Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ANDREA CAMILLERI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ANDREA CAMILLERI. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Απρ 2025

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 332, Οκτώβριος 2024 

     Όπως έγραψα στην παρουσίαση του μυθιστορήματος «123ο Χιλιόμετρο» (Ιανουάριος 2025), φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννηση του Α. Καμιλλέρι. Γι’ αυτό το λόγο, παρουσιάζω ένα ακόμη μυθιστόρημα του μεγάλου Ιταλού λογοτέχνη.

     Η Σικελία, λόγω της θέσης της στη Μεσόγειο, δέχτηκε πολλούς εισβολείς, από την αρχαιότητα ακόμη. Φοίνικες, Έλληνες, Καρχηδόνιοι, Ρωμαίοι, Βάνδαλοι, Οστρογότθοι, Βυζαντινοί, Άραβες και άλλοι, κατέκτησαν κατά περιόδους το νησί. Από το 1250 μέχρι το 1710 περίπου, η Σικελία βρισκόταν υπό τη διακυβέρνηση των Ισπανών. Σε αυτή την ιστορική περίοδο εκτυλίσσεται η ιστορία του μυθιστορήματος που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

     Ο μαρκήσιος ντον Άνχελ ντε Γκουζμάν, είναι ο διοικητής της Σικελίας έχοντας τον τίτλο του αντιβασιλέα, διορισμένος από τον βασιλιά Κάρολο Β! της Ισπανίας. Έφτασε στο Παλέρμο το 1675, ενώ ένα μήνα μετά έφτασε και η σύζυγός του Ελεονόρα ντι Μόρα, μια καλλονή εντυπωσιακής ομορφιάς. Η άφιξη του αντιβασιλέα «εντυπωσίασε τους πάντες για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν η ηλικία του, δεδομένου ότι δεν είχε πατήσει τα τριάντα, και η Σικελία δε θυμόταν μέχρι τότε αντιβασιλέα μικρότερο από πενήντα χρονών. Και ο δεύτερος η ισχνότητά του, ο ντον Άνχελ δεν είχε ίχνος λίπους επάνω του, το δέρμα ήταν κολλημένο στα οστά του, δε ζύγιζε πάνω από τριάντα κιλά. Αν φυσούσε δυνατός άνεμος, θα τον παρέσερνε σαν ξερό φύλλο».

     Λίγο καιρό μετά όμως, άρχισε ένα παράξενο φαινόμενο. Ο αντιβασιλέας άρχισε να παχαίνει διαρκώς, ακόμη κι αν έμενε νηστικός για μια ολόκληρη εβδομάδα. Κλήθηκαν να τον εξετάσουν οι καλύτεροι γιατροί. Κανένας δεν μπόρεσε ούτε να ερμηνεύσει, ούτε να αντιστρέψει το φαινόμενο. Έτσι, δύο χρόνια αργότερα, είχε φτάσει τα 190 κιλά!! Όπως είναι φυσικό, κάθε σωματική δραστηριότητα ήταν σχεδόν αδύνατη κάτι που επέφερε νωθρότητα. Η σωματική νωθρότητα, σύντομα μεταβλήθηκε και σε πνευματική. Αυτό το γεγονός, έδωσε την ευχέρεια στα πέντε μέλη του Ιερού Βασιλικού Συμβουλίου, στο οποίο προήδρευε ο αντιβασιλέας και που το απάρτιζαν άνδρες «ευγενείς», πλούσιοι αλλά και άπληστοι, να αποδυθούν σε ένα όργιο καταλήστευσης δημοσίου χρήματος και σύνταξης νομοθετημάτων, με ευνοϊκές διατάξεις για τους ίδιους και τους φίλους τους.

     Μέχρι που στη διάρκεια μιας συνεδρίασης ο αντιβασιλέας πεθαίνει ξαφνικά. Τα μέλη του Συμβουλίου… ενθουσιάζονται!Ξέρουν ότι μέχρι να αντικατασταθεί ο αντιβασιλέας, θα περάσουν μήνες. Έτσι θα έχουν την ευχέρεια για ακόμη μεγαλύτερες και πιο επικερδείς ρεμούλες. Τότε η Ελεονόρα, θα εμφανιστεί στο Συμβούλιο και θα παρουσιάσει μια ιδιόχειρη διαθήκη του συζύγου της, με την οποία διορίζει αυτήν σαν διάδοχό του! Οι Σύμβουλοι δυσκολεύονται να το αποδεχτούν και θα την πολεμήσουν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Όμως όπως θα αποδειχθεί, η Ελεονόρα εκτός από πανέμορφη είναι μια γυναίκα εκπληκτικής ευφυΐας.

     Η Ελεονόρα κυβέρνησε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Μόλις είκοσι επτά ημέρες. Ο τίτλος του αντιβασιλέα συνοδευόταν από τον τίτλο του αντιπρόσωπου του Πάπα, αξίωμα που δεν μπορούσε να κατέχει μια γυναίκα. Παρ’ όλα αυτά, οι αναφορές που υπάρχουν δίνουν «…την εικόνα μιας εξαιρετικής γυναίκας η οποία δικαιούται  μεγάλο σεβασμό για όσα κατάφερε στο σύντομο διάστημα που κυβέρνησε τη Σικελία. Δικό της επίτευγμα η μείωση της τιμής του ψωμιού και η δημιουργία του υπεύθυνου εμπορίου που φρόντιζε τη σωστή λειτουργία των εβδομήντα δύο συντεχνιών του Παλέρμο. Όσο για τις αποφάσεις που πήρε προς όφελος των γυναικών, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι επαναλειτούργησε ένα ίδρυμα για παρθένες που κινδύνευαν να παραστρατήσουν και άλλο ένα για ηλικιωμένες και άρρωστες πόρνες, που και τα δύο είχαν διακόψει τη λειτουργία τους λόγω έλλειψης πόρων, ενώ ολοκληρωτικά δικό της δημιούργημα είναι η επονομαζόμενη βασιλική προίκα και το ίδρυμα «Μετανοούσα Μαγδαληνή». Δική της ήταν και η απόφαση να έχουν πρόσβαση σε βοηθήματα, και οικογένειες με λιγότερα από δώδεκα παιδιά».

     Ο μεγάλος δάσκαλος της ιταλικής λογοτεχνίας, μεταπλάθει λογοτεχνικά ένα περιστατικό της Ιστορίας της ιδιαίτερης πατρίδας του, και γράφει ένα συναρπαστικό, γοητευτικό, απολαυστικό μυθιστόρημα, με ηρωίδα μια πολύ ξεχωριστή γυναίκα.      

4 Απρ 2022

ΡΙΚΚΑΡΝΤΙΝΟ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 335, Νοέμβριος 2021

 

     Μετά τον Μπέρνι Γκούντερ του Φ. Κερ, «χάνουμε» έναν ακόμη αγαπημένο μυθιστορηματικό χαρακτήρα. Πρόκειται για τον επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο του Α. Καμιλλέρι. Ο ιταλός συγγραφέας έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών τον Ιούλιο του 2019. Το «Ρικκαρντίνο» που παρουσιάζω σήμερα, είναι το τελευταίο μυθιστόρημα που διαβάζουμε για τον επιθεωρητή από τη Βιγκάτα. Η έκδοσή του μάλιστα, έχει μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή ιστορία. Το βιβλίο γράφτηκε το 2005. Τότε, στα ογδόντα χρόνια του, ο συγγραφέας έλεγε ότι δεν πρόκειται να γράψει άλλο με κεντρικό χαρακτήρα τον Μονταλμπάνο. «… το επαναλάμβανε δημόσια με κάθε ευκαιρία: από τη μία πλευρά, ένιωθε την ανάγκη ν’ απελευθερωθεί από τον Μονταλμπάνο, αλλά, από την άλλη ο Μονταλμπάνο κάθε φορά τον ξανακαλούσε, τον προέτρεπε, σχεδόν τον ανάγκαζε να γράψει και να ξαναγράψει ιστορίες γι’ αυτόν, για να τον αφήσει να μεγαλώσει, ν’ αλλάξει, να γεράσει σαν αληθινή ύπαρξη. Σαν να είχε αποκτήσει ο αστυνόμος αυτόνομη ζωή».   Ευτυχώς για όλους εμάς, πείστηκε από τις προτροπές. Ακολούθησαν άλλα δεκαοκτώ μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα. Η συμφωνία που έκανε με τον εκδότη για το «Ρικκαρντίνο», ήταν να εκδοθεί μετά τον θάνατό του. Επειδή «Το μυθιστόρημα αποτελεί τον αποχαιρετισμό αυτού (που χάρη στην ιδιαίτερα επιτυχημένη τηλεοπτική του απόδοση) είναι με βεβαιότητα ο δημοφιλέστερος χαρακτήρας της ιταλικής λογοτεχνίας της χιλιετίας».

     Όταν έγινε γνωστή η είδηση της παράδοσης του χειρογράφου και της συμφωνίας με τον εκδότη «…άρχισαν να ακούγονται διάφορες φήμες […] ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Μονταλμπάνο πέθαινε στο τέλος…» κάτι που αν αληθεύει, ο αναγνώστης θα το μάθει διαβάζοντας το βιβλίο. Το 2016 ο συγγραφέας επέφερε κάποιες μικρές διορθώσεις. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, το 2020, εκδόθηκε όπως ήταν η συμφωνία στην Ιταλία. Τώρα μεταφράστηκε και στα ελληνικά.

     Ο αστυνόμος, καλείται να διαλευκάνει την δολοφονία του διευθυντή του υποκαταστήματος της Μπάνκα Ρετζονάλε στη Βιγκάτα. Η υπόθεση αρχικά δείχνει να αφορά την οργισμένη αντίδραση ενός απατημένου συζύγου. Ο Μονταλμπάνο όμως ξέρει, ότι πολλές φορές τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται! Αναλύοντας τα γεγονότα, κάνοντας τις απαραίτητες συνδέσεις και ερευνώντας τις μικρές λεπτομέρειες, ενώνει τις ψηφίδες και ολοκληρώνει το παζλ. Τώρα δεν απομένει παρά το να βρει τις ατράνταχτες αποδείξεις για να «δέσει» τους ενόχους. Θα τα καταφέρει;

     Ο Μονταλμπάνο είναι κουρασμένος κι απογοητευμένος. Όπως επισημάνει ο Φάτσιο «… δεν έχετε διάθεση, να δουλέψετε. Το παρατήρησα. Σας γνωρίζω πολλά χρόνια. Δεν τα έχετε χάσει, απλώς έχετε κουραστεί. Έχετε βαρεθεί, αστυνόμε. Και γι’ αυτό προσπαθώ μόνος μου να προχωρήσω τη δουλειά, να συγκεντρώσω στοιχεία, να διεκπεραιώσω το πιο βαρετό κομμάτι». Όταν όμως αποφασίσει να πάρει πρωτοβουλίες, ξαναγίνεται ο γνωστός αστυνόμος, με το κοφτερό, αναλυτικό μυαλό!

     Το μυθιστόρημα είναι τόσο καλό, όσο θα περίμενε κανείς από τον τεχνίτη της γραφής Α. Καμιλλέρι. Ένα  ενδιαφέρον και ξεχωριστό στοιχείο, είναι η αποτύπωση μέσα από την πλοκή, της σχέσης ανάμεσα τον λογοτεχνικό και τηλεοπτικό Μονταλμπάνο και τον δημιουργό τους! 

30 Ιουν 2021

Ο ΜΑΓΕΙΡΑΣ ΤΟΥ "ΑΛΚΥΟΝΗ"

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 295, Μάρτιος 2021

 

     Η νέα υπόθεση που απασχολεί τον αστυνόμο Σάλβο Μονταλμπάνο, δεν προοριζόταν από την αρχή της συγγραφής να γίνει βιβλίο. Στην αρχική της μορφή, γράφτηκε για να αποτελέσει τη βάση του σεναρίου μιας ταινίας. Ήταν μια ιταλο-αμερικανική παραγωγή, η οποία θα γυριζόταν το 2009, αλλά το σχέδιο ναυάγησε και δεν προχώρησε. Έτσι ο Camilleri, έκανε όποιες και όσες αλλαγές θεωρούσε αναγκαίες και μετέτρεψε το σενάριο σε μυθιστόρημα.

     Ο Μονταλμπάνο πλήττει. Στη Βιγκάτα δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και του λείπει η έξαψη της έρευνας. Το μόνο που απασχολεί την αστυνομία, είναι οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που πραγματοποιούν οι απολυμένοι πρώην εργαζόμενοι του ναυπηγείου Τρινκανάτο, έξω από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης. «Το Τρινκανάτο ήταν μέχρι πριν δύο χρόνια κερδοφόρο ναυπηγείο. Απασχολούσε διακόσιους υπαλλήλους και εργάτες. Μετά το θάνατο του παλιού ιδιοκτήτη, το ναυπηγείο πέρασε στα χέρια του γιου του Τζιοβάννι, που είχε το μυαλό του μόνο στον τζόγο και στις γυναίκες. Αυτός και η κρίση που χτύπησε ξαφνικά προκάλεσαν σύντομα πολλά οικονομικά προβλήματα στο ναυπηγείο».

     Όταν μια μέρα ο αστυνόμος επιστρέφει στο τμήμα μετά από μια επιθεώρηση της κατάστασης στο ναυπηγείο, τον περιμένει μια όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη. Μια επιστολή από το γραφείο προσωπικού βρίσκεται στην αλληλογραφία. Τον ενημερώνει ότι «κατόπιν ελέγχου, προέκυψε ότι είχαν συγκεντρωθεί πολλές μέρες άδειας τις οποίες δεν είχε εκμεταλλευτεί». Θα έπρεπε από τώρα και στο εξής, να παίρνει δέκα μέρες άδεια ανά δύο μήνες, για να επέλθει κάποια μείωση αυτών των ημερών. Οι οδηγίες του γραφείου προσωπικού πρέπει να εφαρμοστούν άμεσα. Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ο αστυνόμος παίρνει την άδειά του και πηγαίνει να την περάσει με την αγαπημένη του Λίβια.

     Όταν επιστρέφει όμως μετά από ένα δεκαήμερο, βρίσκει ότι στο τμήμα του έχουν έλθει τα πάνω κάτω. Στη διάρκεια της απουσίας του, ο Διοικητής της αστυνομίας Μπονέττι-Αλντερίγκι, του έχει αφαιρέσει τη διοίκηση του τμήματος, τον έχει θέσει σε διαθεσιμότητα κι έχει μεταθέσει σε άλλα τμήματα τους στενότερους συνεργάτες του!

     Ο Μονταλμπάνο δεν ξέρει τι να υποθέσει κι ετοιμάζεται να κάνει «αντεπίθεση». Μέχρι που μία συνάντηση υπό πλήρη μυστικότητα με τον Διοικητή, ξεδιαλύνει κάπως την κατάσταση. Όλες αυτές οι κινήσεις, έχουν σχέση με τον κατάπλου στο λιμάνι της Βιγκάτα ενός εντυπωσιακού ιστιοφόρου με το όνομα «Αλκυόνη». Ένα πλοίο που ακολουθεί παράξενες διαδρομές και που «είχε τη συνήθεια να παραμένει ελάχιστα στο λιμάνι και να εξαφανίζεται» στη συνέχεια, αποπλέοντας προς άγνωστη κατεύθυνση.

     Μια ακόμη απολαυστική υπόθεση, την οποία για να διαλευκάνει ο γκρινιάρης κι εριστικός όσο ποτέ άλλοτε Μονταλμπάνο, θα χρειαστεί να κάνει υπερβάσεις και προσπάθειες που θα θέσουν σε δοκιμασία τις ήδη μειωμένες σωματικές αντοχές του!

31 Δεκ 2020

Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΚΑΤΑΛΑΝΟΤΤΙ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 338, Ιούνιος 2020

 

     Μια ακόμη υπόθεση που πρέπει να διαλευκάνει ο επιθεωρητής Σάλβο Μονταλμπάνο και η ομάδα του, περιλαμβάνει το βιβλίο του Α. Καμιλλέρι με τίτλο «Η Μέθοδος Καταλανόττι», που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες.

     Όταν η οικιακή βοηθός πήγε εκείνο το πρωινό να τακτοποιήσει το διαμέρισμα του 55χρονου Καρμέλο Καταλανόττι, τον βρήκε νεκρό στο κρεβάτι του και κάλεσε αμέσως την αστυνομία. «Ο νεκρός φορούσε όλα του τα ρούχα, σακάκι, γραβάτα, καλογυαλισμένα παπούτσια κι ένα μαντηλάκι στην τσέπη. Αν δεν προεξείχε η λαβή ενός χαρτοκόπτη στο μέρος της καρδιάς, θα ήταν απλώς ένας κύριος που είχε γυρίσει από κάποιον γάμο ή βάπτιση και ξάπλωσε στο κρεβάτι». Η μικρή ποσότητα αίματος που είχε βγει από την πληγή και το καθαρό από αίμα κρεβάτι, προβλημάτισαν τον επιθεωρητή. Αρχικά υπέθεσε ότι η δολοφονία έγινε κάπου αλλού και η σορός μεταφέρθηκε στη συνέχεια στο διαμέρισμά του.

     Ξεκινά τις έρευνες, προσπαθώντας να βρει κάποια στοιχεία για τον δολοφονημένο, ο οποίος δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις αρχές. Απευθύνεται στον θυρωρό της πολυκατοικίας, ο οποίος του δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες. «Ο κύριος Καταλανόττι ούτε υπάλληλος ήταν κάπου ούτε είχε μόνιμη δουλειά. Όμως τα χρήματα δεν του έλειπαν. Οι τσέπες του ήταν γεμάτες». Ζούσε μόνος και δεν είχε οικογένεια. Ακολουθούσε μια συγκεκριμένη ρουτίνα. Έβγαινε κάθε μέρα πρωί και απόγευμα και τις ελάχιστες μέρες που έμενε μέσα, δεχόταν κάποιους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών.  

     Ενδιαφέροντα στοιχεία δίνουν και οι έρευνες στο διαμέρισμα του. Ο επιθεωρητής βρίσκει σε ένα συρτάρι έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ο δολοφονημένος είχε σημαντική ακίνητη περιουσία, που εξηγούσε και την οικονομική του άνεση. Βρίσκει επίσης λογιστικά βιβλία, οι εγγραφές των οποίων, δείχνουν ότι ήταν τοκογλύφος, που όμως δεν δάνειζε με υπερβολικό τόκο! Ακόμη, σε ένα ντουλάπι, βρίσκει αρκετές δεκάδες φακέλους, οι οποίοι περιείχαν από μία φωτογραφία ενός ανθρώπου και δυο-τρία φύλλα χαρτί ο καθένας. Αυτά που διαβάζει στα χαρτιά, αντί να ξεκαθαρίσουν, περιπλέκουν περισσότερο την έρευνα.

     Μια ακτίνα φωτός, αρχίζει να φαίνεται, όταν το Τμήμα επισκέπτεται ο μηχανικός Ροζάριο Λο Σάβιο. Λέει στον επιθεωρητή ότι υπήρξε φίλος του θύματος. Ήταν και οι δύο μέλη της διοίκησης της ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας Τρινακριάρτε. Του είπε ακόμη ότι ο φίλος του «Πέρα από το ότι ήταν ο σημαντικότερος χορηγός της Τρινακριάρτε, ήταν επίσης εξαιρετικός ηθοποιός και πολύ σοβαρός σκηνοθέτης, καλά προετοιμασμένος και με ιδιαίτερη άποψη για το θέατρο […] ήθελε κάθε ηθοποιός για να ερμηνεύσει τον ρόλο του να ωθείται από κάτι βαθιά προσωπικό. Τι να πω, ένα τραύμα, μια δυσκολία της ζωής, μια αποτυχημένη ερωτική σχέση, μια βαθιά προσωπική εμπειρία, που κατά κάποιο τρόπο θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του κειμένου». Χρησιμοποιούσε μια μέθοδο αντίστοιχη αυτής του Στανισλάφσκι, η οποία επηρέασε και διαμόρφωσε το σύγχρονο θέατρο παγκοσμίως. Δηλαδή «έκανε ανασκαφή στη συνείδηση, αναζητώντας κάτι αληθινό στην ψυχή εκείνων που πίστευε ότι ίσως ήταν ικανοί να ερμηνεύσουν κάποιο ρόλο στο έργο του».

     Ο Μονταλμπάνο αντιλαμβάνεται ότι ο δολοφονημένος υπήρξε μια έντονη και πολύπλοκη προσωπικότητα. Κι ενώ αρχικά είχε σκεφτεί να ερευνήσει διεξοδικά τους ανθρώπους με τους οποίους ο Καταλανόττι είχε οικονομικές συναλλαγές, καταλαβαίνει ότι υπό έρευνα πρέπει να τεθούν και οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, αφού οι μέθοδοι και οι μεγάλες απαιτήσεις του ως σκηνοθέτη, μπορεί να δημιούργησαν αντιπάθειες και αντιπαλότητες.

     Ακόμα, ο Μονταλμπάνο, έχει να αντιμετωπίσει τις αμφιβολίες του για τις προσωπικές κι ερωτικές του σχέσεις, αφού ένα νέο πρόσωπο μπαίνει δυναμικά στη ζωή του και απειλεί να σαρώσει συνήθειες και βεβαιότητες ετών.

     Ο Καμιλλέρι, και σε αυτό του το αστυνομικό μυθιστόρημα, όμως και σε όλα τα προηγούμενα, δεν αρκείται στο να αποτυπώσει την πλοκή μιας πολύ ενδιαφέρουσας αστυνομικής ιστορίας. Τιμώντας τον ρόλο του ως προσωπικότητα των γραμμάτων, δεν διστάζει να κάνει κριτική στην πολιτική και την κοινωνία οι οποίες διαμορφώνουν συνθήκες που οδηγεί τους νέους στην απελπισία λόγω της ανεργίας. Ακόμη στηλιτεύει όσους ασκούν αλλά και όσους υποκριτικά κάνουν πως δεν βλέπουν και με τον τρόπο αυτό ανέχονται την ενδοοικογενειακή βία, που ειδικά στο νότο της Ιταλίας που μαστίζεται από την ανέχεια έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Ένα ακόμη εξαιρετικό βιβλίο από τον «μαέστρο» της αστυνομικής λογοτεχνίας που έφυγε από τη ζωή το 2019.

     Πολλές ευχές, για μια καλή και δημιουργική χρονιά με πολλά, καλά βιβλία!


8 Ιουλ 2019

Η ΑΛΛΗ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 340, Φεβρουάριος 2019

     Μια ακόμη περιπέτεια του επιθεωρητή Μονταλμπάνο περιλαμβάνει το βιβλίο του Α. Καμιλλέρι που σας παρουσιάζω σήμερα. Παράλληλα με την αστυνομική ιστορία, ο υπέργηρος, με πολλά προβλήματα υγείας, αλλά πάντα ενεργός και οξύνους maestro του αστυνομικού μυθιστορήματος, βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει, εντάσσοντας έντεχνα τα σχόλιά του στην ροή του μύθου, πτυχές της σύγχρονης ζωής. Όπως π.χ. αυτά που γράφει για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το προσφυγικό πρόβλημα. «Πιστεύω ότι  μετά το μεγάλο όνειρο μιας ενωμένης Ευρώπης, κάναμε τα αδύνατα δυνατά να τη διαλύσουμε. Όλοι μαζί καταστρέψαμε την Ιστορία, την πολιτική, την οικονομία. Το μόνο που ίσως παρέμεινε άθικτο ήταν η ιδέα της ειρήνης. Επειδή αιώνες ολόκληρους σκότωνε ο ένας τον άλλο, δεν άντεχαν πια. Τώρα όμως το ξεχάσαμε και βρήκαμε δικαιολογία τους πρόσφυγες για να ορίσουμε καινούρια και παλιά σύνορα με αγκαθωτό σύρμα. Λένε ότι ανάμεσα στους πρόσφυγες κρύβονται τρομοκράτες αντί να παραδεχτούν ότι αυτοί οι δύστυχοι προσπαθούν να γλιτώσουν από τους τρομοκράτες».
     Οι άντρες του αστυνομικού τμήματος της Βιγκάτα, είναι καταταλαιπωρημένοι, κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι. Εκτός από τις ημερήσιες βάρδιες, είναι αναγκασμένοι σχεδόν κάθε βράδυ να πηγαίνουν στο λιμάνι, να υποδέχονται τις στρατιές των προσφύγων που διασώζουν τα πλοία που περιπολούν στα ανοιχτά των σικελικών ακτών, να παρέχουν τις πρώτες βοήθειες και να εντοπίζουν και να συλλαμβάνουν τους διακινητές. Το μόνο που δεν χρειάζονται είναι μια νέα υπόθεση. Και μάλιστα ενός φόνου. Να όμως που αυτό που απεύχονται, συμβαίνει.
     Το θύμα είναι η Έλενα, μια από τις πιο γνωστές και καλές μοδίστρες της Βιγκάτα. Στην οποία μάλιστα, ο Μονταλμπάνο λίγες μέρες πριν, είχε παραγγείλει να του ράψει ένα κουστούμι. Τον φόνο, που έγινε στο ραφείο της, (του οποίου ο πάνω όροφος χρησίμευε σαν κατοικία) ανακάλυψε ένας νυχτοφύλακας και ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία. Ο Μονταλμπάνο σπεύδει στο χώρο του εγκλήματος. «Έκανε αποφασιστικά δύο βήματα μπροστά. Μπήκε και στάθηκε πάλι ακίνητος. Το σώμα της Έλενας βρισκόταν στο πάτωμα δίπλα στον μεγάλο πάγκο. Φορούσε διαφορετικό φόρεμα από εκείνο του απογεύματος. Πρέπει να ήταν ανοιχτόχρωμο, τώρα όμως δεν μπορούσες να καταλάβεις τι χρώμα είχε επειδή ήταν καταματωμένο. […] Η Έλενα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με το αριστερό χέρι πάνω στην κοιλιά, το δεξί μπράτσο απλωμένο κάτω από τον πάγκο […] Είχε δεχτεί πολλά χτυπήματα με κάτι αιχμηρό». Ο δολοφόνος πριν φύγει, είχε την άνεση να κάνει… μπάνιο για να ξεπλύνει τα αίματα, προφανώς άλλαξε και ρούχα που θα ήταν και αυτά ματωμένα και σκούπισε τα αποτυπώματα, αφήνοντας τις έρευνες στο απόλυτο σκοτάδι.
     Για να βρει τη λύση ο επιθεωρητής, θα αναγκαστεί να καταδυθεί στο παρελθόν και  να συνδυάσει φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα.
     Μια ακόμη εξαιρετική ιστορία, που ξεπερνά τα όρια του «απλού» αστυνομικού μυθιστορήματος, αφού καταφέρνει να εκπέμψει έντονα κοινωνικά μηνύματα και προβληματισμούς, όπως άλλωστε κάνει ο αγαπημένος συγγραφέας σε κάθε του βιβλίο. 

28 Νοε 2018

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΜΑΟΥΡΟ


ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 211, Μάιος 2018

     Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, δεν ανήκει στη άτυπη «σειρά» των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Α. Καμιλλέρι, που έχουν πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο κι εξελίσσονται στην φανταστική σικελική πόλη Βιγκάτα.
     Αυτή τη φορά, ο κεντρικός χαρακτήρας ονομάζεται Μάουρο Ασσάντε. Είναι ένας 50χρονος οικονομολόγος, που εργάζεται ως επιθεωρητής σε μια υπηρεσία που εδρεύει στη Ρώμη και είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο των ιταλικών τραπεζών. Είναι παντρεμένος εδώ κι εφτά χρόνια με την Μούττι (την μοναδική γυναίκα που κατάφερε να «ξεκλειδώσει» την καρδιά του) κι έχουν ένα γιο, τον Στέφανο. Λόγω χαρακτήρα και ιδιοσυγκρασίας, είναι αυτό που λέμε «ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση», αφού ως επιθεωρητής, οφείλει να είναι αδιάφθορος, για να έχουν οι εκθέσεις που συντάσσει και το ανάλογο κύρος. «…είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, λατρεύει το γιό του, δεν έχει κακές συνήθειες και αδυναμίες, δεν έχει ερωμένες, δεν έχει πολλές φιλίες, είναι υποδειγματικός υπάλληλος, τακτικός, συνεπής, το απρόβλεπτο και το ανεξήγητο τον ενοχλούν, επειδή η λογική είναι κυρίαρχο στοιχείο της προσωπικότητας του, δεν είναι κοινωνικός…».
     Εκείνο το καλοκαίρι, η σύζυγος και ο γιος του, βρίσκονται για διακοπές σε βουνό, αφού «ο παιδίατρος του Στέφανο είπε ότι θα ωφελούσε την υγεία του παιδιού, ο καθαρός αέρας». Ο Μάουρο, για πρώτη φορά μετά από εφτά χρόνια, θα ζούσε μόνος για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο ίδιος δεν μπορεί να ακολουθήσει την οικογένεια. Του έχει ανατεθεί ο έλεγχος της Τράπεζας Σανταμαρία, μια δουλειά «ιδιαίτερα δύσκολη, μπελαλίδικη». Υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι η τράπεζα έχει μετατραπεί σε «ταμείο» ενός πολιτικού κόμματος. «Η έρευνα στην Τράπεζα Σανταμαρία θα ήταν σαν ν’ άγγιζες καλώδιο υψηλής τάσης με γυμνά χέρια».
     Ο Μάουρο κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του. Αυτά που ανακαλύπτει θορυβούν τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι κινδυνεύουν να πάνε φυλακή όταν αποκαλυφθούν οι ατασθαλίες. Όμως όσο πλησιάζει ο καιρός που πρέπει να υποβάλλει την έκθεσή του, αρχίζουν να συμβαίνουν παράξενα και ασυνήθιστα πράγματα: τον παρακολουθεί ένας άντρας με μηχανάκι, κάποιος προσποιούμενος ότι είναι ο γραμματέας του (που δεν έχει), παίρνει το αυτοκίνητό του από το parking της γειτονιάς για να το παρκάρει λίγο αργότερα κάτω από το σπίτι του, γυρίζει σπίτι του και οι γείτονες τον ενημερώνουν ότι άφησε την πόρτα ορθάνοικτη ενώ ο ίδιος είναι σίγουρος ότι την έκλεισε και κλείδωσε, κάποιος άλλος προσποιούμενος τον αστυνομικό, για να ξεγελάσει την οικιακή βοηθό, προσπαθεί να μπει στο σπίτι του όταν ο ίδιος απουσιάζει, και το πιο σημαντικό, τον επισκέπτεται μια εκθαμβωτικά όμορφη νεαρή κοπέλα, που προφανώς… έκανε λάθος στη διεύθυνση!
     Για μια ακόμη φορά ο Α. Καμιλλέρι είναι εντυπωσιακός. Κι αυτή τη φορά όχι μόνο με την ιστορία του, αλλά κυρίως με τους ολοζώντανους χαρακτήρες που δημιουργεί, την πορεία των οποίων παρακολουθούμε με την εξέλιξη της ιστορίας. Και όπως το συνηθίζει, μας επιφυλάσσει ένα ευρηματικό κι αναπάντεχο φινάλε. 

6 Μαρ 2018

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 366, Οκτώβριος 2017

     Ένα ακόμη βιβλίο του μοναδικού Α. Καμιλλέρι, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Περιλαμβάνει οκτώ ιστορίες στις οποίες ενεπλάκη και διαλεύκανε ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο.
     Ο χώρος που διαδραματίζονται οι ιστορίες είναι και πάλι η (φανταστική) σικελική πόλη Βιγκάτα, με τους κουτοπόνηρους, αγαθούς, μικροκομπιναδόρους, χωρατατζήδες κατοίκους, που μοιάζουν πολύ με τους κατοίκους πολλών ελληνικών επαρχιακών πόλεων. Μόνο που στις ελληνικές πόλεις, απουσιάζει η βαριά σκιά της Μαφίας, που πολλές φορές διαμορφώνει συμπεριφορές και ρυθμίζει καταστάσεις.
     Συνεργάτες του Μονταλμπάνο είναι πάντα οι ίδιοι. Ο Ντομένικο (Μίμι) Αουτζέλλο, αδιόρθωτος γυναικάς και γνώστης των μυστικών της ζωής κάθε όμορφης ελεύθερης και παντρεμένης γυναίκας της περιοχής. Ο Τζουζέπε Φάτσιο, που είναι πάντα πιστός στο καθήκον και του αρέσει να ερευνά και να αναφέρει στο «αφεντικό» του, με ληξιαρχική ακρίβεια τα στοιχεία όσων εμπλέκονται σε κάποια υπόθεση. Ο είρωνας, γκρινιάρης, αθυρόστομος ιατροδικαστής Πασκουάνο, που περιμένει με αδημονία, όπως λέει, τη μέρα που θα κάνει τη νεκροψία του Μονταλμπάνο, αλλά που μπροστά σε ένα κουτί με κανόλι (τοπικό σικελικό γλυκό), αίρονται όλες του οι παραξενιές. Και φυσικά ο μοναδικός Αγκατίνο Καταρέλα, εξπέρ στους υπολογιστές, που έχει ιδιόρρυθμο τρόπο έκφρασης, την κακή συνήθεια να… βροντάει τις πόρτες και επίσης έχει μια παράξενη σχέση με τα ονόματα.
    Σημαντικό ρόλο στη ζωή του δύστροπου, ευερέθιστου, καλοφαγά, σοβαρού, υπεύθυνου στη δουλειά του-εκτός κι αν αφορά την υπογραφή εγγράφων-με αλάθητο ένστικτο και ερευνητικό δαιμόνιο επιθεωρητή, παίζουν και δύο γυναίκες: Η Αντελίνα, παραδουλεύτρα και μαγείρισσα του και η  Λίβια, επίσημη αγαπημένη του επιθεωρητή, που ζει και εργάζεται στον ιταλικό βορρά-κάπου κοντά στη Γένοβα-αλλά επισκέπτεται κάθε τόσο τη Βιγκάτα. Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο γυναίκες δεν συμπαθούν η μία την άλλη, γι’ αυτό όταν έρχεται η Λίβια, η Αντελίνα παίρνει άδεια, με αποτέλεσμα ο Μονταλμπάνο να στερείται την εξαιρετική μαγειρική της.
    Να κάνω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ στην τηλεοπτική σειρά της RAI, «Il Commissario Montalbano», που προβάλλεται τώρα στην Ελλάδα, δηλ. με καθυστέρηση αρκετών ετών και στην οποία έχει γίνει πολύ επιτυχημένο casting. Ειδικά οι επιλογές του Μαρτσέλο Περάκιο (έφυγε από τη ζωή το καλοκαίρι του 2017) στο ρόλο του ιατροδικαστή Πασκουάνο και του Άντζελο Ρούσο στο ρόλο του Καταρέλα είναι οι καλύτερες δυνατές. Δείτε έστω κι ένα επεισόδιο και θα καταλάβετε τι εννοώ.
     Ο συγγραφέας, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ακόμη και σε αυτές τις μικρές ιστορίες, με κάποιες παρεμβάσεις, σχολιάζει και στηλιτεύει τη διαφθορά που εμφιλοχωρεί στο πολιτικό σύστημα. «Ήταν ένα δημόσιο έργο που δεν πρόσφερε κανένα απολύτως όφελος στους πολίτες, όπως τα περισσότερα έργα άλλωστε που γίνονταν εκείνα τα χρόνια, ήταν χρήσιμο μόνο για τους πολιτικούς που είχαν επιβάλλει την κατασκευή του, για να μπορέσουν να βάλουν στην τσέπη τη μίζα και στους εργολάβους που το είχαν κατασκευάσει, για να κερδίσουν από τα υλικά που θα χρησιμοποιούσαν. Πράγματι, μερικούς μήνες αργότερα, εξαιτίας της κακής κατασκευής είχαν δημιουργηθεί ρωγμές και από παντού έσταζαν νερά, η υπόγεια διάβαση είχε μετατραπεί σε κάτι μεταξύ λιμνούλας και δημόσιων ουρητηρίων. Ελάχιστοι τη χρησιμοποιούσαν».
     Μια εξαιρετική συλλογή αστυνομικών διηγημάτων, από τον αριστοτέχνη του είδους ιταλό συγγραφέα, Αντρέα Καμιλλέρι.

30 Απρ 2017

ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΑΠΟ ΛΑΣΠΗ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 307, Νοέμβριος 2016

     Ένα ακόμη βιβλίο του μεγάλου maestro της αστυνομικής λογοτεχνίας Α. Καμιλλέρι, κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες.
     Στο βιβλίο αυτό ο Καμιλλέρι, μέσω πάντα του ήρωα του επιθεωρητή Μονταλμπάνο, εμφανίζεται να είναι πολύ θυμωμένος. Η αιτία του θυμού του, είναι η διαπλοκή Μαφίας και πολιτικής εξουσίας, που πάντα υπήρχε στην Ιταλία, αλλά φαίνεται ότι την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο (2014), βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαπλοκή αφορά τον κατασκευαστικό τομέα, όπου εταιρίες που διευθύνονται από αχυρανθρώπους της Μαφίας, νέμονται, με την υποστήριξη και την ανοχή κυβερνητικών αξιωματούχων κάθε βαθμίδας, την ανάληψη της κατασκευής μεγάλων έργων που είτε σύντομα αρχίζουν να εμφανίζουν προβλήματα λειτουργίας, λόγω της χρήσης ακατάλληλων υλικών, είτε δεν χρειάζονται καθόλου και στα οποία οι ατασθαλίες και οι πλασματικές υπερβάσεις του προϋπολογισμού είναι μεγάλες, με αποτέλεσμα να αποφέρουν μεγάλα κέρδη, που συνοδεύονται από τις ανάλογες μίζες.
     Στο «Πυραμίδα Από Λάσπη», όλα ξεκινούν με την ανακάλυψη ενός πτώματος, μέσα στο λασπωμένο από την καταρρακτώδεις βροχές που πλήττουν εδώ και μέρες τη Βιγκάτα, εργοτάξιο μιας εταιρίας, που έχει αναλάβει την κατασκευή ενός αγωγού νερού. «Τελικά η δέσμη φωτός του φακού φώτισε το πτώμα και ο Μονταλμπάνο έμεινε έκπληκτος. Επειδή ο νεκρός, που ήταν πεσμένος μπρούμυτα και έμοιαζε με άγαλμα από λάσπη, δεν είχε ρούχα: φορούσε μόνο φανέλα, σώβρακο και ήταν ξυπόλυτος. Είχε δολοφονηθεί με μια μόνο σφαίρα, που τον πέτυχε στο κέντρο της πλάτης. Η φανέλα από άσπρη είχε γίνει κόκκινη από το αίμα που είχε ανακατευτεί με τα λασπόνερα και φαινόταν καθαρά το σημείο εισόδου της… Ήταν ένας όμορφος άντρας γύρω στα τριάντα, με μαύρα μαλλιά, στόμα μισάνοιχτο, που άφηνε να φανεί μια σειρά από γερά άσπρα δόντια».
     Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο και οι συνεργάτες του, θα ξεκινήσουν αμέσως τις έρευνες και σύντομα θα καταλάβουν ότι η δολοφονία είναι ένα κομμάτι μιας πολύ μεγάλης υπόθεσης με προεκτάσεις που αγγίζουν πολλούς και όχι η απλή υπόθεση μιας συζυγικής απιστίας που κατέληξε άσχημα, όπως κάποιοι προσπαθούν να τους πείσουν.

     Μια ακόμα απολαυστική ιστορία από τον ιταλό μάστορα της αστυνομικής λογοτεχνίας, με ήρωα τον συμπαθέστατο, καλοφαγά επιθεωρητή Μονταλμπάνο και τους συνεργάτες του. 

7 Μαρ 2016

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 311, Οκτώβριος 2015

     Μια ακόμη «περιπέτεια» του επιθεωρητή Μονταλμπάνο και των ανδρών του στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα στη Σικελία, μας παρουσιάζει ο χαλκέντερος (και πολύ αγαπημένος) Α. Καμιλλέρι, που παρά τα 90 του χρόνια, εξακολουθεί να γράφει εξαιρετικές ιστορίες.
     Η ιστορία αυτού του βιβλίου, ξεκινά με την διάρρηξη και την αφαίρεση από το ταμείο των εισπράξεων, που έφτανε στο ποσό των 17.000 σχεδόν ευρώ, ενός σούπερ μάρκετ, την οποία αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το τμήμα της Βιγκάτα. Όμως αυτό το σούπερ μάρκετ, δεν είναι τυχαίο. «…θυμήθηκε ότι στην πόλη είχε ακουστεί ότι το σούπερ μάρκετ ανήκε σε μια εταιρεία αχυρανθρώπων, στην πραγματικότητα την επιχείρηση είχε χρηματοδοτήσει η οικογένεια Κουφάρο, η οποία μοιραζόταν τις δουλειές στη Βιγκάτα με την αντίπαλη οικογένεια της Μαφίας, τους Σινάγκρα».
     Το γεγονός της διάρρηξης, λες και λειτουργεί ως καταλύτης. Στην πόλη ξεσπά μια αλυσιδωτή αντίδραση εγκλημάτων, που άλλα έχουν εμφανή σχέση με τη διάρρηξη και άλλα πιο συγκαλυμμένη. Κι όταν ο διευθυντής του καταστήματος δύο μέρες μετά βρίσκεται απαγχονισμένος στο γραφείο του με ενδείξεις αυτοκτονίας, οι εχθροί του Μονταλμπάνο βρίσκουν την ευκαιρία να του επιτεθούν κατηγορώντας τον ότι άσκησε ψυχολογική βία που είχε ως αποτέλεσμα την αυτοκτονία.
     Ο Μονταλμπάνο πίσω από τα εγκλήματα, διαβλέπει την εμπλοκή προσώπων «υπεράνω υποψίας» και «υψηλά ιστάμενων», που προσπαθούν με κάθε τρόπο να πιέσουν για να κλείσουν οι υποθέσεις. «Τα τελευταία χρόνια, ίσως επειδή μεγάλωνε, όλο και λιγότερο κατάφερνε να συγκρατήσει την αγανάκτησή του και την έκρηξη θυμού που ακολουθούσε, συνέπεια της απροκάλυπτης στήριξης που παρείχε συγκεκριμένη πολιτική παράταξη σε βουλευτές και γερουσιαστές, συνεργάτες της Μαφίας… Τι χώρα είναι αυτή που ο υπεύθυνος υπουργός είπε κάποια στιγμή ότι έπρεπε να συνυπάρξουν με τη Μαφία; Τι χώρα είναι αυτή που ένας γερουσιαστής, ενώ είχε καταδικαστεί πρωτοβάθμια για συνεργασία με τη Μαφία, επανεμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή και μάλιστα κατάφερε να επανεκλεγεί; Τι χώρα είναι αυτή που ο τοπικός βουλευτής, ενώ καταδικάστηκε πρωτοβάθμια επειδή είχε βοηθήσει μαφιόζους, προάχθηκε σε γερουσιαστή;». Όμως αυτός δεν έχει την υποκρισία, την αδιαφορία και τη διαπλοκή των προϊσταμένων του. Έχει τον τρόπο να φτάσει στη λύση του εγκλήματος και να παρακάμψει τα εμπόδια που βάζει η διαπλοκή. Έχει την εξυπνάδα να βρει και να παραπέμψει στη δικαιοσύνη τους ενόχους, όποια αξιώματα κι αν κατέχουν. Και με τεχνάσματα που είναι λίγο νόμιμα και λίγο παράνομα, έχει στο τέλος το επιθυμητό αποτέλεσμα.
     Για μια ακόμη φορά ο Καμιλλέρι, μας αποδεικνύει πόσο καλός συγγραφέας είναι. Ο μάστορας του είδους, μας χαρίζει ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, που όπως όλα τα έργα του έχει κοινωνικές προεκτάσεις και εύστοχο σχολιασμό της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας που δεν αφορά μόνο τη χώρα του, αλλά και πολλές άλλες.


22 Δεκ 2014

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΚΡΑΓΑΝΤΑ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 139, Ιούνιος 2014

     Με ερέθισμα μια ιστορία που κυκλοφορούσε σαν θρύλος στην οικογένειά του, ο μέγας μάστορας του αστυνομικού μυθιστορήματος, γράφει ένα υπέροχο μικρό βιβλίο με κύριους πρωταγωνιστές έναν συγγενή του γιατρό, τον δόκτορα Στέφανο Τζιμπιλάρο κι ένα χρυσό νόμισμα που λες και είχε τη δική του βούληση και διάλεγε τον κάτοχό του. «Πρόκειται για ένα νόμισμα που κόπηκε στον Ακράγαντα γύρω στο 400 π. Χ. κατά την πολιορκία των Καρχηδονίων».
     Το 406 π. Χ. η πόλη Ακράγας της Σικελίας (το σημερινό Αγκριτζέντο, γενέτειρα του συγγραφέα), έπεσε στα χέρια των Καρχηδονίων μετά από μακρά πολιορκία. Η μοίρα της πόλης θα ήταν ούτως ή άλλως σκληρή, αλλά επειδή οι Καρχηδόνιοι ήθελαν να εκδικηθούν μια παλιότερη ταπεινωτική ήττα, ξεπέρασαν σε αγριότητα κάθε όριο. Κατέστρεψαν την πόλη και κατάσφαξαν τους άτυχους κατοίκους. Ελάχιστοι γλύτωσαν χάρη στα καπρίτσια της τύχης. Ένας από αυτούς ήταν ο σπαρτιάτης μισθοφόρος Καλέβας, που προσποιήθηκε το νεκρό και διέφυγε μέσα από ένα δίκτυο υπόγειων στοών, που οδηγούσαν έξω από τα τείχη. Μαζί του είχε μόνο το ξίφος του, ένα παγούρι και ένα πουγκί με τους μισθούς οκτώ περίπου μηνών. Τριάντα οκτώ χρυσά νομίσματα. «Είναι νομίσματα κομμένα επί τούτου. Στη μια όψη υπάρχει ένας αετός με ανοιχτά φτερά κι ένας λαγός, ενώ στην άλλη ένας κάβουρας κι ένα ψάρι. Καθένα ζυγίζει 1,74 γραμμάρια χρυσού, που περιλαμβάνει επίσης την ημερήσια μερίδα σιταριού, διότι τους τελευταίους μήνες στον Ακράγαντα ήταν ευκολότερο να βρεις χρυσό να λιώσεις, παρά σιτάρι».
     Ο Κολέβας βγαίνει από τα τείχη, αλλά δεν προλαβαίνει να απολαύσει το αίσθημα της σωτηρίας, αφού τον δάγκωσε μια οχιά. Το τελευταία πράγμα που πρόλαβε να κάνει πριν πεθάνει μέσα σε φριχτούς πόνους που τον κάνουν να παραληρεί, ήταν να σηκωθεί όρθιος, να ανοίξει το πουγκί και να εκσφενδονίσει τα χρυσά νομίσματα.
     Δύο χιλιάδες τετρακόσια δέκα πέντε χρόνια αργότερα, ο 60χρονος Κόζιμο Καμαρότα, φτωχός χωρικός, εργάτης γης, σκάβοντας για να κάνει εύφορο ένα κομμάτι χωραφιού, βρίσκει ένα από αυτά τα νομίσματα. Αποφασίζει να το χαρίσει στον συμπατριώτη του γιατρό Τζιμπιλάρο, που είναι γνωστός συλλέκτης αρχαίων νομισμάτων, επειδή πολλά χρόνια πριν , όχι μόνο του έσωσε το πόδι από τον ακρωτηριασμό, αλλά δεν ζήτησε και αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Όμως τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα είχε σχεδιάσει ο Κόζιμο…
     Για μια ακόμη φορά, ο αγαπημένος  Α. Καμιλλέρι, εντυπωσιάζει με την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία του, με μια ιστορία, στην οποία μπλέκει την πραγματικότητα με τη φαντασία, που αν και μικρή, είναι απολαυστική.


26 Ιαν 2013

Ο ΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΡΕΝΟΥΑΡ
ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 150, Νοέμβριος 2012

     Έχω αναφέρει στο παρελθόν, με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός άλλου βιβλίου του, ότι ο Αντρέα Καμιλλέρι, είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς.
     Ο Καμιλλέρι είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας το 1925. Μέχρι το 1978, δούλευε ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της τηλεόρασης. Όταν στα 53 του χρόνια αποφάσισε να στραφεί στη λογοτεχνία, τα βιβλία του πέρασαν απαρατήρητα. Η επιτυχία ήρθε να τον συναντήσει είκοσι χρόνια μετά, όταν έγινε ένας από τους εμπορικότερους συγγραφείς της Ιταλίας, κυρίως με τη σειρά των βιβλίων του με κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μονταλμπάνο, στα οποία χρησιμοποιεί στοιχεία της τοπικής σικελικής διαλέκτου. Το επίθετο του αστυνόμου, είναι ένας φόρος τιμής, που ο Καμιλλέρι θέλει με αυτόν τον τρόπο να αποτίσει, στον ισπανό συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, του οποίου υπήρξε ένθερμος θαυμαστής.
     Επιτυχία όμως γνώρισαν και τα βιβλία εκτός της σειράς Μονταλμπάνο, όπου, διατηρώντας πάντα τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος, εξετάζει πτυχές της, σικελικής κυρίως, κοινωνίας.
     Στο βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα-και είναι εκτός της σειράς Μονταλμπάνο-μια όμορφη, νεαρή και αινιγματική γυναίκα, προσπαθεί να προσεγγίσει τον ηλικιωμένο και μάλλον συντηρητικό συμβολαιογράφο του Αγκριτζέντο, Μικέλε Ριότα. Ο Ριότα, είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν, μια μελέτη, σχετικά με το ταξίδι του δάσκαλου του ιμπρεσιονισμού Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, στην Ιταλία και τις εργασίες συντήρησης που έκανε σε τοιχογραφίες μιας εκκλησίας στο χωριό Καπιστράνο. «Μου αναφέρετε λοιπόν, ότι σε έναν πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία στο Τορίνο ανακαλύψατε ένα βιβλίο μου, τυπωμένο (κακοτυπωμένο θα έλεγα!), το 1960, από έναν μικρό εκδοτικό οίκο του Ρέτζιο Καλάμπρια ο οποίος έχει κλείσει εδώ και χρόνια και ότι όχι μόνο το αγοράσατε και το διαβάσατε, αλλά αναφέρεστε σε αυτό με απολύτως κολακευτικά σχόλια».
     Με αφορμή αυτό το βιβλίο, που αναφέρεται στον μεγάλο ζωγράφο και το ταξίδι του στην Ιταλία και το οποίο μπορεί να μην είναι και το μοναδικό, οι δύο ήρωες της ιστορίας, άγνωστοι μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξεκινούν αλληλογραφία. Ο ηλικιωμένος συμβολαιογράφος κολακεύεται αρχικά και στη συνέχεια γοητεύεται από τη νεαρή γυναίκα, ιδιαίτερα όταν αυτή του στέλνει κάποιες μάλλον αποκαλυπτικές φωτογραφίες της. Η «σχέση» τους εξελίσσεται (ανταλλάσουν επιστολές από το Δεκέμβρη του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του επόμενου έτους και συναντιούνται κάποιες ελάχιστες φορές), αλλά όταν φτάνει στο συναισθηματικό κρεσέντο, διακόπτεται ξαφνικά και ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσω των επιστολών που στέλνει ο Ριότα στην αγαπημένη του Άλμα Κοράντι, κι όταν αυτός εξαφανίζεται, μέσω των αναφορών που κάνει στους προϊσταμένους του, ο πεισματάρης κι επίμονος Αστυνόμος Α! Αρτούρο Μπονοφάτσι, ο οποίος ερευνά την υπόθεση, μετά τη δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε ο ανιψιός του συμβολαιογράφου Τζόρτζο.
     Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, στο γνωστό –με ειρωνεία και υποδόριο χιούμορ-στυλ του μεγάλου τεχνίτη της γραφής, στο οποίο η αστυνομική πλοκή, συναντά τον κόσμο της Τέχνης.

21 Σεπ 2012

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Ορισμένες σκέψεις μου, για την-αγαπημένη μου-αστυνομική λογοτεχνία και την αντιμετώπισή της από διάφορους κριτικούς, ιδιαίτερα στο παρελθόν, τις έχω αναφέρει στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Άνθρωπος Από Το Πεκίνο». Ανάμεσα στα άλλα, έγραψα ότι ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγαπημένους μου στο συγκεκριμένο είδος και ότι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, τον Αντρέα Καμιλλέρι. Επίσης έγραψα ότι μου αρέσει το γεγονός, ότι πολλοί συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, δε διστάζουν στα βιβλία τους, να θίξουν προβλήματα ευρύτερα, που ταλανίζουν τις κοινωνίες.
     Στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι περιπέτειες του βασικού χαρακτήρα, του ιδιόρρυθμου αστυνόμου Σάλβο Μονταλμπάνο-είναι «πρωταγωνιστής» σε δεκαεννέα από τα βιβλία του συγγραφέα-ξεκινούν όταν ο συνεργάτης του, επιθεωρητής Φάτσιο, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Έχει μέρες να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, αλλά και στο σπίτι του. Ο Μονταλμπάνο, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα και να βρει το συνεργάτη του, θα μπει σε έναν κόσμο, στον οποίο πτώματα ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από ξερά πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγριες, περιλαμβάνει αμφιλεγόμενες υπάρξεις που έχουν θλιβερά πάθη, διενεργείται εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί και στον οποίο ανακαλύπτει παράξενα αντικείμενα όπως κιάλια, τηλεσκόπια, αισχρά αντικείμενα βασανισμού και ανήθικου απάνθρωπου εξαναγκασμού.
     Παράλληλα με την περιγραφή των ερευνών του αστυνόμου, ο συγγραφέας κάνει αναφορά στις υπηρεσίες της χώρα του, για τις οποίες δεν έχει και την καλύτερη άποψη: «Λειτουργεί τίποτα στην Ιταλία, υπάρχει κάτι που να αναχωρεί και να φτάνει στην ώρα του; Τα τρένα έφταναν καθυστερημένα, τα αεροπλάνα το ίδιο, μόνο με τη βοήθεια του Θεού τα πλοία σαλπάρουν από τα λιμάνια, καλύτερα να μην αναφερθούμε στα ταχυδρομεία, τα δημόσια έργα καθυστερούν πέντε έως δέκα χρόνια, περνούσαν δεκαετίες μέχρι να ψηφιστούν καινούριοι νόμοι, δίκες αναβάλλονταν συνεχώς…».
    Κι αν αυτά φαίνονται τραγικά οικεία και γνωστά, διαβάστε τι γνώμη έχει για το πολιτικό προσωπικό και τους διάφορους φορείς και είμαι σίγουρος ότι, αν και αναφέρεται σε άλλη χώρα, δεν απέχει πολύ από τη δική σας άποψη για τη δική μας χώρα: «Η κυβέρνηση φλυαρούσε, η αντιπολίτευση φλυαρούσε, η Εκκλησία φλυαρούσε, η Συνομοσπονδία Ιταλικής Βιομηχανίας φλυαρούσε, τα συνδικάτα φλυαρούσαν, κι έπειτα φλυαρούσαν για ένα διάσημο ζευγάρι που χώριζε, για ένα φωτογράφο ο οποίος απαθανάτιζε εικόνες που δεν έπρεπε, για τον πιο πλούσιο και ισχυρό άντρα της χώρας, η γυναίκα του οποίου για να τον εκθέσει είχε γράψει δημόσια κάποιες λέξεις που είχε πει εκείνος σε μια άλλη γυναίκα, φλυαρούσαν ασταμάτητα για τους εργάτες που έπεφταν από τις σκαλωσιές σαν ώριμα φρούτα, για τους λαθρομετανάστες που πνίγονταν στη θάλασσα, για τους συνταξιούχους που φυτοζωούσαν, για τα παιδάκια που βιάζονταν. Φλυαρούσαν πάντα και παντού για όλα τα προβλήματα, αλλά ήταν όλες ανούσιες συζητήσεις, καμιά δεν κατέληγε σε κάποιο συγκεκριμένο μέτρο».
     Αυτή η παράθεση απόψεων βέβαια, δεν αποβαίνει σε βάρος της εξέλιξης του μύθου, αλλά εντάσσεται μέσα σ’ αυτόν. Ένα ακόμα απολαυστικό βιβλίο από τον μεγάλο ιταλό συγγραφέα.
     Ο Αντρέα Καμιλλέρι, που είναι σήμερα ο πιο πολυδιαβασμένος Ιταλός συγγραφέας, είναι μια μάλλον ιδιάζουσα περίπτωση. Γεννήθηκε το 1925 στη Σικελία και για βιοποριστικούς λόγους, δεν είχε γράψει ούτε μία γραμμή στη ζωή του. Όταν αποφάσισε στα εξήντα του να αφοσιωθεί στο γράψιμο, έγινε αμέσως ένα μοναδικό εκδοτικό φαινόμενο. Ολόκληρη η Ιταλία και στη συνέχεια οι αναγνώστες σε άλλες χώρες, αιχμαλωτίστηκαν απ’ αυτόν τον μεγάλο τεχνίτη της πλοκής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν διηγήματα και είκοσι τρία μυθιστορήματά του, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη.