10 Νοε 2020

ΝΑΟΥΣΑ, Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ 19ο ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Εκδόσεις iWrite
Σελ. 190, Σεπτέμβριος 2020

      Ένα εξαιρετικό λεύκωμα, που θα πρέπει να αποτελέσει πολύτιμο απόκτημα για κάθε Ναουσαίο, κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες, από την Πολιτιστική Εταιρεία Νάουσας «Αναστάσιος Μιχαήλ ο Λόγιος».

     «Το παρόν λεύκωμα που αποτελεί ουσιαστικά μια συλλογή εργασιών που κατά καιρούς επεξεργάστηκε ο Πρόεδρος της Πολιτιστικής Εταιρείας, αρχιτέκτων-πολεοδόμος κ. Αλέξανδρος Οικονόμου, έχει στόχο να παρουσιάσει τις μεταβολές του πολεοδομικού ιστού της Νάουσας κατά τη διάρκεια της νεότερης ζωής της, καθώς και παλιότερα έργα ανώνυμης αρχιτεκτονικής που διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας και εξακολουθούν να τη χαρακτηρίζουν».

     Το βιβλίο περιλαμβάνει τρία κεφάλαια, το καθένα από τα οποία πραγματεύεται ένα διαφορετικό θέμα. Στο πρώτο γίνεται μια σύντομη αναφορά στην ιστορική διαδρομή της πόλης, από την ίδρυσή της, μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον επανεποικισμό της.

     Το δεύτερο, αναφέρεται στη διαδικασία του σχηματισμού του αρχικού πυρήνα του οικισμού, και πως γεγονότα όπως η εκ βάθρων καταστροφή το 1822, η βιομηχανική ανάπτυξη, η έλευση και η εγκατάσταση προσφύγων το 1928, εκτεταμένα έργα υποδομών (π.χ. δίκτυο ύδρευσης) και η «έκρηξη» στην κατασκευή κατοικιών με τους νόμους περί αντιπαροχής, διαμόρφωσαν τον σημερινό της πρόσωπο.

     Το τρίτο κι εκτενέστερο κεφάλαιο, κάνει αναφορά στην αρχιτεκτονική των κτιρίων που κατασκευάστηκαν μέχρι τον μεσοπόλεμο και σώζονται σήμερα. «Ανάμεσά τους κάποιες εκκλησίες που προϋπήρχαν της καταστροφής της πόλης, κατά την Επανάσταση του 1822 και μερικές κατοικίες «μακεδονικού» τύπου, σήμερα διάσπαρτες στον αστικό ιστό. Ακόμα, μερικά υπολείμματα από τις πρώτες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, που σημάδεψαν τόσο την οικονομική και κοινωνική της ζωή, όσο και την εικόνα πολλών μη βιομηχανικών της κτιρίων. Τα παραπάνω, μαζί με τα κτίρια των δημόσιων σχολείων και μερικών ιδιωτικών κατοικιών […] μαρτυρούν ότι υπήρξε εδώ ένα ενδιαφέρον, τουλάχιστον, αστικό παρελθόν. Και ταυτόχρονα, υπενθυμίζουν σήμερα στους νεότερους ότι πριν από την ισοπεδωτική αρχιτεκτονική της αντιπαροχής, με τις κατοικίες-κλουβιά να στριμώχνονται να χωρέσουν, στον ίδιο τόπο, όσο περισσότερες γίνεται, η εικόνα της πόλης ήταν πολύ διαφορετική, ίσως πιο κοντά στην ανθρώπινη κλίμακα, με διαφορετικές αξίες και προτεραιότητες στην καθημερινότητα».

     Στο κεφάλαιο αυτό μελετώνται αρχιτεκτονικά:

     Ιδιωτικές κατοικίες (π.χ. Μούγγρη, Βογιατζή, Μάκη, Ματθαίου) οι περισσότερες από τις οποίες χρησιμοποιούνται ακόμη, είτε με την αρχική τους χρήση, είτε με διαφορετικές. Εκτός από την αρχιτεκτονική μελέτη, ο συγγραφέας, αφηγείται την ιστορία τους, καθώς και ενδιαφέρονται γεγονότα και συμβάντα που συνδέονται με αυτά τα κτίσματα.

     Εκκλησίες, που καταστράφηκαν το 1822 και ανοικοδομήθηκαν μεταξύ του 1833 και 1843 (Παναγία, Άγιος Γεώργιος και Μετόχι Τιμίου Προδρόμου-μέσα Πρόδρομος).

     Σχολικά κτίρια, όπως το «Σεφέρτζειο» (4ο Δημοτικό), τα σχολεία του Αγίου Μηνά (1ο-2ο Δημοτικά), «Γαλάκεια» (3ο Δημοτικό) και «Λάππειο» Γυμνάσιο.

     Εργοστάσια, τα οποία δυστυχώς, δεν λειτουργούν πια. Κάποια από αυτά τα κτίρια έχουν σήμερα διαφορετική χρήση. Όπως έχουν κι ένα λαμπρό παρελθόν. «Το έτος 1874-75 αποτελεί μια αποφασιστική χρονιά για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της οικονομίας της πόλης: για πρώτη φορά χρησιμοποιούνται τα νερά της Αράπιτσας, του ποταμού που διασχίζει την πόλη, ως κινητήρια δύναμη για μια «μείζονα» βιομηχανία επεξεργασίας βαμβακιού και αργότερα μαλλιού […] Πρέπει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που μια βιομηχανία-με τη σύγχρονη έννοια του όρου-δημιουργήθηκε στη Μακεδονία».

     Τέλος γίνεται αναφορά στους «πύργους» της Νάουσας. «Αναφέρθηκε παραπάνω ότι την οικιστική εικόνα της Νάουσας συμπληρώνουν ορισμένα αρχιτεκτονήματα τα οποία αποτελούν σημεία αναφοράς, πραγματικά τοπόσημα. Πρόκειται για στιβαρές κατασκευές, στις οποίες υπερισχύει το στοιχείο του ύψους σε σχέση με το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο έδαφος…». Αυτά είναι τα καμπαναριά του Αγίου Γεωργίου και της Μεταμόρφωσης, ο πύργος του Ρολογιού και οι τέσσερις καμινάδες των εργοστασίων.

     Το λεύκωμα συμπληρώνουν τα διαφωτιστικά αρχιτεκτονικά σχέδια του Αλ. Οικονόμου και οι πολλές κι εξαιρετικές φωτογραφίες του Γιάννη Κουκούλου. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου υπάρχει περίληψη μεταφρασμένη στα αγγλικά από την Λένα Παλαντζίδου και τον Αναστάση Στοϊδη. Το εξώφυλλο είναι του Δημήτρη Πάζου, ενώ ο φιλόλογος Πέτρος Στοϊδης έκανε την επιμέλεια των κειμένων.

     Όπως γράφω και στην εισαγωγή αυτής της παρουσίασης, το λεύκωμα είναι αληθινό κόσμημα. Ένα εξαιρετικό βιβλίο που πρέπει να αποκτήσει κάθε Ναουσαίος-και φίλος της Νάουσας. Σ’ αυτό βοηθά και η προσιτή τιμή του (20 ευρώ), που είναι τιμή πολύ χαμηλή σε σχέση με την αξία του.     

5 Νοε 2020

ΠΡΩΣΙΚΟ ΜΠΛΕ

PHILIP KERR
Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΑΓΚΟΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 667, Σεπτέμβριος 2020

 

     Το προτελευταίο βιβλίο που εκδόθηκε όσο ο Φ. Κερ ήταν στη ζωή είναι το «Πρωσικό Μπλε». Είναι ένα «χορταστικό» μυθιστόρημα, που περιλαμβάνει δύο περιπέτειες του Μ. Γκούντερ, του γνωστού από τα προηγούμενα βιβλία του, αντιναζιστή πρώην επιθεωρητή της αστυνομίας του Βερολίνου.

     Η πρώτη εξελίσσεται τον Οκτώβριο του 1956. Το ξενοδοχείο Γκραντ Οτέλ Καπ Φερά, στο οποίο ο Γκούντερ εργάζεται ως κονσιέρζ (δηλ. ο άνθρωπος που είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να δίνει αξιόπιστες και ακριβείς πληροφορίες στους ενοίκους, για αξιοθέατα, εστιατόρια, καφέ, καταστήματα κλπ) στη γαλλική Ριβιέρα έχει μόλις κλείσει λόγω λήξης της σεζόν. Ενώ αναρωτιέται πως θα περάσει τον χειμώνα, δέχεται την «επίσκεψη» ενός κλιμακίου της Στάζι. Επικεφαλής είναι ο ίδιος ο υποδιευθυντής και ουσιαστικά ο ισχυρός της άντρας, Έριχ Μίλκε. Ο οποίος λόγω της θέσης του, «ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στη ΛΔΓ». Ο Μίλκε ζητά από τον Γκούντερ να ταξιδέψει στην Αγγλία με πλαστό φυσικά διαβατήριο, για να δηλητηριάσει με θάλλιο την Ανν Φρεντς, μια πράκτορα με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν. Δεν του αφήνει κανένα περιθώριο να αρνηθεί. «Το γεγονός ότι θα συμφωνήσεις να σκοτώσεις την Ανν Φρεντς, είναι προϋπόθεση για να μείνεις ζωντανός ο ίδιος». Εκτός αυτού, υπόσχεται ότι θα τον βοηθήσει να επιστρέψει στη Γερμανία, με νέα ταυτότητα. Όσοι έχουν διαβάσει και άλλα βιβλία της σειράς του Κερ με κεντρικό χαρακτήρα τον βερολινέζο αστυνομικό, γνωρίζουν ότι μετά την ήττα της Γερμανίας στον Β! παγκόσμιο πόλεμο και την κατάρρευση του ναζιστικού καθεστώτος, ένας αξιωματούχος υπέκλεψε την ταυτότητα του Γκούντερ για να αποφύγει τις διώξεις. Έτσι αυτός αναγκάστηκε να διαφύγει από τη Γερμανία, αφού ήταν δύσκολο να αποδείξει την πλαστοπροσωπία και κινδύνευε να καταδικαστεί ως ναζί. Ο Γκούντερ, δέχεται την πρόταση του Μίλκε. «Δέχομαι να κάνω αυτό που ζητάς στρατηγέ. Είμαι άφραγκος. Δεν έχω φίλους. Μένω μόνος μου σ’ ένα διαμέρισμα που δεν είναι μεγαλύτερο από παγίδα για αστακούς και η δουλειά μου πρόκειται να σταματήσει για τον χειμώνα. Μου λείπει η Γερμανία. Αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσω για να πάρω τη ζωή μου πίσω είναι να σκοτώσω την Ανν Φρεντς, τότε είμαι κάτι παραπάνω από πρόθυμος να το κάνω».

     Η αποδοχή της πρότασης ήταν προσχηματική κι έγινε για να κερδίσει ο Γκούντερ χρόνο. Η σκέψη του ήταν διαφορετική «…να ακολουθήσω το σχέδιο του Μίλκε όσο χρειαζόταν για να πάρω στα χέρια μου το διαβατήριο και τα χρήματα και μετά να ψάξω μια ευκαιρία για να το σκάσω…». Πράγματι στο ταξίδι με το τραίνο προς το Καλαί, το σκάει. Από τη Στάζι και τον πρώην συνεργάτη του Φρίντριχ Κορς, που μετά τον πόλεμο είχε μεταπηδήσει στην υπηρεσία ασφαλείας της Ανατολικής Γερμανίας και βρισκόταν στο τραίνο για να τον επιτηρεί και να εξασφαλίσει ότι θα έκανε σωστά τη «δουλειά» του. Κι ενώ ο πρώην επιθεωρητής προσπαθεί να διαφύγει προς τα γερμανικά σύνορα, αναθυμάται την τελευταία φορά που συνεργάστηκε με τον Κορς.

     Ήταν τον Απρίλιο του 1939. Στις Βαυαρικές Άλπεις, στην νεόδμητη εξοχική κατοικία του Χίτλερ στο Ομπερσάλτσμπεργκ, δολοφονείται ένας πολιτικός μηχανικός, από τους πολλούς που έχουν κληθεί να επιβλέπουν το φαραωνικό και πολυδάπανο έργο που γίνεται στα εδάφη του Ηγέτη. «Σήμερα το πρωί στις οχτώ έγινε στο Μπέργκχοφ μια συνάντηση με συνοδεία γεύματος […] Οι παρόντες σε εκείνη τη συνάντηση ήταν κατά κύριο λόγο αρχιτέκτονες, μηχανικοί και δημόσιοι υπάλληλοι και σκοπός της συνάντησης ήταν να σκεφτούν ποιες άλλες βελτιώσεις μπορούσαν να γίνουν για την άνεση, την απόλαυση και την ασφάλεια του Ηγέτη. Υποθέτω πως θα πρέπει να ήταν παρόντες δέκα με δεκαπέντε άνθρωποι. Μετά το πρωινό γεύμα, γύρω στις εννέα η ώρα, οι παρευρισκόμενοι βγήκαν στη βεράντα, που έχει θέα σε όλη την περιοχή. Στις εννέα και τέταρτο προ μεσημβρίας, ένας από αυτούς-ο δόκτωρ Καρλ Φλεξ- κατέρρευσε στη βεράντα επειδή αιμορραγούσε έντονα από ένα τραύμα στο κεφάλι. Τον είχαν πυροβολήσει, πιθανότατα με τουφέκι, και πέθανε επιτόπου. Κανείς άλλος δεν τραυματίστηκε και περιέργως, κανείς δεν έδειξε να άκουσε το παραμικρό». Λόγω της ευαίσθητης περιοχής στην οποία έγινε το έγκλημα, ο δολοφόνος πρέπει να βρεθεί και να τιμωρηθεί πριν επισκεφθεί την περιοχή ο Χίτλερ για να γιορτάσει τα πεντηκοστά του γενέθλια. Όλα πρέπει να γίνουν με τη μέγιστη διακριτικότητα, για να μη γίνει γνωστό ότι υπάρχει κενό ασφαλείας στο εξοχικό. Οι υψηλόβαθμοι ναζί, συμφωνούν ότι ο ιδανικός άνθρωπος που μπορεί να δώσει λύση, είναι ο Μπέρνι Γκούντερ. Έτσι ο επιθεωρητής αναλαμβάνει μια υπόθεση που δεν θέλει με τίποτα και που τα έχει όλα: «παραδοξότητες, αποξένωση, υπαρξιακό άγχος και μπόλικους πιθανούς και απίθανους υπόπτους». Παίρνει σαν βοηθό του τον Φρίντριχ Κορς και αναχωρούν για τη Βαυαρία. Έχουν μόλις μια εβδομάδα να βρουν τον δολοφόνο κι ο μεγαλύτερος φόβος του, είναι το τι θα ανακαλύψει για την ελίτ των ναζί που φιλοξενείται στην περιοχή. Καθώς και πόσα από αυτά πρέπει να αποκαλύψει και σε ποιόν.

     Ένα ακόμη απολαυστικό μυθιστόρημα με κεντρικό χαρακτήρα τον Μπέρνι Γκούντερ, που είναι πιο σαρκαστικός και πιο κυνικός από κάθε άλλη φορά, γραμμένο με τον υπέροχο και μοναδικό τρόπο του πρόωρα χαμένου, βρετανού συγγραφέα.       

31 Οκτ 2020

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΥΝΗΓΙ

JEAN CHRISTOPHE GRANZE
Μετάφραση ΤΙΝΑ ΠΛΥΤΑ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 390, Σεπτέμβριος 2020

 

     Πριν δύο περίπου μήνες, κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα του Ζ. Κ. Γκρανζέ με τίτλο «Το Τελευταίο Κυνήγι».

     Ο αστυνόμος της Δίωξης Εγκλήματος του Παρισιού Πιέρ Νιεμάν, μετά από την επίθεση του δέχτηκε προσπαθώντας να εξιχνιάσει μια υπόθεση, είναι βαρύτατα τραυματισμένος. Έχει πέσει σε κώμα και είναι στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου. Προς μεγάλη έκπληξη όλων συνέρχεται, καταφέρνει να ξεπεράσει τα σωματικά τραύματα και να βγει από το νοσοκομείο. «Σωματικά είχε συνέλθει εντελώς. Ψυχολογικά, όμως, ήταν άλλο θέμα. Ζούσε μ’ ένα μουλιασμένο παλτό στην πλάτη, μ’ εκείνο το βάρος που συνήθως λένε «κατάθλιψη».  Όπως είναι φυσικό, θεωρείται ακατάλληλος για να επιστρέψει στην ενεργό δράση και του προτείνεται μια θέση καθηγητή στη Σχολή της Αστυνομίας. Αυτός την αποδέχεται, ελπίζοντας ότι θα μεταδώσει κάτι από την πείρα που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια, στους σπουδαστές. «Πέρασαν άλλα δύο χρόνια έτσι ανάμεσα στη δυσφορία και την παραίτηση, στην ταπείνωση και την αδιαφορία, ώσπου τον θυμήθηκαν οι παλιοί του συνάδελφοι». Επειδή η εγκληματικότητα διαρκώς αυξανόταν και το έγκλημα άλλαζε, γινόταν όλο και πιο παράξενο και ιδιαίτερο σε όλη τη χώρα, λήφθηκε μια απόφαση. Να δημιουργηθεί μια υπηρεσία, που θα μπορεί να στέλνει αστυνομικούς από το Παρίσι, για να βοηθούν τα κατά τόπους τμήματα χωροφυλακής στην εξιχνίαση δύσκολων υποθέσεων. Το πρόγραμμα θα λειτουργήσει αρχικά πιλοτικά κι ένας από αυτούς που θα συμμετείχαν στην υλοποίησή του, είναι ο Νιεμάν. «Η ιδέα να στείλει κάποιος αστυνομικούς για να βοηθήσουν τους χωροφύλακες ήταν προσβολή στην κοινή λογική. Κανείς δεν πίστευε πως θα λειτουργούσε […] Για ένα σχέδιο θνησιγενές ποιος θα ήταν καλύτερος υποψήφιος από ένα φάντασμα; Το πρόβλημα ήταν πως ο Νιεμάν είχε πάρει την πλάκα στα σοβαρά. Μάλιστα είχε ζητήσει και βοηθό». Η βοηθός του, είναι μια παλιά του μαθήτρια από τη Σχολή της Αστυνομίας, η Ιβανά Μπογκντανοβίτς.

     Η πρώτη υπόθεση που τους ανατίθεται, είναι στο Σβάρτσβαλντ της Γερμανίας, στον Μέλανα Δρυμό! «Ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου τους είχε εξηγήσει ότι το έγκλημα που θα τους απασχολούσε είχε γίνει στο δάσος του Τρουσέμ, στην Αλσατία, αλλά ότι το θύμα, οι ύποπτοι, οι μάρτυρες και ότι άλλο ήθελαν ήταν Γερμανοί». Το γαλλικό δίδυμο, θα πρέπει να συνεργαστεί με την Υπηρεσία Δίωξης του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης για να εξιχνιάσουν την υπόθεση.

     Κάθε χρόνο, ο όμιλος VG που ανήκει στην οικογένεια Γκάιερσμπεργκ, διοργανώνει μια γιορτή για την αριστοκρατία της περιοχής και τους κυριότερους συνεργάτες. «Οι Γκάιερσμπεργκ είναι η εικοστή πλουσιότερη οικογένεια στη Γερμανία, με περιουσία που εκτιμάται σε δέκα δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για αριστοκρατική οικογένεια της περιοχής της Βάδης-Βυρτεμβέργης, που έχουν στηρίξει την αυτοκρατορία τους στη μηχανολογία και στην ηλεκτρονική της αυτοκινητοβιομηχανίας». Το φινάλε της γιορτής, είναι ένα έφιππο κυνήγι. Επειδή όμως το συγκεκριμένο είδος κυνηγιού απαγορεύεται στη Γερμανία, οι καλεσμένοι περνούν στις εκτάσεις της οικογένειας στη γειτονική γαλλική-και μέχρι τον Β! παγκόσμιο πόλεμο διαφιλονικούμενη- Αλσατία. Στη διάρκεια του κυνηγιού, ανευρίσκεται το αποκεφαλισμένο και κατακρεουργημένο πτώμα του 34χρονου κόμη Γιούργκεν φον Γκάιερσμπεργκ, ο οποίος με την αδελφή του, διεύθυναν τον όμιλο VG με μεγάλη επιτυχία. Προς μεγάλη έκπληξη και απορία των αστυνομικών που ερεύνησαν τον χώρο του εγκλήματος, δεν βρίσκεται κανένα αξιοποιήσιμο ίχνος. «Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν στον τόπο του εγκλήματος δεν έδωσαν τίποτε! Το παραμικρό αποτύπωμα, κανένα δείγμα ανθρώπινης προέλευσης […] Ο δολοφόνος φρόντισε να σκουπίσει το έδαφος σε ακτίνα δύο ή τριών μέτρων. Πέρα από αυτό είναι σαν να εξαϋλώθηκε». 

     Το κύρος και η επιρροή της οικογένειας, απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, κάτι που δεν συγκαταλέγεται στα δυνατά σημεία του Νιεμάν. Κι όταν θα αρχίσει να ερευνά τα ελάχιστα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, θα εμπλακεί σε μια υπόθεση όπου οι παλιοί θρύλοι του Μέλανος Δρυμού, οι σκοτεινές σχέσεις της οικογένειας με το ναζιστικό καθεστώς, οι… παράξενες παραδόσεις και τα μυστικά, θα γίνουν ένα κουβάρι αξεδιάλυτο, που θα θέτουν σε διαρκή αμφισβήτηση την αστυνομική διαίσθηση του Νιεμάν και την ερευνητική και οργανωτική ικανότητα της Μπογκντανοβίτς. Μέχρι τη στιγμή που η λύση θα δοθεί με μια έκρηξη βίας.

     Το μυθιστόρημα «Το Τελευταίο Κυνήγι» είναι ένα συναρπαστικό θρίλερ. Τα σκοτεινά και βροχερά τοπία του Μέλανος Δρυμού, υποβάλλουν τον αναγνώστη. Η ιστορία και οι χαρακτήρες είναι καλοφτιαγμένοι, έχει σασπένς, κινηματογραφική δράση κι ανατροπές, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι τέλους. 

 

25 Οκτ 2020

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

 DEAN KOONTZ

Μετάφραση ΜΑΡΙ ΡΟΖΑ ΤΡΑΪΚΟΓΛΟΥ

Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Σελ. 391, Ιούλιος 2020

 

     Ο αμερικανός συγγραφέας, Ν. Κουντζ του οποίου τα βιβλία έχουν μεταφραστεί σε 38 γλώσσες κι έχουν κυκλοφορήσει παγκοσμίως σε περισσότερα από 500 εκατομ. αντίτυπα (!!!), στην αρχή της καριέρας του, όταν ακόμη αναζητούσε το συγγραφικό του ύφος, υπέγραφε τα έργα του με διάφορα ψευδώνυμα. Ένα από τα έργα αυτά, είναι και αυτό που σας παρουσιάζω σήμερα κι έχει τίτλο «Τα Μάτια Του Σκότους». (Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1981. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1992 με τίτλο «Φωνή Απ’ Το Σκοτάδι»). Πρόσφατα, αποφάσισε να επανεκδώσει κάποια από τα βιβλία που έγραψε με ψευδώνυμο, υπογράφοντάς τα με το πραγματικό του όνομα, κάνοντας όπου το κρίνει απαραίτητο και κάποιες αλλαγές.

     Με το ξέσπασμα της πανδημίας του covid-19, κάποιοι ευφάνταστοι, το θεώρησαν… προφητικό. Η αλήθεια είναι ότι σε κάποιο σημείο, ο συγγραφέας ονομάζει κάποιον ιό «Ουχάν-400» και τον φέρει να έχει δημιουργηθεί σε κινεζικό εργαστήριο της συγκεκριμένης πόλης που στην Ελλάδα είναι γνωστή ως Γιουχάν. Όμως πέρα από αυτή τη σύμπτωση, όλα τα άλλα στοιχεία που δίνονται για τον ιό είναι εντελώς διαφορετικά. Εξάλλου σύμφωνα με το Reuters, στην αρχική έκδοση του βιβλίου (1981), ο ιός ονομαζόταν «Gorki-400» και ήταν σοβιετικής κατασκευής. Με την αλλαγή όμως της πολιτικής των ΗΠΑ έναντι της ΕΣΣΔ και την «λήξη» του Ψυχρού πολέμου, η ΕΣΣΔ έπαψε να είναι εχθρός και το 1989, σε επανέκδοση του βιβλίου, έγινε η μετονομασία του ιού για να συμβαδίζει με τα νέα δεδομένα!

     Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία της Τίνα (Κριστίνα) Έβανς, μιας 35χρονης γυναίκας, που ασχολείται με το χώρο του θεάματος στο Λας Βέγκας. Ξεκίνησε σαν χορεύτρια, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι τα χρόνια που θα μπορούσε να χορεύει είναι λίγα. Γι’ αυτό αποφάσισε να στραφεί στην χορογραφία και σκηνοθεσία. «Αργά, αλλά σταθερά, έχτιζε ένα αξιοσέβαστο όνομα στον κλειστό κόσμο του θεάματος και στο Λας Βέγκας και πίστευε πως βρισκόταν λίγο πριν από μια μεγάλη επιτυχία».

     Η ευκαιρία που περίμενε, είχε τη μορφή μιας πρότασης για τη σκηνοθεσία και τη συμπαραγωγή μιας παράστασης προϋπολογισμού 10 εκατομ. δολαρίων, «που θα ανέβαινε στην κεντρική αίθουσα των δύο χιλιάδων θεατών του Golden Pyramid, ένα από τα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ξενοδοχεία». Η πρόταση, ήρθε λίγο μετά από μια ανείπωτη τραγωδία. Ο 10χρονος Ντάνι, ο γιος της Τίνα, σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ήταν μέλος μιας ομάδας προσκόπων, που είχαν επιλεγεί να συμμετέχουν σε μια εκδρομή χειμερινής διαβίωσης μιας εβδομάδας στα χιονισμένα βουνά. Ο αρχηγός ήταν έμπειρος, αφού έκανε την ίδια εκδρομή εδώ και 15 χρόνια. Όμως, σύμφωνα με το πόρισμα των αρχών, το μικρό λεωφορείο παρέκκλινε από την πορεία του κι έπεσε σε γκρεμό, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι οι επιβαίνοντες. Το σώμα του Ντάνι μάλιστα, είχε παραμορφωθεί τόσο φρικτά, που τον έθαψαν σε σφραγισμένο φέρετρο. Η Τίνα «Μετά το αρχικό σοκ, έπειτα από την κηδεία, είχε αρχίσει να διαχειρίζεται το ψυχολογικό τραύμα. Σταδιακά, μέρα με τη μέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα, άφηνε πίσω της τον Ντάνι, με οδύνη, με ενοχή, με δάκρυα και με αφάνταστη πικρία, ταυτόχρονα όμως με σταθερότητα και αποφασιστικότητα. Είχε κάνει κάμποσα ανοδικά βήματα στην καριέρα της αυτόν τον τελευταίο χρόνο και βασιζόταν στη σκληρή δουλειά σαν να ήταν ένα είδος μορφίνης που χρησιμοποιούσε για να απαλύνει τον πόνο της, ώσπου επιτέλους να κλείσει η πληγή». Ο θάνατος του Ντάνι οδήγησε και στην οριστική διάλυση του ήδη παραπαίοντος γάμου της. «Είχε χάσει γιο και σύζυγο μέσα στον ίδιο χρόνο. Το παιδί το είχε διεκδικήσει ο θάνατος, τον άντρα ο άνεμος της αλλαγής. Στα δώδεκα χρόνια της έγγαμης ζωής τους, η Τίνα είχε γίνει ένας άνθρωπος διαφορετικός και πιο περίπλοκος απ’ όσο ήταν τη μέρα του γάμου τους, αλλά ο Μάικλ δεν είχε αλλάξει καθόλου-και δεν του άρεσε αυτή η καινούρια γυναίκα που είχε στο πλάι του».  Από τότε η Τίνα ζούσε μόνη σε ένα σπίτι γεμάτο με αναμνήσεις οικογενειακών στιγμών.

     Τη νύχτα πριν από την πρεμιέρα, γύρισε στο σπίτι της για να κοιμηθεί για λίγες ώρες. Μέσα στον ύπνο της άκουσε κάποιο θόρυβο και σηκώθηκε να ελέγξει το σπίτι. Όλα φαίνονται να είναι εντάξει. Τελευταίο άφησε το δωμάτιο του Ντάνι, που είχε παραμείνει όπως το ήταν την ημέρα που έφυγε. Με μια πρώτη ματιά, κι εκεί τα πάντα φαίνονται να είναι στη θέση τους. Όλα, εκτός από έναν μικρό μαυροπίνακα που είχε μετακινηθεί. Και στον οποίο είναι γραμμένες δύο λέξεις… ΟΧΙ ΝΕΚΡΟΣ. «Αντιλήφθηκε το πιθανό νόημα των λέξεων καθυστερημένα, την ώρα που πίεζε τις άκρες των δακτύλων της πάνω στα γράμματα στον μαυροπίνακα. Σαν να ήταν σφουγγάρι που ρουφούσε νερό, ένιωσε μια παγωνιά να τη διαπερνά από την επιφάνεια της πλάκας, Όχι νεκρός. Ήταν μια διάψευση του θανάτου του Ντάνι. Μια οργισμένη άρνηση να αποδεχτεί τη φρικτή αλήθεια. Μια πρόκληση απέναντι στην πραγματικότητα».  Η πρώτη σκέψη της είναι ότι μέσα στον πόνο της μια από τις μέρες που δεν μπορούσε να διαχειριστεί την απώλεια, το έγραψε η ίδια, χωρίς να το θυμάται. Μια άλλη σκέψη της είναι ότι κάποιος-ίσως ό πρώην άντρας της, της έκανε μια μακάβρια φάρσα. Σύντομα απέκλεισε και τις δύο αυτές πιθανότητες. Τότε τι συμβαίνει; «Κι αν τα πράγματα δεν είναι όπως νομίζει; Αν το παιδί της δεν σκοτώθηκε πραγματικά μαζί με τους άλλους προσκόπους σ’ εκείνο το φρικτό δυστύχημα;». Η Τίνα ξεκινά να αναζητά την αλήθεια, ενώ ανεξήγητα φαινόμενα αρχίζουν να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα κι ένταση!

     Ο Κουντζ, για μια ακόμη φορά, αποδεικνύει τη συγγραφική του δεινότητα, με όποιο είδος κι αν καταπιαστεί. Το μυθιστόρημα «Τα Μάτια Του Σκότους», είναι ένα θρίλερ με μια «νότα παραφυσικών φαινομένων», που έχει ένταση, αγωνία, σασπένς, σκηνές δράσης κινηματογραφικής ταχύτητας και δύναμης, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, συνδυασμένα με την εξαιρετική γραφή του αμερικανού συγγραφέα, που κράτα τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση, μέχρι την τελευταία σελίδα!       

    

20 Οκτ 2020

Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ

 ΑΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

Σελ. 371, Μάιος 2020

 

     Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Α. Μαραγκόπουλου με τον παράξενο τίτλο «φλλσστ» (που είναι η προσπάθεια να αποδοθεί με γράμματα ο καταπραϋντικός φλοίσβος της ήρεμης θάλασσας).

     Αφηγείται την ιστορία μιας παρέας τριών ηλικιωμένων φίλων που έχουν όλοι το ίδιο όνομα Θωμάς, οι οποίοι συναντιούνται μερικές φορές την εβδομάδα σε παραλία της Βάρκιζας και κολυμπάνε χειμώνα και καλοκαίρι. Για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους, έχουν επινοήσει προσωνύμια. Ο πρώην εργολάβος οικοδομών είναι ο «παλατάκης», ο Μανιάτης ιδιοκτήτης καντινών με «βρώμικα» είναι ο «ντέρτης» και ο πρώην ναυπηγοεπισκευαστής, συνδικαλιστής κι επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ, ο «Βόλγκας». Εκτός από την κολύμβηση επιδίδονται και στην κατανάλωση ρακής με τους ανάλογους μεζέδες, χρησιμοποιώντας για τραπέζι το κουφάρι μιας βάρκας που ξέμεινε στην ακτή και ανταλλάσοντας μεταξύ τους αστεία, ανέκδοτα, πειράγματα και ιστορίες από τη ζωή τους. «Τρεις, τέσσερις φορές την εβδομάδα, οι άνθρωποι αυτοί δοκίμαζαν το σώμα τους στο νερό κι ύστερα μαζεύονταν γύρω απ’ τη βάρκα-τάβλα πίνοντας και σχολιάζοντας τη ζωή σαν να βρίσκονταν σε οποιοδήποτε ταβερνείο». Έχοντας οικονομική άνεση με όσα συσσώρευσαν-με νόμιμους ή και λιγότερο νόμιμους τρόπους-στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, δεν τους απασχολούν και δεν τους αγγίζουν τα όσα συμβαίνουν στη χώρα από το 2010 και μετά, με το ξέσπασμα της κρίσης. Μόνο ένα άλλο μέλος της παρέας που προστέθηκε αργότερα, ο (επίσης συνταξιούχος) δάσκαλος Φώντας (Ξενοφών), τους τα αναφέρει όποτε του δίνεται η ευκαιρία. Γι’ αυτό και οι υπόλοιποι δεν τον καλοβλέπουν, αφού τους χαλάει την ηρεμία!

     Την μονοτονία και την καθημερινότητά τους, έρχεται να ταράξει και να ανατρέψει τον Δεκέμβριο του 2012, ένα μικρό ιστιοφόρο, το EZNL, που για να αποφύγει μια ξαφνική κακοκαιρία, καταφεύγει στον μικρό απάνεμο κόλπο όπου κάνει το μπάνιο της, η παρέα των ηλικιωμένων. Επιβάτες ένας λοστρόμος που έχει εγκαταλείψει τα ποντοπόρα πλοία, ο Νώντας και η μεξικάνα γυναίκα του Ινέθ, που πολέμησε σαν νοσοκόμα με τους Ζαπατίστας, εξ ου και το όνομα του ιστιοφόρου ENZL (Ejercito Zapatista de Liberation Nacional)!

     Οι τρεις Θωμάδες και ο Φώντας, συνδέονται φιλικά με το ζευγάρι κυρίως χάρη στον εξωστρεφή χαρακτήρα της Ινέθ. Μια γνωριμία που θα επηρεάσει την πορεία της ζωής τους όσο τίποτα μέχρι σήμερα. Που θα τους «αναγκάσει» όταν χρειαστεί, να αναθεωρήσουν συμπεριφορές, νοοτροπίες και ιδεολογίες , να κάνουν τρομακτικές υπερβάσεις, να αποκαλύψουν μυστικά, να συμμετέχουν σε ενέργειες και να κάνουν πράξεις που μέχρι τότε δεν είχε καν  περάσει από το μυαλό τους ότι θα μπορούσαν να κάνουν. Τόσο σε ηθικό, όσο και σε σωματικό επίπεδο. «Για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την έκταση των ψυχικών συγκρούσεων που συνεπαγόταν στην ψυχοσύνθεσή τους αυτή η απόφαση θα πρέπει να σκεφτεί ότι όλοι τους ανήγαν την καταγωγή τους στον «ιστορικό πυρήνα» δύο τριών νεοελληνικών γενεών που, υπό τον εκβιασμό ενός μετεμφυλιακού, βαθιά εθνικιστικού κράτους και μιας ανεξέλεγκτης σκοταδιστικής εκκλησίας, εκπαιδεύτηκαν και εκπαίδευσαν τα παιδιά τους όχι απλώς στην τυφλή υπακοή στους θεσμούς, αλλά κυρίως στην υπέρτατη αρετή του τυφλού επί πτωμάτων συμφέροντος (κόποις κτώνται) και της άτεγκτης αδιαφορίας για τους πάντες και τα πάντα. Εδώ κάνουμε λόγο για έναν φονταμενταλιστικό κανόνα ζωής που επιβλήθηκε, αναπτύχθηκε και κληροδοτήθηκε από γενιά σε γενιά μετά τον πόλεμο […] Όμως μόνο για μια φορά, αυτή εδώ τη φορά, ας μην κάνουμε κι εμείς τις κωλοτούμπες που συνηθίζει όλος ο κόσμος. Όλοι πολεμήσαμε σ’ αυτή τη γαμοζωή να κρατήσουμε όρθιο το κεφάλι μας. Ο καθένας με τον τρόπο του. Δεν τα πουλήσαμε όλα. Και τούτη τη φορά δεν θα το μετανιώσουμε. Το λέω για να τ’ ακούσω κι εγώ: ας κάνουμε αυτό, που κανείς δεν περιμένει από τέσσερις κωλόγερους σ’ αυτή την ξοφλημένη χώρα!».

     Το «Φλλσστ», είναι ένα εξαιρετικό, ιδιαίτερο μυθιστόρημα, που κινείται σε πολλά επίπεδα, με ξεχωριστό τρόπο γραφής, που θα συναρπάσει τον αναγνώστη, θα συνεχίσει να το φέρνει στο μυαλό του για καιρό μετά την ανάγνωσή του και είναι απόκτημα για κάθε βιβλιοθήκη.    

      

15 Οκτ 2020

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ

     

     Ο Στέφανος Δάνδολος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Το 2008 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Young Writers’ World Festival που πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ. Το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον Παύλο Μάτεσι ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας της γενιάς του, και το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Μπότση για το σύνολο του πεζογραφικού του έργου, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας "Βραδυνή". Έργα του: «Ο Περίγελος Των Αγίων» (1999, Πατάκης), «Αγάπη Σε Δύο Σταγόνες Νερό» (1999, Πατάκης), «Υπνοβάτες Του Σεπτέμβρη» (2001, Πατάκης), «Και Φορέσαν Χειροπέδες Στα Πουλιά» (2001, Πατάκης), «Νάρκισσοι Και Κανίβαλοι» (2002, Καστανιώτης), «Νέρων» (2004, Καστανιώτης), «Το Αγόρι Στην Αποβάθρα» (2007, Καστανιώτης), «Ο Τελευταίος Κύκνος» (2009, Καστανιώτης), «Η Χορεύτρια Του Διαβόλου» (2013, Ψυχογιός), «Όταν Θα Δεις Τη Θάλασσα» (2016, Ψυχογιός), «Ιστορία Χωρίς Όνομα» (2017, Ψυχογιός), (https://bibliodiktis.blogspot.com/2018/05/blog-post_6.html) «Φλόγα Και Άνεμος» (2020, Ψυχογιός). Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Υπόγειες Ιστορίες» (2008,Athens Voice), «Η Εντεκάδα» (2010, Μπαρτζουλιάνος), «Έρως 13» (2011, Ψυχογιός), «Τέλος Καλό, Όλα Καλά» (2012, Καστανιώτης), «7 Αναζητήσεις» (2020. Κάπα Εκδοτική).

     Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας «Φλόγα και Άνεμος»;

     Η έμπνευση είναι κάπως στιγμιαίο φαινόμενο και δεν βασίζω πολλά σε αυτήν, οπότε αμφιβάλλω αν υπήρξε κάποια μεμονωμένη πηγή έμπνευσης. Ήθελα απλώς να γράψω για την Κυβέλη Αδριανού. Με γοήτευε η ιστορία της και η εποχή της, όπως και η πρωτοπορία που έφερε πάνω στη σκηνή του θεάτρου.

     Απαιτήθηκε έρευνα και πόσο διήρκησε αυτή;

     Ναι, απαιτήθηκε πλούσια έρευνα. Αν δεν κάνω λάθος, διήρκησε σχεδόν ενάμιση χρόνο.

     Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει σε ερωτικές ιστορίες επιφανών ανθρώπων του παρελθόντος και σας κάνει να τις μεταπλάθετε λογοτεχνικά;

     Σαν άνθρωπο, η θνητότητα που αποκτούν αυτά τα πρόσωπα καθώς αφαιρείται ο μανδύας του μύθου τους. Σαν συγγραφέα, η αυξημένη δυσκολία που βάζω στον εαυτό μου τηρώντας τους όρους του μυθιστορήματος μέσα στο περιορισμένο εύρος ενός ιστορικού πλαισίου.

     Υπήρξαν αρνητικές αντιδράσεις από τις οικογένειες των       ηρώων των βιβλίων σας «Φλόγα και Άνεμος» και «Ιστορία Χωρίς Όνομα» που επίσης αναφέρεται σε έναν θυελλώδη έρωτα;

     Όχι, καμία, εξ’ όσο γνωρίζω.

     Η λογοτεχνία μπορεί να είναι μια κοινωνική πράξη;

     Μόνο κοινωνική πράξη. Σημαδεύει συνειδήσεις, ανατέμνει σε βάθος την ανθρώπινη ύπαρξη και ενίοτε ψυχαγωγεί. Μπορεί ίσως να μην έχει τη δύναμη που είχε σε άλλες εποχές, επειδή οι ρυθμοί της ζωής μας έχουν αλλάξει, αλλά παραμένει η μοναδική μορφή Τέχνης που μπορεί να πει τα περισσότερα για τον Άνθρωπο και τον κόσμο όπου ζούμε.

     Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;

     Πολύ μικρός, από την εποχή του σχολείου.

     Ποια ήταν τα συναισθήματα που νοιώσατε, όταν πήρατε τυπωμένο το πρώτο σας έργο;

     Απέραντη συγκίνηση. Ήταν ένα μεγαλειώδες συναίσθημα που συμβαίνει μόνο μια φορά. Σαν το πρώτο φιλί στον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής σου.

      Τι συμβαίνει στους ήρωες των βιβλίων σας, όταν τελειώνει η συγγραφή;

     Το μόνο που ξέρω είναι ότι σιωπούν στο κεφάλι μου.

     Έχετε βιώσει συναισθήματα παρόμοια με αυτά των ηρώων σας;

     Φυσικά. Ούτως ή άλλως γράφω για πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι         έχουν βιώσει.

     Σας μοιάζει κάποιος από τους ήρωες σας;

       Υποθέτω ότι κάποιοι μού μοιάζουν. Είναι μοιραίο να βάζεις κομμάτια του                εαυτού      σου σε χαρακτήρες που αναλύεις στο χαρτί.

     Ποιος είναι ο πρώτος αναγνώστης των κειμένων σας;

     Η γυναίκα μου.

     Ποιος είναι ο ιδανικός αναγνώστης για σας;

     Εκείνος που αφήνει την ευαισθησία του να τον ταξιδέψει.

     Γράφοντας, έχετε ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό σας;

     Ναι, ειδικά τα παλαιότερα χρόνια.

     Υπήρξε κάτι στη διάρκεια της συγγραφής που σας ανέτρεψε κάποια πεποίθηση;

     Ασφαλώς. Διότι σε ένα βαθύτερο επίπεδο γράφεις επειδή θέλεις να αναμετρηθείς με την αμφιβολία. Θέλεις να δεις τα πράγματα από άλλες γωνίες. Πάντα πίστευα ότι όσο πιο εύκαμπτες είναι οι πεποιθήσεις του συγγραφέα, τόσο πιο ζωντανό είναι το έργο του. Πρέπει να είσαι ανοιχτός, πρέπει να είσαι πρόθυμος να ξαναγεννηθείς. Αν είσαι άκαμπτος και μονόπλευρος, τότε δημιουργείς κάτι που ασφυκτιά.

     Σας αρέσει να συνομιλείτε με τους αναγνώστες σας;

     Ναι, είναι μια εποικοδομητική επαφή, νομίζω.

     Σε συζητήσεις με αναγνώστες, έτυχε να σας «υποδείξουν» πτυχές του έργου σας, που εσείς δεν είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν;

     Πάρα πολλές φορές. Αυτή είναι η μαγεία της ανάγνωσης. Κάθε άνθρωπος μπορεί να εισπράξει κάτι διαφορετικό.

     Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θεωρείτε ότι σας επηρέασε;

     Ω, η λίστα είναι τεράστια. Υπήρξαν και υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς, και ανήκουν κυρίως στην αγγλοσαξονική σχολή από την οποία πιστεύω είμαι περισσότερο επηρεασμένος. Μα όλα αυτά έρχονται να δέσουν σε ένα απόλυτα προσωπικό ύφος, που ελπίζεις ότι έχει μια κάποια αυθεντικότητα και πρωτοτυπία, και σε χαρακτηρίζει.

     Είναι εύκολη ή δύσκολη διαδικασία η συγγραφή και τι είναι το γράψιμο για σας;

     Είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία που βασίζεται στον μόχθο και την πειθαρχία. Τα ξεχωριστά βιβλία, έτσι όπως τα νοώ εγώ τουλάχιστον, δεν γράφονται μέσα σε δύο-τρεις μήνες, ούτε ξεπετάγονται το ένα μετά το άλλο. Γεννιούνται κάτω από συνθήκες που σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου.

     Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμη, το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, ετοιμάζετε κάτι άλλο; Έχετε «υλικό» έτοιμο στο συρτάρι σας;

     Υπάρχει μια ιδέα πάνω στην οποία δουλεύω, αλλά όπως είπατε, είναι υπερβολικά νωρίς, τουλάχιστον για να πω οτιδήποτε.

10 Οκτ 2020

ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΦΤΕΡΑ

CAMILLA LACKBERG
Μετάφραση: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ
Εκδόσεις: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 380, Ιούλιος 2020

 

     Το δεύτερο μυθιστόρημα της C. Lackberg με κεντρικό χαρακτήρα την Φέι Αντελχέιμ, κυκλοφόρησε το καλοκαίρι. Έχει τίτλο «Ασημένια Φτερά» και είναι συνέχεια του μυθιστορήματος «Το Χρυσό Κλουβί» (Απρίλιος 2019- https://bibliodiktis.blogspot.com/2019/07/blog-post_16.html).

     Η Φέι έχει μετακομίσει από τη Σουηδία και ζει πια σε ένα μικρό ιταλικό χωριό, με τη μητέρα και την κόρη της, που όλοι θεωρούν ότι είναι νεκρές, επειδή ήταν πιο ασφαλές γι’ αυτές. «Το σπίτι στο Ράβι είχε γίνει ο δικός της επίγειος παράδεισος. Το μέρος δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, διακόσιους μόνιμους κατοίκους είχε όλο κι όλο. Χρειαζόσουν περίπου πέντε λεπτά για να κάνεις το γύρο του Ράβι, αν πήγαινες λίγο αργά. Αλλά καταμεσής στη μικρή πλατεία υπήρχε ένα ρεστοράν με τη νοστιμότερη πίτσα και τα καλύτερα ζυμαρικά που είχε φάει ποτέ της». Η Ιταλία της προσφέρει την ανωνυμία που χρειάζεται για να προστατεύει την ιδιωτική της ζωή. Ο πρώην σύζυγός της βρίσκεται στη φυλακή και η εταιρεία καλλυντικών της Φέι με τη συμβολική επωνυμία Revenge (Εκδίκηση), μετά την επιτυχία στη Σουηδία, τη Νορβηγία και την υπόλοιπη Ευρώπη, ετοιμάζεται να κάνει μια δυναμική επέκταση στην δύσκολη κι απαιτητική αγορά των ΗΠΑ.

     Παρά το γεγονός ότι όλα πήγαιναν καλά, βρισκόταν πάντα σε εγρήγορση. «Υπήρχαν τόσα πολλά που μπορούσαν να πάνε στραβά με μια εταιρεία σαν τη Revenge και ειδικά με τα μεγάλα ανοίγματα στα οποία προχωρούσαν το τελευταίο διάστημα. Πολλά λεφτά, μεγάλες επενδύσεις, μεγάλα κέρδη αλλά και μεγάλα ρίσκα. Τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Τίποτα δεν ήταν σταθερό κι ακλόνητο. Κι αν κάποιος το ήξερε καλά αυτό, ήταν σίγουρα η Φέι». Ώσπου ήρθε η πραγματικότητα να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους της. Κάποιος επιχειρούσε να της πάρει την εταιρεία. Με προσεκτικές στην αρχή αλλά πιο επιθετικές αργότερα αγορές μετοχών, προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα πλειοψηφικό πακέτο με σκοπό να πάρει τη διοίκηση της επιχείρησης και προφανώς να εξοβελίσει τη Φέι. Αυτό που την ανησυχούσε και την προβλημάτιζε περισσότερο, ήταν ότι αυτές που πουλούσαν (η Revenge ήταν μια αμιγώς γυναικεία υπόθεση), ήταν αυτές που πρώτες πίστεψαν στο εγχείρημα και στήριξαν περισσότερο την επιχείρηση! Δεν ήταν τόσο οικονομικοί οι λόγοι για τους οποίους η Φέι δεν ήθελε να χάσει την επιχείρηση. Η μέχρι τώρα πορεία και οι προσεκτικές κινήσεις, της είχαν επιτρέψει να δημιουργήσει μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία, που θα αρκούσε να ζήσει άνετα τόσο αυτή, όσο και η κόρη της. «Για τη Φέι ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Γι’ αυτήν η Revenge  ήταν ένα ζωντανό πλάσμα, αποτελούμενο από σάρκα και οστά, που ανέπνεε και ζούσε. Η Κρις ζούσε ακόμη στη Revenge. Η Σερστίν. Όλες εκείνες οι γυναίκες των οποίων οι πληγές και οι ουλές αποτελούσαν το θεμέλιο της Revenge. Όλες αυτές ήταν κομμάτι της εταιρείας. Αλλά ήταν επίσης αυτές που απειλούσαν την ύπαρξή της».

     Θα αφήσει η Φέι να χαθούν όσα με κόπο κατάφερε να δημιουργήσει; Ή θα προσπαθήσει να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης και να σώσει το δημιούργημα της ζωής της; Για να το πετύχει θα απευθυνθεί σε μια ομάδα γυναικών, που θα τη βοηθήσουν η καθεμιά με τον τρόπο της.

     Για μια ακόμη φορά η C. Lackberg καταφέρνει να εντυπωσιάσει τους αναγνώστες με τη συγγραφική της δεινότητα. Η ικανότητά της να συνδέει το παρελθόν με το παρόν, να καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτά αλληλεπιδρούν και πως το ένα επηρεάζει και διαμορφώνει το άλλο, είναι μοναδική. Απ’ ότι φαίνεται, η Φέι Άντελχέιμ, είναι ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας που ήρθε για να μείνει. Το φινάλε του βιβλίου, οι έξι τελευταίες αράδες, αφήνουν να φανεί ότι έπεται συνέχεια, την οποία θα περιμένω-ως φανατικός αναγνώστης της Lackberg-με ανυπομονησία.