14 Ιουν 2013

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΧΑΣΑΝ ΤΑΧΣΙΝ ΠΑΣΑ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 301, Δεκέμβριος 2012

     Σήμερα, έχω τη χαρά να σας παρουσιάσω ένα εξαιρετικό έργο του Χ. Χριστοδούλου.
     Το βιβλίο είναι η βιογραφία του Χασάν Ταχσίν Πασά, ο οποίος όντας διοικητής της 8ης στρατιάς του τουρκικού στρατού, αποφάσισε να μην αντισταθεί, όταν ο ελληνικός στρατός έφτασε τον Οκτώβριο του 1912 έξω από τη Θεσσαλονίκη, αλλά να παραδώσει αμαχητί την πόλη. «Σκοπός να παρουσιαστεί και να δοθεί νόημα στη ζωή του ελληνοσπουδαγμένου Αλβανού στρατηγού του οθωμανικού στρατού, του Χασάν Ταχσίν Πασά, γνωστού έως τώρα στο ευρύ κοινό, μόνον από τη συμμετοχή του στην παράδοση της Θεσσαλονίκης». Απέφυγε έτσι μια ανώφελη αιματοχυσία, όχι μόνο ανάμεσα στους άνδρες των δύο στρατευμάτων, αλλά κυρίως στους άμαχους και διέσωσε την πόλη από την καταστροφή. «Έχω τουλάχιστον την παρηγοριά ότι παραδίδω τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες ανέπαφη και άθικτη όπως αξίζει σε μια τέτοια πόλη. Και όλους τους κατοίκους της σώους και αβλαβείς όπως το θέλει ο Θεός». Μάλιστα στη συνέχεια αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις των Βουλγάρων (συμμάχων τότε των Ελλήνων) που απαιτούσαν να παραδοθεί και σ’ αυτούς η Θεσσαλονίκη ή μέρος της, λέγοντας την περίφημη φράση: «Μια Θεσσαλονίκη υπάρχει κύριοι κι αυτή την παρέδωσα στους Έλληνες που ήταν αντίπαλοί μου σε όλα τα πεδία της μάχης, από το Σαραντάπορο και τα Γιαννιτσά μέχρι εδώ. Εσάς δεν σας είδα πουθενά. Δεύτερη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει για να την παραδώσω και σε σας».
     Το βιβλίο ξεκινά από τη μέρα της παράδοσης και στη συνέχεια ξετυλίγεται ο μίτος της ζωής του Πασά, με αναφορά σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς της καριέρας του.
     Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς, γεννήθηκε γύρω στα 1840-1845, στη Μεσσαριά της Νότιας Αλβανίας. Ξεκίνησε από πολύ χαμηλά στην ιεραρχία του στρατού και γρήγορα έφτασε σε υψηλά αξιώματα. Έλαβε ελληνική παιδεία, όπως και όλα τα παιδιά του, στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Η πρώτη σημαντική του τοποθέτηση, ήταν στην Κρήτη το 1889, ως διοικητής επίλεκτου σώματος χωροφυλακής. Άφησε άριστες εντυπώσεις σε τούρκους και έλληνες. Γνωρίστηκε με τον Ελ. Βενιζέλο και αναπτύχθηκε μεταξύ τους, αμοιβαία εκτίμηση, που όπως λέγεται, έχει τη σημασία της, στις εξελίξεις για τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Το 1900 τοποθετείται ως φρούραρχος στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στη Μέση Ανατολή. Το 1910, αναλαμβάνει τη νομαρχία Ιωαννίνων, όπου φαίνεται ότι θα τερματίσει την καριέρα του. Όμως με το ξέσπασμα του πολέμου, θα επανέλθει στο στράτευμα και θα του ανατεθεί η διοίκηση της νεοσυσταθείσας 8ης στρατιάς, που είχε ως καθήκον την υπεράσπιση της Θεσσαλίας. Όμως η στρατιά ηττήθηκε στο Σαραντάπορο, υποχώρησε στα Γιαννιτσά αρχικά και στη Θεσσαλονίκη στη συνέχεια με τη γνωστή κατάληξη.
     Μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, ο Πασάς, ο οποίος είχε ήδη καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία, από το Ανώτατο Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Στη συνέχεια ταξίδεψε για λόγους υγείας στη Γαλλία και την Ελβετία, όπου πέθανε το 1918, από αναπνευστικά προβλήματα. Λόγω του Α! παγκοσμίου πολέμου και η διακοπή των μεταφορών, θάφτηκε στη Λωζάνη, με δαπάνη της ελληνικής πολιτείας. Αυτή ήταν η πρώτη ταφή. «Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, με τη φροντίδα του γιού του Κενάν και σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, τα οστά του Χασάν Ταχσίν Πασά, μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η ταφή τους έγινε πλάι στο γιο του Εκραίμ, στο ίδιο πάντοτε Αλβανικό Νεκροταφείο στο συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής στην Τριανδρία…Αυτή ήταν η δεύτερη ταφή…». Το 1983, λόγω της επέκτασης του σχεδίου πόλεως της Τριανδρίας, το Αλβανικό Μπεχτασικό νεκροταφείο διαλύθηκε. Τα οστά του Πασά και των γιών του Κενάν και Εκραίμ, βρέθηκαν και μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκιο της Μαλακοπής. Το 2002, ο Ινής Μεσαρέ, εγγονός του Πασά έγραφε: « “Ο τάφος-μνημείο του παππού και του πατέρα στο Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων (τέως έπαυλη Μοδιάνο, αγρόκτημα Τόψιν), έχει προχωρήσει αρκετά. Τα οστά μεταφέρθηκαν ήδη και η κρύπτη σφραγίστηκε.” Τότε έγινε η τρίτη ταφή του Χασάν Ταχσίν Πασά».
     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, περιλαμβάνει πολλά νέα στοιχεία από παλιές εφημερίδες και περιοδικά καθώς και από ελληνικά, τουρκικά, αλβανικά, οθωμανικά και αγγλικά αρχεία. Επίσης πολλά στοιχεία που αφορούν πτυχές της ζωής της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης της εποχής. Καταφέρνει δε με τον καλύτερο τρόπο το στόχο που είχε θέσει ο συγγραφέας του: «να καταστήσει ιστορικά οικείο τον ευεργέτη της Θεσσαλονίκης».
     Το βιβλίο κοσμείται με φωτογραφίες, πολλές από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά και εκτενή ξένη κι ελληνική βιβλιογραφία

4 Ιουν 2013

ΓΥΑΛΙΝΗ ΚΟΥΚΛΑ

ΛΙΤΣΑ ΠΑΝΤΕΛΙΔΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 236, Μάρτιος 2012

     Το πρώτο μυθιστόρημα της Λ. Παντελίδου, που κυκλοφόρησε πέρυσι, παρουσιάζω σήμερα.
     Αφηγείται την ιστορία της Μυρτώς, η οποία στα 20 χρόνια της, φέρνει στον κόσμο, ενώ σπουδάζει στην Αθήνα, ένα κορίτσι, τον καρπό του έρωτά της, με νεαρό συμφοιτητή της. «Γόνος γνωστής και εύπορης οικογένειας της συμπρωτεύουσας δεν της έλειπε τίποτα, δεν της χάλασαν ποτέ χατίρι και να τη τώρα με τα πόδια ανοιχτά να κάθεται να ακούει και να τη χλευάζει μια ασήμαντη νοσοκόμα. Δε θα τελείωνε μ’ όλα αυτά; Θα τελείωνε και τότε δε θα την έπιανε κανείς. Θα έκανε το όνειρό της πραγματικότητα. Θα γινόταν μια λαμπρή δικηγόρος με κύρος και όνομα».
     Την ύπαρξη του παιδιού την κρατά κρυφή από όλους. Στον πατέρα του παιδιού, με τον οποίο χώρισε μόλις αντιλήφθηκε ότι είναι έγκυος, είπε ότι έκανε έκτρωση. Χωρίς πολύ σκέψη, αποφασίζει να δώσει το παιδί για υιοθεσία, αφού θα αποτελούσε τροχοπέδη στα μελλοντικά της σχέδια. Η κοινωνική λειτουργός του νοσοκομείου κάνει μια ύστατη προσπάθεια να τη μεταπείσει, αλλά… «Από την άλλη όμως, έβλεπε ότι παρά το νεαρό της ηλικίας της, η στάση της ήταν ακλόνητη. Είχε έναν κυνισμό αυτή η κοπέλα που την τρόμαζε. Τόσα χρόνια στο επάγγελμα αυτό, αναλογίστηκε, δεν μου έχει τύχει κάτι τέτοιο. Και τα μάτια της, το βλέμμα της, τι παγωνιά Χριστέ μου!».
     Όταν τελειώνει τη Νομική, χάρη στην οικονομική δυνατότητα της οικογένειάς της, ανοίγει γραφείο στο Κολωνάκι. Τότε γνωρίζει το Δημήτρη και ερωτεύονται ο ένας τον άλλο. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μεταξύ τους, αλλά οι άσχημες πτυχές του χαρακτήρα της Μυρτώς, κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους. «Με τον καιρό άρχισε να εξελίσσεται σε αδίστακτη επαγγελματία. Αναλάμβανε περίπλοκες υποθέσεις στις οποίες διακυβεύονταν μεγάλα συμφέροντα». Έτσι επηρμένη από τις επαγγελματικές της επιτυχίες και με υπερφίαλη ματαιοδοξία, αφήνει το Δημήτρη, για χάρη ενός δημοσιογράφου, αστέρα μεγάλου καναλιού. Ενώνει τη ζωή της μαζί του και πιστεύει πως έχει αγγίξει την ευτυχία. Σύντομα έρχεται η διάψευση. Και η μία και ο άλλος, είναι υπερβολικά φιλόδοξοι και βάζουν την καριέρα τους, πάνω από την οικογένεια. Αρχίζουν να απομακρύνονται και ο χωρισμός είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Και σα να μην έφτανε αυτό, η Μυρτώ ανακαλύπτει ότι πάσχει από σοβαρή ασθένεια. Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή, απομονώνεται για λίγες μέρες στο Πήλιο. Εκεί αναθεωρεί τις αξίες με τις οποίες πορεύτηκε μέχρι εκείνη τη στιγμή στη ζωή της. Μια πορεία που κατάλαβε ότι εκτός από λειψή ήταν και λανθασμένη. «Το ταξίδι αυτό μου έκανε καλό. Φιλοσόφησα κάποια πράγματα. Αναθεώρησα πολλά από τα πιστεύω που είχα ως τώρα. Η οργάνωση και ο προγραμματισμός για τη ζωή, τα πλούτη, το όνομα, η επιτυχημένη καριέρα, η δημοσιότητα, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια ευτυχισμένη και ισορροπημένη ζωή…». Τότε παίρνει και τη μεγάλη απόφαση, να αναζητήσει την κόρη της. Κάτι καθόλου εύκολο, όπως αποδεικνύεται. Το «όταν οι θνητοί κάνουν σχέδια, οι θεοί γελούν», επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά.
     Η Λίτσα Παντελίδου, έγραψε ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα, με ηρωίδα, την εκπρόσωπο μιας μερίδας ανθρώπων, που δε δίστασαν στο βωμό μιας ψευδεπίγραφης επιτυχίας, να θυσιάσουν αξίες που θα μπορούσαν να τους στηρίξουν στην πορεία του βίου, με αποτέλεσμα να υποστούν τις συνέπειες.
     Μόνο μελανό σημείο η επιμέλεια του βιβλίου, που μόνο τέτοια δεν ήταν, αφού επέτρεψε να περάσουν λάθη έκφρασης, συντακτικά και ορθογραφικά.

26 Μαΐ 2013

ΕΝΟΧΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

YVVETTE EDWARDS
Μετάφραση ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 313, Σεπτέμβριος 2012

     Εντυπωσιακή είσοδο στο χώρο των εκδόσεων έκανε η αγγλίδα συγγραφέας Ι. Έντουαρντς, με το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο ήταν υποψήφιο για το σημαντικότατο βραβείο Man Booker και το Writers’ Guilt Best Fiction.
     Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σ’ ένα σαββατοκύριακο, στο οποίο έρχονται στο φως αλήθειες που έμειναν κρυμμένες για μια 15ετία κι αποκαλύπτεται μια οικογενειακή ιστορία, όπου κυριαρχούν η ζήλια, οι τραγικές προδοσίες, τα έντονα συναισθήματα και οι λάθος εκτιμήσεις λόγων και έργων.
     Η έφηβη Τζινξ, μεγαλώνει με τη μητέρα της στο Λονδίνο, μια πανέμορφη μιγάδα με καταγωγή από την Καραϊβική. «Πολύ όμορφη. Οι πάντες έλεγαν πως αυτό ήταν και πράγματι αλήθευε. Με μάτια μεγάλα σαν μωρού και με μακριά πυκνά ματόκλαδα που δεν έπαυαν να πεταρίζουν, με χείλη πορφυρά που χωρίζονταν σε μισοφέγγαρο πάνω από φιλντισένια δόντια με μαυριδερή επιδερμίδα τόσο τέλεια, που ήταν λες κι ένας υπομονετικός κουκλοποιός την είχε βουτήξει αργά σε καστανό βερνίκι, χαμηλώνοντάς τη, γυρνώντας την, υψώνοντάς τη, με τα χέρια του σφιγμένα γύρω από την εβένινη μάζα των αράπικων, αλλ’ όχι όμοια με στριφτό σύρμα, μαλλιών της-η μητέρα μου ήταν καλλονή». Μετά το θάνατο του άντρα της, που ήταν και κατά πολύ μεγαλύτερός της, για πολλά χρόνια, κανείς άλλος δεν μπήκε στη ζωή της, μέχρι που εμφανίστηκε ο Μπέρις που πολλές φορές-λόγω χαρακτήρα αλλά και λόγω ζήλειας-γίνεται βίαιος. Η θυελλώδης όπως εξελίχτηκε αυτή ερωτική σχέση αλλάζει αναπόφευκτα τη ζωή όλων, ενώ η Τζινξ νιώθει να «χάνει» την αγάπη της μητέρας της και να τίθεται στο περιθώριο. Μέχρι που μια μέρα μετά από έναν ακόμη καβγά ο Μπέρις τη δολοφονεί. «Πέθανε έχοντας δεχτεί στην πλάτη τέσσερα βαθιά και καθαρά πλήγματα από αιχμηρό εργαλείο. Αυτός δεν είχε ουτ’ ένα σημάδι, ούτε μια μελανιά, αμυχή ή κόψιμο, επειδή δεν έγινε πάλη. Όταν εκείνη θα ‘πρεπε να παλέψει για να γλιτώσει, προσπάθησε να ξεφύγει».
     Τώρα, 14 χρόνια μετά, η Τζινξ βασανίζεται από την ανάμνηση του βίαιου φόνου της μητέρας της, για την οποίο αισθάνεται υπεύθυνη. Συντετριμμένη από την απώλεια και τις ενοχές, νιώθει ότι τα εφηβικά βιώματα στοιχειώνουν ακόμη τη ζωή της, αφού δεν τις επιτρέπουν να δημιουργήσει μια υγιή σχέση με τον 4χρονο γιό της, καρπό ενός αποτυχημένου γάμου.
     Ο ξαφνικός ερχομός του Λέμον, ενός παλιού οικογενειακού φίλου-και όχι μόνο-αναταράζει τη ζωή της. «Αν είχε έλθει πρωτύτερα, ίσως να ‘μουν πιο ευτυχισμένη στον κόσμο των ζωντανών απ’ ότι στων νεκρών, όμως άργησε πολύ και τα πράγματα ήταν τόσο δεδομένα τώρα, που δεν μπορούσα να καταλάβω τι νόημα είχε ο ερχομός του. Ωστόσο τώρα ήταν εδώ». Είναι εδώ κι επιδιώκει να δουν ξεκάθαρα τι πραγματικά συνέβη τη μοιραία νύχτα του φόνου.
     Αναμειγνύοντας με μοναδικό τρόπο τη γκρίζα ατμόσφαιρα του ανατολικού Λονδίνου με τα πικάντικα αρώματα της κουζίνας της Καραϊβικής, η συγγραφέας αφηγείται μια συγκινητική ιστορία για τις ιδιαιτερότητες στη δυνατή αλλά και ανταγωνιστική κάποιες φορές σχέση μητέρας-κόρης και για τη σκοτεινή όψη της αθωότητας. Ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με τον πλούτο των συναισθημάτων των χαρακτήρων του και τις απροσδόκητες ατραπούς που μπορούν αυτά να οδηγήσουν.

20 Μαΐ 2013

10η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

10η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


     Άλλη μια Έκθεση βιβλίου έκλεισε τις πύλες της. Η μεγάλη γιορτή του βιβλίου που διοργανώνεται κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη τελείωσε.
     Στη διάρκειά της, δήλωσαν «παρών» περισσότεροι από 200 εκδοτικοί οίκοι από την Ελλάδα και 18 άλλες χώρες. Δυστυχώς, τα περισσότερα περίπτερα των ξένων χωρών, ήταν «φτωχά». Ακόμα και αυτό της τιμώμενης χώρας. Φωτεινή εξαίρεση η Τουρκία, που εκπροσωπείτο από το Εμπορικό Επιμελητήριο της Κωνσταντινούπολης, σε ένα καλαίσθητο περίπτερο. (Αντίθετα, όλοι οι επισκέπτες της Έκθεσης, θυμούνται το εντυπωσιακό περίπτερο που παρουσίασε η Κίνα, όταν ήταν τιμώμενη χώρα, το 2010). Πραγματοποιήθηκαν 170 εκδηλώσεις με τη συμμετοχή 100 ελλήνων και 30 ξένων συγγραφέων. Φέτος τιμώμενη χώρα ήταν η Μεγάλη Βρετανία. Οι Βρετανοί έφεραν εννέα σημαντικότατους συγγραφείς καθώς και επαγγελματίες του χώρου του βιβλίου.
     Υπήρχε ακόμη στο χώρο της Έκθεσης, ειδικό περίπτερο, όπου γινόταν οι εκδηλώσεις του αφιερώματος στο Κ. Π. Καβάφη, με αφορμή την επέτειο των 150 χρόνων, από τη γέννηση του ποιητή και την ανακήρυξη του 2013, ως «έτος Καβάφη».
     Στην καθιερωμένη Παιδική Γωνιά (που δεν είναι καθόλου Γωνιά, αφού καταλαμβάνει αρκετό χώρο-και καλά κάνει), που επισκέπτονται χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο, διοργανώθηκαν 55 εκδηλώσεις (παρουσιάσεις βιβλίων, θεατρικά και εικαστικά δρώμενα κλπ).
     Επίσης έγιναν μια σειρά από επαγγελματικές ημερίδες, στρογγυλά τραπέζια και συζητήσεις, που είχαν σκοπό να ενισχύσουν το επαγγελματικό προφίλ της Έκθεσης και να θέσουν στο τραπέζι τρέχοντα ζητήματα της εκδοτικής αγοράς.
     Η ΔΕΒΘ, φιλοξένησε και φέτος το Διαβαλκανικό Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώσει η Εταιρεία Συγγραφέων. Συμμετείχαν ποιητές από εννέα βαλκανικές χώρες.
     Η φετινή όμορφη καινοτομία, ήταν τα μικρά μουσικά happenings που διοργάνωσε το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης σε διάφορους χώρους της Έκθεσης, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Έτσι ο επισκέπτης, μπορούσε να περιηγείται στα περίπτερα, υπό τους ήχους διάφορων ειδών μουσικής.
     Θεωρώ ιδιαίτερα ελπιδοφόρο για το μέλλον της Έκθεσης, το γεγονός της επιστροφής των περισσότερων εκδοτών, που πέρυσι απουσίαζαν. Κάποιοι που έλειψαν και φέτος, νομίζω ότι πρέπει να επανεξετάσουν το ζήτημα και του χρόνου (αν διοργανωθεί η Έκθεση-θα δείτε πιο κάτω τι εννοώ), να επιστρέψουν και αυτοί.
     Η προσέλευση του κόσμου, ήταν υποτονική την Πέμπτη και την Παρασκευή. Αντίθετα το Σάββατο και την Κυριακή η προσέλευση ήταν πολύ καλύτερη.
     Τέλος, πιστεύω ότι ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο προσωπικό του ΕΚΕΒΙ, που έφερε με επιτυχία σε πέρας και τη φετινή διοργάνωση. Οι άνθρωποι του Κέντρου Βιβλίου, έχουν πλέον την εμπειρία, την τεχνογνωσία αλλά και την αφοσίωση που είναι απαραίτητη, για να διοργανώσουν την Έκθεση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κι αν κάθε σχεδόν χρόνο έκαναν τη διοργάνωση εν μέσω πολλών προβλημάτων που είχαν σχέση με τις συνθήκες εργασίας (ήταν συνήθως απλήρωτοι για μήνες και χωρίς συμβάσεις εργασίας), φέτος διοργάνωσαν αυτό το μεγάλο γεγονός, ενώ πάνω από το κεφάλι τους, κρέμεται η «δαμόκλειος σπάθη» της απόλυσης. Κι αυτό γιατί ο Υπουργός Πολιτισμού, αποφάσισε ότι το ΕΚΕΒΙ φταίει για όλα τα στραβά που συμβαίνουν σ’ αυτόν τον τόπο και αποφάσισε να το καταργήσει, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασαν όλοι οι φορείς που ασχολούνται με το βιβλίο, οι συγγραφείς, οι εκδότες, οι βιβλιοπώλες αλλά και ο απλός κόσμος.
     Ελπίζω ότι αυτή η απόφαση θα ανακληθεί, για το καλό του βιβλίου στην Ελλάδα, αλλά και της ΔΕΒΘ, την οποία δεν νομίζω να μπορεί να διοργανώσει οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εκτός από το ΕΚΕΒΙ. Με τη ΔΕΒΘ, η Ελλάδα έχει μια Διεθνή Έκθεση αντάξια του ονόματός της, που μπορεί να παίξει με ίσους όρους στο ευρωπαϊκό αλλά και το διεθνές γίγνεσθαι, να φιλοξενεί και όχι μόνο να φιλοξενείται.

13 Μαΐ 2013

ΒΕΒΗΛΩΣΗ

JUSSI ADLER OLSEN
Μετάφραση: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
Εκδόσεις: Ε.Ο. ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 463, Νοέμβριος 2012

     Στο νέο βιβλίο του Δανού συγγραφέα, ο επιθεωρητής Καρλ Μερκ, έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση από το παρελθόν.
     Το σπίτι της Κίμι είναι οι δρόμοι της Κοπενχάγης, παρά το γεγονός ότι κατάγεται από πολύ ευκατάστατη οικογένεια. «…όταν μια γυναίκα όπως η Κίμι Λάσεν γυρνά την πλάτη στην πλούσια οικογένειά της και καταλήγει στους δρόμους, πάντα υπάρχει κάποιος λόγος». Ζει ρακένδυτη και για να επιβιώσει πρέπει να κλέψει. Έχει μάθει ν’ αποφεύγει την αστυνομία και ποτέ δεν μένει στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό. Όμως τώρα κάποιοι προσπαθούν να τη βρουν και δεν θα σταματήσουν μέχρι εκείνη να πάψει να αναπνέει. «Αυτό ήταν το χειρότερο με την Κίμι. Όχι μόνο εξαφανιζόταν για μήνες ή και χρόνια κάθε φορά αλλά επιπλέον ποτέ δεν ήξεραν πως ήταν. Παρέμενε αόρατη και ξαφνικά έκανε την εμφάνισή της, ανησυχητικά ορατή. Αποτελούσε το πλέον επικίνδυνο στοιχείο στη ζωή τους. Το μοναδικό άτομο που μπορούσε πραγματικά να τους απειλήσει».
     Ο επιθεωρητής Μερκ, του τμήματος ανεξιχνίαστων υποθέσεων, βρήκε στο γραφείο του ένα φάκελο σχετικά με το άγριο έγκλημα δύο αδελφών είκοσι χρόνια πριν. Μια παρέα κολεγιόπαιδων θεωρούνταν οι βασικοί ύποπτοι, μέχρι που ένας από αυτούς, με μεγάλη καθυστέρηση παραδέχτηκε την ενοχή του και καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση. Τώρα τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, είναι εξέχοντα στελέχη της οικονομικής και κοινωνικής ελίτ. «Την παρέα αποτελούσαν ο Ντίτλε Πραμ, ιδρυτής μιας σειρά ιδιωτικών νοσοκομείων, ο Τόρστεν Φλόριν, διεθνούς φήμης σχεδιαστής και ο αναλυτής χρηματαγορών Ούλρικ Ντίμπελ Γένσεν. Όλοι τους στέκονταν στο ψηλότερο σκαλί της κλίμακας των επιτυχημένων στη Δανία, όπως και ο εφοπλιστής Κρίστιαν Βολφ, ο οποίος είχε πεθάνει. Τα δύο τελευταία μέλη της ομάδας ξεχώριζαν από τα υπόλοιπα. Η Κίρστεν-Μαρί Λάνσεν υπήρξε παλαιότερα μέλος του jet-set όμως κανείς δεν γνώριζε που βρισκόταν σήμερα. Ο Μπιάρνε Θέγερσεν, ο οποίος είχε ομολογήσει πως δολοφόνησε τα δύο αδέρφια και εξέτιε ποινή κάθειρξης, προερχόταν από οικογένεια με μέτρια εισοδήματα».
     Γιατί λοιπόν βρέθηκε στο γραφείο του ο φάκελος μιας υπόθεσης που είχε διαλευκανθεί; Ποιος τον έβαλε εκεί; Ποιος πιστεύει ότι η υπόθεση δεν έχει κλείσει; Ο επιθεωρητής αποφασίζει να «ανοίξει» πάλι το φάκελο της υπόθεσης και παρά τις πολιτικές πιέσεις και τις αντιδράσεις των ανωτέρων του, συνεχίζει την έρευνα. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η Κίμι Λάσεν αποτελεί πρόσωπο-κλειδί και με τον βοηθό του, αποδύονται σε ένα ιδιότυπο σαφάρι για να τον εντοπίσουν.
     Ένα περίτεχνο και συναρπαστικό θρίλερ με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, είτε πρόκειται για τους «καλούς» είτε για τους «κακούς» και αυτόν της Κίμι που δεν ξέρεις που να τον εντάξεις, και με αναφορές στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της Δανίας. Πριν κλείσω αυτή την παρουσίαση, να σας αναφέρω και κάτι που με δυσκόλεψε σαν αναγνώστη. Τα ονόματα. Όχι αυτά των χαρακτήρων, τα οποία επέλεξε ο συγγραφέα και φρόντισε να είναι σχετικά εύκολα, αλλά εκείνα των δρόμων και των τοποθεσιών. Και για του λόγου τον αληθές: Κόλμπιερσενσγκεδε ή Στόαρ Σέντερβολντστρέδε ή τέλος Ίνγκερσλεουσγκέδε. Έχω άδικο;

7 Μαΐ 2013

ΚΑΒΑΦΙΚΟΙ ΦΟΝΟΙ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 514, Νοέμβριος 2012


     Μετά τη μεγάλη τόσο σε όγκο όσο και σε αξία τετραλογία του για τις περιπέτειες των ελληνίδων (κυρίως) και των ελλήνων στη εμφυλιοπολεμική Ελλάδα, ο πολυγραφότατος Θ. Παπαθεοδώρου, αλλάζει εντελώς ύφος και γράφει μια αστυνομική ιστορία, που είναι φόρος τιμής στον Κωνσταντίνο Καβάφη και το έργο του. «Έτσι και τώρα που άλλα ζητεί η ψυχή μου, έγραψα και παραδίδω στα χέρια σας, ένα βιβλίο για ότι αγαπώ…Ήθελα ακόμη το μυθιστόρημα αυτό να έχει κάτι από την ειρωνεία και από το χιούμορ που ο Καβάφης απεριόριστα εκτιμούσε…Έτσι διάλεξα την παράδοξη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος…».
     Ήρωας του βιβλίου, είναι ένας κυνικός ντετέκτιβ, ο Νίκος Μάντης, ο οποίος «Είχε επιστρέψει στην Αθήνα πριν από ένα χρόνο, αφού είχε ξοδέψει ένα σκασμό λεφτά και είκοσι χρόνια στην Αμερική, τη γη της επαγγελίας. Μόνο που για κείνον ο χαρακτηρισμός αποδείχθηκε γράμμα κενό».
     Μέσα σ’ αυτό το χρόνο, ο Μάντης, ασχολήθηκε με τέσσερις ευτελείς υποθέσεις, που δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του. Είχε τα έξοδα του γραφείου, τις συχνές «καταθέσεις» του στα τραπέζια του τζόγου και έπρεπε να πληρώνει τα νοσήλια μιας ιδιωτικής κλινικής όπου νοσηλεύονταν ο αδερφός του σε άσχημη κατάσταση, μετά από σοβαρό τραυματισμό. Έτσι του φαίνεται μάννα εξ ουρανού η υπόθεση που του αναθέτει κάποιος άγνωστος πελάτης μέσω mail, η αμοιβή που του υπόσχεται (20.000 ευρώ) και η προκαταβολή που μπαίνει στο λογαριασμό του. Η υπόθεση αφορά την εξιχνίαση του φόνου της εξαιρετικά πλούσιας, υπερήλικης (98 ετών), με όχι τόσο άψογο παρελθόν και φανατικής θαυμάστριας του Κ. Καβάφη, Πανδώρας Καλλέργη. «Ήταν το πρωί της 11ης Ιουλίου. Ο φόνος προσδιοριζόταν γύρω στα μεσάνυχτα της προηγούμενης μέρας, αλλά η υπηρέτρια είχε βρει το πτώμα τα χαράματα, όταν επέστρεψε από την ολονυκτία στο μοναστήρι όπου συνήθιζε να πηγαίνει…».
     Η πορεία των ερευνών θα φέρει στο δρόμο του, τον καθηγητή Ξενοφώντα Δαρείο. Ο καθηγητής είναι από την Αλεξάνδρεια, έχει σπουδάσει αρχαιολογία, είναι παθιασμένος με τον Καβάφη, έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και «συγκεντρώνει πάνω του ότι ακριβώς σιχαίνεται ο Μάντης: είναι μορφωμένος, μυστηριώδης, απόκοσμος και κυρίως ομοφυλόφιλος». Παρ’ όλα αυτά, ο Μάντης του ζητά να συνεργαστούν και παραδόξως αυτός δέχεται!
     Όμως ο δολοφόνος, δεν αρκείται μόνο στην Καλλέργη. Οι «σκηνοθετημένοι» με βάση συγκεκριμένα ποιήματα του Καβάφη φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο και σε κάποια στιγμή ο Μάντης συνοψίζει την κατάσταση ως εξής: «Μια ασώματος κεφαλή πάνω σε ένα δίσκο κι ένα παραβιασμένο μυστηριώδες δωμάτιο. Τέσσερις ποιητικοί φόνοι και τρεις γριές πουτάνες. Ένας Αλβανός φύλακας και μια κωφάλαλη που εξαφανίστηκε. Ο Μάντης ένιωσε σαν έβδομο μέλος των Μόντι Πάιθον». Η αναζήτηση της λύσης, θα φέρει τους δύο αλλόκοτους «συνεργάτες» στην Αλεξάνδρεια, όπου αποδύονται σε ένα κυνηγητό προκειμένου να ανακαλύψουν πρώτοι τα μυστικά που κρύβει η αινιγματική Λέσχη της Ιθάκης και να λύσουν τα μυστήρια των φόνων, που συνεχίζονται…
     Η αλλαγή ύφους του συγγραφέα, κρίνεται ως απολύτως επιτυχημένη. Δημιουργεί δύο σπαρταριστούς χαρακτήρες-συνεργάτες, που ο ένας απέχει «έτη φωτός» από τον άλλο. Η σωστή δομή της αστυνομικής ιστορίας, οι πολλές έξυπνες και ιδιαίτερα χιουμοριστικές ατάκες και το σασπένς, συνιστούν μία απολαυστική κι αξιοπρόσεκτη αστυνομική ιστορία, που αν κατάλαβα καλά από τον τρόπο που τελειώνει, θα πρέπει να έχει και συνέχεια. Επίσης πρέπει να πω ότι άκρως επιτυχημένο είναι και το «παιχνίδι» που κάνει ο συγγραφέας με τα ονόματα, μιμούμενος «το ειρωνικό ύφος με το οποίο εκείνος (ο Καβάφης) εκφραζόταν πάντα στη ζωή και στους στίχους του». Τέλος θέλω να συμπληρώσω κάτι ακόμη. Με συγκίνησε ιδιαίτερα κάτι που είπε ο Θ. Παπαθεοδώρου για το βιβλίο του και θέλω να το σας το μεταφέρω: «Το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Τον αξιότιμο κύριο Κωνσταντίνο Καβάφη. Ένα πνεύμα λαμπρό που φέγγει μες στην ψυχή μου αυτές τις δύσκολες μέρες του λιγοστεμένου φωτός. Ένα πνεύμα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας, με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Αισιόδοξο, αλλά και κάπως ειρωνικό. Καβαφικό». Θα περιμένω με ανυπομονησία την επόμενη «περιπέτεια» (ή μήπως τις επόμενες;), του ντετέκτιβ Μάντη και του καθηγητή Δαρείου, που, επειδή ο Θ. Παπαθεοδώρου μας έχει δείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει καλά με ότι είδος λογοτεχνίας κι αν καταπιαστεί, πιστεύω ότι θα είναι εξίσου καλή με την πρώτη.

26 Απρ 2013

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

CARLO LUCARELLI
Μετάφραση ΜΑΡ. ΣΠΥΡΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟΝΙΑ ΤΣΙΤΣΟΒΙΤΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 445, Σεπτέμβριος 2012


     Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, περιλαμβάνει τρία έργα, τα οποία θα χαρακτήριζα αστυνομικές νουβέλες.
     Ο συγγραφέας, ο οποίος μελέτησε την περίοδο του φασισμού στην Ιταλία, τοποθετεί χρονικά τα έργα του τον Απρίλιο και Μάιο του 1945 το πρώτο και το δεύτερο, όταν η Ιταλία απελευθερώνεται λίγο-λίγο από τους Συμμάχους και την πίεση του αντιστασιακού κινήματος και τον Απρίλιο του 1948 το τρίτο. Ήρωάς του ο επιθεωρητής Ντε Λούκα, ένας άνθρωπος που το κύριο μέλημά του είναι να κάνει καλά και σωστά τη δουλειά του, χωρίς να πολυεξετάζει την πολιτική κατάσταση. Δεν είναι φασίστας, αλλά ούτε και αντιστασιακός. Πράγμα που σημαίνει ότι με τη στάση του ανέχτηκε το φασισμό. Αλλά που επίσης σημαίνει ότι δεν έχει «προστασία» να τον καλύπτει όταν οι έρευνές του φέρνουν στο φως στοιχεία που δεν συμφέρουν σε κάποιους, και μάλιστα σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς. Αυτό τον κάνει ιδιαίτερα συμπαθή, αφού μπορεί να έχει τις ευθύνες του, αλλά και δεν υπήρξε μέλος των φασιστικών ορδών κρούσης, που το πιο απλό που έκαναν, ήταν οι βαρείς ξυλοδαρμοί. Απλώς τα γεγονότα τον ξεπέρασαν και τον παρέσυρε ο ρους της Ιστορίας.
     Η πρώτη νουβέλα έχει τίτλο «Εν Λευκώ». Τον Απρίλιο του 1945, στην επαρχία Βένετο της βορειοανατολικής Ιταλίας, ο Μουσολίνι και οι υποστηρικτές του, έχουν αποσυρθεί στη μικρή πόλη Σαλό, που δέχεται επί μήνες τη σθεναρή πίεση μόνο της αντίστασης, αφού οι Σύμμαχοι θεωρούν το μέτωπο της Ιταλίας δευτερεύον και προχωρούν αργά από το Νότο προς το Βορρά. Η κατάσταση είναι τεταμένη Το αναπόφευκτο τέλος δεν είναι μακριά. Το φασιστικό καθεστώς κλυδωνίζεται όχι μόνο από την πίεση της αντίστασης, αλλά και από τις εσωτερικές έριδες. Ο επιθεωρητής Ντε Λούκα, καλείται να ερευνήσει την υπόθεση της δολοφονίας ενός γοητευτικού νεαρού, γνωστού μέλους του φασιστικού κόμματος. Το θύμα ήταν ανακατεμένο σε βρώμικες υποθέσεις, ενώ διατηρούσε σχέσεις με τα επιφανέστερα μέλη της κοινωνίας των φασιστών. Ιδιαίτερα με την όμορφη και ιδιόρρυθμη κόρη του κόντε Τεντέσκο.
     Ο τίτλος της δεύτερης νουβέλας είναι «Ένα Μουντό Καλοκαίρι» κι εκτυλίσσεται τον Μάιο του 1945. Το φασιστικό καθεστώς έχει καταρρεύσει. Μετά την απελευθέρωση επικρατεί η αναρχία και η ευκαιρία για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Επίσης αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για παράνομο πλουτισμό, μέσω εγκληματικών ενεργειών, που εύκολα θα χαρακτηρίζονταν αντιστασιακές πράξεις και θα έμεναν ατιμώρητες. Ολόκληρη σχεδόν η βόρεια και κεντρική Ιταλία, βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο πάνοπλων αντιστασιακών. Ο επιθεωρητής Ντε Λούκα είναι επικηρυγμένος. Το όνομά του βρίσκεται σε μαύρη λίστα με ονόματα φασιστών του Σαλό. Ταξιδεύει έντρομος προς τη Ρώμη, όπου ελπίζει ότι μπορεί να «κρυφτεί» μέσα στο μεγάλο πλήθος της πρωτεύουσας. Έχει εφοδιαστεί με πλαστή ταυτότητα, ώστε να μπορέσει να διασχίσει τις ανταρτοκρατούμενες περιοχές. Λίγο έξω από τη Μπολόνια, τον σταματάει ο αρχιφύλακας Λεονάρντι της αντιστασιακής αστυνομίας, ένας παλιός του μαθητής από αστυνομική σχολή του Μιλάνο, ο οποίος τον αναγνωρίζει. Τον υποχρεώνει να συνεργαστεί μαζί του για την εξιχνίαση της υπόθεσης της άγριας δολοφονίας μιας οικογένειας αγροτών αναμεμειγμένης με το λαθρεμπόριο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με σκληροπυρηνικούς αντιστασιακούς και νέους λαϊκούς ηγέτες που διατάζουν με περισσή ευκολία την εκτέλεση όποιου υποψιάζονται ότι είναι φασίστας, πολιτικές σκοπιμότητες και προσωπικές φιλοδοξίας, ο Ντε Λούκα ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου.
     Η τριλογία κλείνει με τη νουβέλα «Το Μπουρδέλο Της Οδού Όκε». Απρίλιος του 1948 στη Μπολόνια. Η Ιταλία ετοιμάζεται για τις δεύτερες –και καθοριστικές για τις πολιτικές εξελίξεις-βουλευτικές εκλογές. Τόσο οι δεξιοί όσο και οι κομμουνιστές επιδίδονται σε ένα σκληρό αγώνα αλληλοεξόντωσης, που ο συγγραφέας μας μεταφέρει μέσω δημοσιευμάτων εφημερίδων της εποχής. Σ’ αυτή την τεταμένη ατμόσφαιρα, ο επιθεωρητής Ντε Λούκα, αφού έχει γλιτώσει τρία χρόνια πριν «από του χάρου τα δόντια», όταν βρέθηκε κρατούμενος στα χέρια της αντίστασης, αναλαμβάνει την υπόθεση μιας δολοφονίας σ’ ένα μπουρδέλο της οδού Όκε. Το θύμα, ένας νεαρός κομμουνιστής, βρέθηκε κρεμασμένος. Κάποιοι θέλουν να κλείσουν την υπόθεση ως αυτοκτονία. Ανάμεσα σε αγέρωχες μετρέσες και πουτάνες που ξέρουν αλλά σιωπούν επειδή φοβούνται, διεφθαρμένους δεξιούς και φιλοκομμουνιστές χαφιέδες, ο Ντε Λούκα ρίχνεται με πάθος-όπως έκανε πάντα- στην αναζήτηση της αλήθειας, αγνοώντας ηθελημένα, το παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του.
     Η εισαγωγή και τα δύο επίμετρα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικά και βοηθούν στην κατανόηση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και των πολιτικών εξελίξεων, που επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη των υποθέσεων που προσπαθεί να διαλευκάνει ο Ντε Λούκα, σ’ αυτό το πολύ καλό αστυνομικό- αλλά όχι μόνο- βιβλίο.