26 Μαρ 2013

ΛΕΒΑΝΤΕ. ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ
PHILIP MANSEL
Μετάφραση ΡΕΝΑ ΧΑΤΧΟΥΤ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 517, Δεκέμβριος 2012


     Στα λογοτεχνικά βιβλία που έχω διαβάσει ως τώρα, όπου αναφέρονταν ο όρος «λεβαντίνος», είχε μια μάλλον απαξιωτική και υποτιμητική χροιά και σημασία. Οι λεβαντίνοι, μου παρουσιάζονταν, ως πανούργοι και φιλοχρήματοι έμποροι, χωρίς ιδιαίτερους ηθικούς ενδοιασμούς. Οπότε λίγο-πολύ, κι εγώ, χωρίς να έχω ψάξει ιδιαίτερα το θέμα, αποδεχόμουν αυτή την άποψη. Μέχρι που ήρθε αυτό το βιβλίο, για να μεταστρέψει αυτή την εικόνα.
     «Για τους Δυτικοευρωπαίους, le Levante, το Λεβάντε, il Levante, έγινε συνώνυμο για τις χώρες όπου ανατέλλει ο ήλιος-κατά συνέπεια για τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου: αυτές που τώρα είναι τα σύγχρονα κράτη της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Συρίας, του Λιβάνου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου και που από τον 16ο έως τον 20ο αιώνα αποτελούσαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».
     Όμως το Λεβάντε δεν είναι μόνο γεωγραφικός προσδιορισμός, αν και «Στο βιβλίο περιγράφεται μέσα από την ιστορία των τριών κυριότερων λιμανιών του: της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας και της Βηρυτού».
     Το Λεβάντε, όπως φαίνεται μέσα από την περιγραφή και την ιστορία των κυριότερων πόλεών του, (το βιβλίο έχει αναφορές τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην Κωνσταντινούπολη), είναι κάτι περισσότερο από τρόπος. Είναι ένας τρόπος ζωής και μια νοοτροπία. Είναι η πρόοδος που επιτεύχθηκε σε όλες αυτές τις πόλεις, χάρη στο πνεύμα φιλοπρόοδο, ανοιχτό πνεύμα ανοχής και κατανόησης της διαφορετικότητας. Χάρη στην αρμονική συμβίωση και συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής και θρησκείας, αφού αυτή η συνύπαρξη, αποτελούσε το μοχλό, που επέτρεπε την προσωπική και κατ’ επέκταση την δημόσια και κοινωνική προκοπή και ευζωία.
     Οι πόλεις αυτές άκμασαν όσο το ανοιχτό πνεύμα των κατοίκων κυριαρχούσε. Και καταστράφηκαν όταν το πάνω χέρι πήραν οι εθνικισμοί και ο φυλετικός, θρησκευτικός και πολιτικός φανατισμός. «Η Σμύρνη είχε καταστραφεί από κυβερνήσεις και από στρατιές. Η Αλεξάνδρεια είχε υποβαθμιστεί λόγω του Σουέζ και του σοσιαλισμού. Η Βηρυτός, το τελευταίο μεγάλο λεβαντίνικο λιμάνι, έγινε λεία των ίδιων των κατοίκων της» (οι οποίοι ενεπλάκησαν σε έναν πολιτικό θρησκευτικό εμφύλιο που ταλαιπώρησε για πολλά χρόνια το Λίβανο και κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς την πόλη).
     Για να περιγράψει της μέρες ακμής και παρακμής, όλων αυτών των πόλεων, ο συγγραφέας έψαξε και ανακάλυψε πληροφορίες σε κάθε διαθέσιμη πιθανή και απίθανη πηγή. Επίσημα κρατικά αρχεία, τιμολόγια, εμπορικές συναλλαγές, ημερολογιακές καταγραφές, δημοσιεύματα εφημερίδων, αλληλογραφίες προσωπικές κι εμπορικές, προσωπικές μαρτυρίες κ. ά. Ενδεικτικό του πλήθους των πηγών, είναι το ότι οι παραπομπές καταλαμβάνουν χώρο εκατό (ναι 100) πυκνογραμμένων σελίδων!!! Και η βιβλιογραφία περισσότερες από είκοσι. Κι ενώ στη βιβλιογραφία εμφανίζονται με τον ελληνικό τίτλο και τα υπόλοιπα στοιχεία έκδοσης τα περισσότερα από τα βιβλία που περιλαμβάνονται σε αυτή και κυκλοφόρησαν στα ελληνικά, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις παραπομπές. Χωρίς όμως αυτή η αβλεψία, να μειώνει στο ελάχιστο την αξία του πολύτιμου αυτού βιβλίου, που πρέπει να διαβαστεί από κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, γιατί έχει πολλά να προσφέρει.

16 Μαρ 2013

ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΟΔΕΝΤΡΟ

ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Σελ. 444, Οκτώβριος 2012


     Ένα υβρίδιο μυθιστορήματος, βιογραφίας και δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου, με τον περίεργο τίτλο «Το Χαστουκόδεντρο», δέντρο το οποίο είναι χρήσιμο και άκρως ψυχοθεραπευτικό. Περισσότερα για το συγκεκριμένο «δέντρο» δεν γράφω, αλλά σας αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας, όταν διαβάσετε το βιβλίο.
     Με αφορμή τη ζωή του Αντώνη Αμπατιέλου, ναυτικού και βουλευτή της ΕΔΑ και του ΚΚΕ αργότερα και της Ουαλής δασκάλας Μπέτι Μπάρτλετ, ο συγγραφέας καταφέρνει να ξετυλίξει μέσα από τις γραμμές του έργου του, την τοιχογραφία μιας εποχής σκληρής και δύσκολης.
     Στη διάρκεια του Β! Παγκοσμίου πολέμου, ο Αμπατιέλος, αφού καταφέρνει να επιτύχει την υπογραφή μιας πολύ ευνοϊκής για τους έλληνες ναυτικούς σύμβασης εργασίας, μεταβαίνει στο λιμάνι του Κάρντιφ στην Αγγλία, με εντολή του κόμματος, για να στήσει και να οργανώσει ένα ισχυρό συνδικάτο ναυτικών, που θα συνενώσει υπό την αιγίδα του τις κατακερματισμένες οργανώσεις. Στη διάρκεια ενός λίγο-πολύ προβοκατόρικου καβγά, θα γνωρίσει την Ουαλή δασκάλα Μπέτι Μπάρτλετ, μέλος του ΚΚ Βρετανίας. Η έλξη είναι αμοιβαία. Σύντομα παντρεύονται και με τη λήξη του πολέμου, επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ενώ όλες οι ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν τις υποδομές και να μετατρέψουν τα ερείπια που άφησε ο πόλεμος ξανά σε σπίτια και κτίρια, στην Ελλάδα οι τότε ηγεσίες αποφάσισαν αλλιώς. Η κυβέρνηση και οι εντολοδότες της από τη μια και η ηγεσία του ΚΚΕ από την άλλη, αποφάσισαν να αιματοκυλίσουν τη χώρα. «Φαντάζομαι Πολ, πως πουθενά αλλού στον κόσμο δεν έχει συμβεί αυτό το πράγμα. Κι οι Γάλλοι κι οι Ιταλοί είχαν κομμουνιστές παρτιζάνους αλλά…Αντί αυτοί οι καημένοι να στρωθούν στη δουλειά για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους…Αναρωτιέμαι αυτός ο πόλεμος δεν τους δίδαξε τίποτε; […] Ακούγεται απίστευτο, Κλιφ, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα εκεί. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω ποιοι και πως θα καταφέρουν να διασωθούν μέσα σ’ αυτή την ομαδική αυτοκαταστροφή. Και στο μεταξύ, η όμορφη χώρα τους, πνέει τα λοίσθια…»
     Ο Αμπατιέλος συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο, με αστείες και σαθρές κατηγορίες. Όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι εκείνη την εποχή. Η καταδικαστική απόφαση ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων σε όλο τον κόσμο και η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια.
     Από το σημείο αυτό και μετά, την κατάσταση παίρνει στα χέρια της η Μπέτι. Κάνει έναν μοναδικής δύναμης αγώνα, για να καταφέρει να ελευθερώσει τον άντρα της, ενώ στη χώρα κυριαρχεί η μισαλλοδοξία και το μίσος. «Πάρα πολύ μίσος σ’ αυτή τη χώρα. Ώρες-ώρες, έχω την αίσθηση πως δεν είναι στα καλά τους οι άνθρωποι εδώ πέρα. Όλοι ανεξαιρέτως, ακόμα κι οι δικοί μας. Αυτός ο Ζαχαριάδης παράδειγμα. Κανείς δεν καταλαβαίνει με ακρίβεια που το πάει (κι ούτε ξέρουμε τι λέει η ΕΣΣΔ για όλα αυτά). Η λογική τους δεν υπακούει σε παραδεκτούς κανόνες. Δεν έχουν κανόνες». Για να τα καταφέρει να ελευθερώσει τον άντρα της, δεν θα διστάσει να προκαλέσει δημόσια έναν πρωθυπουργό και να χαστουκίσει τη βασίλισσα Φρειδερίκη, στη διάρκεια μιας επίσκεψής της στο Λονδίνο.
     Τελικά ο Αμπατιέλος, θα ελευθερωθεί το 1964, αφού έμεινε στη φυλακή για 17 ολόκληρα χρόνια κι ενώ είχε γίνει ήδη πενήντα χρονών.
     Το βιβλίο καταφέρνει να περιγράψει την ιστορία μιας «εμποδισμένης αγάπης», σε μια εποχή και σε μια χώρα, που τίποτα δεν ήταν εύκολο για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Παράλληλα όμως, δίνει με εξαιρετικό τρόπο, την τοιχογραφία μιας εποχής που σημάδεψε την Ελλάδα και για την οποία δεν έχουν ακόμη δοθεί καθαρές εξηγήσεις και η οποία ενώ είναι παράδειγμα προς αποφυγή, δεν αναφέρεται ούτε καν ακροθιγώς στα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας.
     Εκτός όμως από το μύθο, υπάρχει και η γραφή που συναρπάζει και κάνει το βιβλίο, παρά τον όγκο του (450 πυκνογραμμένες σελίδες), να ρέει εύκολα για τον αναγνώστη.
     Τέλος, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω και στην «ειδική» εκτύπωση που είναι ένα ακόμα συν, στα υπόλοιπα, του πολύ αξιόλογου αυτού βιβλίου.

5 Μαρ 2013

ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 230, Μάιος 2012


     Ο γνωστός συγγραφέας, με το πιο πρόσφατο βιβλίο του, με μια εκ βαθέων εξομολόγηση, αφηγείται τις περιπέτειες του βίου του.
     Ξεκινά την αφήγησή του, από το 1946, όταν σε ηλικία οκτώ ετών, ο παππούς του, τον πηγαίνει από τους Μολάους Λακωνίας στην Αθήνα, για να σμίξει με την υπόλοιπη οικογένεια, η οποία έχει ήδη μετοικήσει εκεί. Αιτία ο φόβος των ταγματασφαλιτών, που κυνηγούσαν τον πατέρα του, ο οποίος ήταν δάσκαλος στην περιοχή και τον οποίο λίγο έλειψε να συλλάβουν μετά από προδοσία συγχωριανού, με επακόλουθο την εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες. Η προδοσία αυτή σημάδεψε το μικρό Θοδωρή και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να συμφιλιωθεί και πάλι με το γενέθλιο τόπο. «Μια μέρα οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο κι έφυγαν. Στο κενό που άφησαν ξεφύτρωσαν από τη μια μεριά ακροδεξιές οργανώσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και πρώην συνεργάτες των κατακτητών, αποφασισμένες να αφανίσουν όσους μπορεί να ήταν ή να γινόταν κομμουνιστές, κι από την άλλη αριστερές οργανώσεις, αποφασισμένες να πάρουν το αίμα τους πίσω».
     Η ζωή στην Αθήνα δεν ήταν εύκολη για την οικογένεια Καλλιφατίδη. Ο πατέρας είχε απολυθεί από το Δημόσιο και η οικογένεια αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Παράλληλα και ο νεαρός Θοδωρής αντιμετωπίζει πρόβλημα στο σχολείο όπου πέρα από τον Κωστάκη, δεν είχε άλλο φίλο. Τα παιδιά τον αντιμετώπιζαν με πολύ υποτιμητικό τρόπο.
     Το 1956, μετά το Γυμνάσιο, επιχείρησε να εισαχθεί στη Νομική σχολή. Δεν είχε όμως το περίφημο «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και γι’ αυτό δεν είδε το όνομά του στον κατάλογο των επιτυχόντων.
     Για ένα διάστημα φοίτησε στη σχολή του Κάρολου Κουν, χωρίς να διακριθεί ιδιαίτερα. Τραυματική ήταν και η εμπειρία της στρατιωτικής θητείας. Λόγω του αριστερού παρελθόντος της οικογένειάς του, βρίσκονταν διαρκώς στο στόχαστρο και χρειάστηκε να προσποιηθεί ότι υπέστη νευρικό κλονισμό, για να απολυθεί με τρεις μήνες καθυστέρηση λόγω «φυλακών».
     Η ιδέα της μετανάστευσης, υπήρχε στο μυαλό του από παλιά. Όταν είχε πια απολυθεί, για να γλιτώσει από το κυνηγητό της αστυνομίας σε μια διαδήλωση, μπήκε σε έναν κινηματογράφο, όπου προβάλλονταν μια ταινία του Μπέργκμαν. Αυτό λειτούργησε σαν καταλύτης. Σε λίγες εβδομάδες έφυγε για τη Σουηδία. Εκεί η τύχη του δείχνει να αλλάζει, παρά τις δοκιμασίες που περνά. Μαθαίνει τη γλώσσα και γράφει συνεχώς. Το ταλέντο του αναγνωρίζεται και καταξιώνεται ως συγγραφέας. Πρώτη στη θετή του πατρίδα και κατόπιν στην Ελλάδα.
     Το «Τα Περασμένα Δεν Είναι Όνειρο», ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων, που τα αφήνεις από τα χέρια σου, μόνο αφού φτάσεις στην τελευταία σελίδα. Γιατί οι περιπέτειες της ζωής και η αφηγηματική δύναμη του Θ. Καλλιφατίδη είναι τέτοιες που δεν σου «επιτρέπουν» να κλείσεις το βιβλίο πριν το διαβάσεις ολόκληρο.


27 Φεβ 2013

ΜΕΙΝΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΦΥΓΕΙ ΟΛΟΙ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Σελ. 390, Ιούλιος 2012

     Με το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα Δ. Οικονόμου,
θα ασχοληθούμε σήμερα.
     Είναι η ιστορία ενός νέου, του Νίκου, που στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αφού απολύεται από το στρατό, «προσωρινά», (μέχρι να βρει τον τρόπο να πραγματοποιήσει τα όνειρά του), προσλαμβάνεται σε μια μεγάλη τεχνική-κατασκευαστική εταιρεία. Γρήγορα παρασύρεται από τους ρυθμούς της δουλειάς. «Η εταιρεία έχει έναν μοναδικό τρόπο να κάνει το πρόβλημά της δικό σου, χωρίς να το καταλάβεις. Ανοίγει το στόμα σου και σου χύνει τον καρκίνο, τον καταπίνεις και λες κι ευχαριστώ. Είναι ύπουλος ο τρόπος που διοχετεύει στις φλέβες σου κάποιο ναρκωτικό, σου κάνει πλύση εγκεφάλου, σε χειραγωγεί. Αθόρυβα και ασυναίσθητα. Ξέρει πώς να σε κάνει να δουλεύεις όλη την ημέρα. Από τις οκτώ το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ. Και τα Σάββατο. Καμιά φορά και τις Κυριακές. Χωρίς υπερωρίες, χωρίς απεργίες, χωρίς σταματημό, χωρίς δικαιώματα. Μόνο με το φόβο. Το φόβο της απόλυσης, το φόβο της απόρριψης, το φόβο της συντριβής, το φόβο της ήττας».
     Συνειδητοποιεί πως για να επιβιώσει θα πρέπει να λερώσει τα χέρια του: μεταφορά μαύρου χρήματος, εξυπηρέτηση πολιτικών προσώπων, κουκούλωμα εργατικών ατυχημάτων (ακόμα και θανατηφόρων), «στήσιμο» διαγωνισμών. Απομονώνεται από φίλους και παρέες, αναλώνεται σε ανούσιες και άχαρες ερωτικές σχέσεις κι όπως αρχίζει στον ορίζοντα να αχνοφαίνεται το Eldorado των κατασκευαστικών, τα περίφημα ολυμπιακά έργα, ψάχνει απεγνωσμένα για διέξοδο. «Παγιδευμένος σ’ ένα σύστημα όπου από μόνος μου είχα μπει και εισχωρήσει βαθιά, συνέχιζα μάταια να ελπίζω πως είναι παροδικό, πως θα κρατήσει για λίγο και πως η ζωή μου επιφυλάσσει ακόμα εκπλήξεις και ανατροπές στην επόμενη γωνία. Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν θα συνέβαινε».
     Προσπαθώντας από κάπου να κρατηθεί, αναπολεί τις φοιτητικές του παρέες, τη Χορωδία του Πανεπιστημίου Αθηνών στον 4ο όροφο της Λέσχης στην Ιπποκράτους, τον πρώτο του έρωτα, τα τραγούδια τους, τις συναυλίες τους, τα ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τις εξορμήσεις στα βουνά και στη φύση, τις βασανιστικές αλλά και λυτρωτικές τους αναζητήσεις.
     Το καλοκαίρι του 1999, η κατάθλιψη εμφανίζει τα πρώτα της σημάδια, με συμπτώματα σωματικής μορφής αρχικά. «Εντελώς ξαφνικά, εκεί που χαλαρώνω, εκεί που κάθομαι και χαζεύω τηλεόραση, νιώθω μικρές εκρήξεις στο φλοιό του εγκεφάλου μου. Που μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου γιγαντώνονται κι ύστερα σαν κάποιος να βάζει ένα χέρι και να το γρατζουνάει με κάτι μυτερό όπως ένα καρφί σε μαυροπίνακα. Ανατριχιάζω ολόκληρος και το μυαλό μου μουδιάζει το στόμα σφίγγεται και τα μήλα συσπώνται». Όμως οι πιεστικές ανάγκες της επιβίωσης, τον αναγκάζουν να παραμένει εγκλωβισμένος σε μια πορεία που τη νιώθει ως κόλαση. Η οργή συσσωρεύεται, η θλίψη μεγαλώνει και η έκρηξη δεν θ’ αργήσει να έρθει.
     Ευτυχώς γι’ αυτόν, σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή, όταν μπήκε σε κίνδυνο όχι μόνο η ψυχική του ισορροπία αλλά και η ίδια του η ζωή, θα βρει ανέλπιστη βοήθεια από ανθρώπους, που αν και πλήγωσε στο παρελθόν με τη συμπεριφορά του, αυτοί δεν τον ξέχασαν και τον συγχώρεσαν.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο, σύγχρονο, σημερινό μυθιστόρημα, που μέσα από την πορεία ενός σχεδόν «τυπικού» εκπροσώπου της, μας μιλά για ολόκληρη γενιά: «για μια γενιά-που πολλοί λένε-είναι η τελευταία που ονειρεύτηκε».

17 Φεβ 2013

STUDIO SEX

LIZA MARKLUND
Μετάφραση: ΝΙΚΗ ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΟΥ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 525, Νοέμβριος 2012

     Τα τελευταία χρόνια, οι σκανδιναβοί συγγραφείς, έχουν πάρει τη ηνία στο χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος, από τους αγγλοσάξονες. Έτσι κυκλοφορούν πολλά και καλά βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας από σκανδιναβούς συγγραφείς. Ένα από αυτά σας παρουσιάζω σήμερα.
     Η νεαρή δημοσιογράφος Άνικα Μπένγκτζον, ζήτησε άδεια από τη μικρή τοπική εφημερίδα στην οποία εργαζόταν, αφού εξασφάλισε μια θέση πρακτικής –για ένα καλοκαίρι- στον «Απογευματινό Τύπο», μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδας ταμπλόιντ της Σουηδίας, με έδρα την πρωτεύουσα, τη Στοκχόλμη. Ελπίζει πως αυτή θα είναι η μεγάλη της ευκαιρία. Όμως σύντομα η ελπίδα δίνει τη θέση της στην απογοήτευση, αφού το μόνο καθήκον που της αναθέτουν, είναι να απαντά στις κλήσεις της ανοιχτής γραμμής των ανώνυμων πληροφοριών, όπου μπορεί να καλεί ο καθένας και να λέει τις δικές του δήθεν αποκλειστικές πληροφορίες, γνωστή στους εργαζόμενους, ως «σπασμένο τηλέφωνο».
     Ώσπου ένα πρωινό, δέχεται ένα τηλεφώνημα διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Κάποιος θέλει να αναφέρει ότι το πτώμα μιας κοπέλας βρίσκεται στο εβραϊκό νεκροταφείο, στις παρυφές του πάρκου Κρούνουμπεργ. Καθώς είναι καλοκαίρι και οι περισσότεροι ρεπόρτερ βρίσκονται σε άδεια, ο διευθυντής σύνταξης, στέλνει αυτήν κι έναν φωτογράφο να καλύψουν το θέμα. «…στη βορειοανατολική πλευρά του νεκροταφείου, είδε το πτώμα. Ήταν πεσμένο φαρδύ πλατύ μες στα χαμόδεντρα, με τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι, πίσω από μια σπασμένη γρανιτένια ταφόπετρα. Ένα κομμάτι από ένα Άστρο του Δαβίδ ήταν πεσμένο δίπλα στο κεφάλι…Το νεκρό σώμα ήταν γυμνό, εντελώς ακίνητο και κατάλευκο».
     Όταν αρχίζει να ψάχνει περισσότερο την υπόθεση, αρχίζει να ανακαλύπτει διάφορα πράγματα που την κάνουν ν’ αναρωτιέται. Όπως ότι η κοπέλα εργαζόταν ως χορεύτρια στο στριπ κλαμπ «Στούντιο Έξι» (στα σουηδικά η λέξη έξι και σεξ βρίσκονται πολύ κοντά ηχητικά εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου), που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χώρο του συμβάντος ή ότι ο υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου διαθέτει διαμέρισμα σε παρακείμενη πολυκατοικία.
     Τα ίδια στοιχεία ανακαλύπτει και η αστυνομική έρευνα και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Ο υπουργός στοχοποιείται ως ύποπτος της δολοφονίας και αναγκάζεται να παραιτηθεί, ενώ είναι εμφανές ότι δεν είναι αυτός ο δράστης της δολοφονίας και η νεαρή δημοσιογράφος, συνειδητοποιεί, ότι ξαφνικά διακυβεύονται πολύ σημαντικότερα πράγματα από την καριέρα της.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που εκτός του ότι συναρπάζει τον αναγνώστη με την αναζήτηση του δολοφόνου (δηλ. την καθαυτό αστυνομική ιστορία), αναφέρεται και σε διάφορες πτυχές του ιδιωτικού και δημόσιου βίου της σουηδικής κοινωνίας. Όπως την ενδοοικογενειακή βία, την ατομικότητα που διακατέχει την πλειοψηφία των πολιτών, την παντοδυναμία των ΜΜΕ που ισχύει κι εκεί όπως στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, την ελεύθερη πρόσβαση που μπορούν να έχουν οι πολίτες σε κάθε δημόσιο έγγραφο κ.α. που θα ανακαλύψουν οι αναγνώστες του πολύ καλού αυτού μυθιστορήματος.

8 Φεβ 2013

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ
Σελ. 310, Νοέμβριος 2012


     Πριν από λίγους μήνες, κυκλοφόρησε το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη.
     Σ’ ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, το Τριφύλλι, στα χρόνια της χούντας, ο δάσκαλος Κοσμίδης, πατέρας πέντε παιδιών, που χαίρει γενικής εκτίμησης, αναλαμβάνει να μυήσει τρεις νεαρούς μαθητές του, στα μυστήρια της ζωής. Ένας εξ αυτών είναι ο Βασίλης. Ο γιος του. Τους μιλάει για την Ιστορία πέρα από αυτή που αναφέρουν τα επίσημα σχολικά βιβλία, τους διδάσκει φιλοσοφία, τους αναφέρει δύσκολες έννοιες και ιδέες, ενώ όταν μπαίνουν στην εφηβεία, τους μυεί (με τη βοήθεια μιας βολικής και φιλοχρήματης γυναίκας του χωριού) στο σεξ. Τους εκπαιδεύει και τους διαπαιδαγωγεί με τέτοιο τρόπο, ώστε στη ζωή τους να θέτουν υψηλούς στόχους και να επιτυγχάνουν την πραγματοποίησή τους. Η τριάδα δείχνει να τα καταφέρνει καλά. Μετά την αποφοίτησή τους από το Γυμνάσιο, εισάγονται στη Νομική. Όταν φτάνει η ώρα να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία, παραμένουν αχώριστοι. Τοποθετούνται και οι τρείς σ’ ένα στρατόπεδο κοντά στην Κομοτηνή. Ώσπου μια μέρα, ο Βασίλης, «ο γιος του δάσκαλου», αυτοκτονεί. Το νέο πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία και με μιας ανατρέπει τη ζωή της οικογένειας Κοσμίδη. Κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί, από τη στιγμή μάλιστα, που ο αυτόχειρας, δεν άφησε κάποιο σημείο που να δίνει κάποια εξήγηση.
     Την εποχή που «σκοτώθηκε» ο Βασίλης, (η λέξη «αυτοκτονία» είχε εξοβελιστεί από το λεξιλόγιο της οικογένειας Κοσμίδη), ο Νικόδημος, ο μικρότερος γιος (και αφηγητής της ιστορίας), είναι στην πρώτη εφηβική ηλικία. Το γεγονός τον σημάδεψε, αλλά «το χειρίστηκε αλλιώς, σαν πιο νέος». Αφού έζησε χάρη σε μια κληρονομιά για πολλά χρόνια στο Παρίσι, χωρίς σχεδόν καμιά επαφή με την οικογένειά του, επέστρεψε στην Αθήνα. Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, για να αποφύγει μια ξαφνική μπόρα, μπαίνει σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Ενώ περιφέρεται μέχρι να κοπάσει η νεροποντή, στο σταντ με τις προσφορές, ένα βιβλίο με τίτλο «Γεια σας παιδιά», μιας τελείως άγνωστης συγγραφέως, του τραβάει την προσοχή. Όταν διαβάζει το οπισθόφυλλο, το αγοράζει αμέσως, γιατί διαισθάνεται πως μέσα από τις γραμμές του, θα βρει το μίτο που θα τον οδηγήσει στο λαβύρινθο της αποκάλυψης των αιτιών, που οδήγησαν τον Βασίλη στην αυτοκτονία.
     Ο Γιάννης Ξανθούλης, καταφέρνει για μια ακόμη φορά να εντυπωσιάσει. Οι περιγραφές των διαδρομών των χαρακτήρων, είτε στα υγρά από τη βροχή στρατόπεδα της Θράκης, είτε στα εσωτερικά ψυχολογικά μονοπάτια (κυρίως του Βασίλη και του σχεδόν αποσυνάγωγου Νικόδημου), είναι εξαιρετικά εύστοχες. Πολλά στοιχεία από τη «συλλογή των εμμονών» του συγγραφέα είναι παρόντα. Στα τοπία κυρίως της Θράκης, αλλά και της Αθήνας, κυριαρχεί η συνεχής βροχόπτωση. Για μια ακόμη φορά η πατρώα γη και κυρίως τα μίζερα στρατόπεδά της είναι από τους τόπους όπου εξελίσσεται η αφήγηση. Όπως οι σχέσεις εξουσίας –και κατάχρησής της πολλές φορές, που οδηγούν σε άλλες ατραπούς-που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς. Ακόμα, τα μεταφυσικά «επεισόδια», ο Χόρστ Μπούχολντς (!!), η δύναμη της σύμπτωσης που παρεμβαίνει και αλλάζει δραματικά πολλές φορές την πορεία της ζωής…
     Όλα αυτά και η αφηγηματική δεινότητα, όπως και ο τρόπος γραφής με τη λεπτή ειρωνεία και το υποδόριο χιούμορ, απογειώνουν το βιβλίο και το κατατάσσουν σε ένα από τα καλύτερα που διάβασα τον τελευταίο καιρό.

26 Ιαν 2013

Ο ΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΡΕΝΟΥΑΡ
ANDREA CAMILLERI
Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΟΤΣΗ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 150, Νοέμβριος 2012

     Έχω αναφέρει στο παρελθόν, με την ευκαιρία της παρουσίασης ενός άλλου βιβλίου του, ότι ο Αντρέα Καμιλλέρι, είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς.
     Ο Καμιλλέρι είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας το 1925. Μέχρι το 1978, δούλευε ως σκηνοθέτης του θεάτρου και της τηλεόρασης. Όταν στα 53 του χρόνια αποφάσισε να στραφεί στη λογοτεχνία, τα βιβλία του πέρασαν απαρατήρητα. Η επιτυχία ήρθε να τον συναντήσει είκοσι χρόνια μετά, όταν έγινε ένας από τους εμπορικότερους συγγραφείς της Ιταλίας, κυρίως με τη σειρά των βιβλίων του με κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μονταλμπάνο, στα οποία χρησιμοποιεί στοιχεία της τοπικής σικελικής διαλέκτου. Το επίθετο του αστυνόμου, είναι ένας φόρος τιμής, που ο Καμιλλέρι θέλει με αυτόν τον τρόπο να αποτίσει, στον ισπανό συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, του οποίου υπήρξε ένθερμος θαυμαστής.
     Επιτυχία όμως γνώρισαν και τα βιβλία εκτός της σειράς Μονταλμπάνο, όπου, διατηρώντας πάντα τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος, εξετάζει πτυχές της, σικελικής κυρίως, κοινωνίας.
     Στο βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα-και είναι εκτός της σειράς Μονταλμπάνο-μια όμορφη, νεαρή και αινιγματική γυναίκα, προσπαθεί να προσεγγίσει τον ηλικιωμένο και μάλλον συντηρητικό συμβολαιογράφο του Αγκριτζέντο, Μικέλε Ριότα. Ο Ριότα, είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν, μια μελέτη, σχετικά με το ταξίδι του δάσκαλου του ιμπρεσιονισμού Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, στην Ιταλία και τις εργασίες συντήρησης που έκανε σε τοιχογραφίες μιας εκκλησίας στο χωριό Καπιστράνο. «Μου αναφέρετε λοιπόν, ότι σε έναν πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία στο Τορίνο ανακαλύψατε ένα βιβλίο μου, τυπωμένο (κακοτυπωμένο θα έλεγα!), το 1960, από έναν μικρό εκδοτικό οίκο του Ρέτζιο Καλάμπρια ο οποίος έχει κλείσει εδώ και χρόνια και ότι όχι μόνο το αγοράσατε και το διαβάσατε, αλλά αναφέρεστε σε αυτό με απολύτως κολακευτικά σχόλια».
     Με αφορμή αυτό το βιβλίο, που αναφέρεται στον μεγάλο ζωγράφο και το ταξίδι του στην Ιταλία και το οποίο μπορεί να μην είναι και το μοναδικό, οι δύο ήρωες της ιστορίας, άγνωστοι μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξεκινούν αλληλογραφία. Ο ηλικιωμένος συμβολαιογράφος κολακεύεται αρχικά και στη συνέχεια γοητεύεται από τη νεαρή γυναίκα, ιδιαίτερα όταν αυτή του στέλνει κάποιες μάλλον αποκαλυπτικές φωτογραφίες της. Η «σχέση» τους εξελίσσεται (ανταλλάσουν επιστολές από το Δεκέμβρη του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του επόμενου έτους και συναντιούνται κάποιες ελάχιστες φορές), αλλά όταν φτάνει στο συναισθηματικό κρεσέντο, διακόπτεται ξαφνικά και ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσω των επιστολών που στέλνει ο Ριότα στην αγαπημένη του Άλμα Κοράντι, κι όταν αυτός εξαφανίζεται, μέσω των αναφορών που κάνει στους προϊσταμένους του, ο πεισματάρης κι επίμονος Αστυνόμος Α! Αρτούρο Μπονοφάτσι, ο οποίος ερευνά την υπόθεση, μετά τη δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε ο ανιψιός του συμβολαιογράφου Τζόρτζο.
     Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, στο γνωστό –με ειρωνεία και υποδόριο χιούμορ-στυλ του μεγάλου τεχνίτη της γραφής, στο οποίο η αστυνομική πλοκή, συναντά τον κόσμο της Τέχνης.