20 Οκτ 2012

ΠΟΛΥ ΧΙΟΝΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ

ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 243, Σεπτέμβριος 2012


     Πολύ θα ήθελα να έχω τη δύναμη να σας πείσω να διαβάσετε ένα βιβλίο, γράφοντας απλώς δύο προτάσεις. Έξι απλές λέξεις: Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε. Αν είχα αυτή την ικανότητα, θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα, στην περίπτωση του βιβλίου της Νίκης Αναστασέα. Γιατί μου είναι δύσκολο να περιγράψω τα πολλά και διαφορετικά συναισθήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωσή του. Σπάνια η «μάχη» με το λευκό χαρτί ήταν στο παρελθόν τόσο δύσκολη και «σκληρή». (Τις παρουσιάσεις τις ετοιμάζω και τις γράφω με το στυλό στο «λευκό χαρτί»-για να μπορώ να κάνω τις παραπομπές και διορθώσεις που θέλω-και στη συνέχεια τις περνώ στον υπολογιστή).
     Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία της κατάρρευσης μιας μέσης, μικροαστικής, νεοελληνικής οικογένειας, με την τυπική σύνθεση: πατέρας, μητέρα και δύο παιδιά (ένας γιος και μια κόρη) που έχουν πια μεγαλώσει αρκετά κι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το καθένα το δρόμο του. Ζουν μια ήρεμη ζωή, παρά τα κατά καιρούς σκαμπανεβάσματα, που άλλωστε περνά η μεγάλη πλειοψηφία των οικογενειών και που στην περίπτωση των γονιών, κάποια στιγμή στο παρελθόν, υπήρξαν ιδιαίτερα έντονα.
     Ξαφνικά έρχεται η αμείλικτη πραγματικότητα και ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους. «Πότε άλλαξε η ζωή Πέρσα και δεν το πήραμε είδηση; Που κοιτάζαμε; Που είχαμε το νου μας;». Η κόρη της οικογένειας, η Ηλέκτρα, βρίσκεται προφυλακισμένη στον Κορυδαλλό. Ένα σαββατόβραδο, την ώρα που με τον αγαπημένο της, τον Στέλιο, είχαν βγει βόλτα με τη μηχανή του, δεν σταματάνε σε μπλόκο της αστυνομίας. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο Στέλιος, πυροβολεί και σκοτώνει έναν από τους δύο αστυνομικούς που προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Τους συλλαμβάνουν λίγο αργότερα. Ο ανακριτής που είναι επιφορτισμένος με την έρευνα της υπόθεσης, προσπαθεί να πείσει την Ηλέκτρα, να καταθέσει εναντίον του Στέλιου, για να «δέσει» πιο σίγουρα την υπόθεση. Αυτή όμως αρνείται, παρά τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως συνεργός και να περάσει αρκετά χρόνια στη φυλακή.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσα από διαδοχικούς μονολόγους των μελών της οικογένειας, των οποίων οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, διαφοροποιήθηκαν μέσα από μια σειρά ψυχολογικών διεργασιών, λόγω της κρίσης που προκάλεσε το γεγονός του εγκλεισμού της Ηλέκτρας και της άρνησής της, να «προδώσει» τον αγαπημένο της, «γιατί έτσι είναι η αγάπη».
     Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, αλλά να σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι τις πολλές αρετές του βιβλίου. Απλά θέλω να επαναλάβω, αυτό που γράφω στην αρχή. «Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε».

13 Οκτ 2012

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΔΝΤ

ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 385, Σεπτέμβριος 2012

     Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, από τότε που φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα και την οικονομία της, άρχισαν να γράφονται βιβλία από ειδικούς ή και λιγότερο ειδικούς, που προσπαθούν να εξηγήσουν στους εμβρόντητους Έλληνες, τι ακριβώς συνέβη και φτάσαμε στο χάλι που είμαστε σήμερα. Κάποια από αυτά είναι πολύ καλά, κάποια άλλα λιγότερο καλά.
     Στα πρώτα, ανήκει το βιβλίο του καθηγητή και πρώην υπουργού Π. Ρουμελιώτη, ο οποίος, το κρίσιμο διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2010 και Δεκεμβρίου 2011, διετέλεσε Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
     Όπως εξηγεί ο ίδιος στον πρόλογο: «Σκοπός του βιβλίου είναι, για λόγους εκπαιδευτικούς και ιστορικούς, η αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν τη χώρα μας στο πρώτο και δεύτερο μνημόνιο (ή προγράμματα προσαρμογής, σύμφωνα με την τεχνική ορολογία), με συνέπεια να τεθεί υπό την κηδεμονία των δανειστών της. Το οφείλω στη νέα γενιά μας».
     Για να πετύχει το σκοπό του, κάνει λεπτομερείς κι εξαντλητικές περιγραφές-βασισμένες σε προσωπικές ημερολογιακές καταγραφές, συνομιλίες και έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση επιτρέπεται-των ενεργειών που έγιναν και κυρίως αυτών που έπρεπε να γίνουν αλλά δεν έγιναν, από όλους όσους ενεπλάκησαν στην προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής οικονομίας από την πλήρη κατάρρευση. Παραλείψεις και αστοχίες, που οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού στη φτώχεια, στην ανεργία, στην εξαθλίωση. «Ασφαλώς, η Ελλάδα ολιγώρησε για δεκαετίες σε πολλά θέματα…Αλλά και οι Ευρωπαίοι δε στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων…»
     Οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ, προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για την πορεία που βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Όλο το πολιτικό σύστημα (και κατ’ επέκταση και οι «εργατοπατέρες», που αφού έκαναν τη «θητεία» τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, αναλάμβαναν βουλευτική έδρα) ήξερε τι συνέβαινε. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ψεύδεται ασυστόλως. Όλους όμως τους βόλευε η συγκεκριμένη κατάσταση. ΟΛΟΥΣ. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους έπεφταν στο κενό. Στο εσωτερικό μάλιστα, οι λίγοι που μιλούσαν για καταστροφική πορεία, χλευάζονταν και στοχοποιούνταν ως γραφικοί από τα περισσότερα ΜΜΕ, στα οποία κυριαρχούσε ένα μείγμα λαϊκισμού, διαφθοράς, διαπλοκής και «λαμογιάς».
     Υπάρχει διέξοδος; «Ωστόσο μαγικές λύσεις για την έξοδο από την οικονομική κρίση δεν υπάρχουν. Η επίλυση του προβλήματος της χώρας μας, θα είναι επώδυνη και θα απαιτήσει μακροχρόνιες προσπάθειες, είτε εντός είτε εκτός Ευρωζώνης, είτε με προγράμματα προσαρμογής της τρόικας είτε χωρίς τα προγράμματα αυτά. Η Ελλάδα έχει μπροστά της έναν «ανηφορικό μαραθώνιο». Για αυτό το λόγο, πρέπει να εξοπλιστούμε με μεγάλη επιμονή και βούληση προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και να ανοίξουμε έναν ελπιδοφόρο δρόμο για τις επόμενες γενιές».
     Το βιβλίο, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένο από έναν τεχνοκράτη, είναι εύκολα κατανοητό από το μέσο αναγνώστη. Και είναι χρήσιμο, γιατί είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει τα πράγματα «εκ των έσω».
     Δύο παρατηρήσεις πριν κλείσω αυτό το σημείωμα. Σε κάθε τους έκθεση, οι εμπειρογνώμονες όλων των διεθνών οργανισμών που ασχολήθηκαν με την ελληνική οικονομία, θεωρούν πρωταρχικής σημασίας την πάταξη της φοροδιαφυγής. Θέλω να πιστεύω ότι αυτές τις εκθέσεις τις διαβάζουν οι πολιτικοί. Μέχρι σήμερα, κανείς δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να λύσει το πρόβλημα, κάτι που θα ελάφρυνε κάπως τα βάρη που έχουν επωμιστεί οι συνεπείς φορολογούμενοι. Αν θέλουν μπορούν. Οι τεχνικές δυνατότητες υπάρχουν. Θέλουν όμως; Ή μήπως τα πλοκάμια της διαπλοκής είναι τόσο ισχυρά που δεν τους αφήνουν; Η δεύτερη παρατήρηση που θέλω να κάνω, αφορά το ΔΝΤ. Στο βιβλίο, ο Π. Ρουμελιώτης, λίγο-πολύ «αθωώνει» το ΔΝΤ και ρίχνει μεγάλο βάρος της ευθύνης για την αποτυχία των μνημονίων, στους ηγέτες των εύρωστων οικονομικά χωρών της Ευρώπης, που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με τιμωρητική διάθεση. Όταν διάβαζα σχετικά χωρία, πίστευα ότι ο συγγραφέας, το κάνει επειδή υπήρξε στέλεχος του Ταμείου και ήθελε να το «προστατεύσει», παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία που παρέθετε για να υποστηρίξει αυτά που ισχυριζόταν, ήταν αρκετά ισχυρά. Οι τελευταίες όμως εξελίξεις, με τον «πόλεμο» που ξέσπασε ανάμεσα στο Ταμείο και τους Γερμανούς (κυρίως) και αφορά την Ελλάδα, με κάνει να αρχίζω να πιστεύω ότι μάλλον ο Π. Ρουμελιώτης έχει δίκιο.


6 Οκτ 2012

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 174, Φεβρουάριος 2012


     Έξυπνο και γραμμένο με χιούμορ, είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Δ. Φύσσα, που σας παρουσιάζω σήμερα. Αν και νομίζω ότι η κατάταξή αυτού του βιβλίου στα μυθιστορήματα, μάλλον το αδικεί. Ο Δ. Φύσσας, έχει γράψει περισσότερο ένα δοκίμιο για τη «μεγάλη και άκακη λόξα που λέγεται λογοτεχνία» και τη χαρά της ανάγνωσης, στο οποίο όμως έδωσε τη μορφή μυθιστορήματος. Και στο οποίο όταν του δίνεται ευκαιρία, παρωδεί ασυστόλως, ελαφρύνοντας με τον τρόπο αυτό το έργο του.
     Όλα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν η 30χρονη Βάλια Σουρμελή, χαμηλά αμειβόμενη και σκληρά εργαζόμενη υπάλληλος σε εταιρία δημοσίων σχέσεων, απάντησε σε μια αγγελία αναρτημένη στο internet, που της κίνησε την περιέργεια: «Ζητείται άτομο με καλή φωνή και άρθρωση, για ανάγνωση λογοτεχνίας κοντά στην Κηφισιά. Αποκλείονται οι ηθοποιοί και κάθε είδους επαγγελματίες. Πενθήμερο, μισθός ικανοποιητικός και άλλες παροχές αναλόγως προσόντων. Μετακίνηση υποχρεωτικά με τον ηλεκτρικό. Τηλεφωνήστε για συνέντευξη και δοκιμή…». Η αγγελία αναρτήθηκε από τους συνεργάτες της Λόρας Μπραίμη, μιας καλλιεργημένης μεσήλικης αστής, που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όρασή της λίγο καιρό πριν κι έχει ουλές σε όλο της το σώμα, μετά από κάποιο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου.
     Η Λόρα, δεν έχει οικογένεια. Ζει στο σπίτι με έναν ηλικιωμένο σκωτσέζο υπηρέτη, τον Ρόμπερτ, μια μαγείρισσα την Έλενα και μια καμαριέρα. «…η οικογένειά μου είναι ουσιαστικά όσοι βλέπεις εδώ. Το σπίτι μου και η οικογένειά μου ταυτίζονται. Και όπως σου ξανάπα, χαίρομαι που έχω πέντε δραχμές να συντηρώ αυτό το σπίτι και να αμείβω τους καλούς ανθρώπους που μου κάνουνε τη χάρη να με βοηθάνε και να με υπηρετούνε». Τώρα, θέλει να προσλάβει κάποιον, για να της διαβάζει τα βιβλία, που λόγω της απώλειας της όρασής της, δεν μπορεί. Η Βάλια κρίνεται ικανή για τη θέση κι αρχίζει να διαβάζει στην εργοδότρια-ακροάτριά της, αρχικά μόνο τα απογεύματα, αφού θέλησε να παραμείνει και στην πρωινή δουλειά της και στη συνέχεια αφού παραιτήθηκε από την εταιρία όπου εργαζόταν, όλη μέρα, πέντε μέρες της εβδομάδα πλην-υποχρεωτικά-σαββατοκύριακου. Κάθε Δευτέρα, αρχίζει από εκεί που σταμάτησε την Παρασκευή. Μαζί με τη Λόρα, «ακούμε» κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς, έλληνες και ξένους. Στο τραπέζι του φαγητού, όπου παρακαθόταν τόσο η Λόρα, όσο και το υπηρετικό προσωπικό, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλους συγγραφείς.
     Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια, ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα-μέχρι τότε χλεύαζε και αδιαφορούσε για τη λογοτεχνία-κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και το προσωπικό.
     Ωστόσο το γεγονός ότι τα σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, της εξάπτει την περιέργεια και την κάνει να αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε εβδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται, από ένα άγαρμπο σημάδι σ’ ένα βιβλίο, ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του σαββατοκύριακου!
     Το βιβλίο, που είναι ευκολοδιάβαστο και διανθισμένο με πινελιές χιούμορ, είναι σίγουρο ότι θα σας προσφέρει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Σε πολλά σημεία δε, θα αντιληφθείτε όπως κι εγώ, ότι ο συγγραφέας μας κλείνει πονηρά το μάτι, αφού είμαστε όλοι «συνένοχοι» στην «λόξα της λογοτεχνίας».
    Ο Δημήτρης Φύσσας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτικές Επιστήμες. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστερά, έγραψε εφτά βιβλία, άσκησε ετερόκλητα επαγγέλματα κι απέκτησε τρία παιδιά και δύο εγγόνια.


27 Σεπ 2012

22/11/63

STEPHEN KING
Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 837, Σεπτέμβριος 2012

     Στις 22 Νοεμβρίου του 1963, στο Ντάλας του Τέξας, δολοφονήθηκε ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι. Η σκηνή καταγράφηκε από πολλές κάμερες που κάλυπταν το γεγονός της επίσκεψης του προέδρου και νομίζω ότι οι περισσότεροι την έχουμε παρακολουθήσει. Δεν θα διεκδικήσω δάφνες πρωτοτυπίας λέγοντας ότι το γεγονός της δολοφονίας, ήταν από τα πιο σημαντικά του αιώνα. Ούτε λέγοντας ότι αν εκείνη τη μέρα ο πρόεδρος Κένεντι δεν έπεφτε νεκρός, θα ζούσαμε σήμερα σε ένα διαφορετικό κόσμο. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερος ή χειρότερος, σίγουρα όμως δεν θα ήταν ο ίδιος.
     Η δολοφονική επίθεση, απασχόλησε πολλούς ερευνητές και ακόμη και σήμερα, βλέπουν το φως της δημοσιότητας διάφορες εκδοχές, αφού το επίσημο πόρισμα που κατονόμαζε σα δολοφόνο τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ, ήταν διάτρητο. Ο κάθε ερευνητής, με λογικά ή λιγότερο λογικά επιχειρήματα, προσπαθεί να πείσει για την ορθότητα της άποψής του. Γράφτηκαν βιβλία, γυρίστηκαν ταινίες, ντοκιμαντέρ και γενικά η υπόθεση απασχολεί ανθρώπους ακόμη και σήμερα.
     Ο Σ. Κινγκ, εξετάζει το γεγονός, από μια διαφορετική, ας πούμε «μεταφυσική» σκοπιά. Ο 35χρονος καθηγητής αγγλικής φιλολογίας Τζέικ Έπινγκ, ζει ήσυχα στο Λίσμπον Φολς του Μεην. Κάπου-κάπου γευματίζει στο μαγαζί του Αλ Τέμπλτον και με την πάροδο των ετών, ανέπτυξαν φιλική σχέση. Ξαφνικά, μια μέρα, βρήκε το μαγαζί κλειστό και τον Αλ σε άσχημη κατάσταση: «…ο Αλ ήταν σοβαρά άρρωστος. Το είδα με την πρώτη. Θανάσιμα άρρωστος θα έλεγα…Ο Αλ Τέμπλτον, είχε αντικατασταθεί από ένα άρρωστο, γερασμένο, φάντασμα». Τότε ο Αλ του εκμυστηρεύτηκε ένα μυστικό. Η αποθήκη του μικρού εστιατορίου του, είναι μια πύλη στο χρόνο! Βγάζει σε μια συγκεκριμένη μέρα του 1958. Ο Αλ κάνει στον Τζέικ μια παράξενη πρόταση: να γυρίσει στο παρελθόν και να προσπαθήσει ν’ αποτρέψει τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι, επειδή ο ίδιος, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, δεν θα τα καταφέρει!! «Αν ήθελες ποτέ σου ν’ αλλάξεις τον κόσμο, να η ευκαιρία σου. Σώσε τον Κένεντι. Σώσε τον αδερφό του. Σώσε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Εμπόδισε τις φυλετικές ταραχές. Εμπόδισε, ίσως και το Βιετνάμ».
     Ο Τζέικ, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, δέχεται. Κι έχει πολλούς λόγους για να το κάνει. Έτσι ξεκινά μια καινούρια ζωή, σε μια Αμερική πιο συντηρητική, στον κόσμο του Άιζενχάουερ κι ενός νεαρού τραγουδιστή από το Μέμφις, του Έλβις, όπου τα αμερικάνικα αυτοκίνητα είναι τεράστια, τα κορίτσια φοράνε σοσόνια, τα αγόρια έχουν στρατιωτικό κούρεμα, οι τηλεοράσεις είναι σα ντουλάπια και το κάπνισμα επιτρέπεται παντού.
     Σ’ αυτόν τον κόσμο, στον οποίο ο Κένεντι είναι ακόμη ένας νεαρός γερουσιαστής, ο Τζέικ συστήνεται με άλλο όνομα, πιάνει δουλειά σε σχολείο κι ερωτεύεται επικίνδυνα μια όμορφη βιβλιοθηκάριο. Δεν ξεχνά όμως την «αποστολή» του. Παρακολουθεί στενά τον Όσβαλντ και κάθε βήμα οδηγεί στο Ντάλας, όπου η Ιστορία μπορεί να πάψει πια να είναι όπως την ξέρουμε αν και «…το παρελθόν δε θέλει να το αλλάζουν. Όταν προσπαθείς να το κάνεις σε πολεμάει. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή αλλαγή, τόσο πιο σκληρά σε πολεμάει».
     Δεν είμαι φαν των ιστοριών του φανταστικού. Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο με σαγήνευσε και με συνάρπασε. Η γραφή και η κλιμάκωση της ιστορίας είναι με τέτοιο τρόπο δοσμένη, ώστε αν και ξέρεις ενδόμυχα ότι αυτά δεν είναι δυνατό να συμβούν, εν τούτοις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν αμφισβητείς το βασικό εύρημα του βιβλίου, το ταξίδι στο χρόνο. Γι’ αυτό εξάλλου και ο Κινγκ, θεωρείται κορυφαίος στο είδος. Η δυνατότητά του να πείθει και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι μοναδική. Ενδιαφέρον βιβλίο για όλους, αλλά must για τους φανατικούς του είδους.


21 Σεπ 2012

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Ορισμένες σκέψεις μου, για την-αγαπημένη μου-αστυνομική λογοτεχνία και την αντιμετώπισή της από διάφορους κριτικούς, ιδιαίτερα στο παρελθόν, τις έχω αναφέρει στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Άνθρωπος Από Το Πεκίνο». Ανάμεσα στα άλλα, έγραψα ότι ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγαπημένους μου στο συγκεκριμένο είδος και ότι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, τον Αντρέα Καμιλλέρι. Επίσης έγραψα ότι μου αρέσει το γεγονός, ότι πολλοί συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, δε διστάζουν στα βιβλία τους, να θίξουν προβλήματα ευρύτερα, που ταλανίζουν τις κοινωνίες.
     Στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι περιπέτειες του βασικού χαρακτήρα, του ιδιόρρυθμου αστυνόμου Σάλβο Μονταλμπάνο-είναι «πρωταγωνιστής» σε δεκαεννέα από τα βιβλία του συγγραφέα-ξεκινούν όταν ο συνεργάτης του, επιθεωρητής Φάτσιο, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Έχει μέρες να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, αλλά και στο σπίτι του. Ο Μονταλμπάνο, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα και να βρει το συνεργάτη του, θα μπει σε έναν κόσμο, στον οποίο πτώματα ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από ξερά πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγριες, περιλαμβάνει αμφιλεγόμενες υπάρξεις που έχουν θλιβερά πάθη, διενεργείται εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί και στον οποίο ανακαλύπτει παράξενα αντικείμενα όπως κιάλια, τηλεσκόπια, αισχρά αντικείμενα βασανισμού και ανήθικου απάνθρωπου εξαναγκασμού.
     Παράλληλα με την περιγραφή των ερευνών του αστυνόμου, ο συγγραφέας κάνει αναφορά στις υπηρεσίες της χώρα του, για τις οποίες δεν έχει και την καλύτερη άποψη: «Λειτουργεί τίποτα στην Ιταλία, υπάρχει κάτι που να αναχωρεί και να φτάνει στην ώρα του; Τα τρένα έφταναν καθυστερημένα, τα αεροπλάνα το ίδιο, μόνο με τη βοήθεια του Θεού τα πλοία σαλπάρουν από τα λιμάνια, καλύτερα να μην αναφερθούμε στα ταχυδρομεία, τα δημόσια έργα καθυστερούν πέντε έως δέκα χρόνια, περνούσαν δεκαετίες μέχρι να ψηφιστούν καινούριοι νόμοι, δίκες αναβάλλονταν συνεχώς…».
    Κι αν αυτά φαίνονται τραγικά οικεία και γνωστά, διαβάστε τι γνώμη έχει για το πολιτικό προσωπικό και τους διάφορους φορείς και είμαι σίγουρος ότι, αν και αναφέρεται σε άλλη χώρα, δεν απέχει πολύ από τη δική σας άποψη για τη δική μας χώρα: «Η κυβέρνηση φλυαρούσε, η αντιπολίτευση φλυαρούσε, η Εκκλησία φλυαρούσε, η Συνομοσπονδία Ιταλικής Βιομηχανίας φλυαρούσε, τα συνδικάτα φλυαρούσαν, κι έπειτα φλυαρούσαν για ένα διάσημο ζευγάρι που χώριζε, για ένα φωτογράφο ο οποίος απαθανάτιζε εικόνες που δεν έπρεπε, για τον πιο πλούσιο και ισχυρό άντρα της χώρας, η γυναίκα του οποίου για να τον εκθέσει είχε γράψει δημόσια κάποιες λέξεις που είχε πει εκείνος σε μια άλλη γυναίκα, φλυαρούσαν ασταμάτητα για τους εργάτες που έπεφταν από τις σκαλωσιές σαν ώριμα φρούτα, για τους λαθρομετανάστες που πνίγονταν στη θάλασσα, για τους συνταξιούχους που φυτοζωούσαν, για τα παιδάκια που βιάζονταν. Φλυαρούσαν πάντα και παντού για όλα τα προβλήματα, αλλά ήταν όλες ανούσιες συζητήσεις, καμιά δεν κατέληγε σε κάποιο συγκεκριμένο μέτρο».
     Αυτή η παράθεση απόψεων βέβαια, δεν αποβαίνει σε βάρος της εξέλιξης του μύθου, αλλά εντάσσεται μέσα σ’ αυτόν. Ένα ακόμα απολαυστικό βιβλίο από τον μεγάλο ιταλό συγγραφέα.
     Ο Αντρέα Καμιλλέρι, που είναι σήμερα ο πιο πολυδιαβασμένος Ιταλός συγγραφέας, είναι μια μάλλον ιδιάζουσα περίπτωση. Γεννήθηκε το 1925 στη Σικελία και για βιοποριστικούς λόγους, δεν είχε γράψει ούτε μία γραμμή στη ζωή του. Όταν αποφάσισε στα εξήντα του να αφοσιωθεί στο γράψιμο, έγινε αμέσως ένα μοναδικό εκδοτικό φαινόμενο. Ολόκληρη η Ιταλία και στη συνέχεια οι αναγνώστες σε άλλες χώρες, αιχμαλωτίστηκαν απ’ αυτόν τον μεγάλο τεχνίτη της πλοκής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν διηγήματα και είκοσι τρία μυθιστορήματά του, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη.

10 Σεπ 2012

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

HENNING MANKELL
Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 547, Ιούνιος 2012

     Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η αστυνομική λογοτεχνία, αντιμετωπιζόταν με απαξίωση, ως ένα υποδεέστερο λογοτεχνικό είδος ή καλύτερα ούτε καν ως λογοτεχνία. Ειδικά στην Ελλάδα οι «σοβαροί» κριτικοί, δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα στα βιβλία του είδους. Για να πούμε βέβαια και «του στραβού το δίκιο», η τότε εκδοτική πρακτική είχε δώσει πολλές αφορμές: ένας σωρός από κακομεταφρασμένα και λάθος επιλεγμένα βιβλία, φτηνιάρικες και κακοσχεδιασμένες εκτυπώσεις, που έδιναν την εντύπωση πως τίποτα καλό δεν υπάρχει εκεί. Έτσι ανάμεσα στα ξερά καίγονταν και τα χλωρά (όπου «χλωρά» τα έργα των μεγάλων συγγραφέων του είδους). Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Η επιλογή των τίτλων είναι πιο προσεκτική, οι μεταφράσεις πολύ καλές και η εκτύπωση των βιβλίων προσεγμένη. Παράλληλα, οι νεώτεροι συγγραφείς του είδους, πολλές φορές στα βιβλία τους, εκτός από την ανάπτυξη του μύθου, εντάσσουν και θέματα που απασχολούν την κοινωνία είτε σε τοπικό επίπεδο είτε γενικότερα.

      Όπως έγραφα και σε προηγούμενη παρουσίαση, τα ηνία στην αστυνομική λογοτεχνία στην Ευρώπη, μετά τους άγγλους συγγραφείς, έχουν αναλάβει οι σκανδιναβοί. Ένας από τους παλιούς και πολυγραφότερους, είναι ο Χένινγκ Μανκέλ, ο οποίος σε όλα τα βιβλία του, εντάσσει κριτική και σχολιασμό των κακώς κειμένων, τόσο στη Σουηδία, όσο και αλλού και είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά.

     Στο βιβλίο που θα μας απασχολήσει σήμερα, όλα ξεκινούν με την άγρια δολοφονία τον Ιανουάριο του 2006 στο μικρό σουηδικό χωριό Χεχουεβάλεν, δεκαεννέα ηλικιωμένων κατοίκων! «…ποια αδικία θα μπορούσε μα απαιτεί μια τόσο δραματική εκδίκηση; Ποιος θα είχε οικονομική οφέλη σκοτώνοντας κάμποσους συνταξιούχους σε ένα χωριουδάκι του βορρά, που βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς πολύ κοντά στο θάνατο;»

     Στην υπόθεση εμπλέκεται η δικαστής Μπιργκίτα Ρόσλιν, συγγενείς της οποίας είναι κάποιοι από τους δολοφονημένους (το ζεύγος Αντρέν). Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν η δικαστής μαθαίνει ότι τα μέλη μιας ακόμα οικογένειας Αντρέν που ζουν στη Νεβάδα των ΗΠΑ, έχουν επίσης δολοφονηθεί. Τότε ανάμεσα στα έγγραφα που το ζεύγος Αντρέν κρατούσε στο σπίτι του, ανακαλύπτει το ημερολόγιο ενός προγόνου της, που το 19ο αιώνα, δούλευε ως επιστάτης στην κατασκευή του αμερικανικού σιδηροδρόμου, ο οποίος περιγράφει τις άθλιες συνθήκες ζωής των κινέζων εργατών, που θέλοντας και μη, εργάστηκαν σ’ αυτό το έργο. «Όλα αυτά έγιναν το καλοκαίρι του 1863. Μια χρονιά που χιλιάδες κινέζοι χωρικοί απήχθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αμερική, η οποία τους κατάπιε με τα αχόρταγα σαγόνια της. Εκεί τους περίμενε ο ίδιος μόχθος από τον οποίο ονειρεύονταν να ξεφύγουν». Έτσι ενώ η αστυνομία είναι στο σκοτάδι, αφού δεν έχει κανένα στοιχείο στην κατοχή της κι επιμένει ότι μόνο ένας παράφρων θα μπορούσε να διαπράξει το μακελειό στο Χεχουεβάλεν, η Μπιργκίτα είναι αποφασισμένη ν’ αποκαλύψει μια πολύ πιο περίπλοκη πραγματικότητα. «Τότε συνειδητοποίησε πως ούτε αυτή ούτε η αστυνομία είχαν αντιληφθεί το μέγεθος και τη σημασία των γεγονότων. Αυτή η υπόθεση ήταν πιο μεγάλη, πιο βαθιά και πιο μυστηριώδης απ’ όσο είχαν φανταστεί». Η έρευνά της, την οδηγεί στις υψηλές σφαίρες εξουσίας στο σύγχρονο Πεκίνο και ο Μανκέλ με αυτή την ευκαιρία, κάνει-μέσα από την εξέλιξη του μύθου-μια ανάλυση του οικονομικού «θαύματος» της Κίνας και του αγώνα που μαίνεται στα παρασκήνια του κινεζικού Κομμουνιστικού κόμματος, για τη νομή της εξουσίας, που θα ζήλευαν πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές. Με την ίδια οξυδέρκεια κρίνει και την κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα της Σουηδίας –όπως σε κάθε του βιβλίο-δίνοντας ιδιαίτερο βάρος αυτή τη φορά στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Κι όλα αυτά, μέσα από την εξέλιξη μιας συναρπαστικής αστυνομικής ιστορίας, που δε θα σας επιτρέψει εύκολα να αφήσετε το βιβλίο από τα χέρια σας.

     Ο Χένινγκ Μανκέλ, γεννήθηκε το 1948 στη Σουηδία. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες κι έχουν τιμηθεί με πολλά βραβεία. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δέκα μυθιστορήματα, όλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

27 Αυγ 2012

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ

METIN ARDITI
Μετάφραση: ΡΙΤΑ ΚΟΛΑΙΤΗ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 319, Μάρτιος 2012

     Στην Έξοδο και στο Δευτερονόμιον, αναφέρεται: «Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομoίωμα τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, ή όσα είναι εν τη γη κάτω, ή όσα είναι εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Μη προσκυνήσεις αυτά μηδέ λατρεύσεις αυτά». Αυτή η επιταγή του Νόμου, σημαίνει ότι κανείς ευσεβής εβραίος, δεν μπορεί να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τις εικαστικές γενικά Τέχνες.
     Ο Ελί Σοριάνο, είναι ένας νεαρός εβραίος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, λίγα χρόνια μετά την άλωση (1531). Η ζωγραφική είναι το μεγάλο πάθος της ζωής του ή καλύτερα, η ίδια του η ζωή. Έφτανε να δει κάτι για λίγα λεπτά, για να το αναπαραστήσει με κάθε λεπτομέρεια και σε ελάχιστο χρόνο. Ζωγραφίζει διαρκώς, είτε σε κάθε κατάλληλη επιφάνεια, είτε μέσα στο μυαλό του! «…ο Ελί έκλεισε τα μάτια και σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια του. Έπειτ’ από λίγο, είδε το δεξί του χέρι να σκιτσάρει το ωοειδές περίγραμμα ενός προσώπου. Με μια κίνηση αργή και συγκρατημένη, τράβηξε μια γραμμή, έπειτα μιαν άλλη, έπειτα άλλη μιαν ακόμα, με τρόπο όλο και πιο γρήγορο, όλο και πιο σίγουρο, μέχρι που ένα πορτρέτο εμφανίστηκε στα μάτια του τόσο καθαρά θαρρείς και το είχε μπροστά του». Αυτό το πάθος του όμως, δεν είναι αποδεκτό από την εβραϊκή κοινότητα και ο ραβίνος πολλές φορές προσπάθησε να τον «συνετίσει».
     Για να καταφέρει να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, αποφασίζει να το σκάσει και πάει στη Βενετία, όπου συστήνεται ως έλληνας της Κωνσταντινούπολης με το όνομα Ηλίας Τρωιάνος. Εκεί λόγω της ανατολίτικής «καταγωγής» του, αποκτά το προσωνύμιο «Τουρκάκι». Το εκπληκτικό ταλέντο του, γίνεται γρήγορα αντιληπτό και μπαίνει ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του μεγάλου δάσκαλου Τιτσιάνο.
     Μετά τη μαθητεία του, αφού έγινε μέλος της συντεχνίας και άνοιξε το δικό του εργαστήριο, παντρεύτηκε τη Στεφανία, την όχι και τόσο έξυπνη κόρη ενός ευγενούς. Ο γάμος, του άνοιξε νέες προοπτικές, αφού είχε πιο εύκολη πρόσβαση στην αριστοκρατία της Βενετίας. Οι παραγγελίες πέφτουν «βροχή» και ο Ελί-Ηλίας, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της Γαληνοτάτης.
     Όμως, άθελά του, μπλέκεται στις αντιπαλότητες και τους ανταγωνισμούς της βενετσιάνικης αριστοκρατίας, όταν καλείται να ζωγραφίσει έναν Μυστικό Δείπνο. Αρχίζουν έρευνες για το παρελθόν του, η αποκάλυψη του οποίου μπορεί να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή.
     Ο Μ. Αρντιτί, έγραψε ένα εκπληκτικό βιβλίο, που εκτός από το μύθο που είναι εξαιρετικά δομημένος και τις ολοζώντανες εικόνες των δύο πόλεων που δίνει, θίγει ένα σωρό ζητήματα: την καλλιτεχνική ελευθερία, των πρωτοπορία, το πάθος του δημιουργού, τις θρησκευτικές ελευθερίες, την ανοχή και την αποδοχή του «άλλου». Σπουδαίο ανάγνωσμα από έναν εξαιρετικό συγγραφέα.