23 Ιουλ 2013

ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ

Η ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΓΕΝΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Σελ. 582, Μάρτιος 2013


     Στο νέο του μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (όπως και τα προηγούμενα), πριν από λίγους μήνες, ο Γ. Καλπούζος, αναφέρεται σε μια γωνιά του Ελληνισμού. Την Κύπρο. Εκεί κυρίως εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου. Στην Κύπρο και στο…χρόνο, αφού η αφήγηση ξεκινά το 1569 και φτάνει μέχρι τη λήξη του Α! Παγκοσμίου πολέμου.
     Είναι η ιστορία της ζωής του Γερόλεμου και των τεσσάρων γιων του, που μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Οθωμανούς, τον Αύγουστο του 1571, σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους «…ο Μύρος για την Κωνσταντινούπολη, ο Βισέντζος για την Κεφαλονιά, ο Χρύσανθος για τη Λουρουτζίνα κι ο Αντζουλής για τα Λεύκαρα». Ο Γερόλεμος, στον κάθε του γιο, πριν φύγει κι ακολουθήσει το δρόμο του, έδωσε και το ένα τέταρτο από ένα φυλαχτό, που είχε φτιάξει ο ίδιος, «από πέτρα τ’ ουρανού, ουρανόπετρα».
     Μερικές…εκατοντάδες χρόνια αργότερα, γεννιέται στην Κύπρο, ένας απόγονος του Γερόλεμου, ο Αδάμος. (Αυτό το άλμα στο χρόνο στη συνέχεια της αφήγησης, καλύπτεται). Από το σημείο αυτό, αυτός γίνεται ο ήρωας του βιβλίου και το βίο του αναλαμβάνει να μας διηγηθεί ο συγγραφέας. Και μαζί μας αφηγείται και μας διδάσκει με τον μοναδικό του τρόπο, χωρίς φυσικά ίχνος διδακτισμού, την ιστορία της πολύπαθης Κύπρου.
     Χαρακτήρας ατίθασος και ανυπότακτος ο Αδάμος, αναγκάστηκε να μπει από μικρός στη βιοπάλη. Αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση-για να μην πω με περιφρόνηση-από τους συντοπίτες του, μέχρι που νίκησε σ’ έναν παραδοσιακό αγώνα «άρσης βαρών». Αυτή του η δύναμη όμως, λίγο έλειψε να γίνει αντί για ευλογία, κατάρα, αφού τον οδήγησε σε ατραπούς που δεν έπρεπε. «Θυμωμένος με τη ζωή, κατιτίς να του φταίει, δίχως να μπορεί να το αδράξει ο λογισμός του, σπρωγμένος κι απ’ τη φτιαξιά του και πλανεμένος απ’ την εξουσία που ασκούσε με τη σωματική του δύναμη, αφέθηκε να παρασυρθεί στα χούγια των παλικαράδων. Δεν ντυνόταν όπως οι πεσβάντηδες, όμως έλυνε το ζωνάρι του, αφήνοντάς το να κρέμεται μέχρι το γόνατο κι αποζητούσε τον καβγά στους δρόμους, στους καφενέδες κι όθε λάχαινε».
     Φυσικά, η πυκνότητα της εξαιρετικής πλοκής είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει την περιγραφή της, μέσα στις λίγες γραμμές αυτής της παρουσίασης. Γι’ αυτό, αφήνω τον αναγνώστη να ανακαλύψει μόνος του τη συνέχεια. Πριν κλείσω να πω ότι, πέρα από την πλοκή, οι στέρεοι και ρεαλιστικοί χαρακτήρες, η δυνατή δομή, η χρήση της «κυπριακής» γλώσσας, το πλήθος των πραγματολογικών στοιχείων, οι πολύ καλές περιγραφές και τέλος η μοναδική γραφή του Γ. Καλπούζου, συνθέτουν ένα μυθιστόρημα, το οποίο προσφέρει πολυεπίπεδη απόλαυση στον αναγνώστη. Για μια ακόμη φορά, ο συγγραφέας του «Ιμαρέτ» και «Άγιοι Και Δαίμονες» εντυπωσιάζει.
     Να συμπληρώσω και κάτι ακόμη. Ο Γιάννης Καλπούζος, είναι από τους συγγραφείς που θέλουν να έρχονται σε επαφή με τους αναγνώστες και γι’ αυτό κάνει εξαιρετικές, και «ξεχωριστές» παρουσιάσεις των βιβλίων του σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Αν αντιληφθείτε να κάνει παρουσίαση του βιβλίου του κάπου κοντά σας, μη χάσετε την ευκαιρία να την παρακολουθήσετε. Θα παραβρεθείτε σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση. Εγώ έχω παρακολουθήσει τις παρουσιάσεις και για τα τρία του βιβλία (σε τρεις διαφορετικές πόλεις!) και πραγματικά τις απόλαυσα.

16 Ιουλ 2013

1821. Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 375, Φεβρουάριος 2013

     Ένα βιβλίο που γράφτηκε για παιδιά, αλλά μπορεί (και πρέπει) να διαβαστεί από ανθρώπους κάθε ηλικίας, είναι το «1821». Όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο ακόμη, το βιβλίο αφορά τον ξεσηκωμό των Ελλήνων κι τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους. Προσπάθειες που δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν και γι’ αυτό, η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει τις τεράστιες παθογένειες που την ταλανίζουν.
     Η συγγραφέας, επειδή ξέρει το «κοινό» της, σε αντίθεση με τους συγγραφείς των σχολικών βιβλίων, δεν επιβαρύνει το κείμενο με ανούσιες «υπολεπτομέρειες» που ενδιαφέρουν μόνο τους ιστορικούς. Κάνει μια εξιστόρηση της επανάστασης εστιάζοντας στα κύρια γεγονότα, ενθαρρύνοντας τον αναγνώστη να σκεφτεί κι όχι να απομνημονεύει. «Φαντάσου πως στέκεις εμπρός σ’ έναν μεγάλο πίνακα με δεκάδες ρολόγια, ρολογάκια, δείκτες, χρωματιστά φώτα, καμπανάκια. Σου ζητούν να μάθεις να περιγράφεις αυτόν τον πίνακα και το βρίσκεις δουλειά πολύ δύσκολη, ανιαρή και τελείως άχρηστη. Κάτι τέτοιο μας συμβαίνει συχνά με την Ιστορία και το μάθημά της. Συτό, λοιπόν, που θέλω εγώ είναι να σε κάνω να δεις το πώς λειτουργεί ο μεγάλος αυτόν πίνακας, τι κάνει τα φωτάκια ν’ αναβοσβήνουν και τα ρολόγια να γυρίζουν και κυρίως-κυριότατα-να καταλάβεις τι μετρά ο πίνακας. Γιατί τότε θα δεις πως η Ιστορία μετρά τη ζωή μας, τη ζωή τη δική μου και τη δική σου, όχι σε κάποιο αόριστο περασμένο χρόνο αλλά σήμερα, εδώ που μιλάμε, τώρα».
     Αποφεύγει να αναπαράγει μύθους που αναπτύχθηκαν γύρω από την ελληνική επανάσταση-που δυστυχώς είναι ευρέως διαδεδομένοι και παραδεκτοί ως αδιαμφισβήτητες αλήθειες-ενώ δεν διστάζει να κατακρίνει κάποιες πράξεις πρωταγωνιστών όταν χρειάζεται, όταν θεωρεί ότι έσφαλαν ή με τις πράξεις τους έβαλαν σε κίνδυνο την έκβαση του αγώνα, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Ιδιαίτερα για όσους για να αποκομίσουν προσωπικό όφελος δε δίστασαν να εμπλακούν σε εμφύλιες διαμάχες και αντί να πολεμούν τον κοινό εχθρό, έστρεψαν τα όπλα κατά των μέχρι χθες συναγωνιστών τους.
     Μεγάλο μέρος του βιβλίου, περιγράφει τις προσπάθειες που έκανε ο πρώτος Έλληνας Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Ο μόνος-κατά την ταπεινή προσωπική μου άποψη-έλληνας πολιτικός που έβαλε πάνω από το προσωπικό του συμφέρον, το συμφέρον της πατρίδας. Ο οποίος όχι μόνο δε χρησιμοποίησε το κράτος ως αγελάδα προς άρμεγμα και για την τακτοποίηση ημετέρων, αλλά αντίθετα διέθεσε το σύνολο της περιουσίας του, προς όφελος την Ελλάδας και των φτωχών Ελλήνων. Έφθασε σε μια ρημαγμένη από τον πόλεμο περιοχή που δεν μπορούσε ούτε τους κατοίκους της να θρέψει και προσπάθησε δουλεύοντας άοκνα, ακατάπαυστα και νυχθημερόν, να διαμορφώσει θεσμούς, στρατό, ναυτικό, υποδομές, με ελάχιστους πόρους. Όμως, οι σύγχρονοί του, αντί να τον ευχαριστήσουν, τον δολοφόνησαν. Γιατί; «Η σύγκρουση των συμφερόντων ήταν αδυσώπητη-από τη μια το κράτος που εννοούσε να δημιουργήσει ο Καποδίστριας και από την άλλη οι διάφοροι παλιοί, αλλά και νέοι, πυρήνες προνομιών και εξουσίας που του αντιστέκονταν λυσσαλέα». Τραγικό παράδειγμα οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις των Υδραίων, που οδήγησαν στην πυρπόληση της ναυαρχίδας του υποτυπώδους ελληνικού στόλου «Ελλάδα» από τον Ανδρέα Μιαούλη, τον μέχρι πρότινος «φόβο και τρόμο» των Τούρκων.
     Το βιβλίο είναι εξαιρετικά γραμμένο και παρά το γεγονός ότι είναι βιβλίο ιστορίας, είναι ευκολοδιάβαστο σαν ένα καλό μυθιστόρημα. Πολύτιμο βοήθημα για όποιον θέλει να προσεγγίσει την Ελληνική επανάσταση είτε είναι παιδί είτε ενήλικος, νηφάλια, χωρίς «πατριωτικές» και εθνικιστικές εξάρσεις και μεγαλοστομίες, απογυμνωμένο από τις ανόητες μυθολογίες που έχουν στηθεί γύρω από το γεγονός, που σε βάζει να σκεφτείς και δείχνει πως το παρελθόν καταφέρνει να προσδιορίζει τον παρόν.
     Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται μικρός κατάλογος βιβλίων (ιστορικά, απομνημονεύματα, μυθιστορήματα) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω μελέτη.

7 Ιουλ 2013

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΝΥΦΙΚΟ

Ο ΑΠΟΚΡΥΦΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
ΑΡΓΥΡΗΣ ΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 381, Απρίλιος 2013


     Με μια άγνωστη πτυχή της ζωής του Ελ. Βενιζέλου, ασχολείται στο πρόσφατο βιβλίο του, ο γνωστός συγγραφέας, δημοσιογράφος και βουλευτής Αργύρης Ντινόπουλος.
     Πρόκειται για την ερωτική ζωή του μεγάλου ηγέτη, που στη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, η Ελλάδα διπλασίασε την έκταση και τον πληθυσμό της.
     Ο μεγαλύτερος έρωτας του Βενιζέλου ήταν η Μαρία Κατελούζου, η σύζυγός του, η οποία πέθανε νεότατη, μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους. «Η Μαρία Κατελούζου έδωσε για οχτώ μερόνυχτα άνιση μάχη με το θάνατο. Πέθανε ξημερώματα Κυριακής. Ο τάφος της, στα νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, έγινε αναπάντεχα και τραγικά το καθημερινό στέκι του Βενιζέλου που, στα τριάντα του, έμεινε χήρος με δύο παιδιά, το ένα ενάμιση χρόνου και το άλλο οχτώ ημερών».
     Ο χαμός της γυναίκας του, συγκλόνισε τον Βενιζέλο και τον οδήγησε στα όρια της παραφροσύνης. Κάθε μέρα πήγαινε και καθόταν με τις ώρες στον τάφο της και διάβαζε βιβλία. Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά, η συμπεριφορά του άλλαξε και έγινε πάλι ο παλιός, καλός Βενιζέλος που όλοι ήξεραν.
     Τότε έκανε την εμφάνισή της στη ζωή του ως σύζυγος αρχικά (και ως χήρα αργότερα) ενός στενού συνεργάτη του, μια γνώριμη από τα παλιά. Μια σύντροφός του στα παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας. «Η Παρασκευούλα Φουλάκη συνδύαζε την εντυπωσιακή ομορφιά με την ακραία φτώχεια. Κόρη του Γιώργου Φουλάκη μεγάλωσε σε ένα φτωχόσπιτο που έτυχε να βρίσκεται στην ίδια γειτονιά με το σπίτι του Κυριάκου Βενιζέλου, πατέρα του Λευτέρη, πριν οι Βενιζέλοι μετακομίσουν στο σπίτι της Χαλέπας». Όταν πέθανε ο άντρας της, ο Βενιζέλος έφτασε πολύ κοντά να τη ζητήσει σε γάμο. Όμως η Ιστορία αποφάσισε διαφορετικά. Οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν το Βενιζέλο στην Αθήνα και ήταν τόσο ραγδαίες, που δεν του άφηναν καιρό να σκεφτεί την προσωπική του ζωή. Η Παρασκευούλα τον επισκέφτηκε κάποιες φορές στην Αθήνα και γοήτευσε την αθηναϊκή κοινωνία με την ομορφιά της. Όμως ο γάμος που σχεδίαζε δεν έγινε ποτέ. Το νυφικό που έφερε μαζί της, έμεινε άδειο και κάποια στιγμή αποφάσισε να επιστρέψει στην Κρήτη.
     Ο Βενιζέλος στη συνέχεια σχετίστηκε και με άλλες γυναίκες. Κάποιες γνωστές και διάσημες την εποχή εκείνη ελληνίδες και ξένες. «Κι όμως , καμιά απ’ όλες αυτές τις γυναίκες, ερωμένες, φίλες ή θαυμάστριες, δεν του είχε χαρίσει τη γλυκιά ηρεμία. Ούτε τη σιγουριά του γνώριμου έρωτα και την οικεία αγάπη της Παρασκευούλας». Γι’ αυτό κι αυτός, πάντα επέστρεφε στην αγκαλιά της. Όποτε βρισκόταν στην Κρήτη την επισκέπτονταν και περνούσαν κάποιες νύχτες μαζί. «Η μικρή κόρη του Φουλάκη ήταν η παντοτινή ερωμένη και μόνο μ’ αυτήν γέμιζε την ψυχή του με αγάπη. Αυτή τον νοιαζόταν πραγματικά γιατί αγαπούσε τον Λευτέρη, όχι τον πρωθυπουργό».
     Η ιστορία αυτού του έρωτα, θα έμενε κρυφή, αφού η Παρασκευούλα, ουδέποτε μίλησε γι’ αυτήν. Όμως ο συγγραφέας, έχοντας ασχοληθεί για πολλά χρόνια ως ρεπόρτερ και γνωρίζοντας τα «μυστικά» της έρευνας, κατάφερε να συγκεντρώσει τις διάσπαρτες πληροφορίες και να μας δώσει ένα αξιόλογο, καλογραμμένο και «διδακτικό» βιβλίο. Ο έρωτας αυτός είχε σαν ιστορικό φόντο, κάποια από τα πιο σημαντικά χρόνια της ελληνικής Ιστορίας, τα γεγονότα των οποίων περιγράφει με πολύ προσοχή και ιδιαίτερο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια.

26 Ιουν 2013

ΑΠΟ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΓΑΛΑ

JEAN MATERN
Μετάφραση: ΕΥΑ ΚΑΡΑΤΑΪΔΗ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 118, Μάρτιος 2013


     Στη σημερινή παρουσίαση, θέλω να αναφερθώ στο βιβλίο «Από Μέλι Και Γάλα» του γάλλου Ζ. Ματέρν, το οποίο είναι το δεύτερο του συγγραφέα που μεταφράζεται στα ελληνικά.
     Στο βιβλίο αυτό, ένας άντρας που βρίσκεται προς το τέλος του βίου του, θυμάται και αφηγείται τις αναμνήσεις του στο γιό του.
     Στις αναμνήσεις του κυριαρχούν περιστατικά με δύο κυρίως πρόσωπα. Τον παιδικό του φίλο Στέφαν και τη σύζυγό του Σουζάν. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια στη Ρουμανία, όταν στη διάρκεια του Β! παγκοσμίου πολέμου –κι ενώ βρισκόταν στην κρίσιμη εφηβική ηλικία-έχασε τη μητέρα του αρχικά και στη συνέχεια τον πατέρα του. Κι αναγκάστηκε τότε –κι ενώ οι Γερμανοί υποχωρούσαν μπροστά στην προέλαση του Κόκκινου Στρατού-να πάρει μόνος του αποφάσεις που καθόρισαν την μετέπειτα πορεία του στη ζωή. Αφού άφησε τη γιαγιά του που αρνήθηκε να μετακινηθεί και τον μοναδικό του φίλο Στέφαν που ακολούθησε τους υποχωρούντες Γερμανούς, αυτός επέλεξε το δρόμο της προσφυγιάς προς την Αυστρία. Στο στρατόπεδο προσφύγων στο οποίο θα καταλήξει, αρρωσταίνει βαριά από τύφο. Ενώ όλοι θεωρούν την περίπτωσή του «χαμένη» και απλά περιμένουν να πεθάνει, αυτός αναρρώνει. Μια μακρινή και περιπλεγμένη καταγωγή κάποιων προγόνων του από τη Γαλλία, θα του επιτρέψει να πολιτογραφηθεί Γάλλος πολίτης, να εγκατασταθεί στη γαλλική Καμπανία και όταν ενηλικιωθεί να διαπρέψει ως οικονομικός διευθυντής μιας εταιρείας που παρασκευάζει-τι άλλο;-σαμπάνιες.
     Το 1957, την ώρα που στη Βουδαπέστη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η ουγγρική επανάσταση ενάντια στους σοβιετικούς, γνώρισε τη Σουζάν, μια πρόσφυγα από την Ουγγαρία στο Παρίσι: «Μια μαρτιάτικη βραδιά του 1957 την είδα στην είσοδο της εκκλησίας Σαιν Σεβερέν, όπου πουλούσε εισιτήρια για μια συναυλία υποστήριξης στους Ούγγρους πρόσφυγες. Μάρτοκ, βέβαια και λίγος Χάυντν στο πρόγραμμα. Την περίμενα μετά τη συναυλία. Σήμερα που φαίνεται ότι οι λιγοστοί μήνες που τη φλέρταρα, ερχόμενος σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο στο Παρίσι, ήταν απλή κοινωνική σύμβαση: με είχε ανάγκη».
     Θυμάται περιστατικά από την κοινή τους ζωή. Το πώς προσπαθούσαν και οι δύο ν’ αφήσουν για πάντα πίσω τους, τον πόνο που τους προκάλεσε η προσφυγιά. Ευτυχισμένους καιρούς και περιόδους δυστυχίας. Όπως τότε που έχασαν τη μεγάλη τους κόρη. Ένα γεγονός που εξουθένωσε ψυχολογικά τη Σουζάν. Στις αναμνήσεις του όμως, κυριαρχεί η αγάπη του γι’ αυτήν, όσα τις πρόσφερε και κυρίως όσα δεν μπόρεσε να της προσφέρει, κάτι που τον γεμίζει τύψεις. Όμως τώρα, τις τελευταίες του ώρες, βρήκε ανακούφιση μέσω της αφήγησής του. «Σε λίγο δεν θα έχω τη δύναμη να μιλήσω, αλλά δεν με νοιάζει πια. Ο Γκαμπριέλ γνωρίζει την ουσία. Γνωρίζει για τον Στέφαν, για το βιολοντσέλο και για τον τύφο. Γνωρίζει ακόμα περισσότερα για τη μητέρα του, για τα όνειρά μας από μέλι και γάλα κι επίσης για την επιστροφή μας στην έρημο. Είμαι βέβαιος ότι κατανοεί τις τύψεις μου».
     Ένα μικρό σε όγκο βιβλίο, που όμως είναι πλημμυρισμένο από (αντιφατικά πολλές φορές) συναισθήματα και τρυφερότητα και που οδηγεί τον αναγνώστη όχι στην εύκολη κατανάλωση σελίδων, αλλά στην πραγματικά ανάγνωση.


14 Ιουν 2013

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΧΑΣΑΝ ΤΑΧΣΙΝ ΠΑΣΑ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Σελ. 301, Δεκέμβριος 2012

     Σήμερα, έχω τη χαρά να σας παρουσιάσω ένα εξαιρετικό έργο του Χ. Χριστοδούλου.
     Το βιβλίο είναι η βιογραφία του Χασάν Ταχσίν Πασά, ο οποίος όντας διοικητής της 8ης στρατιάς του τουρκικού στρατού, αποφάσισε να μην αντισταθεί, όταν ο ελληνικός στρατός έφτασε τον Οκτώβριο του 1912 έξω από τη Θεσσαλονίκη, αλλά να παραδώσει αμαχητί την πόλη. «Σκοπός να παρουσιαστεί και να δοθεί νόημα στη ζωή του ελληνοσπουδαγμένου Αλβανού στρατηγού του οθωμανικού στρατού, του Χασάν Ταχσίν Πασά, γνωστού έως τώρα στο ευρύ κοινό, μόνον από τη συμμετοχή του στην παράδοση της Θεσσαλονίκης». Απέφυγε έτσι μια ανώφελη αιματοχυσία, όχι μόνο ανάμεσα στους άνδρες των δύο στρατευμάτων, αλλά κυρίως στους άμαχους και διέσωσε την πόλη από την καταστροφή. «Έχω τουλάχιστον την παρηγοριά ότι παραδίδω τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες ανέπαφη και άθικτη όπως αξίζει σε μια τέτοια πόλη. Και όλους τους κατοίκους της σώους και αβλαβείς όπως το θέλει ο Θεός». Μάλιστα στη συνέχεια αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις των Βουλγάρων (συμμάχων τότε των Ελλήνων) που απαιτούσαν να παραδοθεί και σ’ αυτούς η Θεσσαλονίκη ή μέρος της, λέγοντας την περίφημη φράση: «Μια Θεσσαλονίκη υπάρχει κύριοι κι αυτή την παρέδωσα στους Έλληνες που ήταν αντίπαλοί μου σε όλα τα πεδία της μάχης, από το Σαραντάπορο και τα Γιαννιτσά μέχρι εδώ. Εσάς δεν σας είδα πουθενά. Δεύτερη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει για να την παραδώσω και σε σας».
     Το βιβλίο ξεκινά από τη μέρα της παράδοσης και στη συνέχεια ξετυλίγεται ο μίτος της ζωής του Πασά, με αναφορά σε όλους τους σημαντικούς σταθμούς της καριέρας του.
     Ο Χασάν Ταχσίν Πασάς, γεννήθηκε γύρω στα 1840-1845, στη Μεσσαριά της Νότιας Αλβανίας. Ξεκίνησε από πολύ χαμηλά στην ιεραρχία του στρατού και γρήγορα έφτασε σε υψηλά αξιώματα. Έλαβε ελληνική παιδεία, όπως και όλα τα παιδιά του, στη Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων. Η πρώτη σημαντική του τοποθέτηση, ήταν στην Κρήτη το 1889, ως διοικητής επίλεκτου σώματος χωροφυλακής. Άφησε άριστες εντυπώσεις σε τούρκους και έλληνες. Γνωρίστηκε με τον Ελ. Βενιζέλο και αναπτύχθηκε μεταξύ τους, αμοιβαία εκτίμηση, που όπως λέγεται, έχει τη σημασία της, στις εξελίξεις για τη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Το 1900 τοποθετείται ως φρούραρχος στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στη Μέση Ανατολή. Το 1910, αναλαμβάνει τη νομαρχία Ιωαννίνων, όπου φαίνεται ότι θα τερματίσει την καριέρα του. Όμως με το ξέσπασμα του πολέμου, θα επανέλθει στο στράτευμα και θα του ανατεθεί η διοίκηση της νεοσυσταθείσας 8ης στρατιάς, που είχε ως καθήκον την υπεράσπιση της Θεσσαλίας. Όμως η στρατιά ηττήθηκε στο Σαραντάπορο, υποχώρησε στα Γιαννιτσά αρχικά και στη Θεσσαλονίκη στη συνέχεια με τη γνωστή κατάληξη.
     Μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, ο Πασάς, ο οποίος είχε ήδη καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία, από το Ανώτατο Στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Στη συνέχεια ταξίδεψε για λόγους υγείας στη Γαλλία και την Ελβετία, όπου πέθανε το 1918, από αναπνευστικά προβλήματα. Λόγω του Α! παγκοσμίου πολέμου και η διακοπή των μεταφορών, θάφτηκε στη Λωζάνη, με δαπάνη της ελληνικής πολιτείας. Αυτή ήταν η πρώτη ταφή. «Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, με τη φροντίδα του γιού του Κενάν και σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, τα οστά του Χασάν Ταχσίν Πασά, μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η ταφή τους έγινε πλάι στο γιο του Εκραίμ, στο ίδιο πάντοτε Αλβανικό Νεκροταφείο στο συνοικισμό της Αγίας Φωτεινής στην Τριανδρία…Αυτή ήταν η δεύτερη ταφή…». Το 1983, λόγω της επέκτασης του σχεδίου πόλεως της Τριανδρίας, το Αλβανικό Μπεχτασικό νεκροταφείο διαλύθηκε. Τα οστά του Πασά και των γιών του Κενάν και Εκραίμ, βρέθηκαν και μεταφέρθηκαν στο οστεοφυλάκιο της Μαλακοπής. Το 2002, ο Ινής Μεσαρέ, εγγονός του Πασά έγραφε: « “Ο τάφος-μνημείο του παππού και του πατέρα στο Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων (τέως έπαυλη Μοδιάνο, αγρόκτημα Τόψιν), έχει προχωρήσει αρκετά. Τα οστά μεταφέρθηκαν ήδη και η κρύπτη σφραγίστηκε.” Τότε έγινε η τρίτη ταφή του Χασάν Ταχσίν Πασά».
     Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, περιλαμβάνει πολλά νέα στοιχεία από παλιές εφημερίδες και περιοδικά καθώς και από ελληνικά, τουρκικά, αλβανικά, οθωμανικά και αγγλικά αρχεία. Επίσης πολλά στοιχεία που αφορούν πτυχές της ζωής της πολυπολιτισμικής Θεσσαλονίκης της εποχής. Καταφέρνει δε με τον καλύτερο τρόπο το στόχο που είχε θέσει ο συγγραφέας του: «να καταστήσει ιστορικά οικείο τον ευεργέτη της Θεσσαλονίκης».
     Το βιβλίο κοσμείται με φωτογραφίες, πολλές από τις οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά και εκτενή ξένη κι ελληνική βιβλιογραφία

4 Ιουν 2013

ΓΥΑΛΙΝΗ ΚΟΥΚΛΑ

ΛΙΤΣΑ ΠΑΝΤΕΛΙΔΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 236, Μάρτιος 2012

     Το πρώτο μυθιστόρημα της Λ. Παντελίδου, που κυκλοφόρησε πέρυσι, παρουσιάζω σήμερα.
     Αφηγείται την ιστορία της Μυρτώς, η οποία στα 20 χρόνια της, φέρνει στον κόσμο, ενώ σπουδάζει στην Αθήνα, ένα κορίτσι, τον καρπό του έρωτά της, με νεαρό συμφοιτητή της. «Γόνος γνωστής και εύπορης οικογένειας της συμπρωτεύουσας δεν της έλειπε τίποτα, δεν της χάλασαν ποτέ χατίρι και να τη τώρα με τα πόδια ανοιχτά να κάθεται να ακούει και να τη χλευάζει μια ασήμαντη νοσοκόμα. Δε θα τελείωνε μ’ όλα αυτά; Θα τελείωνε και τότε δε θα την έπιανε κανείς. Θα έκανε το όνειρό της πραγματικότητα. Θα γινόταν μια λαμπρή δικηγόρος με κύρος και όνομα».
     Την ύπαρξη του παιδιού την κρατά κρυφή από όλους. Στον πατέρα του παιδιού, με τον οποίο χώρισε μόλις αντιλήφθηκε ότι είναι έγκυος, είπε ότι έκανε έκτρωση. Χωρίς πολύ σκέψη, αποφασίζει να δώσει το παιδί για υιοθεσία, αφού θα αποτελούσε τροχοπέδη στα μελλοντικά της σχέδια. Η κοινωνική λειτουργός του νοσοκομείου κάνει μια ύστατη προσπάθεια να τη μεταπείσει, αλλά… «Από την άλλη όμως, έβλεπε ότι παρά το νεαρό της ηλικίας της, η στάση της ήταν ακλόνητη. Είχε έναν κυνισμό αυτή η κοπέλα που την τρόμαζε. Τόσα χρόνια στο επάγγελμα αυτό, αναλογίστηκε, δεν μου έχει τύχει κάτι τέτοιο. Και τα μάτια της, το βλέμμα της, τι παγωνιά Χριστέ μου!».
     Όταν τελειώνει τη Νομική, χάρη στην οικονομική δυνατότητα της οικογένειάς της, ανοίγει γραφείο στο Κολωνάκι. Τότε γνωρίζει το Δημήτρη και ερωτεύονται ο ένας τον άλλο. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μεταξύ τους, αλλά οι άσχημες πτυχές του χαρακτήρα της Μυρτώς, κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους. «Με τον καιρό άρχισε να εξελίσσεται σε αδίστακτη επαγγελματία. Αναλάμβανε περίπλοκες υποθέσεις στις οποίες διακυβεύονταν μεγάλα συμφέροντα». Έτσι επηρμένη από τις επαγγελματικές της επιτυχίες και με υπερφίαλη ματαιοδοξία, αφήνει το Δημήτρη, για χάρη ενός δημοσιογράφου, αστέρα μεγάλου καναλιού. Ενώνει τη ζωή της μαζί του και πιστεύει πως έχει αγγίξει την ευτυχία. Σύντομα έρχεται η διάψευση. Και η μία και ο άλλος, είναι υπερβολικά φιλόδοξοι και βάζουν την καριέρα τους, πάνω από την οικογένεια. Αρχίζουν να απομακρύνονται και ο χωρισμός είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Και σα να μην έφτανε αυτό, η Μυρτώ ανακαλύπτει ότι πάσχει από σοβαρή ασθένεια. Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή, απομονώνεται για λίγες μέρες στο Πήλιο. Εκεί αναθεωρεί τις αξίες με τις οποίες πορεύτηκε μέχρι εκείνη τη στιγμή στη ζωή της. Μια πορεία που κατάλαβε ότι εκτός από λειψή ήταν και λανθασμένη. «Το ταξίδι αυτό μου έκανε καλό. Φιλοσόφησα κάποια πράγματα. Αναθεώρησα πολλά από τα πιστεύω που είχα ως τώρα. Η οργάνωση και ο προγραμματισμός για τη ζωή, τα πλούτη, το όνομα, η επιτυχημένη καριέρα, η δημοσιότητα, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια ευτυχισμένη και ισορροπημένη ζωή…». Τότε παίρνει και τη μεγάλη απόφαση, να αναζητήσει την κόρη της. Κάτι καθόλου εύκολο, όπως αποδεικνύεται. Το «όταν οι θνητοί κάνουν σχέδια, οι θεοί γελούν», επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά.
     Η Λίτσα Παντελίδου, έγραψε ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα, με ηρωίδα, την εκπρόσωπο μιας μερίδας ανθρώπων, που δε δίστασαν στο βωμό μιας ψευδεπίγραφης επιτυχίας, να θυσιάσουν αξίες που θα μπορούσαν να τους στηρίξουν στην πορεία του βίου, με αποτέλεσμα να υποστούν τις συνέπειες.
     Μόνο μελανό σημείο η επιμέλεια του βιβλίου, που μόνο τέτοια δεν ήταν, αφού επέτρεψε να περάσουν λάθη έκφρασης, συντακτικά και ορθογραφικά.

26 Μαΐ 2013

ΕΝΟΧΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

YVVETTE EDWARDS
Μετάφραση ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 313, Σεπτέμβριος 2012

     Εντυπωσιακή είσοδο στο χώρο των εκδόσεων έκανε η αγγλίδα συγγραφέας Ι. Έντουαρντς, με το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο ήταν υποψήφιο για το σημαντικότατο βραβείο Man Booker και το Writers’ Guilt Best Fiction.
     Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σ’ ένα σαββατοκύριακο, στο οποίο έρχονται στο φως αλήθειες που έμειναν κρυμμένες για μια 15ετία κι αποκαλύπτεται μια οικογενειακή ιστορία, όπου κυριαρχούν η ζήλια, οι τραγικές προδοσίες, τα έντονα συναισθήματα και οι λάθος εκτιμήσεις λόγων και έργων.
     Η έφηβη Τζινξ, μεγαλώνει με τη μητέρα της στο Λονδίνο, μια πανέμορφη μιγάδα με καταγωγή από την Καραϊβική. «Πολύ όμορφη. Οι πάντες έλεγαν πως αυτό ήταν και πράγματι αλήθευε. Με μάτια μεγάλα σαν μωρού και με μακριά πυκνά ματόκλαδα που δεν έπαυαν να πεταρίζουν, με χείλη πορφυρά που χωρίζονταν σε μισοφέγγαρο πάνω από φιλντισένια δόντια με μαυριδερή επιδερμίδα τόσο τέλεια, που ήταν λες κι ένας υπομονετικός κουκλοποιός την είχε βουτήξει αργά σε καστανό βερνίκι, χαμηλώνοντάς τη, γυρνώντας την, υψώνοντάς τη, με τα χέρια του σφιγμένα γύρω από την εβένινη μάζα των αράπικων, αλλ’ όχι όμοια με στριφτό σύρμα, μαλλιών της-η μητέρα μου ήταν καλλονή». Μετά το θάνατο του άντρα της, που ήταν και κατά πολύ μεγαλύτερός της, για πολλά χρόνια, κανείς άλλος δεν μπήκε στη ζωή της, μέχρι που εμφανίστηκε ο Μπέρις που πολλές φορές-λόγω χαρακτήρα αλλά και λόγω ζήλειας-γίνεται βίαιος. Η θυελλώδης όπως εξελίχτηκε αυτή ερωτική σχέση αλλάζει αναπόφευκτα τη ζωή όλων, ενώ η Τζινξ νιώθει να «χάνει» την αγάπη της μητέρας της και να τίθεται στο περιθώριο. Μέχρι που μια μέρα μετά από έναν ακόμη καβγά ο Μπέρις τη δολοφονεί. «Πέθανε έχοντας δεχτεί στην πλάτη τέσσερα βαθιά και καθαρά πλήγματα από αιχμηρό εργαλείο. Αυτός δεν είχε ουτ’ ένα σημάδι, ούτε μια μελανιά, αμυχή ή κόψιμο, επειδή δεν έγινε πάλη. Όταν εκείνη θα ‘πρεπε να παλέψει για να γλιτώσει, προσπάθησε να ξεφύγει».
     Τώρα, 14 χρόνια μετά, η Τζινξ βασανίζεται από την ανάμνηση του βίαιου φόνου της μητέρας της, για την οποίο αισθάνεται υπεύθυνη. Συντετριμμένη από την απώλεια και τις ενοχές, νιώθει ότι τα εφηβικά βιώματα στοιχειώνουν ακόμη τη ζωή της, αφού δεν τις επιτρέπουν να δημιουργήσει μια υγιή σχέση με τον 4χρονο γιό της, καρπό ενός αποτυχημένου γάμου.
     Ο ξαφνικός ερχομός του Λέμον, ενός παλιού οικογενειακού φίλου-και όχι μόνο-αναταράζει τη ζωή της. «Αν είχε έλθει πρωτύτερα, ίσως να ‘μουν πιο ευτυχισμένη στον κόσμο των ζωντανών απ’ ότι στων νεκρών, όμως άργησε πολύ και τα πράγματα ήταν τόσο δεδομένα τώρα, που δεν μπορούσα να καταλάβω τι νόημα είχε ο ερχομός του. Ωστόσο τώρα ήταν εδώ». Είναι εδώ κι επιδιώκει να δουν ξεκάθαρα τι πραγματικά συνέβη τη μοιραία νύχτα του φόνου.
     Αναμειγνύοντας με μοναδικό τρόπο τη γκρίζα ατμόσφαιρα του ανατολικού Λονδίνου με τα πικάντικα αρώματα της κουζίνας της Καραϊβικής, η συγγραφέας αφηγείται μια συγκινητική ιστορία για τις ιδιαιτερότητες στη δυνατή αλλά και ανταγωνιστική κάποιες φορές σχέση μητέρας-κόρης και για τη σκοτεινή όψη της αθωότητας. Ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με τον πλούτο των συναισθημάτων των χαρακτήρων του και τις απροσδόκητες ατραπούς που μπορούν αυτά να οδηγήσουν.