράδων. Δεν ντυνόταν όπως οι πεσβάντηδες, όμως έλυνε το ζωνάρι του, αφήνοντάς το να κρέμεται μέχρι το γόνατο κι αποζητούσε τον καβγά στους δρόμους, στους καφενέδες κι όθε λάχαινε».
     Φυσικά, η πυκνότητα της εξαιρετικής πλοκής είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την περιγραφή της, μέσα στις λίγες γραμμές αυτής της παρουσίασης. Γι’ αυτό, αφήνω τον αναγνώστη να ανακαλύψει μόνος του τη συνέχεια. Πριν κλείσω να πω ότι, πέρα από την πλοκή, οι στέρεοι και ρεαλιστικοί χαρακτήρες, η δυνατή δομή, η χρήση της «κυπριακής» γλώσσας, το πλήθος των πραγματολογικών στοιχείων, οι πολύ καλές περιγραφές και τέλος η μοναδική γραφή του Γ. Καλπούζου, συνθέτουν ένα μυθιστόρημα, το οποίο προσφέρει πολυεπίπεδη απόλαυση στον αναγνώστη. Για μια ακόμη φορά, ο συγγραφέας του «Ιμαρέτ» και «Άγιοι Και Δαίμονες» εντυπωσιάζει.
     Να συμπληρώσω και κάτι ακόμη. Ο Γιάννης Καλπούζος, είναι από τους συγγραφείς που θέλουν να έρχονται σε επαφή με τους αναγνώστες και γι’ αυτό κάνει εξαιρετικές, και «ξεχωριστές» παρουσιάσεις των βιβλίων του σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Αν αντιληφθείτε να κάνει παρουσίαση του βιβλίου του κάπου κοντά σας, μη χάσετε την ευκαιρία να την παρακολουθήσετε. Θα παραβρεθείτε σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση. Εγώ έχω παρακολουθήσει τις παρουσιάσεις και για τα τρία του βιβλία (σε τρεις διαφορετικές πόλεις!) και πραγματικά τις απόλαυσα.

20 Σεπ 2011

ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 748, Μάιος 2011


     Με ένα ογκώδες μυθιστόρημα, επιστρέφει στις προθήκες, μετά από τριετή "σιωπή", ο βραβευμένος με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ, συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος.
     Πρέπει να ομολογήσω, πως όταν έπιασα στα χέρια μου και ξεφύλλισα το βιβλίο...τρόμαξα. Πρόκειται για 748 πυκνογραμμένες σελίδες, με πολύ μικρή γραμματοσειρά Όμως πρέπει επίσης να ομολογήσω, πως όταν προχώρησα στην ανάγνωση, θεώρησα πως οι σελίδες είναι λίγες κι ευχόμουν να βρεθεί ένας τρόπος μαγικός, να μην τελειώσει το βιβλίο.
     Ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία των Ρωμιών της Πόλης, την ταραγμένη περίοδο (με τις συνεχείς εξεγέρσεις των γενιτσάρων, την εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας και το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821), από το 1808 έως το 1831-αν και τώρα που το σκέφτομαι, δεν πρέπει να υπήρξε περίοδος που να μην ήταν ταραγμένη για τους Έλληνες της Πόλης. Και το κάνει, μέσα από τα απομνημονεύματα που "έγραψε" ο Τζανής Κομνάς, που ανδρώθηκε τη συγκεκριμένη περίοδο και τα έφερε έτσι η Τύχη και τα γυρίσματα των καιρών, ώστε να ζήσει μια ζωή σαν μυθιστόρημα. "Έπιασα να γράψω τούτο το στόρημα, ως ιστορητής και ιστορούμενος. Να περπατήσουν πάνω στο χαρτί όσα μοναχός αξιώθηκα να ζήσω και όσα οι μαρτυρίες άλλων ακούμπησαν στην πένα μου. Γιατί πολλών εζήτησα τη βοήθεια και μ' απολογήθηκαν με το στόμα ή μου τα έδωκαν γραμμένα. Κι είναι και λόγια άλλων, όπως τα εκράτησα στο νου μου, γιατί σαν με συνεπήρε αυτός ο πυρετός εκείνοι ήταν αφανισμένοι απ' τη ζωή". Γιατί όμως ο Τζανής, ένας "ανώνυμος" αρωματοποιός επιλέγει να μιλήσει για τη ζωή του; "Μα τούτα των βασιλέων και των δεσποτών δεν έχουν τελειωμό κι εγώ θέλω να ιστορήσω τα των απλών ανθρώπων, που ποτίζουν με το αίμα, τις συνήθειες και τις ψυχές τους, όλες τις κατοπινές γενιές. Γιατί, κατά πως στοχάζομαι, το μπόλι που βάνει στο νου του γιου ή της κόρης ο γονιός έχει πλιότερη αξία".
     Γύρω από τον Τζανή, κινείται ένας ολόκληρος κόσμος. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Φράγκοι και όλο το υπόλοιπο μωσαϊκό των φυλών που συγχρωτίζονταν στην Πόλη. Το οποίο ο συγγραφέας περιγράφει με εξαντλητικές, αλλά όχι κουραστικές λεπτομέρειες για τα...πάντα! Δεν υπάρχει πτυχή της δημόσιας, κοινωνικής ή ιδιωτικής ζωής των κατοίκων της Πόλης, για την οποία ο συγγραφέας να μην έχει να παραθέσει άπειρες λεπτομέρειες, δημιουργώντας έτσι ένα λεπτοδουλεμένο "εργόχειρο". Λεπτομέρειες οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στο χτίσιμο και τη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας, που είχαν όλοι οι Πολίτες και ιδιαίτερα οι Έλληνες. Για την καθημερινή ζωή, τους διαφυλετικους έρωτες και τους κινδύνους που έκρυβαν, τη ζωή των πλουσίων, των φτωχών, για τους οραματιστές, τις συμμορίες των δρόμων που τις απάρτιζαν είτε κάποιοι φτωχοδιάβολοι, είτε αυτοί που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, οι οποίοι με το πρόσχημα της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, "άρμεγαν" κανονικά όποιον άτυχο έπεφτε στα χέρια τους, τους χασικλήδες, που αποτελούσαν υπολογίσιμη αριθμητικά ομάδα, τους δερβίσηδες, τους κρυπτοχριστιανούς (που εκτός από το Χριστό, δεν παρέλειπαν να κάνουν τελετές στις θεότητες του παγανιστικού παρελθόντος), τη διαφθορά του κλήρου, τις ερωμένες των Πατριαρχών, οι οποίες κατοικούσαν σε σπίτια απέναντι από το Πατριαρχείο.
     Μαθαίνουμε ακόμα για τις δύο από τις μεγάλες "πληγές" της Πόλης: τις πυρκαγιές, που λόγω της ξυλοκατασκευής των σπιτιών, όταν ξεσπούσαν αφάνιζαν συνοικίες ολόκληρες και την πανούκλα, η οποία εξαπλώνονταν ραγδαία, λόγω της έλλειψης έστω και στοιχειωδών κανόνων υγιεινής -η περιγραφή κάποιων τμημάτων της Πόλης είναι αποκαλυπτική, αφανίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.
     Αλλά μαθαίνουμε και για τις καλές στιγμές: τα γλέντια, τα τραγούδια, τις βεγγέρες, τους αρραβώνες, τους γάμους...Κι όλα αυτά, ενταγμένα αριστοτεχνικά στη δομή του μύθου, χωρίς ίχνος διδακτισμού.
     Κλείνοντας, θέλω να πω, ότι άξιζε και με το παραπάνω η τριετής αναμονή. Ο Γιάννης Καλπούζος, για μια ακόμη φορά, μας εκπλήσσει ευχάριστα και μας προσφέρει ένα "μεγάλο" , καλογραμμένο μυθιστόρημα, με πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί και "σκηνοθετεί" με μαεστρία, που πρέπει να διαβάσει κάθε αναγνώστης που ενδιαφέρεται για την καλή λογοτεχνία, για την ιστορία κάθε γωνιάς του ελληνισμού και που είναι απόκτημα για κάθε βιβλιοθήκη. Πέρα από τον μύθο, τη γραφή, την εξαιρετική απόδοση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, θαυμασμό προκαλεί η συγκέντρωση ενός τεράστιου όγκου πραγματολογικών στοιχείων, αλλά και ο χειρισμός του, που έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κουράζει και να μην αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη.